Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

ΤΡΙΑ ΕΙΔΗ ΝΑΩΝ «Ἀδελφοί, ὑμεῖς ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος» (Β΄ Κορ. 6,16)



ΘΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ, ἀγαπητοί μου, ἐπάνω στὸν ἀπόστολο ποὺ ἀκούσατε. Εἶνε μία θαυμασία περικοπὴ ἀπὸ τὴν Δευτέρα πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή. Ἐδῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ γιὰ ναό.
Τί εἶνε ναός; Τριῶν εἰδῶν ναοὶ ὑπάρχουν.
* * *

Τὸ πρῶτο. Ναὸς εἶνε ἕνας χῶρος ἱερός, ποὺ διακρίνεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους χώρους διότι προορίζεται γιὰ τὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ.
Ἀπὸ ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς, ἅμα ἄνθρωπος ἅμα ναός. Ὁ Πλούταρχος, ἱστορικὸς καὶ φιλόσοφος, ἔλεγε· «Θὰ μποροῦσες περιοδεύοντας νὰ συναντήσῃς πόλεις ἀνοχύρωτες, ἀγράμματες, χωρὶς ἀρχηγό, χωρὶς κατοίκους, χωρὶς χρήματα, ποὺ νὰ μὴ χρησιμοποιοῦν νόμισμα, ποὺ νὰ μὴν ἔχουν θέατρα καὶ σχολεῖα καὶ γυμναστήρια· πόλι ὅμως χωρὶς θεοὺς καὶ ναούς, ποὺ νὰ μὴ χρησιμοποιῇ προσευχές, ὅρκους, μαντεῖες, θυσίες γιὰ νὰ ἑλκύσῃ τὰ καλὰ καὶ ξόρκια ν᾿ ἀποτρέψῃ τὰ κακά, οὔτε εἶδε οὔτε θὰ δῇ κανείς» (πρὸς Κολ. ΧΧΧΙ,4).
Παντοῦ οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκη νὰ χτίζουν ναούς. Κι ἂν ὑπάρχῃ ἕνα ἕθνος ποὺ ἰδιαιτέρως εἶχε ναούς, αὐτὸ εἶνε ἡ μικρὰ ἀλλὰ ἔνδοξος πατρίδα μας ἡ Ἑλλάς. Ἔχτισε ναούς. Ὁ λαμπρότερος ναὸς τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου εἶνε ὁ Παρθενὼν ἐπάνω στὴν Ἀκρόπολι τῶν Ἀθηνῶν, ποὺ μέχρι σήμερα σὰν μαγνήτης ἑλκύει χιλιάδες ἀνθρώπους ἀπὸ κάθε μέρος γιὰ νὰ θαυμάσουν τὸ ἀριστούργημα αὐτὸ τῆς ἀρχιτεκτονικῆς τῆς ἐποχῆς τοῦ Περικλέους. Ἀλλὰ καὶ στὴν περίοδο τοῦ Βυζαντίου οἱ πρόγονοί μας ἔκτισαν τὸν ὡραιότατο ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως. Σ᾿ αὐτὸν τὴν ἡμέρα τῆς ἁλώσεως διεκόπη ἡ θεία λειτουργία· ἀλλ᾿ ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι «πάλι μὲ χρόνια μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ᾿νε» καὶ ἡ λειτουργία θὰ συνεχιστῇ.
Στὸ ναὸ ἐρχόμεθα ὄχι ἁπλῶς ὡς ἄτομα ἀλλὰ ὡς σύνολο, γιὰ νὰ κάνουμε τὴν προσευχή μας, γιὰ νὰ ποῦμε κ᾿ ἐμεῖς αὐτὸ ποὺ εἶπε ἡ Χαναναία. Σύντομη ἦταν ἡ προσευχή της, ἀλλ᾿ ἔφερε ἀποτέλεσμα. Μέσα ἀπ᾿ τὴν καρδιά της ἔβγαινε πύρινο τὸ «Ἐλέησόν με, Κύριε…» (Ματθ. 15,22). Κι αὐτὸ τὸ «Κύριε ἐλέησον» τὸ ἐπίμονο νίκησε τὸν ἀήττητο καὶ ὁ Χριστὸς τῆς εἶπε· «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις!…» (ἔ.ἀ. 15,28)· θαύμασε τὴν πίστι της.
