Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ 12 ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΩΝ (1974-2014) ΟΙ ΜΑΥΡΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Α', Β' μέρος


ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ :"ΑΓΩΝΑΣ " ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ  αρ.φυλ.206-207

                                Α'  ΜΕΡΟΣ

     Στη δωδεκαετία από 4 Ιουνίου 1949 έως 14 Φεβρουαρίου 1962 είχαμε την άνοδο στον αρχιεπισκοπικό θρόνο πέντε (5) επισκόπων (Σπυρίδωνος, Δωροθέου, Θεοκλήτου, Ιακώβου, και Χρυσοστόμου) με έργο ανύπαρκτο. Η χώρα είχε εξέλθει από έναν πόλεμο, μια εμφύλια διαμάχη με πολλά τραύματα και ο διοικητικός μηχανισμός της Εκκλησίας ήταν σε εξάρθρωση και εξαθλίωση. Το κύρος του κλήρου ήταν πεσμένο από την συχνή παρουσία σκανδάλων (κυρίως σαρκικών).
     Κι ενώ βρισκόμασταν στην κατάσταση αυτή, τους δεσποτάδες απασχολούσε ένα και μόνο πρόβλημα: το μεταθετό. Το θέμα έρχονταν και ξανάρχονταν στο καντράν της επικαιρότητας διότι η υπάρχουσα κατάσταση εμπόδιζε τις φιλοδοξίες πολλών δεσποτάδων να μεταπηδήσουν από τις μικρές και φτωχές μητροπόλεις στις μεγάλες και πλούσιες. Για το θέμα αυτό έχουν γραφεί τόμοι και τόμοι χαρακτηρίζοντάς το αντικανονικό, κατά τους Ιερούς Κανόνες, και επάρατο.
     Η κατάσταση ήταν ανυπόφορη. Το γεγονός και μόνο ότι από τις 14 κενωθείσες μητροπόλεις κατά την πρώτη τριετία επί Αρχιεπ. Θεοκλήτου, οι 10 πληρώθηκαν με μετάθεση, ανάγκασε την Πολιτεία να επέμβει νομοθετικά, διότι αυτό μαρτυρούσε πολλά. Ο τότε Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Γ. Βογιατζής με το Νόμο 3952/Απρ. 1959 που συμπληρώθηκε μεταγενέστερα με το Βασ. Διάταγμα (Δεκ. 1959) κατάργησε το μεταθετό για όλες τις μητροπόλεις, πλην Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, χωρίς όμως να εμποδίζεται και γι’ αυτές η εκλογή δια χειροτονίας.
Από το 1961 δημιουργούνται χηρεύουσες Μητροπόλεις, οι οποίες παρέμειναν κενές ολόκληρη πενταετία, αρνούμενοι να τις πληρώσουν εκβιάζοντας την πολιτεία να επαναφέρει το μεταθετό.
   Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΒΑΒΑΝΑΤΣΟΣ  ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Στις 8 Ιανουαρίου 1962 κοιμήθηκε ο Αρχιεπ. Θεόκλητος (Παναγιωτόπουλος). Η εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου δημιούργησε φοβερό σεισμό στον περίβολο της Εκκλησίας. Πλήγωσε συνειδήσεις και σκανδάλισε ψυχές. 
Τριάντα τρεις δεσποτάδες, αρχιθύτες του Ιησού Χριστού, ταγμένοι πρόμαχοι των Ιερών Κανόνων, έδωσαν την ψήφο τους για να εκλεγεί Αρχιεπίσκοπος ένα πρόσωπο που οι ίδιοι το κατηγορούσαν και το σχολίαζαν, σαν πρόσωπο που δεν τιμούσε το ανδρικό του φύλο.
    Η 13η Ιανουαρίου είναι η αποφράδα ημέρα γιατί ανέβηκε στον πρώτο θρόνο της Ελληνικής Εκκλησίας ο Ιάκωβος Βαβανάτσος δακτυλοδεικτούμενος από την κοινή γνώμη.
