Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

ΑΠΑΝΤΗΣΗ Π. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ ΕΙΣ ΤΟΝ Π. ΙΩΣΗΦ



ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ
ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑΣ
ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΜΠΕΛΑΚΙΩΝ ΛΑΡΙΣΗΣ

          Σεβαστέ καί ἀγαπητέ π. Ἰωσήφ χαῖρε ἐν Κυρίῳ.
Διάβασα ἀπό φωτοαντίγραφα πού μοῦ ἀπεστάλησαν τήν μελέτη πού ἔκανες σχετικά μέ τό προσφάτως ἐκδοθέν βιβλίο μου « Διαχρονική Συμφωνία τῶν Ἁγίων  Πατέρων γιά τό Ὑποχρεωτικό τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου περί Διακοπῆς Μνημονεύσεως Ἐπισκόπου Κηρύσσοντος ἐπ’ Ἐκκλησίαις Αἵρεσιν» καί ὡς ἐκ τούτου εἶμαι ἀναγκασμένος νά ἀπαντήσω στήν μελέτη αὐτή καί νά ἀντικρούσω τίς θέσεις καί ἀπόψεις σου.  Αὐτό ὅπως καταλαβαίνεις δέν μοῦ εἶναι καθόλου εὐχάριστο σέ σημεῖο πού νά ἀναβάλω ἐπ’ἀρκετό χρόνο αὐτήν τήν ἐργασία.  Ὁ λόγος εἶναι ὅτι ὅταν εἴμεθα ἀναγκασμένοι νά πολεμοῦμε  ὄχι τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία μᾶς κατατρώγει, ἀλλά τίς μεταξύ μας διαφορές καί ἀντιπαραθέσεις, ὁ ἀγῶνας αὐτός ὁ ὁποῖος ὑποθάλπεται κατά τό πλεῖστον ἀπό τόν διάβολο, δίδει χαρά στούς Οἰκουμενιστές καί ἐπιχειρήματα, ἐμᾶς δέ μᾶς ἀποδυναμώνει εἰς τρόπον ὥστε νά θεωροῦμε νίκη τήν ἐπικράτησι τῆς ἰδικῆς μας ἀπόψεως καί ὄχι τήν καταστολή τῆς αἱρέσεως. Ἐπειδή ὅμως τά θέματα πού θίγονται στήν μελέτη σου εἶναι ὄντως σοβαρά καί ἐπί πλέον ἀπό ἕναν καλοπροαίρετο διάλογο πολλά μποροῦμε νά ὠφεληθοῦμε κι ἐμεῖς πού τόν διεξάγουμε καί αὐτοί πού πιθανόν νά τόν μελετήσουν, θά σοῦ ἐκθέσω τίς κρίσεις καί ἀπόψεις μου εἰς τά γραφόμενά σου, τίς ὁποῖες θά προσπαθήσω νά τίς τοποθετήσω μέσα τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι καί τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων μας.
          Ἀρχίζοντας λοιπόν νά καταθέτω τίς σκέψεις μου πού ἀφοροῦν στήν μελέτη σου αὐτή θέλω νά διατυπώσω ἕνα παράπονο τό ὁποῖο μοῦ δημιουργήθηκε μελετώντας τά κείμενά σου.  Γιατί δηλαδή προκειμένου νά ὑποστηρίζωμε τίς θέσεις μας καί νά δικαιολογήσωμε ὅσα ἔπραξαν καί πράττουν οἱ ἡγεσίες τοῦ Π.Ἡμερολογίου ἀλλοιώνουμε καί παραποιοῦμε τά κείμενα καί τά νοήματα αὐτῶν οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀντίθετο γνώμη καί θέσι ἀπό τήν ἰδική μας; Δέν νομίζω π. Ἰωσήφ ὅτι δέν κατενόησες τό πνεῦμα τῶν γραφομένων μου, ὥστε νά ἑστιάσης ἀλλοῦ τό πρόβλημα καί ὡς ἐκ τούτου νά εἶσαι ἐξ ἀρχῆς ἐκτός θέματος εἰς τήν μελέτη σου.
          Γιά νά γίνω δέ συγκεκριμένος εἰς αὐτά πού γράφω ἀναφέρω ἀπό τήν μελέτη σου τά ἑξῆς. Εἰς τήν εἰσαγωγή εἰς τήν σελ. (2) ἀναφέρεις τά ἑξῆς: «Δύο εἶναι οἱ βασικοί ἄξονες πέριξ τῶν ὁποίων κινεῖται παραπαίοντας καί ἐμπίπτων συνεχῶς εἰς ἀντιφάσεις καί αὐτοσχεδιασμούς ὁ συγγραφεύς. Ὁ πρῶτος ἀναφέρεται εἰς τήν δυνατότητα ὑπάρξεως δύο Ἐπισκόπων (Ὀρθοδόξου καί αἱρετικοῦ) ταυτοχρόνως εἰς μίαν Ἐπισκοπήν καί ὁ δεύτερος ἀφορᾷ τήν κανονικότητα τῆς ἀποτειχίσεως τῶν Παλαιοεορτολογιτῶν ἀπό τήν νεοημερολογητικήν ἐκκλησίαν τό 1924». Οἱ βασικοί λοιπόν ἄξονες πού ἐκινήθη ὁ συγγραφέας ἤδη ἀπό τήν εἰσαγωγή φαίνεται ὅτι εἶναι κομμένοι καί ραμμένοι, κατά τό δή λεγόμενο, στά μέτρα τῶν Παλαιοημερολογητῶν. Ἐγώ λοιπόν ὡς πιό ἁρμόδιος ἐπί τοῦ θέματος σοῦ ἀναφέρω ὅτι δέν ἐκινήθηκα σέ αὐτούς τούς ἄξονες, ἀλλά στό ἄν ὑπάρχη μέσα στήν διδασκαλία τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, στήν ἁγ. Γραφή καί τούς ἱερούς Κανόνες ἡ δυνατότης τῆς ἀποτειχίσεως, μέ μόνη τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου, χωρίς δηλαδή νά ἀλλάξη τό ἑορτολόγιο καί τό Πασχάλιο καί ἐπίσης ἡ δυνατότης χειροτονίας Ἐπισκόπου, δημιουργίας Συνόδου καί ἀποκαταστάσεως τῆς πίστεως, κατά τόν τρόπο πού ἐνήργησαν οἱ Παλαιοημερολογίτες.  Αὐτό τό γράφω πολύ χαρακτηριστικά στήν σελ.230 τοῦ βιβλίου πού ἐξέδωσα ἀναφέροντας τά ἑξῆς:« Εἰς τήν περίπτωσιν τῆς ἀποτειχίσεως λόγῳ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου πρέπει νά ἐξετασθοῦν δύο βασικά θέματα. Ἄν ὑπῆρχαν οἱ προϋποθέσεις διά τήν ἀποτείχισι καί ἄν ἐξελίχθηκε ἐντός τῶν ὁρίων πού θέτει ὁ 15ος Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου καί ἡ περί ἀποτειχίσεως διαχρονική Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας».

          Γιά νά βοηθηθῆς δέ στήν ὁριοθέτησι τῶν κατά φαντασίαν ἀξόνων σου ἀναφέρεις ἐν συνεχείᾳ τά ἑξῆς:«Ἄς ἀρχίσωμε ὅμως ἀπό τό πρῶτον. Ἀναφέρει λοιπόν ὁ π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς: Δέν νομίζω ὅτι θά εὕρη κανείς παράδειγμα στήν Ὀρθοδοξία κατά τό ὁποῖο νά ὑπάρχουν σέ μία ἐκκλησιαστική ἐπαρχία καί νά ἀσκοῦν τά καθήκοντά των συγχρόνως δύο Ἐπίσκοποι, ὀρθόδοξος καί αἱρετικός καί δύο ἀντίστοιχα Σύνοδοι, οἱ ὁποῖες νά λειτουργοῦν συγχρόνως καί παραλλήλως, χωρίς δηλαδή νά ἔχη καταδικασθῆ ἡ αἵρεσις ἀπό ὀρθόδοξο Σύνοδο». Ἐδῶ φαίνεται καθαρά ἡ δολιοφθορά καί παραποίησις καί ἡ ἔναγχος προσπάθεια τῆς μετατοπίσεως τοῦ θέματος σέ προσιτά διά τούς Παλαιοημερολογίτες μέρη, διότι ψαλιδίζεις τό κείμενο κατά τρόπο βάρβαρο καί παραλείπεις τό σημαντικώτερο μέρος του, τό ὁποῖο μάλιστα ἐπεξηγεῖ αὐτό πού ἐπαρουσίασες.  Ἀναφέρω λοιπόν ἀμέσως ἐν συνεχείᾳ «Καί μάλιστα παράδειγμα, πού νά μᾶς τό ἐδίδαξαν μέ τά ἔργα των οἱ ἅγιοι ὡς κανονική ὁδό ἀγῶνος καί ὁμολογίας ἐν καιρῷ αἱρέσεως».
 Ἐγώ λοιπόν ἀναφέρω ὅτι δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ Παράδοσις ἀπό τούς ἁγίους, τό νά κατέχῃ δηλαδή τόν Ἐπισκοπικό θρόνο κάποιος αἱρετικός καί κάποιος ἅγιος νά χειροτονηθῆ ἤ νά δέχεται νά χειροτονηθῆ εἰς τήν θέσι καί τόν θρόνο αὐτό. Εἶναι βεβαίως ἄλλο θέμα καί τελείως διαφορετικό τό νά πεθάνη ὁ αἱρετικός πού κατέχει τόν ἐπισκοπικό θρόνο καί νά προσπαθήσουν οἱ Ὀρθόδοξοι στόν κενό ἤδη θρόνο νά τοποθετήσουν κάποιον Ὀρθόδοξο. Διότι αὐτό, ὅπως καταλαβαίνεις, συνηγορεῖ τά μέγιστα ὑπέρ τῆς κανονικῆς τοποθετήσεως στόν ἐπισκοπικό θρόνο, ἐπειδή ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος ἐξεβλήθη ἀπό τόν θρόνο, ὄχι βεβαίως ἀπό Σύνοδο, ἀλλά ἀπό τόν φυσικό θάνατο.
          Ἔχοντας ὡς ἐκ τούτου τήν πεποίθησι ὅτι ὁριοθέτησες τούς ἄξονες εἰς τούς ὁποίους πρέπει νά κινηθῆς, ἀπαριθμεῖς, κατά τό δή λεγόμενο, ἕνα κάρο περιπτώσεις, κυρίως αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖες προφανῶς κατοχυρώνουν τήν χειροτονία Ἐπισκόπων καί τήν δημιουργία Συνόδων τῶν Παλαιοημερολογιτῶν. Εἶναι ὅμως, πάτερ Ἰωσήφ, ἄξιον ἀπορίας, τό πῶς εἶναι δυνατόν νά στηρίζωμε τόσο σημαντικές ἐνέργειες καί πράξεις μας σέ τέτοια παραδείγματα. Μᾶλλον, γιά νά τό ἐκφράσω καλύτερα θά πρέπει νά ντρεπώμεθα ὅταν παρουσιάζωμε αὐτά τά παραδείγματα.
          Οἱ Παλαιοημερολογίτες δέ γνωρίζουν ἴσως καλύτερα ἀπό ὅλους, ὅτι γιά νά εἶναι κάτι Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει ὁπωσδήποτε νά στηρίζεται στήν ἁγ. Γραφή, στούς ἱερούς Κανόνες καί στήν διδασκαλία τῶν ἁγίων.  Αὐτά τά τρία δέ, πεισμόνως θά λέγαμε, σταματοῦν μέχρι τήν ἀποτείχισι καί δέν ἐπιτρέπουν τήν περαιτέρω πορεία οὐδέ βῆμα ποδός.
          Γιά νά σοῦ καταδείξω δέ ἀνάγλυφα αὐτήν τήν Παράδοσι, πέρα ἀπό τήν ἁγ. Γραφή καί τούς ἱερούς Κανόνες πού διδάσκουν ἁπλῶς καί  μόνο τήν ἀπομάκρυνσι ἐκκλησιαστικῶς ἀπό τούς αἱρετικούς, θά σοῦ ἀναφέρω καί δύο – τρία κείμενα ἀπό τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων, διότι ὅπως καταλαβαίνεις ἡ διδασκαλία τῶν ἁγίων εἶναι πλέον ξεκάθαρη καί ὁριοθετεῖ τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι εἰς τό σημεῖο αὐτό, ἐπειδή, ὅπως ἀναφέρεις καί ἐσύ, πολλά ἱστορικά γεγονότα πέραν τοῦ ὅτι εἶναι κάπως σκοτεινά, καταγράφονται καί ὑπό τήν ἐπίδρασι καί ἄλλων παραγόντων, ὅπως προσωπικῶν τοποθετήσεων κοινωνικῶν καί πολιτικῶν καταστάσεων κλπ.
          Ὁ μέγας Φώτιος λοιπόν, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστόν προήδρευσε καί τῆς Συνόδου πού ἐξέδωσε τόν Κανόνα μέ τόν ὁποῖο ἀσχολήθηκα εἰς τό προαναφερθέν βιβλίο μου ἀναφέρει ἐπί τοῦ θέματος τά ἑξῆς: «Αἱρετικός ἐστιν ὁ ποιμήν; Λύκος ἐστί · φυγεῖν ἐξ αὐτοῦ καί ἀποπηδᾶν δεήσει, μηδ’ ἀπατηθῆναι προσελθεῖν, κἄν ἥμερον περισαίειν δοκῇ·  φύγε τήν κοινωνίαν αὐτοῦ καί τήν πρός αὐτόν ὁμιλίαν ὡς ἰόν ὄφεως ἀγκίστρῳ μέν καί δελέατι ἰχθύες ἁλίσκονται, ὁμιλία δέ πονηρά καί τόν αἱρετικόν ἰόν ὑποκαθήμενον ἔχουσα πολλούς τῶν ἁπλουστέρων προσιόντας καί μηδέν βλάβος παθεῖν ὑφορωμένους ἐζώγρησε · φεύγειν οὖν παντί σθένει διά ταῦτα προσήκει τούς τοιούτους»(ΕΠΕ 12, 400,31).
          Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπίσης διά τό ἴδιο θέμα μᾶς διδάσκει τά ἑξῆς:« Πῶς οὖν ὁ Παῦλός φησι· Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν, καὶ ὑπείκετε; Ἀνωτέρω εἰπὼν, Ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν, τότε εἶπε, Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν, καὶ ὑπείκετε. Τί οὖν, φησὶν, ὅταν πονηρὸς ᾖ, καὶ μὴ πειθώμεθα; Πονηρὸς, πῶς λέγεις; εἰ μὲν πίστεως ἕνεκεν, φεῦγε αὐτὸν καὶ παραίτησαι, μὴ μόνον ἂν ἄνθρωπος ᾖ, ἀλλὰ κἂν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ κατιών·»(P.G. 63, 231 A).
          Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐπίσης κατ’ἀπολύτως παρόμοιον τρόπον  καί χρησιμοποιῶν τίς ἴδιες εἰκόνες μέ τόν μέγα Φώτιο λέγει ἐπί τοῦ θέματος τούτου τά ἑξῆς: «Φύγωμεν οὖν τούς τάς πατρικάς ἐξηγήσεις μή παραδεχομένους, ἀλλά παρ’ἑαυτῶν πειρωμένους εἰσάγειν τά ἐναντία, καί τάς μέν ἐν τῷ γράμματι λέξεις περιέπειν ὑποκρινομένους, τήν δέ εὐσεβῆ διάνοιαν ἀπωθουμένους· καί φύγωμεν μᾶλλον ἤ φεύγει τις ἀπό ὄφεως. Ὁ μέν γάρ ἐνδακών τό σῶμα θανατοῖ πρόσκαιρα, τῆς ἀθανάτου ψυχῆς χωρίσας· οἱ δέ τῆς ψυχῆς αὐτῆς λαβόμενοι τοῖς ὀδοῦσι χωρίζουσιν αὐτήν τοῦ Θεοῦ, ὅπερ ἐστί θάνατος αἰώνιος τῆς ἀθανάτου ψυχῆς. Φεύγωμεν οὖν τούς τοιούτους πάσῃ δυνάμει, καί προσφεύγωμεν τοῖς ὑποτιθεμένοις τά εὐσεβῆ καί σωτήρια, ὡς συνάδοντα ταῖς πατρικαῖς παραδόσεσι» (ΕΠΕ 10,356). Τέλος γιά νά μή μακρυγορῶ γιά κάτι πασιφανές θά ἀναφέρω  καί τήν διδασκαλία τοῦ ἁγ. Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ ὁ ὁποῖος λέγει:«Καί τί δεῖ πολλά λέγειν; Ἅπαντες οἱ  τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι» (Patrologia Orientalis, Τοme XV, Αu Concile de Florence, σελ.304, καί Τά εὑρισκόμενα ἅπαντα,Τόμ. Α΄, σελ.424)  καί ἐπίσης σέ ἄλλη ἐπιστολήἈλλά τί, φησί, δράσωμεν πρός τούς μέσους τούτους Γραικολατίνους, οἵ τήν μεσότητα περιέποντες, τά μέν ἐπαινοῦσι τῶν λατινικῶν ἐθῶν καί δογμάτων ἀναφανδόν, τά δ' ἐπαινοῦσι μέν, ἀλλ' οὐκ ἄν ἕλοιντο, τά δ' οὐδ' ἐπαινοῦσιν ὅλως; -  Φευκτέον αὐτούς, ὡς φεύγει τις ἀπό ὄφεως, ὡς αὐτούς ἐκείνους, ἤ κακείνων πολλῷ δήπου χείρονας, τούς χριστοκαπήλους καί χριστεμπόρους·  ......Φεύγετε οὖν αὐτούς, ἀδελφοί, καί τήν πρός αὐτούς κοινωνίαν·  οἱ γάρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ. Τοῖς Ἁπανταχοῦ τῆς γῆς καί τῶν νήσων εὑρισκομένοις Ὀρθοδόξοις Χριστιανοῖς, Μάρκος Ἐπίσκοπος τῆς Ἐφεσίων Μητροπόλεως ἐν Κυρίῳ χαίρειν, Patrologia Orientalis, Τοme XV Αu Concile de Florence, σελ. 318- 320 καί  Τά εὑρισκόμενα ἅπαντα, Τόμ. Α’, σελ. 258, 266).
          Τίθεται λοιπόν, μετά τά ἀνωτέρω, τό ἐρώτημα. Γιατί ἄραγε οἱ  Ἅγιοι ὁριοθετοῦν τήν ὀρθόδοξο Παράδοσι πού ἔχει σχέσι μέ τούς αἱρετικούς ποιμένες μέχρι τήν ἀποτείχισι καί δέν μᾶς ἀναφέρουν τήν πορεία τῶν Ὀρθοδόξων μετά ἀπό αὐτήν;Θεωροῦν ἄραγε ὅτι αὐτό εἶναι ἀρκετόν πρός σωτηρία καί συγχρόνως ἀσφαλές ἀπεναντίας ἀφήνουν μετά τήν ἀποτείχισι τούς Ὀρθοδόξους  νά πράξουν κατά βούλησι, δηλαδή νά χειροτονήσουν ἄλλους  Ἐπισκόπους καί νά κάνουν Συνόδους κατά τό ὑπόδειγμα τῶν σημερινῶν Παλαιοημερολογιτῶν; Ἐννοῶ, ὅπως καταλαβαίνεις, τήν κατά τό δοκοῦν ἐκλογή καί χειροτονία Ἐπισκόπων καί τήν δημιουργία Συνόδων καί ὄχι κατά τήν ὁδό πού ὑπαγορεύουν οἱ ἱεροί Κανόνες.  Ἐγώ νομίζω, πάτερ, ὅτι οἱ ἅγιοι μᾶς διδάσκουν ὅλα ὅσα χρειαζόμεθα ἐν καιρῷ αἱρέσεως πρός σωτηρία καί συγχρόνως μᾶς καθορίζουν τά ὅρια εἰς τά ὁποῖα δυνάμεθα ἀσφαλῶς νά κινηθοῦμε.  Διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θά ὑπῆρχε ἕνα μεγάλο κενό εἰς τήν διδασκαλία των, ἐφὅσον μετά τήν ἀποτείχισι πορεία τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι πλεόν ἐπικίνδυνος καί ἐξ αἰτίας τῆς ἀκαταστασίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων λόγῳ τῆς αἱρέσεως καί ἐξ αἰτίας τῆς ἐλλείψεως ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας λόγῳ τῆς ἀποτειχίσεως καί βεβαίως ἐξ αἰτίας τῶν προσωπικῶν ἀδυναμιῶν ἑκάστου καί  τῆς ἐπιβουλῆς τοῦ διαβόλου διά νά διαφθείρη τό λῆμμα.