Ἔλα λοιπὸν κ᾿ ἐσὺ στὸ ναὸ νὰ πῇς ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς σου τὸ «Κύριε ἐλέησον» τῆς Χαναναίας, τὸ «Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» τοῦ τελώνου (Λουκ. 18,13), τὸ «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου…» τοῦ ἀσώτου (ἔ.ἀ. 15,18,21), τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (ἔ.ἀ. 23,42) τοῦ λῃστοῦ, τὸ «Δόξα σοι, ὁ Θεός».
Μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς στὸ ναό. Καὶ πρέπει νὰ μπαίνουμε μὲ εὐλάβεια. Διότι βλέπεις ἡ Ἐκκλησία μας δὲν εὔχεται γιὰ ὅλους ὅσους μπαίνουν στὸ ναό, ἀλλὰ «ὑπὲρ …τῶν μετὰ πίστεως, εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ εἰσιόντων ἐν αὐτῷ» (θ. Λειτ.). Δυστυχῶς ἐμεῖς δὲν μπαίνουμε στὸ ναὸ ὅπως πρέπει.
Ἕνας ἀσκητὴς εἶχε διορατικὸ χάρισμα κ᾿ ἔβλεπε τὸν καθένα ὄχι μόνο σωματικῶς ἀλλὰ καὶ ψυχικῶς. Στάθηκε λοιπὸν ἔξω ἀπὸ τὸ ναὸ τὸ πρωῒ ποὺ ἔμπαιναν ὅλοι καὶ στὸ τέλος πάλι ὅταν ἔβγαιναν. Καὶ τί εἶδε· ὅλοι μαῦροι μπῆκαν, μαῦροι βγῆκαν. Μόνο ἕνας ἀποτελοῦσε ἐξαίρεσι· αὐτὸς μαῦρος μπῆκε, ἀλλὰ ἄσπρος βγῆκε, ὅπως εἶνε τὰ χιόνια τώρα τὸ χειμῶνα. Θαύμασε ὁ ἀσκητὴς καὶ τὸ ρώτησε. ―Εἶχα χρόνια νὰ πάω στὴν ἐκκλησία, εἶπε ἐκεῖνος. Σήμερα ὅμως, ὅταν ἄκουσα τὴν καμπάνα, πάλεψα μὲ τὸν ἑαυτό μου· ἔκανα τὸ σταυρό μου, νίκησα τὸν πειρασμό, καὶ μπῆκα στὴν ἐκκλησία· κι ὅταν ἄκουσα τὸν ἀπόστολο καὶ τὸ εὐαγγέλιο, αἰσθάνθηκα σεισμὸ μέσα μου καὶ μετανόησα βαθειά…. Αὐτὸς μαῦρος μπῆκε, ἄσπρος βγῆκε. Σπάνιο φαινόμενο.
Ἐμεῖς εμαστε ἀδιάφοροι. Ρωτῆστε κάποιον τί εἶπε σήμερα τὸ εὐαγγέλιο, τί εἶπε ὁ ἀπόστολος, τί ἔψαλε ὁ ψάλτης· κανείς δὲν προσέχει, ὅπως μπαίνουν ἔτσι καὶ βγαίνουν.
Χρειάζεται λοιπὸν προσοχή. Δὲ᾿ μᾶς ζητάει δύσκολα πράγματα ὁ Θεός. Ἀπὸ τὶς 168 ὧρες τῆς ἑβδομάδος 1 ὥρα νὰ ἐκκλησιαζώμεθα. Ἐλάχιστοι δυστυχῶς ἐκκλησιάζονται, περίπου 2% τοῦ πληθυσμοῦ. Ποιός φταίει; Φταίει τὸ σπίτι. Ποῦ εἶνε οἱ ἅγιες γιαγιάδες μας, ποὺ μᾶς σήκωναν πρωῒ – πρωῒ καὶ μᾶς πήγαιναν στὴν ἐκκλησία! Ποῦ εἶνε τὰ χρόνια ποὺ ὁ δάσκαλος χτυποῦσε τὴν καμπάνα, μαζευόμεθα ὅλοι, βάζαμε μπροστὰ τὴν ἑλληνικὴ σημαία καὶ πηγαίναμε στὴν ἐκκλησία! Τώρα τὰ παιδιὰ μέχρι τὶς πρωϊνὲς ὧρες γυρίζουν στὰ διάφορα κέντρα· γιὰ ὅλα ἔχουν χρόνο, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Θεό. Αὐτὰ εἶνε σημεῖα καιρῶν.