     Η επαίσχυντη αυτή πράξη μιας μεγάλης ομάδας δεσποτάδων συνετάραξε το πανελλήνιο και έκανε την ελληνική Εκκλησία στόχο σχολίων και πονηρών ψιθύρων έξω και από τα ελληνικά σύνορα.
    Έντεκα μονάχα ημέρες μετά την εκλογή του και την πομπώδη ενθρόνισή του (Αρχιεπ. Ιάκωβου Βαβανάτσου) αναγκάστηκε να παραιτηθεί γιατί η ατμόσφαιρα είχε τόσο φορτιστεί ώστε και η ελάχιστη παραμονή του να γίνεται άκρως επιβλαβής, αλλά και οι πάσης φύσεως κληρικοί να κρύβουνε τους εαυτούς των, γιατί η παρουσία τους προκαλούσε τη χλεύη και την απαξίωση.
Και φθάσαμε στο οδυνηρό σημείο, ενώ ο Αρχ/πος Ιάκωβος είχε παραιτηθεί πιεζόμενος και από τον τότε Πρωθυπουργό της χώρας Κ. Καραμανλή, αυτός (ο Ιάκωβος) να ελέγχει και να κατευθύνει τη πλειοψηφία στην Ιεραρχία από τα παρασκήνια.
ΝΕΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ  ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Β’
Κάτω από τις συνθήκες αυτές γίνεται η εκλογή και ανάδειξη του νέου Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου του Β΄ (Χατζησταύρου) καταλαμβάνοντας θρόνο που δεν είχε κενωθεί κανονικά. Η πράξη ποτέ δεν αμφισβητήθηκε ούτε τέθηκε σαν θέμα, και έτσι έγινε αποδεκτός από την Ιεραρχία.
    Οι τριάντα-τρεις δεσποτάδες, που ήταν οι κυρίως υπεύθυνοι για την εκκλησιαστική τραγωδία, δεν σταμάτησαν και πάλι να πιέζουν τον νέο Αρχιεπίσκοπο και τις Κυβερνήσεις (τα χρόνια αυτά είχαμε πολλές εναλλαγές Κυβερνήσεων) για την αποδοχή του μεταθετού. Παρ’ όλα αυτά το αίτημά τους δεν ικανοποιήθηκε.
     Τον Οκτώβριο όμως του 1965 κατόρθωσαν οι νοσταλγοί του μεταθετού να εκδοθεί μια Υπουργική Πράξη, «Περί τρόπου πληρώσεως κενών Μητροπολιτικών εδρών και εφημεριακών θέσεων», που έδινε τη δυνατότητα, μόνο για μία φορά, να πληρωθούν οι δύο κενές έδρες του Πειραιά και των Σερρών με μετάθεση.
Την ημέρα που συνεδρίαζε η Ιεραρχία εξεδόθηκε απόφαση του ΣτΕ που ανέστειλε την εφαρμογή της ως άνω απόφασης εξαιτίας προσφυγής του Ελευθερουπόλεως Αμβροσίου.
Στην Ιεραρχία που συνεδρίαζε προκλήθηκε μεγάλη ένταση. Άναψαν πάθη και αποφάσισαν να αγνοήσουν την απόφαση της αναστολής του ΣτΕ και να προχωρήσουν σε εκλογές. Σε όλα αυτά πρωτοστατούσε ο Αργολίδος Χρυσόστομος που ενδιαφέρονταν για την μητρόπολη Πειραιώς.
Μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση η Κυβέρνηση Στ. Στεφανόπουλου με υπουργό Εθνικής Παιδείας τον Στ. Αλαμάνη δημοσίευσε το Βασιλικό Διάταγμα, με το οποίο όριζε τη λήξη των εργασιών της Ιεραρχίας και το θυροκόλλησε στην είσοδο του μεγάρου της Ιεράς Συνόδου. Ο Ελασσώνος Ιάκωβος ξέσκισε το διάταγμα, το πέταξε και συνέχισαν τις εκλογές. Ο γέροντας Αρχιεπίσκοπος αρνήθηκε να συνεχίσει. Η ομάδα της ανταρσίας τον απείλησε, πως αν δεν συγκατατεθεί να προεδρεύσει στις συνεδριάσεις της Ιεραρχίας και δεν προχωρήσει σε μεταθέσεις και σε εκλογές νέων Μητροπολιτών, θα συνεδριάσει το σώμα χωρίς τον πρόεδρο – αρχιεπίσκοπο – και θα κηρύξει «εν χηρεία» τον αρχιεπισκοπικό θρόνο.       
Την επομένη ημέρα ο Αρχιεπίσκοπος αποφάσισε να μην μεταβεί στην Ιεραρχία (λόγω ασθενείας), οπότε δεν θα ήταν δυνατόν να συνεχιστούν οι εκλογές. Τον μετέφεραν όμως (απεσταλμένος των “36”) σχεδόν δια της βίας και του εδήλωσαν απερίφραστα ότι εάν το επαναλάβει, θα προχωρήσουν εις την αντικατάστασή του… “Παραδοθήκατε άνευ όρων εις τους άρχοντας της Πολιτείας!” τον κατηγόρησε ο νεοεκλεγείς μητροπολίτης Πειραιώς κ. Χρυσόστομος (τέως Αργολίδος), σε μια δραματική συνομιλία και χαρακτήρισε την «ασθένειά του “διπλωματικήν”». (Εφημ. “Μεσημβρινή” 19-11-1965).
Η ένταση κι από τις δύο πλευρές ήταν αμείωτη. Το κράτος ανυποχώρητο, δεν εννοούσε να εκδώσει διατάγματα καταστάσεως των νέων Μητροπολιτών, και η Ιεραρχία, οχυρωμένη στις απόψεις της αύξησε την έξαψη και η αντιμαχία που κράτησε περίπου ένα χρόνο. Τελικά κατορθώθηκε μια προσέγγιση. Η Εκκλησία δέχθηκε να ακυρώσει τις δύο Μητροπολιτικές μεταθέσεις και να τις επαναλάβει. Και η Κυβέρνηση των λεγόμενων «αποστατών» με Πρόεδρο τον Στ. Στεφανόπουλο και με εισηγητή τον υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων θέσπισε το Ν.Δ. 4589/1966 (Ε.τ.Κ. Α΄ 239) που «νομιμοποιούσε» την εκλογή των νέων Μητροπολιτών αλλά έβαζε όριο ηλικίας εξόδου από την ενεργό υπηρεσία των αρχιερέων, οικονομικό έλεγχο και ρύθμιση των εσόδων τους.
Έτσι, με το Βασιλικό Διάταγμα της 24ης Ιανουαρίου 1967 (Ε.τ.Κ. Γ΄ 27.1.67) επί κυβερνήσεως Ιωάννου Παρασκευόπουλου και με υπουργό Παιδείας τον καθηγητή Ι. Θεοδωρακόπουλο, υλοποιήθηκε το Νομοθετικό Διάταγμα 4589/66 που θεωρούσε τους εν λόγω επισκόπους ως «Αυτοδικαίως αποχωρήσαντες του Μητροπολιτικού των θρόνου, ως έχοντες ήδη καταληφθεί υπό του ορίου ηλικίας κατά την έναρξιν ισχύος του άρθρου 4 του Ν.Δ. 4589/1966».
Αμέσως όμως, μετά την αναγνώριση των νέων μητροπολιτών και την κύρωση των μεταθέσεων, άρχισε ένας νέος πεισματικός δεσποτικός αγώνας για την κατάργηση του ορίου ηλικίας.
