Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Ποια ήταν η αμαρτία των Σοδόμων;




Φαντάζει ίσως εύτελές και άκαιρο τό έρώτημα πού διατυπώνεται στον τίτλο τού άρθρου τούτου. Όλοι γνω­ρίζουν ότι τό βδελυρό άνοσιούργημα τών κατοίκων τών Σοδόμων, της Γομόρρας και τών γύρω άπό αύτές πόλεων ήταν τό διαστροφικό πάθος της ομοφυλοφιλί­ας. Πάθος τόσο βδελυκτό στά μάτια τού Θεού, ώστε οί πόλεις αύτές νά παραμέ­νουν ύπόδειγμα αιώνιο της φρικτής άποδοκιμασίας τού Θεού μέ τή βαριά τιμωρία πού ύπέστησαν, άφανιζόμενες άπό προ­σώπου γης μέ θειάφι και φωτιά (βλ. Γεν. ιθ' 24-25).

Ωστόσο, μέσα στήν Αγία Γραφή έχου­με μία άναφορά στό άμάρτημα τών Σοδομιτών άπό τό στόμα τού ίδιου τοΰ Θεού, πού μας συγκλονίζει άκόμα περισσότε­ρο. Γύρω στό 600 π.Χ. ό Θεός μέσω τού προφήτη 'Ιεζεκιήλ προειδοποιεί τούς άμετανόητους 'Ιουδαίους γιά τήν τιμωρία πού πρόκειται νά έπέλθει κατά της Ιερου­σαλήμ λόγω τής τραγικής άποστασίας της άπό τό νόμο Του και τής γενικής δι­αφθοράς της. 'Ονομάζει ό παντοκράτωρ Κύριος τά Σόδομα άδελφή τής Ιερουσα­λήμ, έξαιτίας τής παρόμοιας διαφθοράς, και κατονομάζει τό άμάρτημα τής πόλε­ως τών Σοδόμων, έξηγώντας παράλληλα γιατί τήν κατέστρεψε ό Ίδιος και ταυ­τόχρονα άπειλώντας τήν Ιερουσαλήμ ότι τήν 'ίδια τύχη θά έχει κι αύτή.
Αύτό πού μάς έκπλήσσει στά λόγια τού Θεού είναι ότι τό άμάρτημα τών Σοδόμων δέν ονομάζεται άπό τόν καρδιογνώστη Κύριο όπως έμείς τό ξέρουμε, άλλά δια­φορετικά.
Διαβάζουμε: «Πλήν τούτο τό άνόμημα Σοδόμων τής άδελφής σου». πό ήταν τό άμάρτημα τών Σοδόμων, τής πόλε­ως αύτής πού άποδείχθηκε άδελφή σου. Ποιό;
«Ύπερηφανία» (Ιεζ. ις' 49)!
Ή ύπερηφάνεια, ή καύχηση, τό θράσος, ή άλαζονεία! Και έξηγεί ό άγιος Θεός: «Εμεγαλαύχουν και έποίησαν άνομήματα ένώπιον έμού» (στίχ. 50). Ήταν αλαζόνες, λέγει, και καυχώνταν, κόμπαζαν γι΄ αύτά πού έκαναν, και τις αμαρτίες τους δέν τις έκαναν κρυφά, άλλά φανερό, μπροστά μου, στό φώς της ήμέρας, μέ αύθάδεια και άναισχυντία, χωρίς συστολή και φόβο. «Τήν αμαρτίαν... ούχί λάθρα έπαισχυνόμενοι πεποιήκασιν, άλλ' οιονεί έπαγαλλόμενοι τί έργασία των πονηρών άνήγγειλαν πάσι και ένεφάνισαν», σχο­λιάζει σέ άνάλογο άγιογραφικό χωρίο (Ησ. γ' 9) και ό Μ. Βασίλειος. Τήν άμαρτία τή διέπρατταν όχι κρυφά και μέ ντρο­πή, άλλά τή διέδιδαν παντού και τή δια­φήμιζαν, σάν νά άγάλλονταν μέ τά βρώ­μικα έργα πού έκαναν.
Γι' αύτό κι 'Εγώ, συνεχίζει στό λόγο Του ό δικαιοκρίτης Κύριος, τούς άφάνισα άπό προσώπου γης, έτσι πού τούς είδα νά φέ­ρονται. «Και έξήρα αύτάς καθώς είδον» (στίχ. 50).
Συγκλονιστικός ό θεϊκός λόγος: «Τούτο τό άνόμημα Σοδόμων»: όχι αύτό πού θά περιμέναμε νά άκούσουμε, άλλά «ύπερηφανία».
