Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ

ΑΧΙΛΛΕΑ Β. ΠΙΤΣΙΛΚΑ  Δρ.Θεολογίας
http://agonasax.blogspot.gr/2014/10/blog-post_80.html


   (Ομιλία που έγινε σε κινηματοθέατρο της Λαρίσης με αφορμή τον μοναδικό στα χρονικά Αγώνα των Αγωνιζομένων Χριστιανών Λαρίσης, οι οποίοι απαιτούσαν την αποκατάσταση του μαρτυρικού μητροπολίτου Θεολόγου. 
  Η διοικούσα Εκκλησία αντί να ικανοποιήσει αμέσως το δίκαιο αίτημα των πιστών Χριστιανών, υπηρετώντας σκοτεινά συμφέροντα, επέβαλλε δια της βίας των οργάνων της πολιτείας πέραν κάθε νομιμότητας και κανονικότητας τους μοιχεπιβάτες Δημήτριο Μαυρογόνατο-Μπεκιάρη τον οποίο και έδιωξαν και έπειτα τον Σαλαμίνιο Ιγνάτιο Λάππα.  Αμφότεροι της αυλής του αρχιεπισκόπου Σεραφείμ Τίκα οι οποίοι στιγμάτισαν την ιστορία της Εκκλησίας και καθαιρέθηκαν στη συνείδηση του λαού)


    Η συμμετοχή των λαϊκών στην εκλογή των επισκόπων είναι ένα σοβαρότατο και αμφι­σβητούμενο θέμα στη σημερινή εποχή. Άλλοι δηλαδή δέχονται και υποστηρίζουν δεσποτο­κρατικά ότι η συμμετοχή αυτή είναι εντελώς περιττή, γιατί οι επίσκοποι, ως διάδοχοι και συνεχιστές του έργου του Χριστού, είναι οι άμεσα υπεύθυνοι για την εκλογή των ε­πισκόπων «θείω δικαίω» (JURE DIVINO), και άλλοι πάλι υποστηρίζουν λαοκρατικά ότι η εκλογή αυτή είναι έργο αποκλειστικά του λαού, όπως γίνεται για παράδειγμα στους Προτε­στάντες, στους οποίους κατά κάποιο τρόπο οι κληρικοί διορίζονται, όπως και όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι.

   Ποια είναι η αλήθεια άραγε στο θέμα αυτό που δέχεται η ορθόδοξη Εκκλησία μας;

 Για τη λύση του προβλήματος αυτού θα στηριχτούμε, ως ορθόδοξοι, σε τρεις βασικές πηγές, στη διδασκαλία δηλαδή αρχικά της Αγίας Γραφής, στη διδασκαλία και παράδοση των αγίων Πατέρων μας και στις αποφάσεις των τοπικών και οικουμενικών συνόδων της Εκκλησίας.

  Για το λόγο αυτό, αυτά είναι και τα τρία μέρη ή τα κεφάλαια, στα οποία χωρίζεται το όλο θέμα μας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α. Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓ. ΓΡΑΦΗ
Από τα πρώτα ήδη βήματα της νεοσύστατης Εκκλησίας μπορούμε να παρατηρήσουμε τη στάση των αγίων Αποστόλων στην εκλογή των επισκόπων και γενικότερα των κληρικών σε πολ­λές περιπτώσεις και ειδικότερα στην εκλογή του 12ου μαθητή Ματθία, στην εκλογή των επτά διακόνων, στην εκλογή του Τιμοθέου, ως συνεργάτη του Απ. Παύλου, και μάλιστα στην Απ. Σύνοδο, που έγινε στα Ιεροσόλυμα το 49 μ.Χ. Για τα θέματα αυτά θα κάνουμε για τούτο λόγο πιο κάτω.
1.- Η εκλογή του Αποστόλου Ματθία.
Στην κενή θέση του Ιούδα έπρεπε, όπως είναι γνωστό, να τοποθετηθεί σύμφωνα με τις προφητείες της Π. Διαθήκης (Ψαλμ. 68, 26, 108, 8 κ.ά.) κάποιος άλλος, παίρνοντας τη θέ­ση του.

  Για το λόγο αυτό οι άγιοι Απόστολοι πρότειναν στο πλήθος των 120 αδελφών, που ή­ταν συγκεντρωμένοι (Πρ. 1, 15) να διαλέξουν κάποιον από τους άνδρες, που είχαν παρακο­λουθήσει από την αρχή ακόμη της δημόσιας δράσης Του τον Κύριο, ώστε να γίνει μάρτυρας της Ανάστασής Του (Πρ. 1, 22).

Δεν διάλεξαν δηλαδή από μόνοι τους και κατά τρόπο αυταρχικό εκείνον που αυτοί ή­θελαν, ούτε πολύ περισσότερο ενήργησε μονάχος του ο Απ. Πέτρος, αλλά κατά τη διαβεβαίω­ση του Ιερ. Χρυσοστόμου επέτρεψε «τω πλήθει την κρίσιν…, τους τε γινομένους αιδεσίμους ποιών και αυτός απαλλαττόμενος απεχθείας προς τους άλλους» (βλ. Π. Τρεμπέλα, Η συμμετοχή του λαού εν τη εκλογή των επισκόπων, Αθήναι 1955, 7).
 Κατά τον τρόπο αυτό όλα τα 120 πρόσωπα «έστησαν δύο, Ιωσήφ τον καλούμενον Βαρσαββάν, ός απεκλήθη Ιούστος, και Ματθίαν» (Πράξ. 1, 23) και κατόπιν προσευχήθηκαν, ώ­στε ο ίδιος ο Κύριος να αναδείξει τον ένα. Από το παράδειγμα αυτό γίνεται φανερό ότι οι άγιοι Απόστολοι δεν τοποθέτησαν αυταρχικά και από μόνοι τους τον 12ο μαθητή, αλλά με την συνεργασία του πιστού λαού, που κατά τον Απ. Πέτρο είναι «λαός εις περιποίησιν» (Α. Πέτρ. 2, 9-10). Δεν εργάστηκαν δηλαδή κατά τρόπο παπικό, «ως κατακυριεύοντες των κλήρων» (Α. Πετρ. 5, 3), αλλά συνοδικό και δημοκρατικό, συνεργαζόμενοι ταπεινά και συμπαραστατούμενοι από τον ευσεβή λαό, που εκείνη την εποχή είχαν κοντά τους, γιατί πί­στευαν ότι είναι λαός «υπό του Θεού ηλεημένος» (Α΄ Πέτρ. 2, 20).

