Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Ἐ μ π α ι γ μ ὸ ς (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


Κυριακή των Αγίων Πάντων

Ἐ μ π α ι γ μ ὸ ς

(+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

  

Τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, ἀγαπητοί μου, ἱστορεῖ τὴν ἄθλησι καὶ τὰ μαρτύρια τῶν ἁγίων Πάντων. Ποιός δὲν θαυμάζει τὴν καρτερία τους;Μὴ λησμονοῦμε ὅμως, ὅτι οἱ σωματικοὶ πόνοι ποὺ ὑπέμειναν ἦταν ἕνα μέρος μόνο τοῦμαρτυρίου τους. Οἱ ἅγιοι Πάντες εἶχαν κ᾿ ἕναν ἄλλο πόνο νὰ ὑπομείνουν. Καὶ αὐτὸς εἶνε ὁ ἐμπαιγμός . Γι᾿ αὐτὸ τώρα δὲν θὰ σᾶς μιλήσω γιὰ τὰ φοβερὰ σωματικά τους μαρτύρια.Θὰ σᾶς μιλήσω μόνο γιὰ τὸν ἐμπαιγμό, γιὰ τὴν κοροϊδία, ποὺ ὑπέμειναν οἱ ἅγιοι Πάντες,σύμφωνα μ᾿ αὐτὰ ποὺ λέει ὁ σημερινὸς ἀπόστολος.

«Ἐμπαιγμῶν», λέει, «καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον» (Ἑβρ. 11,36) , δοκίμασαν δηλαδὴ τὸν ἐμπαιγμό. Ποιός εἶνε αὐτὸς ὁ ἐμπαιγμός; Ἂν ἀνοίξουμε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, θὰ δοῦμε ὅτι πολλοὶ ἱεροὶ ἄνδρες ἔγιναν ἀντικείμενο γελοιότητος καὶ χλευασμοῦ
.⃝ -Παράδειγμα πρῶτο ὁ Νῶε . Ἦταν δίκαιος.Πίστευε στὸ Θεὸ καὶ ἔλεγε στοὺς συγχρόνους του νὰ παύσουν ν᾿ ἁμαρτάνουν. Ἐκεῖνοι τὸν ἐνέπαιζαν, τὸν κορόιδευαν. Κι ὅταν ὁ Νῶε τοὺς εἶπε ὅτι ἔρχεται τιμωρία καὶ τὸν εἶδαν νὰ φτειάχνῃ καράβι στὴν ξηρά, αὐτοὶ δι-ασκέδαζαν καὶ ἔλεγαν· Τρελλάθηκε ὁ Νῶε…
⃝ -Ἐνεπαίχθη λοιπὸν ὁ Νῶε ἀπὸ τὴν γενεά του τὴν ἄπιστη καὶ διεφθαρμένη. Ἐνεπαίχθη ἐπίσης ὁ Λὼτ ὁ δίκαιος μέσα στὰ Σόδομα καὶΓόμορρα.
.⃝ -Ἐνεπαίχθη ἀκόμη ὁ Ἰώβ . Ὅταν τὸν εἶδαν φτωχό, δυστυχισμένο, ἄρρωστο, τοῦ εἶπαν·Τί σὲ ὠφέλησαν οἱ δικαιοσύνες σου καὶ ἡ πίστι σου;… Κι αὐτὴ ἀκόμα ἡ γυναίκα του τοῦ εἶπε τὸν πιὸ πικρὸ λόγο· «Βλαστήμα τὸ Θεό,καὶ πέθανε». Αὐτὸς ὅμως ἀπήντησε· Γυναίκα ἄφρον, ὄχι μόνο δὲν τὸν βλαστημῶ, ἀλλὰ καὶ τὸν ὑμνῶ καὶ τὸν δοξάζω. «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος» (βλ. Ἰὼβ 1,21). Ἐνεπαίχθη, μὰ αὐτὸς δὲν γόγ-υσε, ἀλλὰ δοξολόγησε τὸ Θεό.