          Θά ἔπρεπε ὡς ἐκ τούτου, νομίζω πάτερ Ἰωσήφ, ἄν ἤθελες νά στηρίξης ὀρθόδοξα τίς ἀπόψεις σου καί τίς θέσεις τῶν Παλαιοημερολογιτῶν γιά τήν μετά τήν ἀποτείχισι πορεία των, νά βάλης ὡς συνηγόρους, ἄν ὄχι τήν ἁγ. Γραφή, ὁποία ὁμιλεῖ πρωτογενῶς γενικά γιά τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς, τουλάχιστον τούς ἱερούς Κανόνες οἱ ὁποῖοι κατεγράφησαν ὅταν ὑπῆρχαν οἱ αἱρέσεις καί ἀσχολοῦνται μέ αὐτές καί ὁπωσδήποτε τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων, διότι οἱ Ἅγιοι ἐπολέμησαν ἐπιτυχῶς τίς αἱρέσεις καί μᾶς διδάσκουν φυσικά τό δέον γενέσθαι εἰς τήν παροῦσα περίπτωσι.
 Ἄν λοιπόν ἔχης νά μᾶς παρουσιάσης κάτι ἀπό αὐτά πού ὄντως ὑπερασπίζονται καί κατοχυρώνουν τήν πορεία τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, εἴμεθα ἕτοιμοι νά σέ ἀκούσωμε καί νά διορθώσωμε τίς θέσεις μας, προκειμένου νά ταυτισθοῦμε μέ τούς ἱερούς Κανόνες καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Ἄν πάλι ἐπιμένης εἰς τό νά ἀναφέρης παραδείγματα ἀπό τούς αἱρετικούς καί κάποια ἄλλα πού ἀπό ἀδυναμία ἐπράχθησαν κάποτε εἰς τήν Ἐκκλησία, νά εἶσαι σίγουρος ὅτι δέν θά πεισθοῦμε, ἔστω καί ἄν καταγράψης τόμους ὁλόκληρους τέτοιων περιστατικῶν. Μᾶλλον αὐτά θά ἀποδεικνύουν περίτρανα τήν σημερινή πορεία τοῦ Π. Ἡμερολογίου καί τά πρότυπα εἰς τά ὁποῖα ἐστηρίχθηκε.
          Ἄν ἐπίσης θέλης παραδείγματα διά νά διαπιστώσης τό ποῦ ὁδηγοῦν οἱ αὐθαιρεσίες καί ἐκτροπές ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι, νομίζω τό καλύτερο εἶναι αὐτό, πού βιώνεται στίς ἡμέρες μας ἀπό τήν πορεία καί ἐξέλιξι τῶν Παλαιοημερολογιτῶν.  Διότι γνωρίζεις πολύ καλά ὅτι κατά τό διάστημα τῶν δώδεκα πρώτων ἐτῶν κατά τό ὁποῖο δέν ὑπῆρχε εἰς αὐτούς ἐκκλησιαστική διοίκησις καί εὑρίσκοντο λόγῳ τῆς ἀποτειχίσεως ἐμπερίστατοι, δέν ὑπῆρχον σχίσματα.  Ὅταν ἀπέκτησαν ἐκκλησιαστική διοίκησι καί ἐλειτούργησαν ὡς Ἐκκλησία ὅπως τόν καιρό τῆς εἰρήνης, μετά ἀπό δύο χρόνια ἔγινε τό πρῶτο σχίσμα καί ἔκτοτε τά σχίσματα ἐπλήθυναν γιά νά ἔχουν σήμερα στούς κόλπους των καί νά ἀσκοῦν τά καθήκοντά των συγχρόνως ἑπτά Ἀρχιεπίσκοποι Ἀθηνῶν, τά δέ σχίσματα νά εἶναι περισσότερα ἀπό δέκα. Τό πλέον παράδοξο καί συγχρόνως ἀποκαλυπτικό, τό ὁποῖο καταγράφεται ἀπό τούς ἴδιους τούς Παλαιοημερολογίτες εἶναι ὅτι ὅταν ἔγινε τό πρῶτο σχίσμα τό 1937 καί ἐχωρίσθηκαν οἱ Παλαιοημερολογίτες σέ Χρυσοστομικούς καί Ματθαιϊκούς, κάθε παράταξι ἰσχυρίζετο (καί ἀκόμη φυσικά ἰσχυρίζεται) ὅτι οἱ ἀρχηγοί των (Χρυσόστομος Καβουρίδης καί Ματθαῖος Καρπαθάκης) ἦταν ἄνθρωποι ἅγιοι, χαρισματοῦχοι καί θαυματουργοί.  Δηλαδή οἱ Ἅγιοι καί χαρισματοῦχοι, σύμφωνα μέ τά λεγόμενα κάθε παρατάξεως, ὡδήγησαν τούς Παλαιοημερολογίτες στό σχίσμα, στίς ἀλληλοκαθαιρέσεις, στήν διακήρυξι τῆς ἀκυρότητος τῶν μυστηρίων τῆς ἄλλης παρατάξεως, στήν ἀποκοπή ἀπό τήν Ἐκκλησία κλπ. ὁπότε καταλαβαίνει κανείς, ὄχι τί εἴδους ἅγιοι ἦταν αὐτοί, ἀλλά τί ἔγινε μετά πού ἐξέλιπον οἱ Ἅγιοι καί ὁμολογοῦσαν οἱ Παλαιοημερολογίτες ὅτι οἱ ἡγεσίες τῶν παρατάξεων ἐκινοῦντο ἐμπαθῶς μέ στόχο δηλαδή τήν ἐξουσία καί μέ κίνητρο τόν ἐγωϊσμό.
          Εἰς τό σημεῖο αὐτό τῶν σχισμάτων τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου θέλω νά ἀναφερθῶ ἐκτενέστερα, διότι ἀπό ὅ,τι διεπίστωσα ἀπό τήν μελέτη σου ἤ δέν καταλαβαίνεις τί συμβαίνει ἤ κάνεις πώς δέν καταλαβαίνεις, προκειμένου νά δικαιολογήσης καί νά καλύψης τήν ὑπόθεσι.  Πρός τόν σκοπό αὐτόν λοιπόν στίς σελίδες 22,23,24 τῆς μελέτης σου ἀναφέρεις κάποια κείμενα καί παραδείγματα προσπαθῶντας νά τά ταυτίσης μέ τήν σημερινή κατάστασι τῶν Παλαιοημερολογιτῶν.  Καί ἐδῶ φυσικά εἶσαι πάλι ἐκτός θέματος, διότι ὅλα αὐτά πού ἔκανες  τόν κόπο νά συλλέξης οὐδεμίαν σχέσι ἔχουν μέ τήν σημερινή κατάστασι τῶν Παλαιοημερολογιτῶν. 
Ἀναφέρεις λοιπόν κάποιες διχογνωμίες πού ὑπῆρχαν καί ἀκαταστασίες κατά τόν καιρό τῆς αἱρέσεως καί κάποιες αὐθαίρετες ἐνέργειες (π.χ. τοῦ Γρηγορίου Νύσσης) καί φυσικά τό σχίσμα τῆς Ἀντιοχείας μεταξύ ἁγ. Μελετίου καί  Παυλίνου. Καί τό σχίσμα τῆς Ἀντιοχείας ὅμως μόνο κατά τό ὄνομα ταιριάζει μέ τήν σημερινή κατάστασι τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, διότι αὐτό ὑπεθάλπετο κυρίως ἀπό τήν ἀνά τήν Οἰκουμένη Ὀρθοδοξία καί ἄλλες τοπικές Ἐκκλησίες ἐτάσσοντο μέ τό μέρος τοῦ Παυλίνου (Ρώμη, Ἀλεξάνδρεια, Κύπρος),ἄλλες δέ μέ τόν Μελέτιο (Β΄Οἰκουμ. Σύνοδος, Μ. Βασίλειος Καισαρείας κλπ). Τό σημαντικώτερο δέ εἰς αὐτό τό σχίσμα εἶναι ὅτι αὐτές οἱ τοπικές Ἐκκλησίες πού τό ὑπέθαλπον καί ἐστήριζαν τήν  κάθε πλευρά εἶχαν πλήρη ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μεταξύ των. Ὑπῆρχε ὡς ἐκ τούτου ἀνοχή καί διακριτική ἀντιμετώπισις τῶν τότε Πατέρων (π.χ. Μ. Βασιλείου καί Μ. Ἀθανασίου), διότι ἀκριβῶς καί ἡ δημιουργία του (χειροτονία τοῦ Παυλίνου ἀπό τούς Δυτικούς) καί ἡ συνέχισίς του ὑπεθάλπετο ἀπό ἐξωτερικούς παράγοντες. Εἰς τήν περίπτωσιν ὅμως τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, ἀφ’ ἑνός μέν οἱ λόγοι καί οἱ παράγοντες τῶν σχισμάτων εἶναι ἐσωτερικοί, ἀφ’ ἑτέρου δέ καί κυρίως γίνονται  μετά ἀπό κάθε ἀπόσχισι ἀλληλοκαθαιρέσεις καί ἀλληλοαφορισμοί καί βεβαίως ἡ αὐτοσυνειδησία κάθε παρατάξεως τῆς μοναδικότητάς της ὡς πρός τήν  ταύτησι καί συνέχεια μέ τήν Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία  τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως.  Ἡ προσπάθεια ὡς ἐκ τούτου πάτερ Ἰωσήφ, νά καλύψης τά σχίσματα τῶν Παλαιοημερολογιτῶν μέ ἱστορικές καταστάσεις τοῦ παρελθόντος νομίζω ὅτι τουλάχιστον στερεῖται σοβαρότητος καί εἶναι σά νά ταυτίζωμε τόν λύκο μέ τόν λαγό, ἐπειδή καί τά δύο ἔχουν τέσσερα πόδια.
Ἐκ τῶν πραγμάτων λοιπόν φαίνεται ὅτι αὐτά τά σχίσματα εἶναι κάτι πολύ βαθύτερο ἀπό ἕνα ἁπλό σχίσμα, τό ὁποῖο δημιουργεῖται, σύμφωνα μέ τήν ἑρμηνεία τοῦ ἁγ. Νικοδήμου εἰς τόν πρῶτο κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου, ὄχι διά δόγματα πίστεως, ἀλλά διά κάποια ζητήματα ἐκκλησιαστικά καί εὐκολοϊάτρευτα. Διότι ἐδῶ  πέραν τῶν ἀλληλοαφορισμῶν καί καθαιρέσεων ὑπάρχει καί ἡ ἔναγχος προσπάθεια ἑκάστης μερίδος τοῦ σφετερισμοῦ τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία» εἰς τρόπον ὥστε ἑκάστη μερίδα νά ἔχη τήν συναίσθησι καί πεποίθησι τοῦ κύρους Οἰκουμενικῆς Συνόδου.  Τί γίνεται ὅμως μέ τούς ἱερούς Κανόνες καί τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα ρητῶς ἀναφέρουν ὅτι εἰς τά σχίσματα δέν ὑπάρχει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καί ὠς ἐκ τούτου ὅ,τι τελοῦν εἶναι ἄκυρα; Ὁ δέ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπί τοῦ θέματος τούτου ἀναφέρει τά ἑξῆς:«Διά τοῦτο διαμαρτύρομαι ὅτι τοῦ εἰς αἵρεσιν ἐμπεσεῖν τό τήν Ἐκκλησίαν σχίσαι οὐκ ἔλαττον ἐστί κακόν»(P.G. 62,87). Προφανῶς λοιπόν ἡ προσπάθειά σου νά τά τοποθετήσης μεταξύ κάποιων διχογνωμιῶν καί καταστάσεων τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας εἶναι παραπλανητική καί ὡς ἐκ τούτου ἐπικίνδυνο.  Νομίζω δέ ὅτι ὁ ἐκτροχιασμός αὐτός τῶν Παλαιοημερολογικῶν δέν ὀφείλεται τόσο σέ προσωπικές ἀδυναμίες,  ὅπως ἐσύ τόν ἑστιάζεις, μολονότι καί αὐτές δέν λείπουν, ἀλλά εἰς τό ὅτι ξεπέρασαν κατά πολύ τά ἐσκαμμένα καί τά ὅρια πού εἰς τό σημεῖο αὐτό ἔθετον οἱ Πατέρες καί οἱ ἱεροί Κανόνες. 
Ἄν δηλαδή δέν ὑπῆρχε ἡ ἐκκλησιαστική διοίκησις καί ἡ λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κατά τόν καιρό τῆς εἰρήνης, δέν θά ὑπῆρχον καί τά σχίσματα.  Διότι ἀπό ποῦ κάποιος νά ἀποσχισθῆ καί ποῦ νά ἐνταχθῆ; Ὅλοι δέ διά τῆς ἀποτειχίσεως θά ἦσαν συγχρόνως ἑνωμένοι μεταξύ των ἐκκλησιαστικῶς καί ὅ,τι πρόβλημα θά προέκυπτε (ἐννοεῖται σοβαρό) θά ἐλύνετο, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἐν καιρῷ Ὀρθοδόξου Συνόδου. Τά τρέχοντα δέ θέματα, τά ὁποῖα ἔχουν ἄμεσο σχέσι μέ τήν διεξαγωγή τοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τῆς αἱρέσεως θά ἐλύνοντο εἰς τάς συνάξεις των, σύμφωνα πάλι μέ τόν ἴδιο τρόπο. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο θά ἦτο εὔκολος ἡ διά τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό τούς αἱρετικούς παραμονή εἰς τήν Ἐκκλησία, τῶν ὅπου γῆς Ὀρθοδόξων, χωρίς νά ἀπαιτεῖται ἐπιπροσθέτως ἡ ἔνταξις σέ ἕνα ἄλλο ἐκκλησιαστικό σχῆμα, αὐτοδημιούργητο καί αὐτοαναγνωρισμένο καί χωρίς τόν προβληματισμό τῆς ἐπιλογῆς τῆς παρατάξεως, ἡ ὁποία θά πληροῖ τούς ὅρους τοῦ Θ΄ ἄρθρου τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως.
Γνωρίζεις ἐν προκειμένῳ πάτερ Ἰωσήφ, ὅτι κατά τήν θεολογία τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, προκειμένου νά ἀνήκη κάποιος εἰς τήν Ἐκκλησία δέν εἶναι ἀρκετή ἡ ἀποτείχισις ἀπό τού Οἰκουμενιστές, οὔτε ἀκόμη καί τό νά ἀκολουθῆς τό Παλαιό Ἡμερολόγιο ἀλλά χρειάζεται ἐπιπροσθέτως καί νά ἐνταχθῆς στήν παράταξι τήν ὁποία ὁ καθένας θεωρεῖ μοναδική Ἐκκλησία, ἀπολύτως ταυτισμένη μέ τήν διαχρονική τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως.  Ἐπί πλέον δέ, ἐνῶ σέ θεωροῦν ἐκτός Ἐκκλησίας, ἄν δέν ἀνήκης στήν παράταξί των, ἄν πάλι δέν θέλης νά ἐμπλακῆς στήν Λερναία Ὕδρα τῶν παρατάξεων σέ θεωροῦν ἀκέφαλο καί βεβαίως πάλι ἐκτός Ἐκκλησίας.  Ἄν ὅλα αὐτά ἤ ἔστω κάτι ἀπό αὐτά τά συνάντησες στούς Ἁγίους ὡς ἐκκλησιαστική πορεία ἐν καιρῷ αἱρέσεως, ἤ ἄν πάλί μπορεῖς νά τά στηρίξης καί νά τά κατοχυρώσης εἰς τούς ἱερούς Κανόνες καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, εἴμεθα ἕτοιμοι νά σέ ἀκούσωμε καί μάλιστα μέ πολλή προσοχή.  Ἐγώ πάντως πιστεύω ὅτι ὅλη αὐτή ἡ χαώδης κατάστασις καί ἡ καινοφανής θεολογία ὀφείλεται στήν παράνομη(καί ἀντικανονική) ἀποκατάστασι τῆς Ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως καί στήν ἐν τῇ πράξει λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ καιρῷ τῆς αἱρέσεως, ὅπως ἀκριβῶς τόν καιρό τῆς εἰρήνης.
Τό ἄσχημο ἐπί πλέον καί συγχρόνως ἀπογοητευτικό εἰς τά γραφόμενά σου, πάτερ, εἶναι ὅτι τίς εὐθῦνες δι’αὐτήν τήν κατάστασι τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου τίς ἐπιρρίπτεις εἰς τούς Οἰκουμενιστές.  Γράφεις συγκεκριμένα στήν σελ. (24) τῆς μελέτης σου:« Ἄς μή φαίνεται λοιπόν καί τόσον παράξενον νά βλέπωμεν τούς σημερινούς διῃρημένους Γνησίους Χριστιανούς νά ἀλληλοκατηγοροῦνται, διεκδικοῦντες ἕκαστος τήν νομιμότητα τοῦ συνοδικοῦ σχηματός των, ἀπό τήν στιγμήν ὅπου ἀκόμη καί μεγάλοι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας παρεσύρθησαν εἰς παρομοίους καταστάσεις, λόγῳ τῶν δυσμενῶν ἐπικρατουσῶν συνθηκῶν τῆς ἑκάστοτε ἐποχῆς. Δέν θέλωμεν νά δικαιολογίσωμεν οὐδένα. Πάντα ταῦτα μᾶς προξενοῦν ἀνείκαστον λύπην καί ἕκαστος τῶν ὑπευθύνων θά λογοδοτίσῃ! Ἄς μή χλευάζουν λοιπόν οἱ νεωτεριστές, ἀλλ’ ἄς μεμφθοῦν καλύτερα τούς ἑαυτούς των, διότι αὐτοί εἶναι ἡ μοναδική αἰτία ὅλων αὐτῶν τῶν ἀκαταστασιῶν καί ταραχῶν, ὅπου ἐπισυμβαίνουν εἰς τόν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ αὐτοί ἐφρόντισαν καταλλήλως νά τήν διαμελίσουν καί νά τήν διασύρουν ἐξευτελίζοντάς την διά τῆς εἰσαγωγῆς ὅλων αὐτῶν τῶν καινοτομιῶν καί κακοδόξων διδασκαλιῶν (Οἰκουμενισμός). Νά  εἶναι δέ σίγουροι, ὅτι οἱ εὐθύνες, ὅπου θά ζητηθοῦν κατά τήν Ἡμέραν ἐκείνην τῆς Κρίσεως ἀπό τούς ἡγήτορας τῶν Γνησίων Χριστιανῶν (οἱ ὁποῖοι σύρονται καί αὐτοί ὡς ἄνθρωποι ἀπό τά πάθη τους), θά εἶναι κατά πολύ μικρότερες τῶν ἰδικῶν τους, καθώς αὐτοί εἶναι οἱ ἠθικοί αὐτουργοί τῆς σημερινῆς καταστάσεως! ». Ὥστε λοιπόν πάτερ Ἰωσήφ, ἡ μοναδική αἰτία (τό ἔχεις μάλιστα ὑπογραμμισμένο) ὅλων ὅσων προανέφερα εἶναι οἱ νεωτεριστές Οἰκουμενιστές.  Δυστυχῶς ὅμως καί ἡ ἁγ. Γραφή καί οἵ Ἅγιοι δέν συμφωνοῦν μαζί σου ἐπί τῆς κατανομῆς τῆς εὐθύνης.  Διότι λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος πρός τούς Κορινθίους:«Δεῖ γάρ καί αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι, ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροί γένωνται ἐν ὑμῖν.» (Α΄Κορ.11,19). Ἐδῶ ὁ ἀπ. Παῦλος λέγει ὅτι οἱ αἱρέσεις φανερώνουν καί ἀναδεικνύουν τούς δοκίμους καί ὄχι αὐτό πού ἰσχυρίζεσαι, ὅτι δημιουργοῦν τήν ἀκαταστασία, τά σχίσματα κλπ. Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στήν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου αὐτοῦ μάλιστα ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Καθάπερ οὖν τά δένδρα αἱ τῶν ἀνέμων προσβολαί πάντοθεν ριπίζουσαι ἰσχυρότερα ποιοῦσιν, ἄν καλῶς ἐρριζωμένα καί μετά ἀκριβείας, οὕτω δή καί τάς ψυχάς τάς πεπηγυίας ἐν τῷ θεμελίῳ τῆς ὀρθῆς πίστεως, ὅσαι ἄν προσβάλωσιν αἱρέσεις, οὐ περιτρέπουσιν, ἀλλά καί ἰσχυροτέρας ποιοῦσι.  Τί οὖν πρός τούς ἀσθενοῦντας, φησί, καί περιτρεπομένους καί ὑποσκελιζομένους ρᾳδίως; Οὐδέ ἐκεῖνοι παρά τήν τῆς αἱρέσεως προσβολήν, ἀλλά παρά τήν οἰκείαν ἀσθένειαν τοῦτο πάσχουσιν.  Ἀσθένειαν δέ οὐ φυσικήν λέγω, ἀλλά τήν ἐκ προαιρέσεως, τήν καί ἐγκλημάτων ἀξίαν καί ὑπό κόλασιν καί τιμωρίαν κειμένην,  ἥν καί ἡμεῖς κύριοι διορθῶσαι.  Διό κατορθοῦντές τε ἐπαινούμεθα, καί μή κατορθοῦντες κολαζόμεθα» (ΕΠΕ 27, 258) . Στή συνέχεια ἀναφέρει ὁ ἅγιος ὅτι οὔτε ὁ διάβολος δύναται νά βλάψη αὐτούς πού ἔχουν ἐγρήγορσι καί φυσικά οὔτε αὐτόν πρέπει νά αἰτιώμεθα διά τά λάθη μας.  Ἀκολούθως ἀναφέρει τά ἑξῆς σημαντικά:«Καί τοῦτον οὐχ  ἁπλῶς μηκύνω τόν λόγον· ἀλλ’ἐπειδή πολλοί τάς ἑαυτῶν ἀφέντες ρᾳθυμίας αἰτιᾶσθαι καί τήν ἀγνωμοσύνην αὐτῶν καί τήν ἀναισθησίαν διορθοῦν, τοῦτο μέν οὐ ποιοῦσι, περιέρχονται δέ ζητοῦντες ἑαυτοῖς ψυχράς ἀπολογίας καί λέγοντες, 'εἰ μή ὁ διάβολος ἦν, οὐκ ἄν ἀπωλόμεθα’, 'εἰ μή νόμος ἦν,οὐκ ἄν ἡμάρτομεν’, 'εἰ μή αἱρέσεις ἦσαν, οὐκ ἄν ὑπεσκελίσθημεν’. Σκήψεις ταῦτα καί προφάσεις,ἄνθρωπε· τόν γάρ νήφοντα οὐδέν βλάπτει ποτέ, ὥσπερ οὖν τόν καθεύδοντα καί ρᾳθυμοῦντα καί τήν ἑαυτοῦ προδιδόντα σωτηρίαν οὐδέν ὠφελεῖ. Τοῦτο γοῦν αὐτό καί ὁ Παῦλος αἰνιττόμενος ἔλεγεν, «ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροί γένωνται ἐν ὑμῖν»· τουτέστι, μή θορυβεῖσθε μηδέ ἀλύετε· οὐδέν ὑμᾶς αἱ αἱρέσεις παραβλάψαι δύνανται». (ΕΠΕ 27, 260).  Βλέπεις λοιπόν πάτερ, ὅτι ὁ ἅγιος ὅλα αὐτά πού ἐπικαλεῖσαι τά ὀνομάζει «ψυχρές ἀπολογίες, σκήψεις (δικαιολογίες) καί προφάσεις».