Ναός, λοιπόν, εἶνε ὁ χῶρος τῆς λατρείας. Τέτοιους ναοὺς ἔχει 25.000 ἡ Ἑλλάς. Νὰ εἶχε καὶ 25.000 ἀληθινοὺς Χριστιανούς! «Ὀλίγοι οἱ ἐκλεκτοί» (Ματθ. 22,14).
Ἐκτὸς τοῦ ὑλικοῦ ναοῦ ὑπάρχει καὶ ἕνας ἄλλος ναός, ὅπως λέει σήμερα ὁ ἀπόστολος. Εἶνε τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.
Τὸ εἶπε ὁ Χριστός. Λίγο προτοῦ νὰ παραδοθῇ στὸ θάνατο εἶπε τὰ ἀλησμόνητα ἐκεῖνα λόγια· «Γκρεμίστε τὸ ναὸ αὐτό, καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ τὸν ἀνοικοδομήσω». Παραξενεύτηκαν οἱ Ἰουδαῖοι. Νόμισαν, ὅτι ἐννοεῖ τὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος. Πῶς εἶνε δυνατόν; λένε· «σαρανταέξι χρόνια ἔκανε νὰ χτιστῇ ὁ ναὸς αὐτός, κ᾿ ἐσὺ θὰ τὸν χτίσῃς σὲ τρεῖς μέρες;». Ἐκεῖνος ὅμως ἐννοοῦσε τὸ σῶμα του (Ἰωάν. 2,19-21).
Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἶνε ἀριστούργημα. Καὶ μόνο αὐτὸ φτάνει ν᾿ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ρωτῆστε τοὺς γιατροὺς καὶ ἄλλους ἐπιστήμονας· ὅπως τὸ κτήριο ἀποτελεῖται ἀπὸ πολλοὺς λίθους συναρμολογημένους, ἔτσι καὶ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα ἀποτελεῖται ἀπὸ ἑκατομμύρια λίθους – κύτταρα. Λένε γιὰ τὸν ἐγκέφαλο, ὅτι εἶνε εὐκολώτερο νὰ μετρήσῃς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ παρὰ τοὺς νευρῶνας τοῦ ἐγκεφάλου. Κομπιοῦτερ ὁ ἐγκέφαλος! ποιός τὸ ἔφτειαξε;
Ναὸς λοιπὸν εἶνε καὶ τὸ σῶμα μας· καὶ μέσα σ᾿ αὐτὸν πρέπει νὰ λατρεύεται ὁ Θεός. Μπορεῖ γιὰ λόγους ἀσθενείας νὰ μὴ μπορῇς νὰ ἐκκλησιαστῇς, ἀλλὰ πάνω στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου νὰ πῇς τὶς καλύτερες προσευχὲς στὸ Θεό. Ἀόρατος ναὸς εἶνε, μέσα στὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ τελοῦμε δοξολογίες καὶ νὰ ψάλλουμε ὕμνους στὸ Θεό. Τὸ 1917 οἱ κομμουνισταὶ εἶπαν· Θὰ σβήσουμε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, θὰ γκρεμίσουμε τὶς ἐκκλησίες… Τίποτα δὲν κατώρθωσαν. Γιατί; Διότι μέσα στὸν κάθε ἄνθρωπο ὑπάρχει μιὰ ἐκκλησία.