Για τούτο λέγει και πάλι ο Ιερ. Χρυσόστομος ότι «ουχί αυτός (ο Πέτρος) αυτούς (δηλαδή τους δύο υποψηφίους) έστησεν, αλλά πάντες» (Βλ. Π. Τρεμπέλα, όπου π, 7). «Άκουσον γουν επί των Αποστόλων», λέγει και πάλι ο Ιερ. Πατέρας, «πώς αλλαχού τους αρχομένους κοινωνούς της γνώμης ελάμβανον∙ και γαρ... ότε τον Ματθίαν ο Πέτρος, τοις παρούσιν άπασι τότε και ανδράσι και γυναιξίν... τω πλήθει την κρίσιν επιτρέπει» (εις Β΄ Κορ. 18, 3, PG 61, 427-428. Εις Πρ. 3, 2, PG 6 60, 35).

Από τα πιο πάνω δεν συνάγεται, βεβαία ότι οι άγιοι Απόστολοι δεν είχαν το δικαίωμα να διαλέξουν το Ματθία και από μόνοι τους. Ήθελαν όμως να έχουν στο θέμα αυτό οπωσδήπο­τε και τη συμπαράσταση όλων των πιστών, με τους οποίους αποτελούσαν στην πραγματικότη­τα ένα σώμα. Κάθε απομάκρυνση επομένως του λαού από τα πράγματα της Εκκλησίας έρχεται σε αντίθεση με την αρχαιοπαράδοτη πράξη της Εκκλησίας και για τούτο επιφέρει κινδύνους, αφήνοντας ανεξέλεγκτους και ασύδοτους τους επισκόπους, ώστε να λησμονούν σε ορισμένες περιπτώσεις τη θέση και την αποστολή τους.
2.- Η εκλογή των 7 Διακόνων.
Κατά παρόμοιο τρόπο έγινε και η εκλογή των 7 Διακόνων (Πρ.6, 1εξ.). Κατά την εκ­λογή αυτή δηλαδή, επειδή οι Χριστιανοί άρχισαν να αυξάνονται πάρα πολύ (Πρ. 6, 1), οι ά­γιοι Απόστολοι προσκάλεσαν το μεγάλο πλήθος των πιστών και σ’ αυτό ανέθεσαν αποκλειστι­κά την εκλογή των 7 Διακόνων. «Προσκαλεσάμενοι δε οι δώδεκα το πλήθος των μαθητών», λέγει χαρακτηριστικά ο Ευαγγ. Λουκάς, «είπον∙ ουκ αρεστόν εστιν ημάς, καταλείψαντας τον λόγον του Θεού, διακονείν τραπέζαις∙ επισκέψασθε ούν, αδελφοί, άνδρας εξ ημών μαρτυρουμένους επτά, πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας, ούς καταστήσομεν και της χρείας ταύτης» (Πρ. 6, 2-3).
  Με τον τρόπο αυτό οι άγιοι Απόστολοι δεν διάλεξαν, κατά τη διαβεβαίωση και πάλι του ιερ. Χρυσοστόμου, «οικεία γνώμη» τους διακόνους τους, αλλ’ ανέθεσαν την εργασία αυτή «τω πλήθει», ώστε να προβληθούν άνθρωποι «υπό πάντων μαρτυρούμενοι» (Εις Πραξ. 3, 2, PG 60, 35).
 Τα πιο πάνω λόγια των Αποστόλων, που φανέρωναν οπωσδήποτε το ταπεινό φρόνημά τους, φάνηκαν αρεστά στο λαό, που, συμβάλλοντας και αυτός στην κοινή εκκλησιαστική ζωή, διά­λεξε τα επτά εκείνα πρόσωπα, που χειροτονήθηκαν κατόπιν από τους Αποστόλους διάκονοι της Εκκλησίας (βλ. Πρ. 6, 5-6). Από την εκλογή αυτή γίνεται φανερό ότι οι Άγιοι Απόστο­λοι δεν κυβερνούσαν το σκάφος της Εκκλησίας αυταρχικά, αλλά δημοκρατικά, δηλαδή σε στε­νή συνεργασία πάντοτε με το πλήθος των πιστών, το λογικό ποίμνιό τους.