Σύμφωνα λοιπόν μέ τά γραφόμενά σου τά σχίσματα τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, τά ὁποῖα εἶναι κάτι πολύ χειρότερο ἀπό σχίσματα, εἶναι κάτι τό ἀνεπανάληπτο εἰς τήν δισχιλιετῆ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας καί φυσικά πρωτοφανές, τά παραβάλλεις καί τά ἐξισώνεις μέ κάποιες διαφωνίες καί ἀντιπαραθέσεις πού ὄντως ὑπῆρχαν πάντοτε στήν Ἐκκλησία, ἤ καί σχίσματα τά ὁποῖα ὄντως ἦταν σχίσματα καί ὠφείλοντο σέ ἐξωτερικούς παράγοντες καί δέν ἔβλαπτον  τήν ἑνότητα τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν πού τά ὑπέθαλπον.  Τίς δέ εὐθύνες γιά τήν δημιουργία των καί τήν μέχρι σήμερα δημιουργηθεῖσα χαώδη κατάστασι τίς ἐπιρρίπτεις στούς Οἰκουμενιστές καί μόνον σ’αὐτούς.
Πῶς λοιπόν μέ τέτοιες τοποθετήσεις, τέτοια προκατάληψι σέ σημεῖο πού τόν λέοντα νά τόν παρουσιάζωμε ὡς ἀγριοκάτσικο καί τόν καρκίνο ὡς γρίππη καί ἐπί πλέον μέ τόση προχειρότητα στό σπουδαιότατο ζήτημα τῆς κατανομῆς τῆς εὐθύνης θά ἠδυνάμεθα νά διεξάγωμε ἕνα διάλογο, μέ σκοπό τήν ἀνίχνευσι τῆς ἀληθείας; Καί  πῶς ἐπί πλέον θά διαπιστώσωμε τήν ἀπαραίτητη σέ ἕναν διάλογο ἀγαθή προαίρεσι, τήν στιγμή πού στό ζήτημα τῆς τοποθετήσεως τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως κάνεις ἕνα τόσο σκληρό καί ἀκραῖο μινιμαλισμό, κατασμικρύνοντας εἰς τό ἐλάχιστο δυνατό τήν διαστροφή τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως ἀπό τούς Παλαιοημερολογίτες; Ἄν λοιπόν θέλης νά τοποθετήσωμε τά πράγματα εἰς τήν θέσι των καί νά ἔχωμε ὡς ὁδηγούς τούς ἱερούς Κανόνες καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, μποροῦμε ὄντως νά κάνωμε αὐτόν τόν διάλογο καί τότε μόνο θά ὠφεληθοῦμε καί ἐμεῖς καί αὐτοί πού θά τόν μελετήσουν.  Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει νομίζω ὅτι θά ὁμιλοῦμε ἀτέρμονα, χωρίς κοινή βάσι καί πηγή ἀντλήσεως τῆς ἀληθείας καί κυρίως χωρίς κοινό στόχο καί σκοπό, ἐφ’ὅσον ὁ καθένας θά προσπαθῆ νά ἀποδείξη ὡς ἀληθές αὐτό πού ἀκολουθεῖ καί δι’αὐτόν τόν σκοπό θά παρουσιάζη τήν νύκτα ἡμέρα.  Περιττό δέ νά σχολιάσω  τήν προτροπή σου νά ἀκολουθήσουν ὅλοι τό Παλαιό Ἡμερολόγιο καί νά ἐνταχθοῦν ὡς ἐκ τούτου εἰς τά σχίσματα τῶν Παλαιοημερολογιτῶν (χρησιμοποιῶ αὐτή τήν λέξι ἐπειδή δέν ἔχω κάποια ἄλλη ἀρμοδιωτέρα) καί βεβαίως νά πιστέψουν ὅτι τό ἡμερολόγιο θά τούς σώσει καί τό νά διαβάζουν τρεῖς φορές τήν ἡμέρα τήν ἁγία ἐπιστολή.
Ἐν συνεχείᾳ θά ἀναφέρω ὀλίγα τινά καί διά τό Παλαιό ἑορτολόγιο, τό Πασχάλιο, τίς πανορθόδοξες Συνόδους τοῦ ΙΣΤ΄αἰῶνος κλπ. ἐπειδή καί μέ αὐτά ἀσχολεῖσαι στήν κριτική μελέτη τοῦ ἐκδοθέντος βιβλίου μου.
Κατ’ἀρχάς πάτερ Ἰωσήφ θέλω νά ἐπισημάνω πάλι τήν ἔναγχο προσπάθειά σου νά φθάσης πάσῃ θυσίᾳ εἰς τό συμπέρασμα πού ἐπιθυμεῖς καί πού ἀποτελεῖ βεβαίως τήν πάγια γραμμή τῶν Παλαιοημερολογιτῶν. Πρός τόν σκοπό αὐτόν λοιπόν χρησιμοποιεῖς πάλι τήν ἴδια μέθοδο, τό ψαλίδισμα δηλαδή τῶν κειμένων καί τήν παρουσίασι αὐτῶν πού ἐξυπηρετοῦν τίς γραμμές τῶν Παλαιοημερολογιτῶν.  Ἐπειδή ὅμως δέν ἐπαρκεῖ μόνον ἡ μέθοδος τοῦ ψαλιδίσματος τῶν κειμένων γιά νά φθάσης στόν ἐπιδιωκόμενο σκοπό, χρησιμοποιεῖς καί τήν μέθοδο τῆς αὐθαιρέτου ἑρμηνείας καί τῆς μεταφορᾶς καί ταυτίσεως ἑνός θέματος γιά τό ὁποῖο ἀποφάνθηκε ἡ Ἐκκλησία ἤ κάποιοι Πατέρες (π.χ. τοῦ Πασχαλίου) σέ ἄλλο (π.χ. στό ἡμερολόγιο) γιά τό ὁποῖο δέν εἰπώθηκε τίποτε ἀπολύτως, παρά μόνον ὅτι ἔχει σχέσι μέ αὐτό γιά τό ὁποῖο ἀποφάνθηκε, δηλαδή γιά τό Πασχάλιο. Δηλαδή ὅ,τι εἰπώθηκε καί ὅπου ἀναφέρθηκε τό ἡμερολόγιο, πάντοτε ἦτο συσχετισμένο μέ τό Πασχάλιο, τό ὁποῖο ἐνσωματώνεται καί τοποθετεῖται μέσα στό ἡμερολόγιο.  Καί στά κείμενα φυσικά πού παρουσιάζεις πάντοτε ἡ ἀλλαγή τοῦ Πασχαλίου ἀπό τούς Παπικούς εἶναι ἐκείνη πού ἀναφέρεται ὡς αἰτία τῆς ἀπορρίψεως τοῦ ἡμερολογίου.  Ἀναφέρω ἕνα χαρακτηριστικό κείμενο τῆς μελέτης σου, τό ὁποῖο παρουσιάζεις στήν ὑποσημείωσι τῆς σελ. (28) ἀπό τόν Μελέτιο Πηγᾶ: «Ὁ δέ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης Πάπας τῶν ἄλλων ἁπάντων ἑαυτόν ὑπεραίρων, καί πάντων καταφρονῶν, ἔτι καί κατηγορεῖ τοῦ κανονίου τῶν Πατέρων, ἵνα μή δόξῃ ἀλόγως τό καλανδάριον καινοτομήσας, οὐκ εἰδώς ὅτι τό τῶν Πατέρων κανόνιον ὑγιῶς ἔχει, ὥστε τελεῖν καί τό θεῖον Πάσχα μετά τήν Ἰσημερίαν τήν ἐαρινήν καί μή μετά Ἰουδαίων, καθώς ἀπαιτεῖ ὁ Ἕβδομος τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων κανών καί ὑγιῶς ἔχοντος τοῦ κανονίου τῶν Πατέρων καί Πατρικοῦ ὄντος, πολλαχῶς ἁμαρτάνουσι τοῦ προσήκοντος οἱ προσέχοντες ἑτέροις καλανδαρίοις. Εἰ δέ τοῦτο ἀπαιτεῖ ὁ κανών τήν ἀπό τῶν Ἰουδαίων ἀναχώρησιν, φανερόν δέ, τίνες ἀποσχοινιζόμεθα μᾶλλον τῆς τῶν Ἰουδαίων ἀνίερου λατρείας μετά καί τῆς παραφυλακῆς τῆς Ἰσημερίας τῆς ἐαρινῆς. Πρόδηλον τίσιν ἐπικρέμαται ὁ κίνδυνος τοῦ ἐπιτιμίου, ὅ διωρίσαντο οἱ ἐν Ἀντιοχείᾳ Πατέρες, κωλύοντες ὅλως ἄλλως τό Πάσχα ἐπιτελεῖν, ἤ παρέδωσαν οἱ Πατέρες οἱ ἐν Νικαίᾳ. Λέγει γάρ οὕτω ὁ πρῶτος κανών. Πάντας τούς τολμῶντας παραλύειν τόν ὅρον τῆς Ἁγίας καί μεγάλης Συνόδου τῆς ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθείσης ἐπί παρουσίᾳ τῆς εὐσεβείας τοῦ Θεοφιλεστάτου βασιλέως Κωνσταντίνου περί τῆς Ἁγίας ἑορτῆς τοῦ σωτηριώδους Πάσχα, ἀκοινωνήτους, καί ἀποβλήτους εἶναι τῆς Ἐκκλησίας, εἰ ἐπιμένειν φιλονεικότερον ἐνιστάμενοι πρός τά καλῶς δεδογμένα. Κατά γάρ τό τῶν Πατέρων ἐκείνων τῶν Ἁγίων κανόνιον ὡς ἄν ἔχοιεν,ἤ ἔξοιεν (ἔχουν ἤ θά ἔχουν ἐξουσίαν) τά τοῦ χρόνου οὔτε πρό τῆς ἰσημερίας τῆς ἐαρινῆς, οὔτε μετά Ἰουδαίων πασχάζομεν, ὡς διακελεύεται ὁ τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων ἕβδομος κανών, καί πάντοτε ἐν τῇ κυρίᾳ τῶν ἡμερῶν, ὡς ἡ Ἐκκλησιαστική παράδοσις ἀπαιτεῖ. Τί φήσομεν καί πρός ταῦτα κρινόμενοι ἐπί Θεοῦ;  Καταπιοῦμεν καί τάς ἐπιτιμήσεις ταῦτας, ὡς καί τούς ἀναθεματισμούς ἐκείνους, τούς τε Παύλου ἐπί τοῖς νεωτερισμοῖς, καί τῶν Συνόδων τῶν ἁγίων ἐπί ταῖς προσθήκαις τοῦ Συμβόλου; Καί τίς παραιτήσηται τούς τολμητίας τῆς δικαίας κολάσεως;» (Μητροπολίτου Ἀξώμης Μεθοδίου, Ἐπιστολαί Μελετίου Πηγᾶ, Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, σελ. 139-140) ».
Ἐσύ τώρα πάτερ ἀλλοιώνεις τό πνεῦμα τοῦ Μελετίου Πηγᾶ, ὅταν στήν σελίδα (28) γράφεις:«Ἀσφαλῶς ὁ π. Εὐθύμιος, ὅταν ἔγραφε τάς ἀνωτέρω γραμμάς, ἀγνοοῦσε (διότι δέν ἐξηγεῖται ἄλλως) τά λεχθέντα ὑπό τοῦ ἁγίου Μελετίου Πηγᾶ εἰς τήν ΡΛΖ΄ ἐπιστολήν του πρός «Τοῖς ἐν Μικρᾷ Ῥωσίᾳ», ὅπου ἀπειλεῖ νά μήν διανοηθοῦν νά καινοτομήσουν ἕτερον Καλενδάριον, διότι μέ πολλούς τρόπους ἁμαρτάνουν ὅσοι ἀκολουθοῦν ἄλλα Καλενδάρια, ἀφοῦ τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ ἐκκλησιαστική παράδοσις». Δηλαδή ὁ Μελέτιος Πηγᾶς ἑστίασε τό πρόβλημα στήν ἀλλαγή τοῦ Πασχαλίου ἀπό τούς Παπικούς καί ἐσύ τό ἑστίασες στήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου (Καλανδαρίου), τό ὁποῖο μάλιστα τό ἀναφέρεις ἔχοντας τά γράμματα μαυρισμένα καί ὑπογραμμισμένα. Πέραν τούτου ὅπου ἐπικαλεῖσαι τόν Μελέτιο Πηγᾶ τόν ἀποκαλεῖς ἅγιο, ἁγιώτατο καί θεῖο καί μάλιστα πάλι μέ μαυρισμένα γράμματα. Αὐτό προφανῶς τό κάνεις γιά νά δώσης μεγαλύτερη ἀξία στά γραφόμενά του, τό πνεῦμα τῶν ὁποίων βεβαίως ἀλλοιώνεις καί παραποιεῖς. Ἐκτός ἄν ἔχης πάτερ, κάποια ἀποκάλυψι περί τῆς ἁγιότητός του, ἤ ὁ ἴδιος ἔδειξε κάποια σημεῖα εἴτε ἐν ζωῇ, εἴτε μετά θάνατο.  Αὐτό ὅμως ἀποδεικνύει ἐπιπλέον ὅτι ὅπου ἐπιθυμοῦμε ἀλλάζουμε τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, ἀρκεῖ νά ἐξυπηρετῆται ὁ σκοπός μας καί νά ἀποδεικνύεται ὡς ὀρθή ἡ γραμμή και πορεία μας.
          Ἄλλο ἕνα ἀκόμη κείμενο ἀπό τά γραφόμενά σου θά ἀναφέρω γιά νά δείξω τό πνεῦμα τῆς ἀλλοιώσεως καί παραχαράξεως πού ὑπάρχει εἰς αὐτά. Γράφεις στήν σελ.(29) τά ἑξῆς: «Τούς ὑποστηρικτάς ὅμως τῶν τοιούτων αὐθαιρεσιῶν ἀποστομώνει ὁ πολυμαθέστατος ἐκεῖνος ἅγιος Μελέτιος Πηγᾶς, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος γράφει εἰς τήν ΡΙΣΤ΄ ἐπιστολήν ‘’Πρός τοῖς κατά Δύσιν πᾶσαν Ὀρθοδόξοις Χριστιανοῖς...‘’, τά ἑξῆς: «...μηδέν ὅλως τῶν πατρικῶν παραχαράττοντες παραδόσεων∙ καί δι’ αὐτό τοῦτο ὅτι πατρικαί εἰσι παραδόσεις∙ Μή γάρ, φησί, μή μέταιρε ὅρια, ἅ ἔθεντο οἱ πατέρες σου. Τούτου χάριν τήν νέαν ταύτην τῶν Πασχαλίων εἰσαγωγήν, τοῦ λεγομένου Γρηγοριανοῦ καλενδαρίου (ἑορτολογίου σ.σ.), οἱ τῆς Ἀνατολικῆς τῶν Ὀρθοδόξων ἐκκλησίας εὐσεβεῖς παῖδες οὐ παραδεχόμενοι, στοιχοῦντες δέ μᾶλλον τῷ παρά τῶν τριακοσίων ὀκτώ καί δέκα θεοφόρων Πατέρων Κανονίῳ τούτου μηδόλως παρεκκλίνομεν τοσούτων καί τηλικούτων Πατέρων, οὕτως ἔχοντα πρός λέξιν». Ἐδῶ, πέραν τοῦ ὅτι φαίνεται καθαρά ὅτι ἡ ἀλλαγή τοῦ Πασχαλίου εἶναι ἐκείνη πού ἑστιάζει ὁ Μελέτιος Πηγᾶς ὡς αἰτία τῆς ἀπορρίψεως τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, ἐσύ πάτερ ἐπί πλέον παρεμβαίνεις, στό κείμενο καί ταυτίζεις τό ἡμερολόγιο μέ τό ἑορτολόγιο.  Νομίζω ὅμως ὅτι θά πρέπει κάποιος νά μήν ἔχη ἀσχοληθῆ τελείως μέ τέτοια θέματα ἤ νά εἶναι διανοητικά καθυστερημένος, γιά νά μήν καταλαβαίνη ὅτι εἶναι τελείως διαφορετικό πρᾶγμα τό ἡμερολόγιο ἀπό τό ἑορτολόγιο.  Καί ἡμερολόγιο εἶναι ἡ ἀστρονομική κατανομή τοῦ χρόνου, ἐνῶ ἑορτολόγιο ἡ ἐπιτέλεσις ἀπό τήν Ἐκκλησία τῶν ἑορτῶν μέ τόν σκοπό τῆς διαπαιδαγωγήσεως, δοξολογίας καί προσεγγίσεως εἰς αὐτά τά ὁποῖα καθ’ἑκάστην ἐπιτελεῖ καί ἑορτάζει.