Ἕνας ναὸς λοιπὸν ὁ χῶρος ὅπου ἐκκλησιαζόμεθα, ἄλλος ναὸς ἡ ψυχοσωματικὴ ὕπαρξις τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἕνας τρίτος ναός ―ὤ αὐτὸς ὁ ἀπέραντος ναός!― εἶνε τὸ σύμπαν. Εἶνε ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη, τὰ ἄστρα ποὺ δὲν ἔχουν τέλος. Μεγαλεῖο ἄνευ προηγουμένου. «Ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας αὐτοῦ» (Ψαλμ. 102,22) νὰ ὑμνοῦμε τὸ Θεό. Λένε γιὰ τὸν ἀστροναύτη ποὺ ἔφτασε στὴ σελήνη, ὅτι ἀπὸ ᾿κεῖ εἶδε ἕνα θέαμα καταπληκτικό· εἶδε τὴ Γῆ σὰν πελώρια πολύχρωμη σφαῖρα· ἀλλοῦ ἦταν θαλασσιὰ – ἡ θάλασσα, ἀλλοῦ φαιὰ – ἡ ξηρά, ἀλλοῦ πράσινη – τὰ δάση, κι ἀλλοῦ λευκὴ λόγῳ τῶν χιόνων καὶ τῶν παγετώνων. Καὶ θαύμασε καὶ εἶπε «Δόξα σοι, ὁ Θεός».
Ὅπου κι ἂν βρίσκεσαι, καὶ στὰ Ἰμαλάϊα καὶ στοὺς Ἐσκιμώους καὶ στὴν ἄκρη τῆς γῆς, «ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας αὐτοῦ» νὰ ὑμνῇς τὸ Θεό. Ποῦ νὰ πάω, Θεέ μου; ρωτάει ὁ ψαλμῳδός. Παντοῦ ἡ ματιά σου μὲ παρακολουθεῖ. Ν᾿ ἀνεβῶ στὸν οὐρανό; ἐσὺ εἶσαι ᾿κεῖ. Νὰ κατεβῶ στὸν ἅδη; πάλι εἶσαι παρών. Νὰ βυθιστῶ στὰ βάθη τῆς θαλάσσης; κ᾿ ἐκεῖ τὸ χέρι σου μὲ φτάνει. Παντοῦ εἶσαι (πρβλ. Ψαλμ. 138,7-10). Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ πληροῖ τὰ πάντα.
* * *

Ἂς δοξάσουμε, ἀγαπητοί μου, τὸ Θεὸ κι ἂς προσπαθήσουμε, ἰδίως οἱ γονεῖς, νὰ γίνουμε τακτικοὶ στὸν ἐκκλησιασμό. Διότι ἔρχονται ἡμέρες σκληρές, ἔρχεται θύελλα. Θὰ τιμωρηθοῦμε, ἀδελφοί μου, γιὰ τὰ πολλά μας ἁμαρτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων τρία εἶνε τὰ κορυφαῖα· βλασφημίες, διαζύγια, ἐκτρώσεις. Ἰδίως οἱ ἐκτρώσεις. Τὰ εἶπα, μάλλιασε ἡ γλῶσσα μου, κ᾿ ἐξακολουθῶ νὰ διαμαρτύρωμαι. «Ὅποιος σκοτώνει παιδί, σκοτώνει τὸ Χριστό», λέει ὁ Ντοστογιέφσκυ. Σβήνουμε, ἐνῷ οἱ Τοῦρκοι καταπληκτικῶς αὐξάνουν. Ἐν τούτοις τὸ κράτος μὲ νόμο βραβεύει τοὺς σφαγεῖς…
Δολοφόνοι! Πῶς νὰ μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεός;
Πρέπει νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ἐπιστρέψουμε σ᾿ αὐτόν, γιὰ νὰ γίνη ἵλεως. Νὰ ποῦμε ὅλοι ἐν μετανοίᾳ καὶ συντριβῇ τὸ «Κύριε ἐλέησον» ὅπως ἡ Χαναναία.
Είθε ὁ Θεός, διὰ πρεσβειῶν τῶν ἁγίων νὰ μᾶς ἐλεήσῃ, ὥστε τὸ κακὸ νὰ περιορισθῇ καὶ νὰ δοξάζεται ἡ ἁγία Τριάς, Πατὴρ Υἱὸς καὶ ἅγιον Πνεῦμα, εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ἱ. ναὸς Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης 31-1-1993)