(Σημ. Για τον πιο πάνω λόγο είναι αξιοσημείωτα για μας και τα όσα σημειώνει για το θέμα αυτό ο Ιωάννης Καρμίρης, γράφοντας ότι «Η κυβέρνηση της Εκκλησίας ασκείται μεν από τους επισκόπους εν ονόματι του Χριστού και όχι εν ονόματι του εαυτού τους ή του λαού, αλλά πάντοτε σε στενή συνεργασία πρώτα με τους πρεσβυτέρους και μετά με τους λαϊκούς, μέσα στα διαγραφόμενα όρια των ιερών κανόνων». Η θέση και η διακονία των λαϊκών στη ορθόδοξη εκκλησία, Αθήναι 1988, 32).
  3.- Η εκλογή και χειροτονία του Τιμοθέου.
  Ο Απ. Παύλος, όπως είναι γνωστό, είχε περάσει από την πόλη των Λύστρων, στην οποία διέμεινε ο νεαρός Τιμόθεος, κατά την πρώτη περιοδεία του. Όταν ξαναπέρασε κατά τη δεύ­τερη περιοδεία του από τα Λύστρα, θέλησε να τον πάρει μαζί του, ως βοηθό και συνεργάτη, στο έργο της ιεραποστολής. Για το σκοπό αυτό όμως δεν στηρίχθηκε μονάχα στη δική του αντίληψη, δηλαδή στη γνώμη που είχε σχηματίσει ο ίδιος για τον Τιμόθεο, αλλά και στη γνώμη όλων των Χριστιανών, που γνώριζαν το νεαρό εκείνο μαθητή του. Ρώτησε για τούτο τους Χριστιανούς όχι μονάχα των Λύστρων, αλλά και της μακρυνότερης πόλης του Ικονίου. Και όταν αυτοί τον διαβεβαίωσαν με τα καλύτερα λόγια για την ενάρετη ζωή και διαγωγή του Τιμοθέου, τότε κι εκείνος αποφάσισε να τον πάρει μαζί του, ως συνεργάτη στο έργο της ιεραποστολής, και αργότερα να τον χειροτονήσει (βλ. Πρ. 16, 2 κ.εξ.).

Από το παράδειγμα αυτό γίνεται φανερό ότι οι Αγ. Απόστολοι δεν ζητούσαν τη γνώμη του πιστού λαού από φιλοφρόνηση, αλλά από μια ουσιώδη ανάγκη, γιατί, καθώς μετέβαιναν από πόλη σε πόλη, δεν γνώριζαν με ακρίβεια την ψυχική κατάσταση και τον τρόπο της ζωής εκείνων, που ήθελαν να χειροτονήσουν, όπως οι εντόπιοι (βλ. Ανθίμου Σίσκου, Μητρ. Νουβίας, Ο χαρακτήρ του πολιτεύματος της Ορθ. Καθ. Εκκλησίας, «Εκκλησιαστικόν βήμα» 102-103/1957, 4).
4.- Η αποστολική Σύνοδος.
Στην αποστολική Σύνοδο μπορεί να παρατηρήσει ο καθένας την άριστη συνεργασία με­ταξύ των Αποστόλων και των αδελφών σε όλα τα θέματα.

Στην αρχή της συνόδου αυτής δηλαδή επέτρεψαν οι Άγιοι Απόστολοι να πάρουν το λόγο οι αδελφοί εκείνοι «εκ των Φαρισαίων», που είχαν κάποιες ενστάσεις για τον τρόπο της ιεραποστολής του Βαρνάβα και του Παύλου. Ύστερα είπαν τη γνώμη τους με πολλή ταπείνωση και οι άγιοι Απόστολοι, ως μέλη της Εκκλησίας και όχι σατραπικά.

Και τελικά αποφάσισαν όλοι μαζί, οι Απόστολοι και οι πρεσβύτεροι και οι αδελφοί (Πρ. 15, 22-23), να διαλέξουν «ομοθυμαδόν» (Πρ. 15, 25) κάποιους άνδρες, ώστε να τους στείλουν, ως εκπροσώπους και συνεργάτες τους, στην Αντιόχεια, για να μεταφέρουν τις α­ποφάσεις της Συνόδου. «Οι Απόστολοι, έγραψαν χαρακτηριστικά στην επιστολή τους, και οι πρεσβύτεροι και οι αδελφοί της κατά την Αντιόχειαν και Συρίαν και Κιλικίαν αδελφοίς χαίρειν. Επειδή ηκούσαμεν ότι τινές εξ υμών εξελθόντες ετάραξαν ημάς λόγοις..., έδοξεν ημίν γενομένοις ομοθυμαδόν, εκλεξαμένους άνδρας πέμψαι προς υμάς» (Πρ. 15, 23-25).

Από τα πιο πάνω γίνεται φανερό ότι οι άγιοι Απόστολοι λάβαιναν υπ’ όψιν τους πάντο­τε και τους αδελφούς, ως «Πνεύμα άγιον έχοντας» (βλ. Πρ. 6, 3. Α΄ Ιωαν. 2, 20 κ.ά.). Δεν θεωρούσαν δηλαδή τους Χριστιανούς αμελητέα ποσότητα, αλλά «συνεργούς εν Κυρίω» στο έργο της σωτηρίας των ψυχών και για τούτο από αυτούς και με τη συνεργασία τους εξέλεγαν τους συνεργάτες τους, δηλαδή «συν όλη τη Εκκλησία» (Πρ. 15, 22). Η στάση τους μά­λιστα αυτή έγινε, όπως ήταν επόμενο, παράδοση μέσα στην Εκκλησία, την οποία, όπως θα ιδούμε, ακολούθησαν και οι άγιοι Πατέρες μας.