Αρκετοί υπέργηροι Μητροπολίτες με τη δημοσίευση του Νόμου αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν, μερικοί κατέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας για την ακύρωση του Νόμου ως αντισυνταγματικού. Η πλειοψηφία της Ιεραρχίας αρνήθηκε να εφαρμόσει το Νόμο και να κάνει καινούργιες εκλογές με την ελπίδα ότι θα κατορθώσουν να καταργήσουν την επίμαχη διάταξη.
συνεχίζεται στο επόμενο

συνέχεια  Β' ΜΕΡΟΣ 
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ: "ΑΓΩΝΑΣ" ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ  αρ.φυλ. 208 http://www.agonas.org/
(Συνεχίζουμε με τα εκκλησιαστικά ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν μετά το ανοσιούργημα της Σταύρωσης του Χριστού και αφορούν τη «σφαγή» των δώδεκα (12) Μητροπολιτών που φέτος συμπληρώνει τεσσαρακονταετία).

Με λύπη πολλή αναγκαζόμαστε να επαναφέρουμε ελάχιστα αποσπάσματα από τα εκατοντάδες δημοσιεύματα του καθημερινού Τύπου εκείνης της εποχής (1959-1966) – άγνωστα στον πιστό λαό – τότε που – ανεξάρτητα πολιτικής τοποθέτησης – καθρεφτίζουν τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης και με άρθρα, ρεπορτάζ, χρονογραφήματα, φωτογραφίες, γελοιογραφίες διεκτραγωδούσαν το κατρακύλισμα της Διοικούσας Εκκλησίας, ελπίζοντας τη διόρθωση της κατάστασης.
Ήταν όντως κάτι φοβερό. Από εκεί που ο πιστός περίμενε στηριγμό, έβλεπε να ξεπηδούν «δραστηριότητες και συμπεριφορές» ανεπίτρεπτες σε κληρικούς. Η εκτίμηση στο ράσο είχε πέσει χαμηλά, δεδομένου ότι δεν τολμούσαν να εισέλθουν σε λεωφορεία ή να κυκλοφορήσουν στους δρόμους χωρίς ο κόσμος να τους χλευάσει. Και χλευάζονταν όχι μόνον οι σκανδαλοποιοί Αρχιερείς κ.ά. αλλά και οι ευσεβείς, αδιακρίτως, που μάτωνε η καρδιά τους στο άκουσα των σιχαμερών προσφωνήσεων (γυναικεία ονόματα) που χαρακτήριζαν πολλούς.
Ο Τύπος ξεσπάθωσε γιατί έβλεπε ότι το κακό είχε παραγίνει∙ το ποτήρι είχε πλέον ξεχειλίσει∙ οι δεσποτάδες συγκαλύπτονταν, λόγω του επάρατου «φιλάδελφου», η πολιτεία σιωπούσε αποβλέποντας σε ψήφους∙ και ο λαός απαιτούσε κάθαρση, αλλά κανείς δεν τον άκουγε.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ
Η εφημερίδα «το ΕΘΝΟΣ» (1960) έγραφε: «Έξω από τα δόντια θα χρειασθεί να μιλήσω σήμερα… Ο κόμπος έφτασε στο χτένι… Υπάρχει μέσα στις τάξεις του κλήρου ένας πυρήνας διεφθαρμένων μέχρι μυελού οστέων ανωτέρων κυρίως κληρικών, που έχει τόση δύναμι, ώστε να ασκή την τρομοκρατία του σε όλους τους έντιμους κληρικούς… Να παρέμβη ο Υπουργός των Θρησκευμάτων, για να απαιτήση ανακρίσεις και τιμωρίες των κληρικών που ρύπαναν το ράσο τους, το ανδρικό τους φύλο και μαζί την ίδια την Εκκλησία… Ορκιζόμαστε στον Ύψιστο Θεό, ότι με αληθινό πόνο ψυχής και πίκρα αναγκαζόμαστε να χαράξουμε τις γραμμές αυτές, αλλά νοιώθουμε σαν ένα ύψιστο εθνικό καθήκον μας επίσης έναντι των χιλιάδων πιστών που θέλουν άσπιλη την Εκκλησία μας, όπως και απέναντι των εντίμων, αληθινά θεοσεβών κληρικών – ανωτέρων και κατωτέρων – που πονούν για το πρωτοφανές τούτο κατάντημα, γιατί όταν μέσα στην ίδια ομήγυρι των ιερών ποιμένων ακούονται τα: «κάτσε κάτω», «παρούσα» – για Δεσπότη! – αντί του «παρών», δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να καταλάβουμε σε ποιο βάραθρο αδιαντροπιάς έχουμε πέσει».