.⃝ -Ἐνεπαίχθη καὶ ὁ Δαυῒδ ἀπὸ καθάρματα τῆς ἐποχῆς του ὅπως ὁ Σεμεΐ, ποὺ τὸν ὕβριζε καπηλικῶς. Ἐνεπαίχθησαν δηλαδὴ ὅλοι οἱ προφῆτες. Δὲν ὑπάρχει δίκαιος τῆς παλαιᾶς διαθήκης ποὺ νὰ μὴν ἐνεπαίχθη ἀπὸ τοὺς συγχρόνους του.Ἀλλὰ γιατί πᾶμε μακριά; Ποιός εἶνε, ἀδελφοί μου, ὁ ἀρχηγός μας; ποιός εἶνε τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὠμέγα γιὰ μᾶς; Εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ἔ λοιπόν, τί τοῦ ἔκανε ὁ κόσμος; τοῦ ἔστρωσε λουλούδια νὰ περάσῃ; Ἐνεπαίχθη καὶ ὁ Χριστός. Καὶ ἐνεπαίχθη ὅσο κανείς ἄλλος στὸν κόσμο. Οἱ γραμματεῖς καὶ οἱφαρισαῖοι ἄνοιξαν τὰ στόματά τους καὶ τί δὲν εἶπαν ἐναντίον του! Ποιόν πιστεύετε; ἔλεγαν στὸ λαό· αὐτόν; αὐτὸς εἶνε «υἱὸς τοῦ τέκτονος», παιδὶ τοῦ μαραγκοῦ (Ματθ. 13,55) . Τί τὸν πιστεύετε αὐτόν; εἶνε «φίλος τελώνων καὶ ἁμαρτωλῶν» , εἶνε «φάγος καὶ οἰνοπότης» , ἀκόμα καὶ «δαιμόνιον ἔχει» (Ματθ. 11,19) · αὐτὸς δηλαδή, ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἀγγέλων, ὠνομάστηκε ἀρχηγὸςτῶν δαιμόνων (πρβλ. Ματθ. 9,34· 12,24. Μᾶρκ. 3,22. Λουκ. 11,15) . Καὶ σὲ μιὰ περίπτωσι εἶπαν, ὅτι «τρελλάθηκε» (Μᾶρκ. 3,21)! Ἀλλὰ ἡ κατ᾿ ἐξοχὴν ἡμέρα τῶν ἐμπαιγμῶν,τῆς ἐξουθενώσεως καὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἡ Μεγάλη Παρασκευή . Τότε οἱ Ἰουδαῖοι μαζεύτηκαν κάτω ἀπὸ τὸ πραιτώριο, κι ὅταν ὁ Χριστὸς εἶπε ὅτι, Ἐγὼ εἶμαι βασιλεὺς ἀλλὰ πολὺ διαφορετικὸς ἀπὸ τοὺς βασιλιᾶδες τοῦ κόσμου («ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου»Ἰω. 18,36), τότε τὸν πῆραν οἱ στρατιῶτες καὶ ἀφοῦ τὸν ἔγδυσαν τοῦ φόρεσαν μιὰ ψεύτικη χλαμύδα. Ἐπάνω στὸ κεφάλι του, ἀντὶ νὰ βάλουν στέμμα, ἔβαλαν ἕνα ἀγκάθινο στεφάνι. Στὸ χέρι τοῦ ἔδωσαν ἕνα καλάμι, καὶ κατόπιν γονάτισαν μπροστά του περιπαικτικά. Τὸν ἔφτυναν, τὸν βλαστημοῦσαν καὶ τοῦ ἔλεγαν «Χαῖρε, ὁ βασιλεὺς» ἡμῶν (Ματθ. 27,29. Μᾶρκ. 15,18. Ἰω. 19,3) . Κι ὅταν ἀνέβηκεἐπάνω στὸ σταυρό, περνοῦσαν ἀπὸ κάτω καὶ τὸν ἔφτυναν μικροὶ - μεγάλοι. Τὸν ἔφτυναν ἀκόμα κι αὐτοὶ οἱ συγκατάδικοί του· «Τὸ δ᾿ αὐτὸ καὶ οἱ λῃσταὶ οἱ συσταυρωθέντες αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν» , τὸν ἐνέπαιζαν (Ματθ. 27,44. Μᾶρκ. 15,32) .Ἰδού λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁΧριστός, ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας, μέσα στὸν ἄπιστο καὶ διεφθαρμένο κόσμο ἔγινε ἀντικείμενο χλευασμοῦ, ἐξευτελισμοῦ καὶὀνειδισμοῦ.