          Ἐν συνεχείᾳ εἰς τήν σελ. (30) τῆς μελέτης σου σχολιάζοντας τό κείμενο τοῦ Μελετίου Πηγᾶ ἀναφέρεις:«Ὁ π. Εὐθύμιος μᾶς διαβεβαιοῖ, ὅτι Καλενδάριον καί Πασχάλιον οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν μεταξύ τους (σελ. 236). Ὁ δέ ἅγιος Μελέτιος ὡς ἀλληλένδετα τά θεωρεῖ». Εἰλικρινά δέν μπόρεσα πάτερ Ἰωσήφ, νά διακρίνω ἀπό τό κείμενο πού παρέθεσες, αὐτό τό ἀλληλένδετο τοῦ Πασχαλίου ἤ Καλενδαρίου, ὅμως θέλω νά σέ ἐρωτήσω, ἐφ’ὅσον εἶναι ὅπως ἰσχυρίζεσαι ἀλληλένδετα, γιατί δέν ἄλλαξε τό Πασχάλιο μέ τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου. Τό ἀλληλένδετο νομίζω σημαίνει, ὅτι τό ἕνα ἀκολουθεῖ τό ἄλλο καί ὠς ἐκ τούτου μέ τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου ἔπρεπε νά γίνη ἡ ἀλλαγή τοῦ Πασχαλίου. Τό ὅτι ὅμως μέ τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου δέν ἔγινε ἀλλαγή τοῦ Πασχαλίου σημαίνει ὅτι ὄχι μόνο δέν εἶναι ἀλληλένδετα, ἀλλά εἶναι τελείως ξεχωριστά.
          Θά ἔλθω ὅμως εἰς τήν βασική ἔνστασί σου, ἡ ὁποία σχετίζεται μέ τό ἐπίμαχο κείμενο τό ὁποῖο παρουσίασα στό ἐκδοθέν βιβλίο μου, τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, προκειμένου νά παρουσιάσω καί ἐδῶ τό ψαλίδισμα τῶν κειμένων πού πάντοτε ἐπιχειρεῖς, δίκην χειρουργικῆς ἐπεμβάσεως, προκειμένου νά ἐξάγης τά συμπεράσματά σου.
          Κατ’ἀρχάς παρουσιάζεις  στή σελ. (27) τῆς ἐπιστολῆς σου, ἀπό τό βιβλίο πού ἐξέδωσα κάποια κείμενα τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ὡς ἑξῆς:«Παραθέτει μάλιστα μέρος ἀπο τόν ἐπίμαχον λόγον τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος λέγει: «Ἀλλά τίς ὁ σοφός αὐτῶν λόγος, ὅταν ταῦτα αὐτοῖς ἀντιλέγωμεν; Ὑμεῖς, φησίν, οὐ ταύτην ἐνηστεύετε τήν νηστείαν πρότερον; Τοῦτο οὐ σόν ἐστιν εἰπεῖν πρός με, ἀλλ’ ἐμέ δίκαιον ἂν εἴη πρός σέ λέγειν, ὅτι καί ἡμεῖς οὕτως ἐνηστεύομεν πρότερον, ἀλλ' ὅμως προετιμήσαμεν τήν συμφωνίαν τῆς τῶν χρόνων παρατηρήσεως» (ΕΠΕ 34, 168) ... «Μή τοίνυν, τῶν τελειοτέρων παραγενομένων πραγμάτων, πρός τά πρότερα ἐπανατρέχωμεν, μηδέ ἡμέρας καί καιρούς καί ἐνιαυτούς παρατηρῶμεν, ἀλλά πανταχοῦ τῇ Ἐκκλησίᾳ μετ' ἀκριβείας ἑπώμεθα, τήν ἀγάπην καί τήν εἰρήνην προτιμῶντες ἁπάντων. Εἰ γάρ καί ἐσφάλλετο ἡ Ἐκκλησία, οὐ τοσοῦτον κατόρθωμα ἀπό τῆς τῶν χρόνων ἀκριβείας ἦν, ὅσον ἔγκλημα ἀπό τῆς διαιρέσεως καί τοῦ σχίσματος τούτου · Νυνί δέ οὐδείς μοι περί καιροῦ λόγος, ἐπειδή οὐδέ τῷ Θεῷ, καθάπερ ἀπεδείξαμεν, ἐπεί καί ὑπέρ τούτου πολλούς ἀνήλωσα λόγους» (ΕΠΕ 34, 188)... «Τό μέν γάρ τῷδε ἢ τῷδε χρόνῳ νηστεῦσαι οὐκ ἔγκλημα, τό δέ σχίσαι Ἐκκλησίαν, καί φιλονείκως διατεθῆναι, καί διχοστασίας ἐμποιεῖν, καί τῆς συνόδου διηνεκῶς ἑαυτόν ἀποστερεῖν, ἀσύγγνωστον καί κατηγορίας ἄξιον, καί πολλήν ἔχει τήν τιμωρίαν» (ΕΠΕ 34, 190). (σελ. 140-242).Ἐδῶ ἀπό τά κείμενα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου παρουσιάζεις τρία τμήματα, ἐνῶ ἐγώ ἀνέφερα πέντε. Τό παράδοξο ὅμως εἶναι ὅτι (προφανῶς) ἀπαλοίφεις τεχνηέντως τά σημαντικώτερα καί μάλιστα αὐτά εἰς τά ὁποῖα ὁ ἅγιος ξεκάθαρα μᾶς διδάσκει νά μήν ἐμμένουμε στίς ἡμέρες καί τίς ἡμερομηνίες καί ὅτι δέν κολάστηκε κανείς ἐπειδή ἑώρτασε τό Πάσχα αὐτήν τήν ἡμερομηνία ἤ τήν ἄλλη. Αὐτά τά κείμενα πού παρέλειψες εἶναι τά ἑξῆς: «Τίνος οὖν ἕνεκεν ἐποίησεν ὁ Χριστός τότε; ἐπειδή τό παλαιόν πάσχα τύπος ἦν τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι, ἔδει δέ τήν ἀλήθειαν ἐπιτεθῆναι τῷ τύπῳ, πρότερον δείξας τήν σκιάν, τότε ἐπήγαγε τήν ἀλήθειαν ἐπί τῆς τραπέζης · τῆς ἀληθείας δέ ἐπενεχθείσης, ἡ σκιά λοιπόν ἀποκρύπτεται, καί οὐδέ καιρόν ἔχει. Μή τοίνυν τοῦτο προβάλλου, ἀλλ’ ἐκεῖνό μοι δεῖξον, ὅτι οὕτως ἐκέλευσε ποιεῖν ὁ Χριστός. Ἐγώ γάρ τοὐναντίον δείκνυμι, ὅτι οὐ μόνον οὐκ ἐκέλευσε παρατηρεῖν ἡμέρας, ἀλλά καί ἀπέλυσεν ἡμᾶς τῆς ἀνάγκης ταύτης. Ἄκουσον γοῦν τί φησιν ὁ Παῦλος · ὅταν δέ τόν Παῦλον εἴπω, τόν Χριστόν λέγω · ἐκεῖνος γάρ ἐστιν ὁ τήν Παύλου κινῶν ψυχήν. Τί οὖν οὗτός φησιν; Ἡμέρας παρατηρεῖσθε καί μῆνας καί καιρούς καί ἐνιαυτούς. Φοβοῦμαι ὑμᾶς, μήπως εἰκῆ κεκοπίακα εἰς ὑμᾶς. Καί πάλιν, Ὁσάκις ἂν ἐσθίητε τόν ἄρτον τοῦτον, καί τό ποτήριον τοῦτο πίνητε, τόν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε. Ὁσάκις δέ εἰπών, κύριον ἐποίησε τόν προσιόντα, πάσης ἡμερῶν παρατηρήσεως ἀπαλλάξας αὐτόν» (ΕΠΕ 34, 174) (σελ.241) καί ἐπίσης «Ὅτι γάρ οὐδείς λόγος καιρῶν τῷ Θεῷ καί παρατηρήσεως τοιαύτης, ἄκουσον αὐτοῦ δικάζοντος · Πεινῶντά με εἴδετε, φησί, καί ἐθρέψατε, διψῶντα, καί ἐποτίσατε, γυμνόν, καί περιεβάλετε · καί τοῖς ἐξ εὐωνύμων τά ἐναντία τούτοις ἐγκαλεῖ. Καί πάλιν ἄλλον ἐπεισαγαγών ἐπί μνησικακίᾳ κολάζει ·Πονηρέ γάρ, φησί, δοῦλε, πᾶσαν τήν ὀφειλήν ἐκείνην ἀφῆκά σοι · οὐκ ἔδει καί σέ ἐλεῆσαι τόν σύνδουλόν σου, ὡς καί ἐγώ σε ἠλέησα; Πάλιν τάς παρθένους, ἐπειδή ἔλαιον οὐκ εἶχον ἐν ταῖς λαμπάσι, τοῦ νυμφῶνος ἀπέκλεισεν · ἕτερον, ἐπειδή ἔνδυμα γάμου οὐκ ἔχων εἰσῆλθεν, ἀλλά ρυπαρά ἠμφίεστο ἱμάτια, πορνείαν καί ἀκαθαρσίαν περιβεβλημένος · ὅτι δέ τῷ δεῖνι μηνί καί τῷ δεῖνι ἐποίησε τό πάσχα, οὐδείς ἐκολάσθη ποτέ οὐδέ ἐνεκλήθη. Καί τί λέγω περί ἡμῶν τῶν ἀπηλλαγμένων πάσης τοιαύτης ἀνάγκης, καί ἄνω πολιτευομένων ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἔνθα μῆνες, καί ἥλιος, καί σελήνη, καί ἐνιαυτῶν περίοδος οὐκ ἔστιν;» (ΕΠΕ 34, 180) (σελ.241-242).
          Ἐν συνεχείᾳ εἰς τήν μελέτη σου, προκειμένου νά παρουσιάσης τόν ἅγιο συνοδοιπόρο καί συνήγορο μέ τίς σημερινές θέσεις τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, ἀνάφερεις τήν ἑρμηνεία πού δίδει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης εἰς τά λόγια τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.  Σημειωτέον ὅτι τόν ἅγιο Νικόδημο τόν ἀναφέρεις ὡς «ἀκραιφνῆ τηρητή τῶν Ὀρθοδόξων Παραδόσεων».  Γράφεις λοιπόν τά ἑξῆς: «Ἄς ἀκούσωμεν ὅμως τόν ἴδιον τόν ἅγιον Νικόδημον: «Χρόνων ἀκρίβειαν, καί ἡμερῶν παρατήρησιν δέν ἠξεύρει ἡ τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησία... ἀλλ’ ἐπειδή εἰς τήν πρώτην Σύνοδον ἐσυνάχθησαν οἱ Πατέρες καί διώρισαν πότε νά γίνεται τό Πάσχα, καί τιμῶσα ἡ Ἐκκλησία πανταχοῦ τήν συμφωνίαν καί ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας, περισσότερον ἀπό τήν παρατήρησιν τῶν χρόνων (τῆς ἰσημερίας δηλ. ὁποῦ ἐκατέβη τώρα εἰς τάς 11 Μαρτίου, οὗσα ἐπί τῆς πρώτης συνόδου εἰς τάς 21 Μαρτίου) καί νά ἑορτάζουν τό Πάσχα μέ ἡμᾶς τούς Γραικούς, καί ὄχι νά ἀτιμάζουν τούς θεοφόρους καί πνευματοφόρους Πατέρας, ὁποῦ ἐνομοθέτησαν τοῦτο κατά θεῖον φωτισμόν, νομίζοντες τούτους ὡς ἀνοήτους, καί ὑβρίζοντες εἰς τήν κοινήν μητέρα πάντων ἡμῶν Ἐκκλησίαν, διότι (λέγει ἀκολούθως ὁ χρυσοῦς ῥήτωρ) ἄν καί ἡ ἐκκλησία ἔσφαλλε, βέβαια δέν ἤθελε κατορθωθῇ τόσον μεγάλον καλόν, ἀπό τήν ἀκριβῇ ταύτην φύλαξιν τοῦ καιροῦ, ὅσον μεγάλον κακόν ἤθελε προξενηθῇ ἀπό τήν διαίρεσιν αὐτήν καί τό σχίσμα τό ἀπό τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας· ἐπειδή λέγει· ‘’δέν φροντίζει ὁ Θεός καί ἡ Ἐκκλησία διά τοιαύτην παρατήρησιν τῶν χρόνων καί ἡμερῶν πάρεξ διά μοναχήν τήν ὁμόνοιαν καί εἰρήνην’’. Καί βλέπε, ἀγαπητέ (λέγει ὁ ἅγιος Νικόδημος), πῶς ὁ Θεῖος Χρυσόστομος ὀνομάζει σχισματικούς τούς Λατίνους διά τί ἐκαινοτόμησαν τό Πασχάλιόν τους καί Καλεντάριον, ὄχι διά τί δέν εἶναι τοῦτο, ὅσον κατά τήν ἰσημερίαν ὀρθόν». Καί περαίνει τόν λόγον του ὁ Ἅγιος λέγων τά ἑξῆς: «...εὐαρεστεῖται ὁ Θεός εἰς τήν τάξιν τοῦ Πασχαλίου καί ἁπλῶς εἰπεῖν, τοῦ Καλανταρίου τοῦ ἐδικοῦ μας, παρά εἰς τήν ἀκρίβειαν τοῦ Πασχαλίου καί Καλανταρίου τῶν Λατίνων...» Καί συνεχίζει ἀναφερόμενος εἰς Θείας τινάς καί θαυματουργικάς ἐπεμβάσεις τῆς Θείας Προνοίας, πρός πίστωσιν τῆς ἀποστροφῆς τοῦ Θεοῦ πρός τήν καινοτομίαν αὐτήν, ἀλλά καί τῆς εὐαρεστήσεώς Του διά τό Ὀρθόδοξον Καλεντάριον-Ἑορτολόγιον, «βεβαιωτικάς τοῦ ἡμετέρου καλανδαρίου, ἀναιρετικάς δέ τῶν Λατίνων» (σελ. 28). Ἀπό τήν ἑρμηνεία τοῦ ἁγ. Νικοδήμου παραλείπεις τά ἑξῆς:«Ἐπειδή ὅσαις φοραῖς τρώγει τόν ζωοποιόν ἄρτον τοῦτον, καί τό ποτήριον τοῦτο πίνει, καταγγέλει τόν θάνατον τοῦ Κυρίου καί Πάσχα ἐπιτελεῖ·» καί ἐπίσης παρακάτω «Λέγει γάρ ἐν τῷ αὐτῷ λόγῳ, ὅτι, τό νά νηστεύσῃ τινάς καί τό νά κάμῃ Πάσχα εἰς τοῦτον τό καιρόν, ἤ εἰς ἐκεῖνον, μετά τήν εἰκοστήν πρώτην τοῦ μαρτίου, θετέον, ὡς κάμνομεν ἡμεῖς οἱ Γραικοί, ἤ μετά τήν ἐνδεκάτην Μαρτίου, ὡς κάμνουσιν οἱ Λατῖνοι, τοῦτο δέν εἶναι ἔγκλημα.» Τό δέ νά σχίσῃ τινάς τήν Ἐκκλησίαν καί νά ἀντιστέκηται φιλονείκως, καί νά κάμνῃ διχοστασίας καί διαιρέσεις, καί νά χωρίζῃ τόν ἑαυτόν του πάντοτε ἀπό τήν κοινήν σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας, τοῦτο εἶναι ἁμάρτημα ἀσυγχώρητον, καί κατηγορίας ἄξιον, καί πολλήν ἔχει τήν κόλασιν καί τιμωρίαν». (Πηδάλ. ὑποσημ.εἰς Ζ΄Ἀποστολ. Σελ.9).
          Ἐγώ πάτερ Ἰωσήφ ἔχω τήν ἐντύπωσι ὅτι ὅταν μέ τίς λεγόμενες τελίτσες (ἀποσιωπητικά) παραλείπομε ἕνα κείμενο, αὐτό τό κάνομε ἐπειδή προφανῶς δέν ἔχει σχέσι μέ τό θέμα πού παρουσιάζομε καί δέν θέλομε ὡς ἐκ τούτου νά κουράσωμε τόν ἀναγνώστη ἀναφέροντάς το. Τώρα εἰς  ἐσένα διεπίστωσα ὅτι παραλείπεις ἐκ προθέσεως καί προμελέτης ὅσα εἶναι καίρια καί ἐπεξηγοῦν τό θέμα, πλήν ὅμως δέν συνηγοροῦν μέ τίς θέσεις σου, ἀλλά τουναντίον τίς καταρρίπτουν.  Πῶς ὅμως νά κάνωμε εἰλικρινῆ διάλογο μέ αὐτήν τήν τακτική;
          Εἶναι γεγονός ὅτι δέν ὑπάρχει καλυτέρα μέθοδος ἑρμηνείας ἑνός κειμένου ἁγιογραφικοῦ ἤ πατερικοῦ, ἀπό τό νά παρουσιάζωμε τήν ἑρμηνεία πού δίδει εἰς αὐτό ἕνας ἄλλος  ἅγιος.  Οἱ ἅγιοι δηλαδή ἑρμηνεύουν ἀπλανῶς τούς ἁγίους καί ἐμεῖς πρέπει νά τοποθετούμεθα μέ βάσι αὐτές τίς ἑρμηνεῖες.  Ἐν προκειμένῳ λοιπόν ὁ ἅγιος Νικόδημος ἑρμηνεύοντας τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, μᾶς παρουσιάζει κάτι καταπληκτικό καί ἀποκαλυπτικό δι’ὅλη αὐτήν τήν ὑπόθεσι, τό ὁποῖο ἐσύ τό κατέχωσες εἰς τήν ἀφάνεια διά μέσου τῶν ἀποσιωπητικῶν.  Παρουσιάζει δηλαδή ὡς παράδειγμα πρός κατανόησι τῶν λόγων τοῦ Χρυσοστόμου τό Πασχάλιο τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Λατίνων. Καί ἀναφέρει ὅτι τό νά ἑορτάση κανείς τό Πάσχα μέ τό Πασχάλιο τῶν Ὀρθοδόξων ἤ μέ τό Πασχάλιο τῶν Λατίνων, αὐτό δέν εἶναι ἔγκλημα. Ἐσύ τώρα, πάτερ, συμφωνεῖς μέ τήν διδασκαλία αὐτή τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, τόν ὁποῖο ὀνομάζεις «ἀκριβῆ τηρητῆ τῶν ὀρθοδόξων Παραδόσεων»; Καί γιατί παρέλειψες αὐτή τήν διδασκαλία του, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει τήν διάστασι καί διάζευξι τῶν Ἁγίων ἀπό τούς σημερινούς Παλαιοημερολογίτες; Διότι οἱ σημερινοί Παλαιοημερολογίτες, ἀνεξαρτήτου παρατάξεως τό νά ἑορτάσουν τό Πάσχα μέ τό Πασχάλιο τῶν Λατίνων ὄχι μόνο τό θεωροῦν ἔγκλημα, ἀλλά καί θέμα πίστεως καί αἰτία ἀποτειχίσεως καί ὑπόθεσι αἰωνίου καταδίκης. Καί τό τραγικό καί ὄντως ἐξωφρενικό εἶναι ὅτι δέν τοποθετοῦνται ἔτσι οἱ Παλαιοημερολογίτες γιά τό Πασχάλιο, τό ὁποῖο ὄντως ἐθεσπίσθηκε ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο, οὔτε γιά τό ἑορτολόγιο τῶν ὑπολοίπων ἀκινήτων ἑορτῶν, ἀλλά γιά τό ἡμερολόγιο, γιά τό ὁποῖο οὐδείς τῶν Ἁγίων ἀνέφερε ἤ ἐδίδαξε κάτι ἤ τοῦ ἔδωσε ἐκκλησιαστική χροιά καί ἀξία, πέραν τῆς τοποθετήσεως ἐντός του τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἑορτολογίου.  Ἄν αὐτό πάτερ δέν εἶναι μία ἰδιότυπη χρονολατρεία καί εἰδωλολατρεία, τότε βοήθησέ μας σέ παρακαλῶ νά κατανοήσωμε τί εἶναι.