Σε άλλη χρονική περίοδο το «ΕΘΝΟΣ» (12.2.62) έγραφε: «Ποίον δε κύρος μπορεί να έχη η Εκκλησία, όταν διαδίδωνται και γράφωνται αι βαρύταται των κατηγοριών εναντίον ανωτάτων κληρικών και όταν η Ιεραρχία τοποθετή εις το ύψιστον αξίωμα πρόσωπα, σκανδαλίζοντα το ορθόδοξον πλήρωμα; Η αμαρτία είναι αναπόφευκτος δι’ όλους τους ανθρώπους, αλλ’ η έναντι της αμαρτίας αναισθησία είναι δείγμα πωρώσεως».
Την τραγική κατάσταση στην εκλογή των Δεσποτάδων μας περιγράφει ο Κων. Βουδούρης στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» (14.10.59): «Αλλά μήπως η εκλογή αυτών των ηγετών της εκκλησίας γίνεται με μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια; Η εκλογή των Μητροπολιτών, οίτινες κατά την προς Τιμόθεον επιστολήν του Αποστόλου Παύλου πρέπει να είναι ανεπίληπτοι, σώφρονες, κόσμιοι, αφιλάργυροι κ.λ.π. είναι, τις περισσότερες φορές, προϊόν συναλλαγής και της ευνοιοκρατίας των Συνοδικών μαγειρείων, και αποτελεί διορισμόν μάλλον και όχι εκλογήν. Την πλέον σαφή και έντονη εικόνα του θλιβερού τρόπου καθ’ όν γίνεται η εκλογή Μητροπολιτών, εμφανίζει η προ μηνών λαβούσα χώρα σύγκρουσις μεταξύ των μελών της Ιεράς Συνόδου, η απειλήσασα προς στιγμήν τον διχασμόν της Εκκλησίας, ήτις οφείλεται, ως οι ίδιοι ωμολόγησαν, εις το ότι η εξ 7 μελών πλειοψηφία της Συνόδου, κατά την τελευταίαν της συνεδρίασιν, επρότεινε και ηξίωσε την εκλογή 4 νέων Μητροπολιτών, χωρίς το θέμα τούτο να αναγράφεται εις την ημερησίαν διάταξιν…». Μέχρι το 1967 οι εκλογές Μητροπολιτών εγίνοντο από την Μικρά Ιερά Σύνοδο, και έτσι ήταν πολύ εύκολο να βολέψουν τα δικά τους «παιδιά» ανεξάρτητα εάν ήταν κατάλληλοι για το αξίωμα του Μητροπολίτη.
Ο καθηγητής του Παν. Αθηνών Κ.Δ.Μ. στο βιβλίο του «Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ» περιγράφει κάποια συνομιλία που κατά σύμπτωση παρακολούθησε ο ίδιος να γίνεται στα γραφεία της Ιεράς Συνόδου μεταξύ δεσπότη και κάποιου κληρικού και του έκανε τόση εντύπωση ώστε να μην την ξεχάσει ποτέ.
Έλεγε δηλαδή ο δεσπότης στο συνομιλητή του: «Βρε (όνομα), άκου να σου πω∙ εμείς θα κάνουμε δεσποτάδες κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν δική μας. Θα είναι σαρξ εκ της σαρκός μας και οστούν και των οστών μας. Κατάλαβες;…». «Κατάλαβα (!)», απάντησε ο συνομιλητής του, όπως κι εμείς πολύ καταλάβαμε!