Για τούτο δίκαια σημειώνεται κατά τη γνώμη μας από τον Π. Τρεμπέλα το εξής: «Όταν οι άγιοι Απόστολοι και αι οικουμενικαί Σύνοδοι έδωκαν, ποίος θα ετόλμα να ακυρώση ή να αθετήση αυτό, το οποίον από τοιούτον ύψιστον εν τη Εκκλησία κύρος και εξουσίαν εδόθη;» (Οι λαϊκοί εν τη Εκκλησία, Αθήναι 1976, 34) .
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β. Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ 
ΕΠΟΧΗ.
Στα χνάρια των Αγ. Αποστόλων βάδισαν κατόπιν και οι άγιοι Πατέρες, που δεν προχω­ρούσαν στη χειροτονία επισκόπου, παρά μονάχα με την ομόθυμη ψήφο και τη συναίνεση κλή­ρου και λαού. Τον τρόπο αυτό της εκλογής του επισκόπου μπορεί να παρατηρήσει ο καθένας σε πάρα πολλά παραδείγματα και μάλιστα στα εξής:
1.- Στην εκλογή του Μ. Αθανασίου.
Ύστερα από την Α΄ Οικ. Σύνοδο (325) και το θάνατο του Αρχ. Αλεξανδρείας Αλεξάνδρου διαλέχτηκε και τοποθετήθηκε στο θρόνο τον πατριαρχικό ο Μ. Αθανάσιος «ψήφω του λαού παντός», λέγει, ο Άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος, «ου φονικώς και τυρρανικώς, αλλ’ αποστολικώς και πνευματικώς» (Λόγ. 21, 8, PG 35, 1089). Την εκλογή αυτή δηλαδή δεν τη ζητούσε ένας ή δύο επίσκοποι, αλλά ολόκληρο το πλήθος του κλήρου και του λαού με ε­πιμονή πολλή. «Παν το πλήθος και πάς ο λαός της καθολικής εκκλησίας, ώσπερ εκ μιας ψυ­χής και σώματος συνεληλυθότες», λέγει ο ίδιος ο Αθανάσιος, «ανεβόων, έκραζον, αιτού­ντες Αθανάσιον επίσκοπον τη Εκκλησία» (Απολογ. κατά Αρειανών 6, PG 25, 260).

Με τις φωνές βέβαια αυτές δεν επέβαλε ο λαός οχλοκρατικά την άποψή του, αλλ’ επι­σφράγισε την κοινή γνώμη της εκκλησίας, γιατί τον Αθανάσιο είχε ζητήσει και ο πατριάρ­χης Αλέξανδρος λίγο πριν από το θάνατό του. Αυτόν ήθελαν ακόμη και όλοι οι επίσκοποι και οι ασκητές, γιατί ζούσε σαν ένας των ασκητών. Οι φωνές του πιστού λαού ήταν επομέ­νως η συνευδοκία του στην εκλογή εκείνη.

Σημ.: Για τη συνευδοκία αυτή «της εκκλησίας πάσης» στην εκλογή των επισκόπων γί­νεται λόγος και από τον άγιο Κλήμεντα Ρώμης, που αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «τους κατασταθέντας (επισκόπους) υπ’ εκείνων (δηλ. των Αποστόλων) ή υφ’ ετέρων ελλογίμων ανδρών, συνευδοκησάσης της Εκκλησίας πάσης,... τούτους ού δικαίως νομίζομεν αποβάλλεσθαι της λειτουργίας» (Α΄ Κορ. 44, 3).
2.- Στην εκλογή του Πατριάρχη Κων/λης Νεκταρίου.
Κατά τρόπο δημοκρατικό, δηλαδή με τη συμμετοχή του πιστού λαού, έγινε και η εκλογή του Πατρ. Κων/λης Νεκταρίου, που αρπάχτηκε για την ενάρετη ζωή του από το λαό και οδηγή­θηκε μπροστά στους Πατέρες της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, που τον χειροτόνησαν επίσκοπο. Για τούτο οι Πατέρες εκείνοι βεβαίωσαν ύστερα από τη χειροτονία ότι «τον θεοφιλέστατον Νεκτάριον επίσκοπον κεχειροτονήκαμεν επί της οικουμενικής Συνόδου μετά κοινής ομονοίας υπ’ όψεσι και του θεοφιλεστάτου βασιλέως Θεοδοσίου, παντός τε του κλήρου και πάσης επιψηφιζομένης της πόλεως» (MANSI Γ, 585. Θεοδωρήτου, Εκ. Ιστ. Ε, 9, PG 82, 1217).
3.- Στην εκλογή του αγ. Ευσταθίου Αντιοχείας.
Η εκλογή του Αγ. Ευσταθίου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αντιοχείας έγινε μετά το θά­νατο του Φιλογονίου, οπότε «άκοντα ποιμένειν αντ’ εκείνου την εκκλησίαν εκείνην ψήφω κοινή κατηνάγκασαν (τον Ευστάθιον) αρχιερείς τε και ιερείς και άπας ο λεώς (λαός) ο φιλόχριστος» (Θεοδωρήτου, Εκκλ. Ιστ. Α, 6, PG 82, 917).
4.- Στην εκλογή του αγ. Σωφρονίου Ιεροσολύμων.
Η ανάρρηση του Σωφρονίου στον αρχιερατικό θρόνο των Ιεροσολύμων έγινε σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου «ανάγκη μεγάλη και βία θεοφιλών κληρικών και ευλαβών μοναχών και πιστών λαϊκών, των πάντων πολιτών της αγίας Χριστού του Θεού ημών πόλεως» (Βλ. ΙΑ, Πράξη της ΣΤ΄ οικ. Συνόδου, MANSI ΙΑ, 464).
5.- Στην εκλογή αγ. Αμβροσίου Μεδιολάνων.
Μετά το θάνατο του επισκόπου Μεδιολάνων Αυξεντίου το 374 μ.Χ. συγκεντρώθηκε, όπως ήταν επόμενο, ο λαός για την εκλογή του νέου μητροπολίτου. Κατά τη συγκέντρωση μάλιστα εκείνη ο λαός είχε διχαστεί, γιατί άλλοι ήθελαν επίσκοπο φιλοαρειανό και άλλοι ορθόδοξο. Στην περίσταση ακριβώς εκείνη ο Αμβρόσιος, ως διοικητής της περιοχής Αιμιλίας και Λυγουρίας, προσπάθησε να καθησυχάσει τα πνεύματα, λέγοντας ότι δεν έπρεπε να ερίζουν, αλλά να εκλέξουν τον πιο άξιο. Την ώρα εκείνη όμως που έλεγε τα πιο πάνω, ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή: «ABROSIUM EPISCOPUM». Τη φωνή αυτή ακολούθησαν τότε όλοι, επαναλαμβάνοντας το «ABROSIUM EPISCOPUM», γιατί καταλάβαιναν ότι αυτός ήταν ο πιο άξιος και κατάλληλος για τη θέση εκείνη. «Της διαμάχης εκείνης παυσάμενοι», λέγει ο Θεοδώρητος, «κοινήν αφήκαν φωνήν Αμβρόσιον σφίσι εξαιτούντες προβληθήναι ποιμένα» (Εκκλ. Ιστ. Δ, 19, PG 82, 1132). Στην απαίτηση βέβαια εκείνη ο Αμβρόσιος τα έχασε, γιατί ήταν ακόμα κατηχούμενος. Όμως «ο δήμος επέκειτο» και έτσι δέχτηκε στην αρχή το χριστιανικό βάπτισμα και κατόπιν τη χειροτονία.