          Ἀπό τά λόγια ἐπίσης πού ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐν συνεχείᾳ ἀναφέρει, τά ὁποῖα κατέχωσες εἰς τήν γῆ, φαίνεται καθαρά καί διαφωτίζεται ἡ ὅλη ὑπόθεσις.  Διότι λέγει ὁ ἅγιος τά ἑξῆς:«Τό δέ νά σχίσῃ τινάς τήν Ἐκκλησίαν καί νά ἀντιστέκηται φιλονείκως, καί νά κάμνῃ διχοστασίας καί διαιρέσεις, καί νά χωρίζῃ τόν ἑαυτόν του πάντοτε ἀπό τήν κοινήν σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας, τοῦτο εἶναι ἁμάρτημα ἀσυγχώρητον, καί κατηγορίας ἄξιον, καί πολλήν ἔχει τήν κόλασιν καί τιμωρίαν». Ποιοί δηλαδή εἰς τήν προκειμένη περίπτωσι εἶναι ἐκεῖνοι πού φιλονείκως ἀντιστέκονται, κάμνουν διχοστασίας καί διαιρέσεις καί χωρίζουν τούς ἑαυτούς των ἀπό τήν κοινή Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας; Καί βεβαίως, ὅπως εἴπαμε ὄχι γιά τό Πασχάλιο, οὔτε γιά τό ἑορτολόγιο, ἀλλά γιά τό ἡμερολόγιο. Ἐπιπροσθέτως οἱ διαιρέσεις καί διχοστασίες ἐπεκτείνονται καί εἰς τίς μεταξύ των ἐκκλησιαστικές σχέσεις, ἔχοντας τήν μορφή τοῦ ἀλληλοσπαραγμοῦ, ἐνῶ, ὅπως προανεφέρθη, τήν αἰτία τοῦ κακοῦ τήν ἀποδίδουν στούς Οἰκουμενιστάς.  Αὐτό ὁ ἅγιος τό ὀνομάζει ἁμάρτημα ἀσυγχώρητο καί κατηγορίας ἄξιον καί πολλήν ἔχοντα τήν κόλασιν.  Ἀντιθέτως οἱ Παλαιοημερολογίτες τό θεωροῦν ὑπόθεσιν σωτηρίας, ὁμολογία πίστεως καί κριτήριον Ὀρθοδοξίας.  Γιά νά δικαιολογήσουν δέ ὅλο αὐτό τό ἐκκλησιαστικό χάος παρουσιάζουν παραδείγματα ἀπό τούς αἱρετικούς ἤ ἀπό κάποιες ἐκκλησιαστικές ἀνώμαλες καταστάσεις ἤ καί σχίσματα πού ὑπῆρξαν κατά καιρούς μέσα στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, καί βεβαίως τήν σημερινή κατάστασι μέσα στόν Οἰκουμενισμό πού παρουσιάζονται (ὅπου συμβαίνει) σέ μία καί τήν αὐτή ἐκκλησιαστική ἐπαρχία νά ποιμαίνουν συγχρόνως τούς Ὀρθοδόξους δύο καί τρεῖς Ἐπίσκοποι.  Ἐδῶ δημιουργοῦν οἱ Παλαιοημερολογίτες τήν ἐξῆς πρωτοτυπία. Ἐνῶ δηλαδή πάντοτε παρουσιάζομε παραδείγματα πρός μίμησι καί μάλιστα ἀπό τούς ἁγίους, ἐκεῖνοι παρουσιάζουν παραδείγματα πρός ἀποφυγήν καί κατάκρισι καί τρόπον τινά δικαιολογοῦν τήν πορεία των, παρουσιάζοντας τά λάθη τῶν ἄλλων.
          Ἐν κατακλεῖδι καί προκειμένου νά μήν μακρυγορῶ, πέραν  τοῦ ὅτι ἐπαρουσίασες πάτερ Ἰωσήφ ψαλιδισμένα καί ἀκρωτηριασμένα τά κείμενα τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἔκανες τό ἴδιο ἀκριβῶς καί στήν ἑρμηνεία τῶν κειμένων αὐτῶν τοῦ ἁγ. Νικοδήμου καί μάλιστα  ὅ,τι παρέλειψες ἀπό τά κείμενα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, αὐτά ἀκριβῶς παρέλειψες καί ἀπό τήν ἑρμηνεία τοῦ ἁγ. Νικοδήμου.  Ἐδῶ μᾶς ἀποκλείει νά βάλωμε καλό λογισμό γιά τίς προθέσεις σου ἡ σπουδαιότης τῶν κειμένων πού παρέλειψες καί ἡ προσαρμογή πού κάνει ὁ ἅγ. Νικόδημος στήν σημερινή κατάστασι.
          Εἰς τό σημεῖο αὐτό τοῦ ἡμερολογίου θά ἤθελα πάτερ Ἰωσήφ, νά θίξω καί ἕνα ἄλλο θέμα εἰς τό ὁποῖο ζητῶ τήν γνώμη σου καί τήν τοποθέτησί σου.  Αὐτό εἶναι τό ἑξῆς: Γιατί οἱ Πατέρες τῆς Α΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐθέσπισαν τό Πασχάλιο μέ βάσι τό Ἰουλιανό ἡμερολόγιο, ἐνῶ βλέπομε σαφῶς ὅτι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐχρησιμοποίουν τό Μακεδονικό ἡμερολόγιο;  Ἄν τό ἡμερολόγιο δηλαδή εἶχε κάποια ἐκκλησιαστική σημασία, παρόμοια μέ αὐτή πού σήμερα οἱ Παλαιοημερολογίτες τοῦ ἀποδίδουν καί ἄν θεωρεῖται ἀτίμασις καί περιφρόνησις τῶν Πατέρων ἡ ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου, παρόμοια καί ἴσως πολύ μεγαλύτερη περιφρόνησι καί ἁμαρτία πρέπει νά θεωρηθῆ  ἡ ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου πού ἔκαναν οἱ Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πρός τούς ἁγ. Ἀποστόλους.  Διότι ἐνῶ αὐτοί ἐχρησιμοποίουν τό Μακεδονικό ἡμερολόγιο, οἱ ἐν λόγῳ Πατέρες ἐθέσπισαν τό Πασχάλιο μέ τό Ἰουλιανό.  Σοῦ ἀναφέρω λοιπόν κάποια κείμενα ἀπό τίς Ἀποστολικές Διαταγές καί τούς Ἀποστολικούς Κανόνες, γιά νά ἰδῆς ὅτι πάντοτε οἱ ἅγ. Ἀπόστολοι ἐχρησιμοποίουν τό Μακεδονικό ἡμερολόγιο: «Ὑμεῖς δέ φυλάσσεσθε ἀκριβῶς τήν ἰσημέριον τροπήν τῆς ἐαρινῆς ὥρας, ἥτις γίνεται εἰκάδι δευτέρᾳ τοῦ δωδεκάτου μηνός, ὅς ἐστι Δύστρος· ἐπιτηροῦντες ἕως εἰκάδος πρώτης σελήνης, ὅπως μή ἐν ἑτέρᾳ ἑβδομάδι ἐμπέσοι ἡ τεσσαιρεσκαιδεκάτη τῆς σελήνης, καί πλάνης γενομένης ἀγνοίᾳ δίς τοῦ ἑνιαυτοῦ ἐπιτελέσωμεν τό Πάσχα, ἤ ἐν ἄλλῃ ἡμέρᾳ ἑορτάσωμεν τήν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀναστάσιμον ἡμέραν, ἀλλ’ ἐν Κυριακῆ μόνῃ».(ΕΠΕ 1,260), «Τάς ἡμέρας τῶν ἑορτῶν φυλάσσετε, ἀδελφοί, καί πρώτην γε τήν γενέθλιον, ἥτις ὑμῖν ἐπιτελείσθω εἰκοστῇ πέμπτῃ τοῦ ἐνάτου μηνός. Μεθ’ἥν ἡ ἐπιφάνιος ὑμῖν ἔστω τιμιωτάτη, καθ’ἥν ὁ Κύριος ἀνάδειξιν ὑμῖν τῆς οἰκείας θεότητος ἐποιήσατο· γινέσθω δέ καί αὕτη ἕκτῃ τοῦ δεκάτου μηνός» (ΕΠΕ 1,248),
«Ἤρξατο γάρ τήν κατά τοῦ Κυρίου βουλήν ποιεῖσθαι δευτέρα Σαββάτων μηνί πρώτῳ, ὅς ἔστι Ξανθικός καί τῇ τρίτῃ τοῦ Σαββάτου παρέτεινεν ἡ σκέψις, τῇ δέ τετράδι ὡρίσαντο  σταυρῷ ἀνελεῖν αὐτόν» (ΕΠΕ 1,248), «Καί γάρ καί νῦν δεκάτῃ τοῦ μηνός Γορπιαίου συναθροιζόμενοι τούς Θρήνους Ἰερεμίου ἀναγινώσκουσιν, ἐν οἷς εἴρηται· «Πνεῦμα πρό προσώπου ἡμῶν Χριστός Κύριος συνελήφθη ἐν ταῖς διαφθοραῖς αὐτῶν»(ΕΠΕ 1,264), «Δεύτερον τοῦ ἔτους σύνοδος γινέσθω τῶν ἐπισκόπων, καί ἀνακρινέτωσαν ἀλλήλους τά δόγματα τῆς εὐσεβείας, καί τάς ἐμπιπτούσας ἐκκλησιαστικάς ἀντιλογίας διαλυέτωσαν· ἅπαξ μέν τῇ τετάρτῃ ἑβδομάδι τῆς πεντηκοστῆς, δεύτερον δέ Ὑπερβερεταίου δωδεκάτῃ»(ΛΖ΄ ἁγ. Ἀποστόλων, ΕΠΕ 1,484). Μέ ὅλα τά κείμενα πού σοῦ παρέθεσα γίνεται ἀντιληπτό, μέ βάσι βεβαίως πάντοτε τίς ἀντιλήψεις τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Α΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀτίμασαν καί περιφρόνησαν τούς ἁγ. Ἀποστόλους στό θέμα τοῦ ἡμερολογίου.  Μέ βάσι ὅμως καί ὁδηγό τόν ἁγ. Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, τόν ἁγ. Νικόδημο καί τούς ἰδίους Πατέρες τῆς Α΄Οἰκουμενικῆς πού ἐνήργησαν τοιουτοτρόπως, οὐδεμία σημασία ἔδιδαν στά ἡμερολόγια οἱ ἅγιοι, οὔτε τά ἐδογματοποίησαν, οὔτε ἐθεώρησαν τήν ἀλλαγή των καινοτομία καί πλάνη, ἀλλά τά ἐχρησιμοποίουν ἀδιακρίτως ἑστιάζοντας τήν προσοχή των εἰς τό περιεχόμενο τῶν ἑορτῶν.  Αὐτό βεβαίως ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίθεσι μέ τήν πίστι καί διδασκαλία τῶν σημερινῶν Παλαιοημερολογιτῶν.
          Θά ἀναφερθῶ ἐν συνεχείᾳ εἰς τό πολυσυζητημένο θέμα τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τοῦ ΙΣΤ΄ αἰῶνος. Γράφεις π. Ἰωσήφ στήν σελ. (32) τῆς μελέτης σου τά ἑξῆς: «Ἀποτελεῖ ἐπιπλέον γεγονός, ὅτι ἡ ἀλλαγή-διόρθωσις τοῦ ἡμερολογίου ἔχει καταδικασθῇ ἐπισήμως ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διά σειρᾶς ἐπανειλημμένων συνοδικῶν ἀποφάσεων κατά τά ἔτη 1583, 1587 καί 1593, μέ ἐπιστέγασμα τόν ὄγδοον Κανόνα τῆς Συνόδου τοῦ 1593, ὅτι ὅσοι τολμοῦν νά ἀκολουθήσουν τό καινοτόμημα αὐτό, θεωροῦνται αὐτομάτως ἀλλότριοι καί ἀπόβλητοι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ! «… Τό τοῖς Πατράσι διορισθέν περί τοῦ ἁγίου καί σωτηρίου Πάσχα, ἔχει δέ οὕτως. Ἅπαντας τούς τολμῶντας παραλύειν τούς Ὅρους τῆς ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς καί μεγάλης Συνόδου, τῆς ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθείσης... περί τῆς ἁγίας τοῦ σωτηριώδους Πάσχα, ἔχει ἀκοινωνήτους καί ἀποβλήτους εἶναι τῆς Ἐκκλησίας...". Καί συνεχίζει, ἐπαναλαμβάνων τόν Α΄ τῆς Ἀντιοχείας Κανόνα, ὅτι ὅποιος τολμήσῃ τοῦτο: "ΕΝΤΕΥΘΕΝ ΗΔΗ ΑΛΛΟΤΡΙΟΝ ἔκρινε τῆς Ἐκκλησίας". Νά τονίσωμεν μάλιστα ἐδῶ, ὅτι ὁ Κανών οὗτος δέν ἀναφέρεται μόνον εἰς τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα, ὡς πονηρῶς θά ἔσπευδαν κάποιοι νά σκεφθοῦν, ἀλλά καί εἰς τό Καλενδάριον. Δι' αὐτό καί ὁ Ἱεροσολύμων Δοσίθεος θέτει ὡς τίτλον τοῦ Κεφαλαίου εἰς τό προαναφερθέν σημεῖον τοῦ "Τόμου Ἀγάπης" ( ἀποστομώνοντας οὕτω πάντας): «Πρᾶξις Συνοδική ἐν ᾗ καί ἀποβολή τοῦ νέου Καλενδαρίου, ἤτοι τῆς περί τό Πάσχα λατίνων καινοτομίας»!!!»
          Ἐδῶ πάτερ κατ’ἀρχάς ταυτίζεις, ὅπως κάνεις σέ ὅλη τήν μελέτη σου, το ἡμερολόγιο με το ἑορτολόγιο καί το Πασχάλιο.  Κατανοῶ βεβαίως αὐτή τήν μέθοδο πού χρησιμοποιεῖς, διότι ἄν δεν ταυτιστοῦν αὐτά ἀπό τους Παλαιοημερολογίτες δέν εἶναι δυνατόν νά νομιμοποιηθῆ ἡ ἀποτείχισις διά τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου, διότι πρέπει ἡ ἀλλαγή αὐτή νά θεωρηθῆ ὡς θέμα πίστεως.  Ἐδῶ πάλι, σύμφωνα με τήν προσφιλῆ σου μέθοδο τοῦ ψαλιδίσματος τῶν κειμένων, ἀπαλείφεις τεχνηέντως στό κείμενο τοῦ Δοσιθέου Ἱεροσολύμων πού παραθέτεις, τρεῖς λέξεις οἱ ὁποῖες προσδιορίζουν καί ἑστιάζουν τό θέμα εἰς τό Πασχάλιο (δηλαδή τό ἑορτολόγιο) καί μόνο εἰς αὐτό. Μέ τά ὑπόλοιπα δε ἀποσιοποιητικά πού θέτεις προφανώς θέλεις πάλι νά ὁδηγήσης τό θέμα στήν ταύτισι ἡμερολογίου καί ἑορτολογίου. Τό πλῆρες λοιπόν κείμενο τοῦ Δοσιθέου ἔχει ὡς ἑξῆς:«Κανών ὄγδοος. Ἀσάλευτον διαμένειν βουλόμεθα τό τοῖς Πατράσι διορισθέν περί τοῦ ἁγίου καί σωτηρίου πάσχα, ἔχει δέ οὕτως. Ἅπαντας τούς τολμῶντας παραλύειν τούς ὅρους τῆς ἁγίας καί οἰκουμενικῆς μεγάλης Συνόδου, τῆς ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθείσης, ἐπί παρουσίᾳ τῆς εὐσεβείας τοῦ θεοφιλεστάτου βασιλέως Κωνσταντίνου περί τῆς ἁγίας ἑορτῆς τοῦ σωτηριώδους Πάσχα, ἀκοινωνήτους καί ἀποβλήτους εἶναι τῆς ἐκκλησίας εἰ ἐπιμένοιεν φιλονεικώτερον ἐνισταμένοι πρός τά καλῶς δεδιδαγμένα, καί ταῦτα εἰρήσθω περί τῶν λαϊκῶν. Εἰδέ τις τῶν προεστώτων τῆς ἐκκλησίας ἐπίσκοπος ἤ πρεσβύτερος ἤ διάκονος. Μετά τόν ὅρον τοῦτον τολμήσειεν ἐπί διαστροφῇ τῶν λαῶν καί ταραχῇ τῶν ἐκκλησιῶν ἰδιάζειν, καί μετά τῶν Ἰουδαίων ἐπιτελεῖν τό Πάσχα, τοῦτον ἡ ἁγία Σύνοδος. ἐντεῦθεν ἤδη ἀλλότριον ἔκρινε τῆς ἐκκλησίας. Δεῖ γάρ στοιχεῖν τῷ τῶν Πατέρων κανόνι μέχρι καί σήμερον Θεοῦ χάριτι, ὅ καθό δή καί τά λοιπά ἡ Θεοῦ ἐκκλησία διαφυλάττει».  Μήπως, πάτερ, διακρίνεις εἰς τον κανόνα αὐτόν κάτι τό ὁποῖο νά ἀναφέρεται ὄχι στό ἑορτολόγιο, ἀλλά στό ἡμερολόγιο; Ἤ μήπως πρέπει ὅλα νά τά βλέπωμε μέ τό μάτι τῶν Παλαιοημερολογιτῶν καί ὅπου διαβάζουμε Πασχάλιο καί ἑορτολόγιο ἐμεῖς νά μεταφράζωμε σέ ἡμερολόγιο; Πρέπει ἐδῶ νά σημειωθῆ ὅτι τό τελευταῖο τμῆμα τοῦ κανόνος αὐτοῦ τῆς Συνόδου τοῦ 1593, δηλαδή τό «δεῖ γάρ στοιχεῖν τῷ τῶν Πατέρων κανόνι μέχρι καί σήμερον Θεοῦ χάριτι, ὅ καθό δή καί τά λοιπά ἡ Θεοῦ ἐκκλησία διαφυλάττει» δέν εἶναι λόγια τοῦ Α΄ Κανόνος τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, ἀλλά τῆς Συνόδου τοῦ 593 καί ἀποδεικνύει σαφέστατα ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου αὐτῆς προσδιόρισαν τό θέμα μόνο εἰς τό Πασχάλιο (ἑορτολόγιο).  Φυσικά ἀπέρριψαν τό Γρηγοριανό ἡμερολόγιο, διότι κατ’ αὐτό ὁ Πάπας δέν ἐδιώρθωσε μόνο τήν ἀστρονομική ἐκτροπή τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου, ἀλλά ἄλλαξε καί τό ἑορτολόγιο, ἐφ’ ὅσον ἐνομοθέτησε νά ἑορτάζεται τό Πάσχα ὄχι σύμφωνα μέ τόν ὅρο τῶν Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά μαζί μέ τούς Ἑβραίους ἤ καί πρό τῶν Ἑβραίων.
          Εἰς τό τέλος τῆς ἀναφορᾶς σου αὐτῆς πού παραθέσαμε καί προκειμένου νά μᾶς πείσης ὅτι πρέπει νά ταυτίζωμε ἡμερολόγιο καί ἑορτολόγιο, ἀναφέρεις καί τό ἑξῆς ἄξιον σχολιασμοῦ ἐπιχείρημα: «Νά τονίσωμεν μάλιστα ἐδῶ, ὅτι ὁ Κανών οὗτος δέν ἀναφέρεται μόνον εἰς τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα, ὡς πονηρῶς θά ἔσπευδαν κάποιοι νά σκεφθοῦν, ἀλλά καί εἰς τό Καλενδάριον. Δι' αὐτό καί ὁ Ἱεροσολύμων Δοσίθεος θέτει ὡς τίτλον τοῦ Κεφαλαίου εἰς τό προαναφερθέν σημεῖον τοῦ "Τόμου Ἀγάπης" ( ἀποστομώνοντας οὕτω πάντας): «Πρᾶξις Συνοδική ἐν ᾗ καί ἀποβολή τοῦ νέου Καλενδαρίου, ἤτοι τῆς περί τό Πάσχα λατίνων καινοτομίας»!!!». Δηλαδή πάτερ Ἰωσήφ ἐσύ πού παρέθεσες ψαλιδισμένο τόν Κανόνα, πού ἀναφέρεις ἀνωτέρω ὅτι «Ἀποτελεῖ ἐπιπλέον γεγονός, ὅτι ἡ ἀλλαγή-διόρθωσις τοῦ ἡμερολογίου ἔχει καταδικασθῇ ἐπισήμως ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», χωρίς νά ὑφίσταται φυσικά τέτοιο θέμα, πού ταυτίζεις ἡμερολόγιο καί ἑορτολόγιο ἐσκεμμένα διά νά δικαιολογηθῆ ἡ ἀποτείχισις δέν σκέπτεσαι πονηρῶς, ἀλλά προφανῶς, κατά τά λεγόμενά σου, σκέπτονται πονηρῶς ὅσοι δέν ἀποδέχονται τίς ἀπόψεις σου.  Αὐτό ἐπιπλέον τό ἀποδεικτικό στοιχεῖο πού μεγαλορρημονώντας παραθέτεις καί πού ἀποστομώνει, κατά τά λεγόμενά σου, πάντας εἶναι, κατά τήν γνώμη μου, συγχρόνως καί ἀποδεικτικό στοιχεῖο τῆς ἀλλοιώσεως ἐκ μέρους τῶν Παλαιοημερολογιτῶν ὄχι μόνο τοῦ Πνεύματος ἀλλά καί τοῦ γράμματος, ὅλων τῶν ἀναφορῶν πού κάνουν εἰς τάς Συνόδους καί τούς Πατέρας, προκειμένου νά ἀποδείξουν ὡς ὀρθή τήν ἀποτείχισί των. Καί αἰτιολογῶ αὐτά πού ἀναφέρω.  Ὁ τίτλος τοῦ κεφαλαίου τοῦ Δοσιθέου εἶναι ὁ ἑξῆς:«Πρᾶξις Συνοδική ἐν ἧ καί ἀποβολή τοῦ νέου καλενταρίου, ἤτοι τῆς περί τό πάσχα λατίνων καινοτομίας». Ἡ λέξις «ἤτοι» σύμφωνα μέ τό «Μέγα λεξικόν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης», ὅταν ἐν συνεχείᾳ ἔχει ἐπεξηγηματική ἔννοια σημαίνει τό «ἤγουν», δηλαδή ὁ Δοσίθεος ἐπεξηγεῖ τόν λόγο γιά τόν ὁποῖο ἀποβάλλεται τό νέο Καλενδάριον (ἡμερολόγιο) καί εἶναι ἡ καινοτομία τῶν Λατίνων στό ἑορτολόγιο καί συγκεκριμένα στήν ἑορτή τοῦ Πάσχα.