Καὶ μέχρι σήμερα ἐξακολουθεῖ ὁ ἐμπαιγμός. Ναί, ἀδελφοί μου· ἐμπαίζονται τὰ ὅσιακαὶ ἱερά, ἐμπαίζονται οἱ εὐσεβεῖς. Δὲν τὸ καταλάβαμε σὲ ποιά ἐποχὴ ζοῦμε. Τὰ εἶπε ὁ Θεός. Ἀγοράστε Ἀποκάλυψι καὶ διαβάστε, νὰ δῆτε σὲ ποιά χρόνια εἴμαστε. Εἶνε τὰ χρόνιατοῦ Νῶε, («ὥσπερ αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε» Ματθ. 24,37),τὰ χρόνια τοῦ Λώτ, τὰ χρόνια ποὺ μᾶς περιμένει ἡ μεγάλη καταστροφὴ γιὰ ὅλες τὶς ἁμαρτίες καὶ τοὺς ἐμπαιγμούς μας.
Κοιτάξτε νὰ δῆτε. Ἐὰν ἕνας νέος εἶνε μοντέρνος, πηγαίνῃ στὰ κέντρα διασκεδάσεως,περνάῃ τὶς νύχτες του μὲ γύναια ἁμαρτωλά,ἔχῃ τὸ σπίτι του μόνο ὡς ξενοδοχεῖο ὕπνου καὶ φαγητοῦ, τρέχῃ στὰ γήπεδα καὶ δίνῃ κλωτσιὲς στὴ μπάλλα, αὐτὸς θεωρεῖται σπουδαῖος καὶ ὅλοι τὸν χειροκροτοῦν. Ἐὰν ἕνας νέος ἀγαπᾷ τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα του, γυρίζῃ στὸ σπίτι μόλις βραδιάσῃ, κρατάῃ τὸ Εὐαγγέλιο στὰ χέρια του, αὐτὸν ὅλοι τὸν κοροϊδεύουν· Ὤ τὸν καλόγερο! λένε. Τὸν τεντυμπόη τὸν ὑψώνουν μέχρι τρίτου οὐρανοῦ· τὸ παιδὶ ποὺ πιστεύει στὸ Θεὸ ζητοῦν νὰ τοῦ ῥίξουν χιόνι καὶ νὰ τὸν ἐξουθενώσουν. Ἐὰν μία νέα εἶνε μοντέρνα, ἐὰν τώρα τὸ καλοκαίρι πετάῃ τὰ ροῦχα της καὶ ἐκθέτῃ τὶς σάρκες της σὰ τὰ κρέατα ποὺ κρεμᾶνε στὰ κρεοπωλεῖα, ἐὰν τρέχῃ στὰ κέντρα, στὰ πάρτυ καὶ στὰ χοροδιδασκαλεῖα, ὁ κόσμος τὴ θαυμάζει καὶ λέει· Τι μοντέρνο καὶ προωδευμένο κορίτσι!…. Ἂν μία κόρη ντύνεται σεμνά, πιστεύῃ στὸ Χριστό, πηγαίνῃ στὴν ἐκκλησία, λατρεύῃ τὸ Θεὸ καὶ προσκυνᾷ τοὺς ἁγίους, τότε λένε· Ὤ τὴν«παπαδιά», τὴν καθυστερημένη!… Στὴ γενεά μας λοιπὸν ἐμπαίζεται ὁ εὐσεβὴς καὶ τιμᾶται ὁ ἀσεβής .
Ἂν μπῆτε σὲ λεωφορεῖο ἢ καράβι ἢ ἀεροπλάνο καὶ κάνετε τὸ σταυρό σας, θὰ γελάσουνοἱ μοντέρνοι. Ἂν καθήσετε στὸ ἑστιατόριο καὶ κάνετε τὸ σταυρό σας, θὰ σᾶς εἰρωνευθοῦν.