Από τις περιπτώσεις αυτές και χιλιάδες άλλες, που θα μπορούσαμε να αναφέρουμε στο σημείο αυτό, όπως π.χ. των αγίων Κυπριανού, Βασιλείου, Γρηγορίου, Χρυσοστόμου, Αυγου­στίνου, Σισινίου, Μηνά, Γερμανού, κ.ο.κ., γίνεται, φανερό ότι οι επίσκοποι, κατά κανόνα εκλέγονταν «ψήφω κλήρου και, λαού παντός» στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Κάθε εκλογή επομέ­νως, στην οποία αντιτίθεται ζωηρά ο λαός, δεν είναι, εκλογή ορθόδοξη και, κατά Θεόν, αλ­λά «κατά τον ύστερον επικρατήσαντα πονηρόν τρόπον», δηλαδή, ανορθόδοξη.

«Η εκλογή των επισκόπων κατά τους πρώτους αιώνας της χριστιανικής Εκκλησίας», γράφει για τούτο χαρακτηριστικά και ο Ν. Μίλας, «εγίνετο τοιώ δε τω τρόπω. Προκειμένου να συμπληρωθή κενός επισκοπικός θρόνος, συνήρχοντο επί τω αυτώ ο τε λαός, ο κλήρος και οι επίσκοποι, της εκκλησιαστικής επαρχίας, συνδιεσκέπτοντο, όπως εξεύρωσιν άξια του επισκοπικού αξιώματος πρόσωπα, και δηλώσαντος του λαού την εαυτού γνώμην περί τούτων, εψήφιζον οι συνελθόντες επίσκοποι, τον μάλιστα άξιον του επισκοπικού αξιώματος, ή και αυ­τοί οι επίσκοποι έστιν ότε προΰτεινον πρόσωπον τι, ο δε λαός εξεδήλου την εαυτού γνώμην υπέρ ή κατά του προταθέντος. Επελθούσης ομοφωνίας μεταξύ του κλήρου και επισκόπων, υπεβάλλετο το αποτέλεσμα της εκλογής τω οικείω μητροπολίτη προς έγκρισιν, και τούτου γε­νομένου εχειροτονείτο ο ούτω εκλεγείς» (Βλ. Ιωάν. Καρμίρη, Ορθ. Εκκλησιολογία, Αθήναι 1973, 499).

Ο γενικός κανόνας δηλαδή της εκλογής των επισκόπων ήταν αυτός που παρουσιάζεται και από το Θεόφιλο Αλεξανδρείας, που αναφέρει τα εξής: «Περί των οφειλόντων χειροτονείσθαι ούτος έστω ο τύπος, ώστε παν το ιερατείον συμφωνείν και αιρείσθαι και τότε τον επίσκοπον δοκιμάζει, και συναινούντος αυτώ του ιερατείου, χειροτονείν εν μέση Εκκλησία, παρόντος του λαού και προσφωνούντος του επισκόπου, ει και ο λαός δύναται αυτώ μαρτυρείν» (Α. Αλιβιζάτου, Οι ιεροί Κανόνες, Αθήναι 1924, 437). Εάν όμως εκφραζόταν κάποια ένσταση ή διαφωνία, τότε οι επίσκοποι δεν προχωρούσαν στην χειροτονία, πριν εξετασθούν οι ενστάσεις και αποδειχθεί η αθωότητα του υποψηφίου, όπως θα φανεί και πιο κάτω.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ. ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΤΩΝ 
ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ.
Την καθολική και αποστολική παράδοση της Εκκλησίας στην εκλογή των επισκόπων «ψήφω κλήρου και λαού» επισφράγισαν τελικά και οι ιεροί κανόνες της Εκκλησίας μας, ώστε αυτήν να ακολουθούν όλοι πιστά σε κάθε περίπτωση εκλογής επισκόπου. Από το πλήθος των κανό­νων στο σημείο αυτό οι πλέον χαρακτηριστικοί είναι για μας οι εξής:
1.- Ο όγδοος των Αποστολικών Διαταγών.
«Επίσκοπον χειροτονείσθαι εν πάσι άμεμπτον», λέγει ο κανόνας αυτός, «υπό παντός του λαού εκλελεγμένον. Ου ονομασθέντος και αρέσαντος, συνελθών ο λαός άμα τω πρεσβυτερίω και τοις παρούσιν επισκόποις εν ημέρα Κυριακή και συνευδοκείτω. Ο δε πρόκριτος των λοιπών ερωτάτω πρεσβυτέριον και τον λαόν, ει αυτός εστίν, όν αιτούνται εις άρχοντα. Και επινευσάντων, προσεπερωτάτω, ει μαρτυρείται υπό πάντων άξιος είναι της μεγάλης ταύτης και λαμπράς ηγεμονίας, ει τα κατά την εις Θεόν αυτώ ευσέβειαν κατώρθωται, ει τα προς ανθρώπους δίκαια, πεφύλακται, ει τα κατά τον οίκον αυτού καλώς ωκονόμηται, ει τα κατά τον βίον ανεπιλήπτως. Και τούτων άμα κατά αλήθειαν, αλλ’ ού κατά πρόληψιν μαρτυρησάντων τοιούτον αυτόν είναι, ως επί δικαστή Θεώ και Χριστώ, παρόντος δηλαδή και του αγίου Πνεύ­ματος και πάντων των αγίων και λειτουργικών πνευμάτων, εκ τρίτου πάλιν πειθέσθωσαν, ει άξιος εστίν αληθώς της λειτουργίας, ίνα επί στόματος δύο ή και τριών μαρτύρων σταθή παν ρήμα. Και συνθεμένων αυτών εκ τρίτου άξιον είναι, απαιτείσθωσαν οι πάντες σύνθημα…» (Η, 5, PG 1, 1069).