          Ὁ Δοσίθεος λοιπόν σαφῶς ξεχωρίζει ἡμερολόγιο καί ἑορτολόγιο, ὁ δέ κανών τῆς Συνόδου τοῦ 1593 ἀναφέρεται ἀποκλειστικῶς καί μόνο στό Πασχάλιο τό ὁποῖο ἄλλαξαν μαζί μέ τό ἡμερολόγιο οἱ Λατῖνοι καί δι’αὐτό παραθέτει τόν Α΄ Κανόνα τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, οἱ Παλαιοημερολογίτες ὅμως, προκειμένου, ὅπως ἀναφέραμε, νά δικαιολογήσουν τήν ἀποτείχισί των, ταυτίζουν τό ἡμερολόγιο μέ τό ἑορτολόγιο εἰς τρόπον ὥστε ὅπου ἀναφέρεται ἑορτολόγιο ἤ Πασχάλιο, αὐτοί νά τό ἑρμηνεύουν ὡς ἡμερολόγιο.
          Ἄς ἔλθουμε λοιπόν νά δοῦμε τί ἄλλαξαν οἱ Λατῖνοι μετά τό 1582 καί τί οἱ Ὀρθόδοξοι μετά τό 1924, γιά νά διαπιστώσωμε ποιοί καί κατά πόσο εἶναι ἔνοχοι ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι παρέβησαν τούς πατρώους θεσμούς.  Οἱ μέν Λατῖνοι ἄλλαξαν τό ἡμερολόγιο διά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ ἀντί τοῦ Ἰουλιανοῦ, καί ἀπό τό ἑορτολόγιο τό Πασχάλιο, δηλαδή τίς λεγόμενες κινητές ἑορτές. Οἱ Ὀρθόδοξοι δέ ( καί ὄχι βέβαια ὅλες οἱ τοπικές Ἐκκλησίες) ἄλλαξαν μόνον τό ἡμερολόγιο, χωρίς νά θίξουν τό ἑορτολόγιο καί εἰδικά τό Πασχάλιο.  Ὁ ὅρος ὅμως τῆς Α΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ Α΄Κανόνας τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, ὁ Ζ΄Ἀποστολικός Κανόνας καί βεβαίως ὁ Η΄τῆς Συνόδου τοῦ 1593 ὁμιλοῦν μόνο διά τό Πασχάλιο καί δέν ἀναφέρουν τό ἐλάχιστο γιά τό ἡμερολόγιο.  Ὡς ἐκ τούτου γίνεται φανερό ὅτι ἐμπίπτουν εἰς τίς ποινές τῶν Κανόνων οἱ Λατῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκαινοτόμησαν τό Πασχάλιο καί ὄχι οἱ Ὀρθόδοξοι οἱ ὁποῖοι ἄλλαξαν τό ἡμερολόγιο.  Ἀπό αὐτό γίνεται φανερό ὅτι δέν εἶναι νόμιμος αἰτία ἀποτειχίσεως ἡ ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου. Θά ἠδύναντο μάλιστα οἱ ἀρχηγοί τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου Μελέτιος Μεταξάκης ἤ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος νά εἶναι καί ὁμολογητές, ἄν εἶχαν βεβαίως τέτοιο φρόνημα καί μαζί μέ τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου ἄλλαζαν καί τό ἑορτολόγιο, ὄχι στίς κινητές ἀλλά στίς ἀκίνητες ἑορτές. Ἐννοῶ δέ τό ἑξῆς: Τίς δέκα τρεῖς (13) ἡμέρες τοῦ σφάλματος τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου τίς προσέθετον καί στό ἑορτολόγιο τῶν ἀκινήτων μόνο ἑορτῶν.  Δηλαδή γιά νά γίνω κατανοητός θά ἑορτάζαμε π.χ. τά Χριστούγεννα στίς 7 Ἰανουαρίου (25-12+13) τά Θεοφάνεια στίς 19 Ἰανουαρίου (6+13) τήν Ὑπαπαντή στίς 15 Φεβρουαρίου (2+13) τήν Κοίμησι τῆς Θεοτόκου στίς 28 Αὐγούστου κ.ο.κ. Μέ αὐτόν τόν τρόπο θά ἐπετύγχανον καί τήν πλήρη ἑορτολογική ἀπομάκρυνση ἀπό τούς Λατίνους, δεδομένης τῆς ὑφισταμένης ἀπό δέκα αἰῶνες  ἐκκλησιαστικῆς. Αὐτό δέν θά προσέκρουε σέ κάποιο ἱερό Κανόνα, διότι ὅπως προανεφέρθη οἱ ἱεροί Κανόνες ὁμιλοῦν γιά τίς κινητές ἑορτές, τίς ὁποῖες ἄλλαξαν οἱ Λατῖνοι καί ἔτσι ἑορτολογικά ἀπομακρυνθήκαμε ἀπό αὐτούς ὡς πρός τίς κινητές ἑορτές ἐπί πλέον ὁ σκοπός τῆς ἀλλαγῆς τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν θά ἦταν ἅγιος καί ὁμολογιακός, ἐφ’ὅσον θά ἀποσκοποῦσε στήν ἑορτολογική ἀπομάκρυνση ἀπό τούς αἱρετικούς καί μάλιστα τούς πλέον ἐπικινδύνους ὅλων τῶν αἰώνων, καί βεβαίως ὅλες οἱ ἑορτές κινητές καί ἀκίνητες θά συνέπιπταν μέ τό Ἰουλιανό ἡμερολόγιο καί θά ὑπῆρχε στήν Ὀρθοδοξία ἑορτολογική ταύτισι καί μέ τίς τοπικές Ἐκκλησίες οἱ ὁποῖες ἐκράτησαν τό Ἰουλιανό ἡμερολόγιο.  Δηλαδή μέ λίγα λόγια ἄν τίς δέκα τρεῖς (13) ἡμέρες τίς προσθέταμε καί στίς ἀκίνητες ἑορτές τοῦ ἑορτολογίου θά εἴχαμε συγχρόνως πλήρη ἑορτολογική ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς καί συγχρόνως πλήρη ἑορτολογική ἑνότητα μεταξύ τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, παλαιοῦ καί νέου ἡμερολογίου καί ἐπί πλέον  ταύτησι καί μέ τήν πολιτεία ἡ ὁποία ἀκολουθοῦσε τό νέο ἡμερολόγιο, ἐπίεζε  δέ καί τήν Ἐκκλησία νά τό ἀκολουθήση, σύμφωνα δέ μέ τόν Μέγα Φώτιο ἡ συνήθεια εἶναι τά ἐκκλησιαστικά νά συμμεταβάλλωνται μέ τά πολιτικά (ἐκτός βεβαίως τῶν θεμάτων τῆς πίστεως).
          Αὐτό νομίζω πάτερ Ἰωσήφ ἐννοεῖς καί ἐσύ ἄν σέ ἑρμηνεύω σωστά, ὅταν στήν σελ. (31) τῆς μελέτης σου, προκειμένου νά δικαιολογήσης τό διαφορετικό ἡμερολόγιο τό ὁποῖο χρησιμοποιοῦσαν οἱ Αἰγύπτιοι μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἀναφέρεις τά ἑξῆς:«Σημασίαν πάντως ἔχει ὄχι ἡ χρῆσις διαφορετικῶν ἡμερολογίων, ἀλλά ἡ συμφωνία τῶν ἑορτῶν, ὡς καί τό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας ὁρίζει».
           Ἐπειδή ὅμως ὁ σκοπός τῶν δύο πρωτεργατῶν τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου ὄχι μόνον δέν ἦταν ὁμολογιακός, ἀλλά ἀπεναντίας ἐνδοτικός καί προδοτικός,  δι’ αὐτό  αὐτοί ἐπεδίωξαν ἐκ τοῦ ἀντιθέτου τήν ἑορτολογική  διάσπασι τῶν Ὀρθοδόξων καί ὡς ἐκ τούτου προέκυψαν τά προβλήματα πού ἐπεσώρευσε αὐτή ἡ ἀλλαγή.  Ὅλα αὐτά τά περί ἀλλαγῆς δηλαδή τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν τά ἀνέφερα καί ἐγώ ὑποθετικά, θά ἠδύναντο ὅμως νά ἀπασχολήσουν μία Πανορθόδοξο  καί ὄντως Ὀρθόδοξο Σύνοδο. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ δογματοποίησις τοῦ ἡμερολογίου καί ἡ ἐξάρτησις τῆς σωτηρίας μας ἀπό αὐτό εἶναι πλάνες τῶν Παλαιοημερολογιτῶν καί ἐκτροπές ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Παράδοσι καί νομίζω ὅτι δέν ἔχουν κανένα ἁγιογραφικό κανονικό καί πατερικό ἔρεισμα.
          Ἄς ἔλθωμε ὅμως νά ἐξετάσωμε κατά τό δυνατόν τίς πανορθόδοξες αὐτές Συνόδους τοῦ ΙΣΤ΄ αἰῶνος καί ἀπό μία ἄλλη σκοπιά.  Τό ἄν ἔχουν δηλαδή οἱ Κανόνες αὐτοί πού ἐξέδωσαν χρονικό ἤ διαχρονικό χαρακτῆρα. Οἱ Παλαιοημερολογίτες πέραν τοῦ ὅτι ἐθεώρησαν ἐσφαλμένως ὅτι καταδικάζουν τό ἡμερολόγιο καί ὄχι τό ἑορτολόγιο τό ὁποῖο ἄλλαξαν οἱ Λατῖνοι, θεωροῦν ὅτι οἱ ἀποφάσεις των καί οἱ Κανόνες πού ἐξέδωσαν ἰσχύουν διαχρονικά γιά ὅλες τίς ἐποχές καί ὡς ἐκ τούτου αὐτοί οἱ ὁποῖοι τό 1924, ἄλλαξαν τό ἡμερολόγιο εἶναι αὐτομάτως καταδικασμένοι καί ἔκπτωτοι ἀπό τόν βαθμό των καί ἀπό τήν Ἐκκλησία.  Αὐτό ὅμως θά ἴσχυε μόνο ἄν ἐκήρυττον γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ Ἐκκλησίας  κάποια αἵρεσι κατεγνωσμένη ὑπό τῶν Συνόδων ἤ τῶν Πατέρων.  Δηλαδή λόγῳ αἱρέσεως ὁ Ἐπίσκοπος καθίσταται ψευδεπίσκοπος καί ψευδοδιδάσκαλος, ἐκπίπτει τοῦ ἀξιώματός του καί πρέπει οἱ κληρικοί καί οἱ λαϊκοί νά ἀποτειχισθοῦν ἀπό αὐτόν.  Δι’ὅλους  τούς ἄλλους λόγους πρέπει ἡ Σύνοδος νά ἀποφασίσῃ τήν τιμωρία του καί οἱ λαϊκοί νά συμμορφωθοῦν μέ αὐτήν τήν ἀπόφασι.
          Στήν προκειμένη λοιπόν περίπτωσι οἱ Παλαιοημερολογίτες ἰσχυρίζονται ὅτι διά τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου ἰσχύουν οἱ ποινές τοῦ κανόνος τῆς Συνόδου τοῦ 1593, τήν στιγμή πού ὁ κανόνας ὁμιλεῖ γιά τό Πασχάλιο καί μάλιστα ἐπαναλαμβάνει τόν πρῶτο κανόνα τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στόν ὅρο τῆς Α΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου διά τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα.  Σαφῶς λοιπόν ἀναφέρεται στούς Λατίνους οἱ ὁποῖοι ἐκαινοτόμησαν στό θέμα τοῦ Πασχαλίου.  Ἀλλά ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ὁ κανόνας τῆς Συνόδου ἀναφέρεται καί στό ἡμερολόγιο, θά ἔπρεπε, πέραν τοῦ ὅτι ἦταν ἀπαραίτητο αὐτό νά ἀναφέρεται σαφῶς, νά στηρίζεται ἡ ἀπόφασις σέ  ἄλλες παλαιότερες ἀποφάσεις Συνόδων Οἰκουμενικῶν ἤ ἐγκεκριμένων Τοπικῶν, οἱ ὁποῖες νά ὁμιλοῦσαν διά θέματα ἡμερολογίου καί δή τοῦ Ἰουλιανοῦ. Ὅπως δηλαδή γιά νά ἀπορρίψη ἡ ἐν λόγῳ Σύνοδος τήν καινοτομία τῶν Λατίνων εἰς τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα, ἐστηρίχθη  εἰς τόν Α΄ Κανόνα τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, ἔτσι γιά νά  ἀπορρίψη τό ἡμερολόγιο θά ἔπρεπε νά στηριχθῆ σέ κάποιο ἀνάλογο Κανόνα.  Διότι μόνο ἔτσι ἡ Σύνοδος ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι συνέχεια τῶν ἐγκεκριμένων Συνόδων καί ὡς ἐκ τούτου κινεῖται στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως.
          Τέτοια περίπτωσις ὅμως σέ ὅλο τό Πηδάλιο δέν ὑπάρχει. Ἄρα λοιπόν, ἄν ὑποθέσωμε, σύμφωνα μέ τούς Παλαιοημερολογίτες, ὅτι ἡ Σύνοδος  διά τοῦ Η΄ Κανόνος της κατεδίκασε τό ἡμερολόγιο, σημαίνει ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή ἐκαινοτόμησε καί συνεπῶς  δέν εἶναι Ὀρθόδοξος.  Ἐκτός βεβαίως ἄν τό ἔπραξε αὐτό διά λόγους ποιμαντικούς, δηλαδή γιά νά ἀπομακρυνθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπό τούς Λατίνους. Εἰς αὐτήν ὅμως τήν περίπτωσι ἡ καταδίκη τοῦ ἡμερολογίου ἔχει ἄλλη ἔννοια καί ὁπωσδήποτε ὁ Κανόνας αὐτός εἶναι χρονικός καί ὄχι διαχρονικός. Εἰς ὅλα αὐτά τά ἄτοπα ὁδηγούμεθα πάτερ Ἰωσήφ, ἄν ἀκολουθήσωμε τήν διδασκαλία τῶν Παλαιοημερολογιτῶν.
          Ἔχουμε ὅμως καί ἄλλα νά ἀναφέρωμε γιά τίς Συνόδους αὐτές τοῦ ΙΣΤ΄αἰῶνος.  Κατ’ἀρχάς ἀπό τά κείμενα τοῦ Μελετίου Πηγᾶ πού ἀνέφερες σοῦ διέφυγε νά ἀναφέρης (γιά νά βάλω κατά τό δή λεγόμενο καλό λογισμό) καί ἕνα χαρακτηριστικό κείμενο στό ὁποῖο ὁ Μελέτιος ἀναφέρεται σέ ἐπιστολή του ἀποκλειστικά καί μόνο στό ὅτι ἡ ἀλλαγή τοῦ Πασχαλίου ἀπό τούς Λατίνους ἦταν ἡ αἰτία τῆς ἀπορρίψεως τοῦ ἡμερολογίου καί τῆς συγκροτήσεως τῶν Συνόδων τοῦ ΙΣΤ΄αἰῶνος.  Τό κείμενο αὐτό τοῦ Μελετίου εἶναι τό ἑξῆς: «Οἱ οὖν ἀνατολικοί Πατέρες Σύνοδον ἐν Κωνσταντινουπόλει συγκροτήσαντες [ἐν ἔτει 1583], ὅτε πρῶτον ἐξεφωνήθη ἡ τοῦ Πάσχα παρά τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ἐξερευνηθεῖσα λεγομένη διόρθωσις, τόν ἐνόντα γε τρόπον, τήν τῶν Πατέρων Παράδοσιν διωρίσατο κρατεῖν. Ἐπεδήμει δέ ἐν Κωνσταντινουπόλει ὁ ἀοίδιμος πρῲην Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρος ἡμᾶς τοῦ Θρόνου καταλιπών κυβερνήτας.  Ἐκεῖθεν δέ εἰς ἡμᾶς ἀναζεύξας ἠξίωσε καί παρ’ἡμῶν περί τούτου τι γραφῆναι.  Ὑπήρχομεν δέ ἡμεῖς καί πρίν εἰς Ρώμην ἐπιστείλαντες, δεικνῦντες μέν ὑγιῶς ἔχειν τελούμενον τό Πάσχα κατά τό τῶν Πατέρων Κανόνιον, παρακαλοῦντες δέ μή αὔξειν τάς τῶν Ἐκκλησιῶν διαφωνίας. Ἐπειδή δέ ἀντεπέστειλαν μέν ἐκεῖθεν, ὡς οὐκ ἀσυνέτως διεσκέψαντο Ρωμαῖοι περί τοῦ Πάσχα, καί οἷον ἀπόδειξιν ἀναντίρρητον, τό, οὐκ ἀσυνέτως ἐσκέψαντο Ρωμαῖοι περί τοῦ Πάσχα προτείνοντες ὀρθῶς∙ ὁ δέ Γέρων, ἔγραφον, ἐζήτει παρ’ἡμῶν τῆς ὑποθέσεως ἔνδειξιν, ὑπακούσαμεν εἰκότως καί Τόμον ἐγράψαμεν Ἀλεξανδρινόν ἐπωνυμίαν εἰς ἀντιδιαστολήν τοῦ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως περί τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως συντεθέντος τόμου Συνοδικοῦ» (Μελετίου Πηγᾶ, Ἐπιστολαί, ΚΓ΄ περιοδ. «Ἐκκλησιαστικός Φάρος», τόμ. ΝΓ΄1971, ΙV, σελ.611).   Ἐδῶ ὁ Μελέτιος ὅπως βλέπεις ἑστιάζει τό θέμα στό Πασχάλιο καί μόνο σ’αὐτό, χωρίς τήν παραμικρή ἀναφορά στό ἡμερολόγιο. Ἄν τό πρόβλημα ἦταν ἡ ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου θά ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νά τό ἀναφέρη, διότι ἐδῶ περιγράφει καί ἐξιστορεῖ τίς αἰτίες καί τά γεγονότα πού τόν ὁδήγησαν στήν σύνταξι τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ τόμου.