Στὰ παλιὰ τὰ εὐλογημένα χρόνια, ὅταν ἔβλεπαν παπᾶ στὸ δρόμο, ἔτρεχαν καὶ φιλοῦσαντὸ χέρι του. Τώρα, μόλις παρουσιαστῇ παπᾶς, τὸν χλευάζουν καὶ κάνουν ἀπρεπεῖςχειρονομίες. Ἀλλὰ θὰ ᾿ρθῇ ὥρα ποὺ ἡ Ἑλλὰς δὲν θά ᾿χῃ παπᾶδες. Γιατί ὁ νέος νὰ γίνῃ παπᾶς; γιὰ νὰ τὸν ἐμπαίζῃς ἐσὺ καὶ νὰ τὸν ἐξευτελίζῃς μὲ τὶς αἰσχρὲς χειρονομίες σου;Τὸ προεῖπε ἡ Γραφή· Θὰ παρουσιαστοῦν «ἐμπαῖκται» (Β΄ Πέτρ. 3,3. Ἰούδ. 18) ! Καὶ ἰδού, γέμισε ὁ κόσμος ἐμπαῖκτες . Κοροϊδεύουν τὰ ὅσια καὶ τὰ ἱερά.
Σὲ κάποια ἐνορία ἑώρταζε ὁ ναός, καὶ βγῆκαν μὲ τὰ ἑξαπτέρυγα νὰ κάνουν λιτανεία συνοδείᾳτῆς μουσικῆς τοῦ δήμου . Καὶ ἐνῷ ἔψαλλαν τὰ ἐκκλησιαστικὰ ᾄσματα καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα ἦταν ἱερά, καὶ ἐνῷ ὅλοι ἔπρεπε τὴνὥρα ἐκείνη νὰ παρακαλοῦν τὸ Θεὸ νὰ μᾶς λυπηθῇ καὶ νὰ μὴ ῥίξῃ φωτιὰ νὰ μᾶς κάψῃ γιὰτὶς πορνεῖες τὶς μοιχεῖες καὶ τὶς βλαστήμιες μας· τὴν ὥρα ἐκείνη, ποὺ ὁ λαὸς συνώδευε τὴν εἰκόνα, κάποιος «σφύριξε» τὴν εἴδησι, ὅτι νίκησε μία ὁμάδα στὸ φουτ-μπώλ. Τότε ἡ μουσικὴ τοῦ δήμου ἀλλάζει ἀμέσως «σκοπὸ»καὶ ἀρχίζει νὰ παίζῃ μιὰ κοσμικὴ μελῳδία, ἐνῷ διαρκοῦσε ἀκόμα ἡ λιτανεία καὶ ἐνῷ συνώδευαν τὴν ἱερὰ εἰκόνα! Καταντήσαμε ἐμπαῖκτες…
Στὰ χρόνια αὐτά, ἀδέρφια μου, «στῶμεν καλῶς»! Μέσα στὴ γενεά μας αὐτή, γενεὰ Σοδόμων καὶ Γομόρρας, γενεὰ ἀπίστων καὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων, γενεὰ πονηρὰ καὶ διεστραμμένη ἀπ᾿ ἄκρου εἰς ἄκρο, «στῶμεν καλῶς»! Σὰν στρατιώτης ποὺ κρατάει τὴ σημαία τοῦ Χριστοῦ, ἂς σταθοῦμε καλῶς!Κι ἂν ἀκόμα μείνῃς ἕνας, ἀδελφέ μου, μὴν ἀπογοητευθῇς. Κι ἂν ἀκόμα ὅλη ἡ πόλις ἢ τὸ χωριό σου, μὲ τόσους κατοίκους, ἀρνηθοῦν τὸ Χριστό, σὺ μὴν τὸν ἀρνηθῇς. Κι ἂν ἀκόμη πάνω στὸ κάθε σπίτι ὑψωθῇ ἡ παντιέρα τοῦ διαβόλου, στὸ δικό σου τὸ σπίτι νὰ μὴν ὑψωθῇ.
Ἕνας νὰ μείνῃς, πίστευε στὸ Θεό! Γιατὶμπορεῖ νὰ εἶνε ψέματα τὰ ἄστρα, ψέματα ὁ ἥλιος, ψέματα ὁ κόσμος, ψέματα καὶ οἱ βασιλιᾶδες, ψέματα τὰ παλάτια, ὅλα νὰ εἶνε ψέματα· ἕνα δὲν εἶνε ψέμα, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-
Μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας, ποὺ ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ.Παντελεήμονος Τράχωνες -Γλυφάδας (σήμερα Ἁλίμου τῆς ἱ. μητροπόλεως Ν. Σμύρνης) τὴν 9-6-1963.