Από τον κανόνα αυτόν φαίνεται καθαρά όχι μονάχα η συνευδοκία των πιστών, αλλά και ο ιερός φόβος, που διακατείχε τους επισκόπους, ώστε να μην εκλεγεί πρόσωπο ανάξιο για το αξίωμα εκείνο ή φαύλο. Φαίνεται ακόμη ότι η συμμετοχή των λαϊκών στην εκλογή των επισκόπων γίνεται και με άλλους βέβαια τρόπους και μάλιστα με το άξιος ή ανάξιος κατά την ώρα της χειροτονίας, όπως βεβαιώνεται και από τα λόγια της ίδιας της χειροτονίας. Στην περίπτωση δηλαδή που ακούγεται το ανάξιος επιβάλλεται η διακοπή της χειροτονίας για την εξέταση της ένστασης (Βλ. Ράλλη και Ποτλή, Σύνταγμα IV, 347, I, 46-48, ΙΙΙ, 425).
2.- Ο 4ος της Α΄ Οικουμενικής (325).
Σύμφωνα με τον κανόνα αυτόν «επίσκοπον προσήκει μάλιστα μεν υπό πάντων των εν τη επαρχία καθίστασθαι∙ ει δε δυσχερές είη το τοιούτον, ή δια κατεπείγουσαν ανάγκην ή δια το μήκος της οδού, εξ άπαντος τρεις επί το αυτό συναγομένους, συμψήφων γινομένων και των απόντων και συνθεμένων δια γραμμάτων, τότε την χειροτονίαν ποιείσθαι».

Από τον κανόνα αυτόν γίνεται φανερό ότι στην εκλογή και χειροτονία κάθε νέου επι­σκόπου πρέπει να βρίσκονται σύμφωνοι όλοι οι πιστοί, δηλαδή κλήρος και λαός κάθε επαρχίας. Αν όμως αυτό δεν είναι δυνατόν, τότε πρέπει να γίνεται η εκλογή και χειροτονία από τρεις το λιγότερο επισκόπους, αφού όμως βρεθούν σύμφωνοι πιο μπροστά και όλοι ανεξαίρετα οι άλλοι, στέλνοντας για το σκοπό αυτό συστατικές επιστολές, ώστε η εκλογή τους να είναι ομόφωνη.
3.- Ο 6ος της συνόδου της Σαρδικής (347).
 Κατά τον κανόνα αυτόν «εάν συμβή εν μια επαρχία... ένα επίσκοπον απομείναι, κακείνος κατά τινα αμέλειαν μη βουληθή συνελθείν και συναινέσαι τη καταστάσει των επισκό­πων, τα δε πλήθη συναθροισθέντα παρακαλοίεν γίνεσθαι την κατάστασιν του παρ’ αυτών επιζητουμένου επισκόπου, χρη πρότερον… υπομιμνήσκεσθαι δια γραμμάτων του εξάρχου της επαρ­χίας, ότι αξιοί τα πλήθη ποιμένα αυτοίς δοθήναι... Ει δε μη δια γραμμάτων αξιωθείς παραγέν ηται, μήτε μην αντιγράφοι, το ικανόν τη βουλήσει του πλήθους χρη γενέσθαι».
4.- Ο 5ος της συνόδου της Καρθαγένης (398).
Με τον κανόνα αυτόν δίνονται οδηγίες για το πώς πρέπει να συμπεριφέρονται οι επί­σκοποι στην περίπτωση διαφωνίας του λαού για την εκλογή επισκόπου. Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές οι επίσκοποι οφείλουν να εξετάζουν πρώτα τα πρόσωπα τα προς χειροτονίαν και τις κατηγορίες που προβάλλονται εναντίον κάποιου υποψηφίου. Εάν δηλαδή ο υποψήφιος αποδειχθεί αθώος, τότε μονάχα να προχωρούν στη χειροτονία. (Βλ. MANSI 3, 887).

«Εάν ποτε προς επιλογήν επισκόπου προέλθωμεν (οι επίσκοποι)», αναφέρει ο κανόνας, «και αναφυή τις αντιλογία, ...τολμηρόν είναι τρεις μόνους προς το καθάραι τον χειροτονηθησόμενον ευρεθήναι∙ αλλά τω προλεχθέντι αριθμώ προστεθή εις και δύο και επί αυτού του λαού, ού μέλλει χειροτονείσθαι, εξετασθώσι πρώτον τα πρόσωπα των αντιλεγόντων∙ εις ύστερον γαρ και τα προτιθέμενα συζευχθώσι∙ και ότε καθαρός φανείη επί δημοσίας προσό­ψεως, ειθ’ ούτω χειροτονηθείη».
5.- Η κανονική επιστολή της συνόδου της Καρθαγένης του 258.
  Το παλαιότερο γραπτό μνημείο, που καθορίζει τον τρόπο εκλογής των επισκόπων λεπτο­μερέστερα, είναι κατά τη γνώμη μας η επιστολή της συνόδου της Καρθαγένης, που συνήλθε το 258 μ.Χ. «Προκειμένου περί χειροτονιών, λέγει η επιστολή αυτή, να χειροτονήται (ο υποψήφιος) εν τω λαώ, του οποίου μέλλει να προΐσταται ο χειροτονούμενος... Να εκλέγεται (δηλαδή) ο επίσκοπος παρόντος του λαού, όστις τον βίον εκάστου των υποψηφίων πληρέστατα γνωρίζει» (PL 3, 1064).