          Ἕνα ἄλλο ἀξιόλογο στοιχεῖο τό ὁποῖο πρέπει νά ἀναφερθῆ εἶναι τό ὅτι καί ἀπό τίς τρεῖς αὐτές Συνόδους τοῦ ΙΣΤ΄ αἰῶνος δέν σώζονται καί δέν ὑπάρχουν πρακτικά καί συνοδικές ἀποφάσεις, τά ὁποῖα ὀνομάζονται τόμοι. Ἐφ’ὅσον ἦταν τόσο σημαντικές οἱ ἀποφάσεις αὐτές καί μάλιστα ἀποσκοποῦσαν στήν διαφύλαξι καί προστασία τῶν Ὀρθοδόξων ἀπό τήν παπική προπαγάνδα, θά ἔπρεπε ὅσο τό δυνατόν νά ἀποσταλοῦν καί νά ἀνακοινωθοῦν εἰς τούς Ὀρθοδόξους διά μέσου τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καί δή τῶν Ἐπισκόπων. Διότι τί εἴδους προστασία παρέχεται εἰς τόν λαό, ποία ἐνημέρωσις  περί τοῦ κινδύνου καί κυρίως τί εἴδους ὁμολογία εἶναι αὐτή τῶν ἐν λόγῳ Συνόδων, ὅταν οἱ ἀποφάσεις των ἀποκρύπτονται καί ἐξαφανίζονται, τήν στιγμή πού ἔχουμε πρακτικά καί ἀποφάσεις ἀπό πολύ παλαιότερες Συνόδους καί μάλιστα αὐτά διεσώθησαν μέσα ἀπό θυελώδεις κοσμοϊστορικές καταστάσεις, ὅπως οἱ σταυροφορίες, οἱ τουρκικές καταλήψεις κλπ.  Τό ὅτι δέν ὑπάρχουν πρακτικά καί ἀποφάσεις τῶν Συνόδων αὐτῶν τό μαθαίνομε σήμερα ἀπό Παλαιοημερολογίτικα περιοδικά (βλ. περιοδικό «Ὀρθόδοξος Ἔνστασις καί Μαρτυρία, Ἱερᾶς Συνόδου τῶν Ἐνισταμένων, Δεκέμβριος 2011, σελ.29).  Αὐτά δέ πού μᾶς διασώζει ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων στόν τόμο Ἀγάπης καί εἰδικά ὁ ὄγδοος Κανόνας τῆς Συνόδου τοῦ 1593 ὁμιλοῦν ἀποκλειστικά καί μόνο διά τό Πασχάλιο, τό ὁποῖον ἄλλαξαν οἱ Λατῖνοι. Tό ἴδιο νομίζω ὑπονοεῖ καί ὁ Μελέτιος Πηγᾶς  στήν εἰσαγωγική ὁμιλία του στήν Σύνοδο τοῦ 1593, σύμφωνα πάντα μέ τόν Δοσίθεο Ἱεροσολύμων, ὅταν ἀναφέρει «Μελέτιος ὁ μακαριώτατος Ἀλεξανδρείας εἶπεν….Πρῶτον τοιγαροῦν, ἐπειδή Θεοῦ χάριτι ἡ ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κατηρτισμένη ὑπάρχουσα, καί κατά τῆς εὐσεβείας δόγματα, τελείαν εἴληφε κατάστασιν ἐν τοῖς ὁρισθεῖσι καί τρανωθεῖσιν ὑπ’αὐτοῦ τοῦ σωτῆρος.  Διά τῶν Ἀποστόλων καί Πατέρων ἁγίων. Διεπρεψάντων ἐνταῦθα, ἔν τε τῇ ἁγίᾳ συνόδῳ τῶν Τριακοσίων δέκα καί ὀκτώ θεοφόρων Πατέρων τῶν ἐν νικαίᾳ καί ταῖς καθεξῆς οἰκουμενικαῖς ἕξ συνόδοις μέχρι τήν ζ΄ τῆς τό δεύτερον ἐν νικαίᾳ συναθροισθείσης. ὡσαύτως καί ταῖς μεταξύ τῶν ἑπτά οἰκουμενικῶν κατά διαφόρους καιρούς συναχθείσαις τοπικαῖς τῶν ὀρθοδόξων συνόδοις. ἐπειδή τοίνυν τό τέλειον εἴληφεν ἡ τῶν Ὀρθοδόξων ἐκκλησία, οὐ μόνον καί τά τῆς συγχύσεώς τε καί διαστάσεως» (Τόμος Ἀγάπης σελ. 542).  Δηλαδή ἐδῶ ὁ Μελέτιος Πηγᾶς ὁμολογεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία διά τῶν Οἰκουμενικῶν καί ἐγκεκριμένων τοπικῶν Συνόδων ἔλαβε τό τέλειον, ὄχι μόνον κατά τά δόγματα ἀλλά «καί κατά τήν ἱεράν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων κατάστασιν». Φυσικά στίς Συνόδους πού ἀναφέρεται ὁ Μελέτιος οὐδέν ἔχει εἰπωθῆ περί ἡμερολογίου, ἀλλά μόνο περί Πασχαλίου.  Συνεπῶς ἐάν τό ἡμερολόγιο θεωρηθῆ ὡς ἀναγκαῖον γιά τήν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων κατάστασιν, αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ Σύνοδοι πού μνημονεύει ὁ Μελέτιος δέν παρεῖχον τό τέλειον εἰς τήν Ἐκκλησία, ἀλλά ἀπεναντίας ἦσαν ἐλλιπέστατες καί μάλιστα σέ θέματα πίστεως.
          Τό ἴδιο ἀκριβῶς πρέπει νά ἀναφερθῆ καί γιά τό Πηδάλιο τό ὁποῖον συνέταξε ὁ ἅγ. Νικόδημος, διακόσια περίπου χρόνια μετά τίς τρεῖς Συνόδους τοῦ ΙΣΤ΄ αἰῶνος. Εἰς τά  προλεγόμενα ὁ ἅγιος ὁμολογεῖ τά ἑξῆς διά τό βιβλίο αὐτό:« Αὕτη ἡ βίβλος εἶναι ἡ μετά τάς Ἁγίας Γραφάς… τῶν Νεαρῶν ὑπερέχοντες» (Εἰσαγωγή Πηδαλίου σελ. 162). Ἐδῶ βλέπομε ὅτι ὁ ἅγιος μολονότι προηγουμένως ἀνέφερε ὅτι εἰς τό τέλος τοῦ βιβλίου προσέθεσε τήν περί συνοικεσίων διδασκαλία ὡς ἀναγκαίαν, δέν ἀναφέρει τίποτε γιά τήν περί ἡμερολογίων διδασκαλία καί εἰδικά γιά τίς Συνόδους τοῦ ΙΣΤ΄αἰῶνος, ἄν καί ἦτο ἄριστος γνώστης ὅλων τῶν κανονικῶν διατάξεων τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπιπλέον ἐγνώριζε τά συγγράμματα τοῦ Δοσιθέου Ἱεροσολύμων, τά ὁποῖα συχνά στίς ὑποσημειώσεις ἐπικαλεῖται.  Ἄρα λοιπόν καί τό Πηδάλιον εἶναι ἐλλιπές, ἐφ’ὅσον δέν ἀναφέρει σημαντικές ἀποφάσεις πανορθοδόξων Συνόδων, ἤ τίς ἀποφάσεις αὐτές ὁ ἅγιος τίς ἐθεώρησε κατώτερες ἀπό τήν περί Συνοικεσίων διδασκαλία.  Τό σημαντικό πάντως πού ἀναφέρει ὁ ἅγιος στήν ὑποσημείωσι τοῦ Ζ΄ Ἀποστολικοῦ κανόνος, τό ὁποῖο τεχνηέντως πάτερ Ἰωσήφ παρέλειψες, εἶναι αὐτό πού καταρρίπτει τίς περί εὐλογημένων καί καταραμένων ἡμερολογίων διδασκαλίες τῶν Παλαιοημερολογιτῶν καί λέγει τά ἑξῆς:«…Λέγει γάρ ἐν τῷ αὐτῷ λόγῳ (ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος) ὅτι τό νά νηστεύση τινάς  καί τό νά κάμῃ Πάσχα εἰς τοῦτον τόν καιρόν, ἤ εἰς ἐκεῖνον, μετά τήν εἰκοστήν πρώτην τοῦ Μαρτίου, θετέον, ὡς κάμνομεν ἡμεῖς οἱ Γραικοί, ἤ μετά τήν ἐνδεκάτην Μαρτίου, ὡς κάμνουσιν οἱ Λατῖνοι, τοῦτο δέν εἶναι ἔγκλημα. Τό δέ νά σχίσῃ τινάς τήν Ἐκκλησίαν καί νά ἀντιστέκηται φιλονείκως, καί νά κάμνῃ διχοστασίας καί διαιρέσεις, καί νά χωρίζῃ τόν ἑαυτόν του πάντοτε ἀπό τήν κοινήν σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας, τοῦτο εἶναι ἁμάρτημα ἀσυγχώρητον, καί κατηγορίας ἄξιον, καί πολλήν ἔχει τήν κόλασιν καί τιμωρίαν».  Ἔτσι νομίζω στό ὑπό τήν κρίσι σου ἐκδοθέν βιβλίο μου ἑρμήνευσα καί ἐγώ τόν λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, χωρίς βεβαίως ὡς ὤφειλε νά ἐπικαλεσθῶ καί τήν μαρτυρία τοῦ ἁγ. Νικοδήμου, ἐνῶ ἐσεῖς τόν ἅγ. Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο τόν ἑρμηνεύετε, ὅπως φαίνεται σύμφωνα μέ τίς νέες περί ἡμερολογίων ἀντιλήψεις, οἱ ὁποῖες τοιουτοτρόπως καθίστανται καινοτομίες.
          Πρέπει ἐπίσης νά ἀναφερθῆ ὅτι τό λεγόμενο συγγίλιο τοῦ μοναχοῦ Ἰακώβου Νεοσκητιώτου, τό ὁποῖο φέρεται ὡς ἀπόφασις τῆς Συνόδου τοῦ 1583 καί τό ὁποῖο ἀναθεματίζει τό νέο μηνολόγιο καί τό νεοφεύρετο Πασχάλιο, ἤδη θεωρεῖται ὡς μία πλαστογράφησις (ἐκ μέρους) τοῦ ἐν λόγῳ μοναχοῦ καί ἀπό τούς ἴδιους τούς Παλαιοημερολογίτες (ἴδε μελέτη εἰς τό τεῦχος τοῦ Δεκεμβρίου 2011 τοῦ περιοδικοῦ «Ὀρθόδοξος Ἔνστασις καί Μαρτυρία» ἔκδοσις Ἱερᾶς Συνόδου Ἐνισταμένων).
          Στό ἴδιο ἐπίσης περιοδικό ὑπάρχει πολύ ἐνδιαφέρουσα τοποθέτησις ἀπό τούς ἰδίους τοῦ Παλαιημερολογίτες, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλούμενοι καί τήν μαρτυρία τοῦ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου Καβουρίδη, ἤδη ἀποδέχονται ὅτι οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων τοῦ ΙΣΤ΄αἰῶνος ἀφοροῦν εἰς τό Πασχάλιον, τό ὁποῖο ἄλλαξαν οἱ Λατῖνοι καί ὄχι  εἰς τό ἡμερολόγιο τό ὁποῖο ἄλλαξαν οἱ Ὀρθόδοξοι.  Ἐπίσης ἀποδέχονται ὅτι τό ζήτημα τοῦ ἡμερολογίου πρώτη φορά ἐμφανίζεται εἰς τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι ἀποδέχονται οἱ ἴδιοι οἱ Παλαιοημερολογίτες, ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες καί οἱ ἐγκεκριμένες Σύνοδοι δέν ἀσχολήθηκαν μέ τά ἡμερολόγια, ἀλλά ἐτοποθέτησαν τό ἑορτολόγιο στό ἐπικρατέστερο ἡμερολόγιο τῆς ἐποχῆς των.  Ἐπίσης οἱ ἐν λόγῳ πατέρες ἀποδέχονται ὅτι τό νέο ἡμερολόγιο κατεδικάσθη ἐξ αἰτίας τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἑορτολογίου.  Τό κείμενο αὐτό εἶναι τό ἑξῆς:«Οὕτως ἤ ἄλλως ἡ Ὀρθόδοξος Ἔνστασις καί Ἀποτείχισις δέν ἐξαρτῶνται ἀπό τό χαλκευμένο «Σιγγίλιον» τοῦ 1583, οὔτε κἄν ἀπό τίς συνοδικές ἀποφάσεις τοῦ ΙΣΤ΄ αἰ., διότι ἄν καί εἶναι αὐτές ἀξιοσέβαστες καί ὁδηγητικές, δέν ἀφοροῦν ἄμεσα τήν σύγχρονη μορφή τοῦ Ἡμερολογιακοῦ Ζητήματος, ἐφαρμοσθείσης τό 1924 ἐν μέρει τῆς παπικῆς καινοτομίας τοῦ Γρηγορίου ΙΓ΄, ἐνῶ τό Ὀρθόδοξο Πασχάλιο παρέμεινε ἄθικτον. Αὐτή ἡ ἐν μέρει ἀποδοχή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἀπαιτεῖ μία νέα εἰδική κρίσιν τοῦ ζητήματος ὑπό Πανορθοδόξου Συνόδου, ὡς λίαν εὐστόχως ὑπεστήριξε ὁ Ὁμολογητής Ἱεράρχης πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος (Καβουρίδης, +1955), κατακρίνων αὐστηρότατα τήν ἄποψι, ὅτι δῆθεν «παρέλκει καί περιττεύει ἡ συγκρότησις Πανορθοδόξου Συνόδου ἤ Μεγάλης Τοπικῆς Συνόδου, διά τήν ἔγκυρον καί τελεσίδικον καταδίκην τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας»,«ἀφοῦ (δῆθεν) αἱ Πανορθόδοξοι Σύνοδοι 1583, 1587, 1593 κατεδίκασαν τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον»∙ ἡ Καινοτομία τοῦ 1924, ἐφαρμόσασα «τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον μόνον διά τάς ἀκινήτους ἑορτάς καί οὐχί διά τό Πάσχα, δι’ὅ κυρίως κατεδικάσθη τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, ὡς ἀντιπίπτον πρός τόν Ζ΄ Ἀποστολικόν Κανόνα, ἀποτελεῖ ζήτημα, ὅπερ πρώτη φοράν ἐμφανίζεται εἰς τήν ἱστορίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.  Συνεπῶς ἡ σύγκλησις Πανορθοδόξου Συνόδου οὐ μόνον δέν περιττεύει, ἀλλά καί ἐπιβάλλεται, διά τήν κανονικήν καί ἔγκυρον καταδίκην τοῦ ζητήματος τούτου» (Ὀρθόδοξος Ἔνστασις καί Μαρτυρία, Δεκέμβριος 2011, σελ. 32, ἔκδοσις Ἱερᾶς Συνόδου Ἐνισταμένων).
          Ἐν κατακλεῖδι πάτερ Ἰωσήφ πρέπει νά ἀναφερθῆ καί τό ἑξῆς. Οἱ Παλαιοημερολογίτες ἀποδέχονται καί διδάσκουν ὅτι ἡ Α΄Οἰκουμενική Σύνοδος πέραν τοῦ ὅτι ἐθέσπισε τό Πασχάλιο  καί γενικῶς τίς κινητές ἑορτές, ἐθέσπισε καί τό Ἰουλιανό ἡμερολόγιο, τό ὁποῖο ὑποχρεωτικῶς εἰς τό ἑξῆς ἔπρεπε νά ἀκολουθῆ ἡ Ἐκκλησία. Αὐτό μάλιστα ὡς γνωστόν τό θεωροῦν θέμα πίστεως καί σωτηρίας.  Σοῦ ἀνέφερα λοιπόν περιπτώσεις εἰς τό ἐκδοθέν βιβλίο μου κατά τίς ὁποῖες οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἐχρησιμοποιοῦσαν ἄλλα ἡμερολόγια. Ἐσύ στήν ἔνστασί σου εἰς τό σημεῖο αὐτό στήν σελίδα (31) τῆς μελέτης σου δίδεις τήν ἑξῆς ἀπάντησι:«Σαθρόν εἶναι βεβαίως καί τό ἐπιχείρημά του, ὅτι οἱ Πατέρες χρησιιμοποιοῦσαν ἐκτός τοῦ Ἰουλιανοῦ καί ἕτερα ἡμερολόγια (σελ. 237), φέρων ὡς παράδειγμα τόν ἅγιον Κύριλλον Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος ἀπευθυνόμενος πρός τούς Αἰγυπτιῶτας πρεσβυτέρους ἐχρησιμοποίησεν τό ἐντόπιον τῆς Αἰγύπτου ἡμερολόγιον. Σημασίαν πάντως ἔχει ὄχι ἡ χρῆσις διαφορετικῶν ἡμερολογίων ἀλλά ἡ συμφωνία τῶν ἑορτῶν, ὡς καί τό Ἑορτολόγιον τῆς Ἐκκλησίας μας ὁρίζει».  Κατ’ἀρχάς δέν ἐξηγεῖς γιατί εἶναι σαθρόν τό ἐπιχείρημα αὐτό, ἀλλά τό βαπτίζεις «σαθρόν» προφανῶς ἐπειδή δέν συμφωνεῖ μέ τά ὅσα διδάσκουν οἱ Παλαιοημερολογίτες.  Στήν ἀμηχανία σου δέ καί συγχρόνως ἀδυναμία σου νά αἰτιολογήσης τόν χαρακτηρισμό σου αὐτόν ἀναφέρεις κάτι πολύ σωστό τό ὁποῖο ὅμως καταρρίπτει ἀπό μόνο του ὅσα ἰσχυρίζονται οἱ Παλαιοημερολογίτες περί εὐλογημένων καί καταραμένων ἡμερολογίων:« Σημασίαν πάντως ἔχει ὄχι ἡ χρῆσις διαφορετικῶν ἡμερολογίων ἀλλά ἡ συμφωνία τῶν ἑορτῶν, ὡς καί τό Ἑορτολόγιον τῆς Ἐκκλησίας μας ὁρίζει».  Δηλαδή πάτερ τό ἡμερολόγιο δέν ἔχει καμμία σημασία γιά τήν Ἐκκλησία, ἀλλά τό ἑορτολόγιο.  Γιατί λοιπόν οἱ Παλαιοημερολογίτες τό ἀνήγαγον σέ θέμα πίστεως, ἀποτειχίσθηκαν γι’αὐτό, διδάσκουν ὅτι ὅποιος δέν τό ἀκολουθεῖ δέν σώζεται, δέν δέχονται καμμία ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ ὅποιον δέν τό ἀκολουθεῖ, ἔστω κι ἄν εἶναι ἀποτειχισμένος ἀπό τούς Οἰκουμενιστές, ἐδημιούργησαν γιά χάρι του σχίσματα ἐπί σχισμάτων καί παρατάξεις κλπ. Ἄν δέν ἔχει σημασία ἡ χρῆσις διαφορετικῶν ἡμερολογίων τότε καλῶς ἔπραξαν τό 1924 ὁ Μελέτιος Μεταξάκης καί ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος πού τό ἄλλαξαν, ἁπλῶς θά ἔπρεπε νά ἀλλάξουν καί τό ἑορτολόγιο κατά τίς ἀκίνητες ἑορτές, ὥστε νά ὑπάρχη πλήρης συμφωνία τῶν ἑορτῶν καί μέ τό παλαιό ἡμερολόγιο, ἤ νά τό ἀκολουθήσουν ὅλες οἱ τοπικές Ἐκκλησίες, ὁπότε οὔτε αὐτό θά ἐχρειάζετο, διότι θά ἐπήρχετο μόνη της ἡ συμφωνία.
          Τελειώνοντας θά σοῦ παραθέσω καί κάποια ἄλλα στοιχεῖα τά ὁποῖα καταδεικνύουν ὅτι μετά τήν Α΄Οἰκουμενική Σύνοδο οἱ Αἰγύπτιοι Πατέρες καί φυσικά καί ὁ λαός ἀκολουθοῦσε τό Αἰγυπτιακό ἡμερολόγιο.
          Κατ’ἀρχάς ὁ Μ. Ἀθανάσιος εἰς τήν ἐπιστολή του περί τῶν ἐν Ἀριμίνῳ καί Σελευκείᾳ Συνόδων γράφει τά ἑξῆς:«Τά δέ ἐν Σελευκείᾳ τῇ Τραλείᾳ γενόμενα ταῦτά ἐστι. Μήν μέν ἦν ὁ κατά Ῥωμαίους καλούμενος Σεπτέμβριος, κατά δέ τούς Αἰγυπτίους Θώθ καί κατά Μακεδόνας Γορπιαῖος καί ἡμέρα ις΄ τοῦ μηνός κατ’ Αἰγυπτίους, εἰς ἥν συνέδραμον πάντες οἱ κληθέντες συνελθεῖν∙ ἦσαν δέ κἀκεῖ που ρξ΄» (ΕΠΕ 10,176). Ἐδῶ ὁ ἅγιος τοποθετεῖ τά γεγονότα τῆς Συνόδου τῆς Σελευκείας χρονικῶς ἀναφέροντας τρία ἡμερολόγια, τήν δέ ἡμέρα τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου τήν ἀναφέρει κατά τό Αἰγυπτιακό ἡμερολόγιο.