Έχει βάθος ή θεϊκή έτυμηγορία. Παρου­σιάζει τή ρίζα και αίτία της έκφυλιστικής, διαστροφικής άμαρτίας τών Σοδομιτών, πού δέν ήταν άλλη άπό τήν άλαζονεία, τήν αύθάδεια, τόν κομπασμό, τήν ύβρι ένώπιον τού Θεού. Δέν ήταν μόνο ότι άμάρταναν, άλλά και καυχώνταν γιά τήν άμαρτία τους. Αύτό ήταν τό έξοργιστικό στά μάτια του Θεού. Και γι' αύτό τούς έξήλειψε.
Γιατί τά γράφουμε αύτά;...
Φρίκη! Φρίκη, καθώς παρατηρεί κανείς τήν ταυτότητα στις διαθέσεις τών Σοδο­μιτών μέ τούς νεοσοδομίτες. Λές κι έχουν γραφεί τά λόγια αύτά του 600 π.Χ. γιά όσα σήμερα λαμβάνουν χώρα σέ όλο τόν κόσμο, και στήν πατρίδα μας.
«Gay pride»! Παρέλαση ομοφυλοφίλων σέ πρωτεύουσα και συμπρωτεύουσα, μέ κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα και διαφήμισή τους: «Pride»! Καύχηση! 'Υπερη­φάνεια!
Είναι νά μή φρικιά κανείς διαπιστώνον­τας τήν ομοιότητα; «Και έξήρα αύτάς κα­θώς είδον». Γι΄ αύτό τούς κατέστρεψα, δηλώνει ό Θεός...
Όσοι σ' αύτόν έδώ τόν τόπο θέλουμε άκόμα νά στεκόμαστε έπάνω στό φόβο του Θεού- όσοι άγωνιούμε νά μήν καταντήσει ή πατρίδα μας «εις βάθος κακών», ώστε νά «καταφρονεί», νά μήν ύπολογίζει τί­ποτε (Παρ. ιη' 3)· όσοι δέν άντέχουμε νά βλέπουμε τήν πατρίδα μας νά μεταβάλ­λεται σέ Σόδομα και Γόμορρα..., άς έννοήσουμε τό βάθος τών θείων λόγων. 'Άς λεπτύνουμε τά πνευματικά μας αισθητή­ρια, γιά νά μπορέσουμε νά διαπιστώσου­με τό εύρος της «ύπερηφανίας», δηλαδή της προκλητικής και αύθάδους άναισχυντίας πού έχει κατακλύσει τόν κόσμο μας, τήν έποχή μας, τούς δρόμους τών πόλεών μας, τις άφίσες και γιγαντοοθόνες τού ύλόφρονος πολιτισμού μας, τό «στύλ» της ζωής μας, τις ίδιες τις καρδιές μας, γι' αύτό και τις αισθητικές έπιλογές και προ­τιμήσεις μας- όλο αύτό τό κλίμα, τήν άτμόσφαιρα μέσα στήν όποια κινούμαστε και ή όποια εύνοεί τήν έμφάνιση διαρκώς νέ­ων παρόμοιων έκτρωμάτων...
Άς καταλάβουμε τή σοβαρότητα τών περιστάσεων, τό χείλος τοϋ γκρεμού στό όποιο βρισκόμαστε, κι άς φορέσουμε έπά­νω μας «σάκκο και σποδό». Νά πέσου­με στά γόνατα, νά ύψώσουμε τά χέρια, νά κλαύσουμε ένώπιον του Θεού παρα­δεχόμενοι ότι «ήμάρτομεν, ήνομήσαμεν, ήδικήσαμεν» ένώπιον Του (πρβλ. Δαν. γ', Προσ. 5) κι ότι μετανοούμε- έπιστρέφουμε άπό τόν μάταιο όγκο, τήν κενοδο­ξία, τή ματαιοδοξία μας, τόν τύφο και τήν άλαζονεία μας, στόν άγνότατο φόβο Του. Αύτόν τόν φόβο, τόν φόβο του Θεού, τό δέος, τήν εύλάβεια, τή συναίσθηση της άπανταχού παρουσίας Του άς καλλιερ­γήσουμε στούς εαυτούς μας και στά παι­διά μας.
Άλλος δρόμος δέν ύπάρχει. Ή προει­δοποίηση τού νόμου του Θεού είναι σαφής: Τήν ύβρι τήν άκολουθεί ή συντριβή, και «Κύριος ύπερηφάνοις άντιτάσσεται» (Παρ. ις' 18, γ' 34).
Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”
πηγή