Από τους πιο πάνω κανόνες και πολλούς άλλους σχετικούς επηρεάστηκε, όπως ήταν επό­μενο, και η νομοθεσία του κράτους. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς δηλαδή εκδόθηκαν και οι υπ’ αρ.6 και 137 Νεαρές του Ιουστινιανού, που κηρύττουν άκυρη την χειροτονία, χωρίς την προηγούμενη εξέταση των ενστάσεων, ώστε ο υποψήφιος να είναι ανεύθυνος. «Ει τις... προς την της επισκοπής χειροτονίαν παρέλθοι, βεβαιώνουν, αντείπει δε τις και φήσειε συνειδέναι τι των ατόπων αυτώ, μη πρότερον αξιούσθω της χειροτονίας, πριν αν εξέτασίς τε των προηγγελμένων γένηται και φανείη πανταχόθεν ανεύθυνος».

Από τους κανόνες αυτούς επηρεάστηκε επίσης και το Ευχολόγιο της Εκκλησίας, κατά το οποίο ο πρώτος των αρχιερέων, που πρόκειται να προβεί στη χειροτονία του νέου επισκό­που, ερωτά πιο μπροστά το λαό, εάν ο υποψήφιος είναι άξιος ή όχι. «Ο λαός, λέγει για τούτο ο I. Καρμίρης, πάντοτε διετήρησε το δικαίωμα να παρίσταται κατά τας χειροτονίας εν τω ναώ, ζητείται δ’ εν αρχή η συγκατάθεσις αυτού, όπως άρξηται η τελετή της χειροτο­νίας δια της προς αυτόν προσκλήσεως του διακόνου «κελεύσατε», μεθ’ ήν επακολουθεί η προς τον χειροτονούντα επίσκοπον πρόσκλησις: «κέλευσον, δέσποτα άγιε, τον νυν προσφερόμενόν σοι» (Ορθ. Εκκλησιολογία, Αθήναι 1973, 501).

Ένα θέλουμε να προσθέσουμε στο σημείο αυτό, ότι οι λαϊκοί ήσαν παρόντες και στις εργασίες των Πατέρων, που λάβαιναν μέρος στις συνόδους, τοπικές και οικουμενικές, βοη­θώντας τους επισκόπους με την πολυμάθεια και το θεολογικό καταρτισμό τους. «Εις τας συνόδους, λέγει χαρακτηριστικά ο Μητρ. Διδυμοτείχου Φιλάρετος, παρήσαν πολλοί επίσκοποι άμα πρεσβυτέροις και διακόνοις... έτι δε και ομολογηταί και λαϊκοί, λόγω διαλεκτικής ικανότητος και πολυμαθείας και ειδικού φιλοσοφικού και θεολογικού καταρτισμού. Αλλά δεν είχον ψήφον οριστικήν, απλώς δε παρεκάθηντο συμπαραστατούντες τοις επισκόποις» (Όπ. π., 12-13, βλ και Σωκράτους, Εκκλ. Ιστ. 117, PG 67, 912, όπου αναφέρεται ότι στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο ήσαν παρόντες, σαν σύμβουλοι των Ιεραρχών, «άνδρες διαλέξεων έμπειροι, εκείνοις βοηθείν λόγοις σπουδάζοντες»).

Η συμπαράσταση ακριβώς αυτή έχει για μας πολύ μεγάλη βαρύτητα, γιατί δείχνει το πνεύμα της συνεργασίας, που υπάρχει μεταξύ των αληθινών ποιμένων και του πιστού λαού, το αναγεννητικό για ολόκληρη την Εκκλησία.
 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΜΑΣ.
Από όλα τα πιο πάνω συνάγονται τα εξής συμπεράσματα:
1.- Ότι ο λαός εξέλεγε ομόφωνα τους κατάλληλους για τον επισκοπικό θρόνο και οι μητροπολίτες τον χειροτονούσαν. «Ο λαός αιροίτο, όπως λέγει και ο ιστορικός Σωκράτης, συνεπιψηφίζοντος αυτώ και επισφραγίζοντος του… επισκόπου» (Εκκλ. Ιστ. Α, 9). Και τούτο γιατί, κατά τη διαβεβαίωση του Λέοντα του μεγάλου, «Όστις πάντων πρόκειται να προστή, υπό πάντων πρέπει να εκλέγεται» (EPIST. Χ, 5, PL 54, 632).
2.- Ο πιστός λαός ήταν και είναι πάντοτε ο «φύλαξ της Ορθοδοξίας», όπως διακήρυξαν με την εγκύκλιο του 1848 οι τέσσερις πατριάρχες της Ανατολής. Όταν επομένως οι λαϊκοί διαφωνούν, τότε πρέπει να εξετάζονται οι κατηγορίες τους, γιατί κατά τον Απ. Παύλο έχουν και αυτοί Πνεύμα άγιο και για τούτο «διακρίνουσι τα πνεύματα» (Α΄ Κορ. 14, 29) και «δοκιμάζουσι πάντα» (Α΄ Θεσ. 5, 21).

Σημ. «Εν περιπτώσει ενστάσεως και αποδοκιμασίας του χειροτονουμένου, λέγει και ο I. Καρμίρης, επιβάλλεται η διακοπή της χειροτονίας αυτού προς εξέτασιν της ενστάσεως» (Ορθ. Εκκλησιολογία, Αθήναι 1973, 502).