          Εἰς τήν 39η δέ ἑορταστική ἐπιστολή του ὁ ἅγιος ἁναφερόμενος εἰς τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα λέγει τά ἑξῆς:«Eν τούτῳ γάρ τῷ τύπῳ νῦν ἑορτάσωμεν καθώς πρέπει, «Μη ἐν ζύμῃ παλαιᾷ μηδέ ἐν ζύμῃ κακίας καί πονηρίας, ἀλλ’ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καί ἀληθείας», ἀρχόμενοι μέν τῆς ἁγίας τεσσαρακοστῆς ἀπό εἰκοστῆς καί πέμπτης τοῦ Μεχίρ, τῆς δέ ἁγίας ἑβδομάδος τῆς πρός τό ἅγιον Πάσχα ἀπό τῆς τελευταίας τοῦ Φαμενώθ, περαίνοντες δέ τήν ἁγίαν νηστείαν τῇ πέμπτῃ τοῦ Φαρμοῦθι, κατά τό εἰρημένον ὑπό τοῦ μακαρίου εὐαγγελιστοῦ Μάρκου»(ΕΠΕ 10,348). Ἐδῶ ὅπως βλέπομε ὅλες τίς χρονολογίες τῆς κινητῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα τοῦ ἔτους αὐτοῦ τίς ἀναφέρει ὁ ἅγιος χρησιμοποιῶντας τό Αἰγυπτιακό ἡμερολόγιο. Ἐφ’ὅσον ὅμως πρόκειται γιά τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα, ἡ ὁποία ἐθεσπίσθη κατά τό Ἰουλιανό ἡμερολόγιο καί δεδομένου ὅτι ὁ ἅγιος ἦτο παρών κατά τήν Α΄Οἰκουμενική Σύνοδο, πῶς χρησιμοποιεῖ ἄλλο ἡμερολόγιο ἀπό αὐτό πού ἐθέσπισε ἡ Σύνοδος αὐτή; Αὐτό τό πρόβλημα πρέπει π. Ἰωσήφ νά μᾶς τό λύσετε καί ὄχι ἁπλῶς νά τό χαρακτηρίσετε ὡς «σαθρόν».
          Οἱ Αἰγύπτιοι ἐπίσης στήν γραπτή διαμαρτυρία των ὑπέρ τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου εἰς τό τέλος ἀναφέρουν τά ἑξῆς:«Τοῖς μετά τήν ὑπατείαν  Ἀρβαιθίωνος καί Κολλιανοῦ  τῶν λαμπροτάτων ἀποδειχθησομένοις ὑπάτοις Μεχίρ ιζ΄, ἥτις ἐστί τῇ πρό μιᾶς Φεβρουαρίου» (ΕΠΕ 9,380). Προφανῶς ἐδῶ τήν χρονολόγησι κατά τό Αἰγυπτιακό ἡμερολόγιο τήν μεταφέρουν καί εἰς τό Ἰουλιανό ἐπειδή ἀπευθύνετο εἰς τούς Ρωμαίους ἄρχοντες καί ἔπρεπε νά γίνη κατανοητή.
          Καί κάτι τελευταῖο τό ὁποῖο ἀφορᾶ στούς Αἰγυπτίους. Εἰς τόν βίο τῆς ἁγ. Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, τόν ὁποῖον συνέγραψε ὁ ἅγ. Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων διαβάζομε ὅτι ἡ ἴδια ἡ ὁσία Μαρία ἔγραψε τήν ἡμερομηνία τῆς κοιμήσεώς της διά νά τό πληροφορηθῆ ὁ ἅγ. Ζωσιμᾶς χρησιμοποιῶντας πάλι τό ἰδικό της Αἰγυπτιακό ἡμερολόγιο. Ἀναφέρει τά ἑξῆς ἀφηγηματικά ὁ ἅγ. Σωφρόνιος ὅταν ὁ ἅγ. Ζωσιμᾶς εἶδε νεκρή τήν ἁγία:«Δακρύσας οὖν ἐφ’ἱκανόν, καί ψαλμούς εἰπών τῷ καιρῷ καί τῷ πράγματι πρεπόντως, ἐποίησεν εὐχήν ἐπιτάφιον, καί φησίν ἐν ἑαυτῷ∙ Ἆρα θάψαι προσήκει τῆς Ὁσίας τό λείψανον; ἆρα μη καί τοῦτο ἀπαρέσκει τῇ Ὁσίᾳ γιγνόμενον; καί ταῦτα λέγων, ὁρᾷ πρός τῇ κεφαλῇ αὐτῆς ἐκτετυπωμένην γραφήν ἐν τῇ γῇ, δι’ἧς ταῦτα ἐγέγραπτο∙ Θάψον, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ἐν τούτῳ τῷ τόπῳ τῆς ταπεινῆς Μαρίας τό λείψανον, ἀπόδος τόν χοῦν τῷ χοΐ, ὑπέρ ἐμοῦ διά παντός πρός τόν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνί Φαρμουθί [κατ’Αἰγυπτίους, ὅς ἐστι κατά Ῥωμαίους Ἀπρίλιος], ἐν αὐτῇ δέ τῇ νυκτί τοῦ πάθους τοῦ σωτηρίου, μετά τήν τοῦ θείου καί μυστικοῦ δείπνου μετάληψιν.  Ταῦτα τοίνυν ἀναγνούς ὁ γέρων τά γράμματα, ἐχάρη ὅτι τό ὄνομα τῆς Ὁσίας μεμάθηκεν∙ ἐπέγνω δέ ὅτι ἅμα τῶν θείων μυστηρίων ἐπί τοῦ Ἰορδάνου μετέβαλεν, εὐθύς ἐν τῷ τόπῳ γέγονεν, ἐν ᾦ τετελείωται∙ καί ἥνπερ ὥδευσεν ὁδόν Ζωσιμᾶς διά εἴκοσι ἡμερῶν κοπιῶν, εἰς μίαν ὥραν Μαρίαν διέδραμεν, καί εὐθύς πρός Θεόν ἐξεδήμησεν» (ΡG 87Γ,3724 Β). Ἡ διασάφησις ἐντός εἰσαγωγικῶν περί τοῦ ποιός εἶναι ὁ μήνας τῶν Αἰγυπτίων «Φαρμουθί», εἶναι φυσικά τοῦ βιογράφου προκειμένου νά γίνη κατανοητός καί δι’αὐτό τό θέτει ἐντός εἰσαγωγικῶν
          Βλέπομε λοιπόν πάτερ Ἰωσήφ, ὅτι μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καί ἐνῶ κατά τήν γνώμη τῶν Παλαιοημερολογιτῶν ἐθεσπίσθη τό Ἰουλιανό ἡμερολόγιο οἱ Αἰγύπτιοι φωστῆρες τῆς Οἰκουμένης καί ὅλος ὁ λαός ἐσυνέχιζε ἐπί πολλούς αἰῶνες νά ἀκολουθῆ τό ἰδικό τους Αἰγυπτιακό ἡμερολόγιο. Γιατί ἄραγε νά συμβαίνη αὐτό, τήν στιγμή κατά τήν ὁποία, σύμφωνα πάντα μέ τούς Παλαιοημερολογίτες, τό ἡμερολόγιο εἶναι θέμα σωτηρίας;
          Συνεπώς συμβαίνουν δύο τινά, ἤ δηλαδή οἱ ἅγιοι αὐτοί ἔσφαλλαν σέ βασικά σημεῖα τῆς πίστεως, ἤ οἱ Παλαιοημερολογίτες ἐξετράπησαν τῆς εὐθείας  ὁδοῦ καί ὄντως εἶναι χρονολάτρες. Εἰλικρινά θά θέλαμε τήν ἄποψί σου ἐπί τοῦ θέματος.
          Πρίν ὁλοκληρώσω τίς σκέψεις μου, θά ἤθελα νά ἐπισημάνω π. Ἰωσήφ καί ἕνα ἄλλο θέμα, τό ὁποῖο ἔχει σχέσι μέ τό τυπικό τῆς Ἐκκλησίας εἰς τό ὁποῖο φαίνεται ὅτι ὑπάρχει ἄλυτο πρόβλημα εἰς τό Παλαιό Ἡμερολόγιο, ἐνῶ εἰς τό νέο τό πρόβλημα αὐτό δέν ὑφίσταται.  Πρόκειται γιά τίς ἑορτές τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καί τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Σωτῆρος.  Εἶναι κατ’ἀρχάς γνωστόν ὅτι οἱ ἑορτές αὐτές δέν μετατίθενται ἐξαιτίας τοῦ ὅτι δεικνύεται δι’αὐτῶν ἡ πραγματικότης τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Κυρίου καί καταπολεμεῖται ἡ αἵρεσις τοῦ δοκισισμοῦ, δηλαδή τῆς κατά φαντασία καί κατά τό φαινόμενο ἐνανθρωπίσεως.  Ἐνῶ δηλαδή ἄλλες μεγάλες ἑορτές μετετέθησαν ἐπειδή δέν προσηρμόζοντο εἰς τό τυπικό τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἡ ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος ἡ ὁποία χρονικῶς ἔπρεπε νά ἑορτάζεται τήν μεγάλη Σαρακοστή, ἡ ἑορτή τῆς μνήμης τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἡ ὁποία συνέπιπτε μέ τήν ἡμέρα τῆς ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ κλπ., οἱ δύο αὐτές μεγάλες δεσποτικές ἑορτές πρέπει νά ἑορτάζωνται αὐτήν τήν ἡμερομηνία, διότι δεικνύεται διά μέν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἡ ἐννεαμηνιαία κύησις κατά τούς φυσικούς νόμους καί διά τῆς Ὑπαπαντῆς ἡ τεσσακονθήμερος, κατά τόν Μωσαϊκό νόμο, ἀπό τῆς κυήσεως παρουσία εἰς τόν ναό.  Δηλαδή καί οἱ δύο αὐτές ἑορτές ἀποδεικνύουν τήν πραγματική ἐνανθρώπησι τοῦ Χριστοῦ.
          Σύμφωνα λοιπόν μέ τό Παλαιό Ἡμερολόγιο ἡ μέν ἑορτή τοῦ Ὑπαπαντῆς δύναται νά συμπέση μέ τήν Καθαρά Δευτέρα ἡ δέ ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μέ τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα καί ἀκόμη καί μετά τό Πάσχα, μέχρι τήν Τετάρτη τῆς Διακαινησίμου.  Ὅταν λοιπόν τύχῃ ἡ ἑορτή τῆς Ὑπαπαντῆς τήν Καθαρά Δευτέρα ὑπάρχει σύγχυσις εἰς τό τυπικόν, διότι τά φαιδρά καί χαρμόσυνα μέ τά πένθιμα συνεορτάζονται, ἐπί πλέον δέ καταλιμπάνονται τά μεθέορτα, ἐφ’ὅσον ἡ ἑορτή ἀποδίδεται τήν ἴδια ἡμέρα, τό Μεγ. Ἀπόδειπνο μέ τόν Μεγ. Κανόνα τοῦ ἁγ. Ἀνδρέου καί καταλύεται ἡ νηστεία καί τό λεγόμενο τριήμερο, μιά καί γίνεται κατάλυσις εἰς τιμήν τῆς δεσποτικῆς ἑορτῆς.  Διά τήν τυπική δέ διάταξι τῆς ἀκολουθίας, ὅταν ἡ ἑορτή τῆς Ὑπαπαντῆς συμπέση Καθαρά Δευτέρα φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε διχογνωμία, διότι τό τυπικόν τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας  γράφει, ὅταν ἀναφέρεται εἰς αὐτήν τήν περίπτωσι «Αὕτη ἐστίν ἡ γνώμη τῶν ἀοιδίμων Πατριαρχῶν Κωνσταντίου τοῦ Βυζαντίου καί Γρηγορίου τοῦ ΣΤ΄». Δεδομένου δέ ὅτι αὐτοί οἱ Πατριάρχαι ἐπατριάρχευσαν μετά τό 1830, καθίσταται ἐμφανές ὅτι μέχρι τότε ὑπῆρχες σύγχυσις ὡς πρός τήν διάταξι τῆς ἀκολουθίας.  Τά δέ ἁγιορείτικα τυπικά ἔχουν μεγάλες διαφορές ἀπό αὐτό τῆς Κων/πόλεως ὡς πρός τήν διάταξιν τῆς ἀκολουθίας εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν.
          Μεγαλύτερο ὅμως ἀσυγκρίτως εἶναι τό πρόβλημα τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ὅταν συμπέση τήν Μεγ. Ἑβδομάδα καί δή τήν Μεγ. Παρασκευή.  Τότε τά χαρμόσυνα μέ τά πένθιμα συνάδονται στόν μέγιστο βαθμό καί ὁπωσδήποτε ἐπισκιάζει ἡ μία ἑορτή τήν ἄλλη.  Εἶναι δέ τέτοια ἡ φύσις τῆς ἀκολουθίας τῶν ἁγ. Παθῶν, ὥστε νά μή χωράη καμμία πρόσμιξις καί συνεορτασμός.  Νά συλλογισθοῦμε δέ ὅτι σύμφωνα μέ τό τυπικό τῆς Μονῆς Διονυσίου τοῦ ἁγ. Ὄρους, τά εὐαγγέλια πού ἀναγιγνώσκονται γίνονται δέκα τρία, διότι παρεμβάλλεται μετά τό ἕκτο εὐαγγέλιο τῶν παθῶν τό εὐαγγέλιο τῆς ἑορτῆς τοῦ ὄρθρου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.  Νά ἀφήσωμε δέ τίς παρελάσεις, καταθέσεις στεφάνων κλπ. τά ὁποῖα παρεμβάλλονται λόγῳ καί τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς, καθόσον ὅλα αὐτά γίνονται τήν ὥρα πού διαβάζονται οἱ Μεγάλες Ὧρες καί ἡ Ἀποκαθήλωσις.  Βλέποντας λοιπόν ὅλες αὐτές τίς δυσκολίες πού δημιουργοῦνται εἰς αὐτήν τήν περίπτωσι ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἄλλαξε τό τυπικό, πολύ πρίν τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου καί ὅταν ἡ ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ συμπέση τήν Μεγ. Παρασκευή ἤ τό Μεγ. Σάββατο, τήν μεταθέτει καί τήν ἑορτάζει τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα.  Αὐτό στό τυπικό τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀναφέρεται ὡς ἑξῆς: «Περί τῶν αἰτιῶν, δι’ἅς μετατίθεται ἡ ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ εἰς τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα. Ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μ. Ἐκκλησία ἀπό ἑνός αἰῶνος καί ἐντεῦθεν, παρά Πατριαρχῶν καί Ἀρχιερέων ὡς παρελάβομεν, κατιδοῦσα τήν διαφωνίαν καί σύγχυσιν τήν συμβαίνουσαν ἀνά πάσας τάς ἐν πόλεσι καί κώμαις ἐκκλησίας, μέριμναν καί περί τῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μεγάλης πανηγύρεως ἀνελάβετο.  Καί δή, πρός παῦσιν τῆς δοκούσης ἀνωμαλίας, μάλιστα ἐν ταῖς τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ ἀκοαῖς τοῦ μή κατά βάθος τά τοῦ Πνεύματος ἐννοοῦντος, διετάξατο τήν τῆς ἑορτῆς μετάθεσιν, ἐάν τύχῃ ἐν ταῖς δυσί πενθίμοις ταύταις ἡμέραις, εἰς τήν κυριώνυμον τοῦ Πάσχα ἡμέραν∙ ἵνα τά χαρμόσυνα τοῖς χαρμοσύνοις συνᾲδωνται καί συμμελῳδῶνται, οἰκονομικῶς ἀποκλείουσα τήν ἀνάμιξιν τῶν φαιδρῶν μετά τῶν πενθίμων, καί ἵνα μή ἀσυμφωνία δεικνύηται μεταξύ τοῦ Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου καί τοῦ Σήμερον χαρᾶς Εὐαγγέλια, καί τοῦ Δακρυρρόους θρήνους ἐπί σέ Ἁγνή μετά τοῦ Ὁ Γαβριήλ τῇ Παρθένῳ τό Εὐαγγέλιον.  Ταῦτα δέ, ὡς εἵρηται, διά τάς ἐν πόλεσι καί κώμαις μόνον ἐκκλησίας, τῶν μοναστηριακῶν Τυπικῶν ἀμεταβλήτων, ἀνεπάφων καί ἀμετακινήτων διαμενόντων διά τε τό πρός τούς ἀρχαίους Κτήτορας αὐτῶν καί Πατέρας σέβας, καί διά τό διάφορον τοῦ μοναχικοῦ πολιτεύματος καί  τῆς ὑψηλοτέρας διαγωγῆς»(σελ.234).
          Βεβαίως τά μοναστήρια καί εἰδικά τό ἅγ. Ὄρος δέν κάνουν μετάθεσι τῆς ἑορτῆς, ὁπότε ἔχομε αὐτό πού κατά κόρον ἐπικαλοῦνται οἱ παλαιοημερολογίτες, δηλαδή λειτουργική σύγχυσι τῶν ἑορτῶν, εἰς τρόπον ὥστε ἄλλοτε νά ἑορτάζη τόν Εὐαγγελισμό ὁ ἕνας καί ἄλλοτε ὁ ἄλλος.  Ἔχομε δέ καί κατάλυσι τῆς νηστείας λόγῳ τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, τό ὁποῖον ὅμως δέν ταιριάζει γιά τήν Μεγ. Παρασκευή.
          Ὅλα αὐτά τά λειτουργικά προβλήματα τά ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τό Παλαιό Ἡμερολόγιο αὐτομάτως λύονται εἰς τό Νέο διότι κατ’αὐτό οὔτε ἡ ἑορτή τῆς Ὑπαπαντῆς συμπίπτει μέ τήν Καθαρά Δευτέρα, οὔτε πολύ περισσότερο ἡ ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ συμπίπτει κατά τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα. Εἶναι δέ εὐνόητο διατί δέν ἀναφέρονται οἱ Παλαιοημερολογίτες εἰς αὐτά τά λειτουργικά προβλήματα τά ὁποῖα δημιουργοῦνται εἰς τό Παλαιό Ἡμερολόγιο, ἀλλά ἀπεναντίας σέ ὅσα δημιουργεῖ τό Νέο, ὅπως τήν ἐλάττωσι τῆς νηστείας τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων κλπ. Αὐτό ἀποδεικνύει τήν ἐμπαθῆ καί μονόπλευρη θεώρησι τῶν πραγμάτων καί τήν προσκόλλησι σέ πράγματα δευτερεύοντα τά ὁποῖα τά ἀνηγάγαμε σέ θέματα πίστεως καί σωτηρίας.
          Τελειώνοντας θέλω νά ἀναφέρω ὅτι μπορεῖ νά γίνη γόνιμος καί ἐποικοδομητικός διάλογος ἐπί τοῦ θέματος, δεδομένης τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως ἀμφοτέρων τῶν μερῶν. Δι’αὐτό σέ παρακαλῶ νά σχολιάσης τά γραφόμενά μου δημοσίως καί νά θέσης οἱασδήποτε ἐρωτήσεις.  Ἔτσι θά ὠφεληθοῦν καί ὅσοι ἐνδιαφέρονται δι’αὐτό τό θέμα. Ὅσα ἔγραψα θά τά ἀποστείλω καί στόν π. Νικόλαο Δημαρᾶ, διότι ἐδημοσίευσε σέ πρόσφατο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ του «Κολλυβᾶδες» κάποιους σχετικούς, μέ τό ἐκδοθέν βιβλίο μου, σχολιασμούς σου. Ἴσως καί ἐκεῖνος σχολιάσει τά γραφόμενά μου πρός ἐσένα, παρ’ὅτι σέ πρόσφατη ἀλληλογραφία μας ἔδειξε ὅτι ἀρέσκεται στόν μονόλογο καί ὄχι στόν διάλογο. Ἄν πάλι σέ κάτι βασικό ἀπό τά γραφόμενα τά δικά σου δέν ἀπάντησα, μπορεῖς νά μοῦ τό ἐπισημάνης.
          Σέ χαιρετῶ μέ τήν ἐν Κυρίῳ ἀγάπῃ, αἰτούμενος τίς ὑπέρ τῆς σωτηρίας μου εὐχές σου καί ζητῶ συγνώμη ἄν κάπου στήν μελέτη σου δέν σέ κατενόησα καί σέ παρεξήγησα.
                                     Ἱερομόναχος Εὐθύμιος Τρικανηνᾶς