3.- Στον πιστό λαό βρίσκεται το αλάθητο και όχι στον α΄ ή β΄ επίσκοπο σαν άτομο ή έστω και σε κάποιες φτιαχτές συνόδους. «Ημίν ού μέλλει, λέγει ο άγιος Νικόδημος, τι είπον ή τι εφρόνησαν μερικοί Πατέρες, αλλά τί λέγει η αγία Γραφή και αι οικουμενι­κοί σύνοδοι και η των Πατέρων δόξα. Ου γαρ δόγμα συνιστά η γνώμη τινών εν τη Εκκλησία» (Πηδάλιον, Αθήναι 1982, 7). Καμμία σύνοδος δηλαδή δεν έχει κύρος οικουμενικό, χωρίς την σφραγίδα του πιστού λαού, που αποτελεί στην πραγματικότητα το μυστικό σώμα του Κυρίου. Για το λόγο αυτό το άξιος ή ανάξιος του πιστού λαού δεν είναι απλώς ευχετικό, όπως νομίζουν μερικοί, αλλά η συμμαρτυρία για την εκλογή των επισκόπων του, έ­χοντας τη θέση της σφραγίδας. Χωρίς τη σφραγίδα αυτή δηλαδή καμία εκλογή δεν μπορεί και δεν πρέπει να λέγεται κανονική, εφόσον δια μέσου του πιστού λαού, ως όλου, εκφράζε­ται η φωνή του αγίου Πνεύματος. Η φωνή του λαού με απλά λόγια είναι και φωνή του Θεού, όπως λέει και η λαϊκή παροιμία μας, ενώ η οργή του λαού αντίθετα εκφρά­ζει την οργή του Κυρίου. Για όλους αυτούς τους λόγους και οι σύγχρονοι επίσκοποι πρέπει να ζητούν με ταπείνωση και τη συμμαρτυρία του λαού στην εκλογή των νέων επισκόπων, ό­πως ακριβώς έκαναν και οι άγιοι Απόστολοι και οι άγιοι Πατέρες για λόγους όχι μονάχα πρακτικούς, όπως νομίζει ο μητρ. Χρυσόστομος Εδέσσης (οπ. π. 64) και παιδαγωγικούς, αλλά και ουσιαστικότερους, εφόσον στο σύνολο των πιστών υπάρχει, όπως είπαμε, το αλάθητο. Δεν πρέπει να έχουν το λαό με άλλα λόγια, για να τον αρμέγουν, αλλά για να τον ποιμένουν, θυσιαζόμενοι υπέρ των λογικών προβάτων, γιατί μονάχα τότε θα είναι καλοί ποιμέ­νες, όπως ακριβώς τους προδιέγραψε ο Κύριος. Στην αντίθετη περίπτωση δεν είναι ποιμένες, αλλά κατά τη διαβεβαίωση του Απ. Παύλου «λύκοι βαρείς, μη φειδόμενοι του ποιμνίου» τους (Βλ. Πρ. 20, 29).
4.- Με τα όσα είπαμε δεν συνιστούμε οχλοκρατία, ούτε προτεσταντική νοοτροπία, αλλά αρμονική συνεργασία κλήρου και λαού, γιατί η Εκκλησία μας δεν είναι δεσποτοκρατική και απολυταρχική, ως η παπική, αλλά ορθόδοξη. Τα εκκλησιαστικά αξιώματα σ’ αυτήν δεν αποσκοπούν στην κατακυρίευση του ποιμνίου (Α΄ Πετρ. 5, 3), αλλά στη διακονία των ποιμενομένων με πνεύμα αυτοθυσίας. Για τούτο έλεγε ο ιερός Χρυσόστομος ότι «οι λαϊκοί δέονται ημών, ημείς δε πάλιν δι’ αυτούς εσμεν» (Εις Πράξ. 37, 3, PG 60, 266).
  Στην άριστη αυτή συνεργασία, κατά την οποία οι λαϊκοί δεν θα οδηγούνται στην υπέρ­βαση των αρμοδιοτήτων τους, αλλά θα συμπαρίστανται στον ιερό κλήρο, συνευδοκώντας σε κάθε καλό και αποτρέποντας από το κακό, βρίσκεται στην πραγματικότητα η προκοπή της εκκλησίας. Σ’ αυτήν, λέγει και ο I. Καρμίρης, «οι λαϊκοί έχουσι την συναίσθησιν της συνυπευθυνότητος μετά των κληρικών δια την κατάστασιν της Εκκλησίας και επιδιώκουσι μείζονα και υπεύθυνον ανάμειξιν εις την ζωήν και δράσιν αυτής» (βλ. Πληρεστέρα συμμε­τοχή του λαϊκού στοιχείου εν τη λατρευτική και τη άλλη ζωή της Εκκλησίας, Αθήναι 1973, 84-88).
   Με τη συνεργασία αυτή γινόμαστε όλοι «εις εν Κυρίω, οι μεν καθηγούμενοι προς το αγαθόν, οι δε εφεπόμενοι μετά συμπνοίας» (Μ. Βασιλείου Επιστ. 222, PG 32, 820). Έτσι «γίνεται τα αμφότερα εν εις ένα Χριστόν υπό του αυτού συναρμολογούμενα και συντιθέ­μενα Πνεύματος... οι γαρ πάντες εν σώμα εισιν εν Χριστώ» (Γρηγ. Ναζιανζηνού Λογ. 2, 4, PG 35, 412). Με την ενότητα δηλ. αυτή εκπληρώνονται τα λόγια του Χριστού «ίνα πάντες εν ώσιν» (Ιωαν. 17, 21), ενώ ταυτόχρονα κατορθώνεται με τη χάρη του Αγ. Πνεύματος, που μένει «εις τον αιώνα» στην Εκκλησία, η σωτηρία.