Ο χρονογράφος της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ» (4.11.1965) Δημ. Ψαθάς έγραφε: «Αλοίμονο, το ποτάμι πήρε – χειρότερα απ’ όλους – τους ίδιους τους ιεράρχες και το μικρόβιο της φθοράς μπήκε, με πολύ χειρότερες συνέπειες, στο δικό τους πνεύμα… Η κραυγαλέα ανομία ντροπιάζει την Εκκλησία μας. Στενοκέφαλοι αυτοί, ακαλλιέργητοι, εγωϊστές,κοιλιόδουλοι, παμφάγοι, σε ό,τι αφορά την χριστιανικήν διδασκαλία περιορίζονται σε μωρολογίες, και ό,τι αφορά τα προσωπικά τους συμφέροντα, άλλο δεν ξέρουν παρά πώς να μαζεύουν το χρυσάφι… Κάθαρσι, λοιπόν, ζητά για όλα τούτα ο λαός. Προσωπικά, θα υποστήριζα τα οποιαδήποτε αποφασιστικά μέτρα και θα χειροκροτούσα κι αν ήταν ακόμα και η Ε.Ρ.Ε. (ήταν η Κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή), που θα τα εισηγούνταν. Αλλά βλέπω ότι και η Ε.Ρ.Ε. ακόμα διστάζει. Γιατί; Μεγάλο – μέγιστο – είναι το πρόβλημα της κάθαρσης της Εκκλησίας μας «από την κόπρον». Θάρρος, χριστιανοί. Υψώστε το μαστίγιο, που πρώτος ύψωσε ο Κύριος».
Ο ίδιος χρονογράφος, με αφορμή των δηλώσεων και απειλών του δεσπότη Πειραιώς Χρυσοστόμου Ταβλαδουράκη, ο οποίος ως μητροπολίτης Αργολίδος είχε απειλήσει ότι «θα γίνει σεισμός του Αγαδίρ» εάν δεν γίνει η μετάθεση του από Αργολίδος στον Πειραιά, έγραφε τα εξής: «Σεισμόν στα μπατζάκια του θα έπρεπε να προκαλέση το Κράτος, εάν υπήρχε κράτος σεβόμενον τον εαυτόν του. Αν υπήρχαν δηλαδή άξιοι του ονόματός των υπουργοί της Δικαιοσύνης και της Δημόσιας Ασφάλειας… θα είχαν στείλει τον εισαγγελέα μαζί με μερικούς αστυνομικούς να τον περιβουτήξουν αυτόν τον γενειοφόρο κύριο και να τον χώσουν μέσα, ενεργώντας απολύτως σύμφωνα και με τους νόμους της πολιτείας αλλά και με το δημόσιο αίσθημα…». Τί θα ’γραφε ο θαρραλέος αυτός χρονογράφος όταν, μετά από είκοσι πέντε χρόνια, επανήλθε το ίδιο καθεστώς με χειρότερη μορφή και ο περιβόητος εκείνος αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ Τίκας αποκαλούσε τους υπουργούς της Κυβέρνησης Μητσοτάκη «τενεκέδες», τις αποφάσεις του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Χώρας τις έγραφε «στα παλιά του παπούτσια» καυχώμενος ο άξεστος: «Εγώ είμαι αντάρτης. Εγώ δεν εφαρμόζω τις αποφάσεις του ΣτΕ. Εγώ αυτούς θα τους συντρίψω…» (ΒΗΜΑ 13.1.91). «Εμένα δεν ιδρώνει το αυτί μου», «καθίκια», «να πάει να κόψει το λαιμό του» και πολλά άλλα «ων ουκ εστι αριθμός»!
Να λείπουν τα προσχήματα, να λείπουν τα μεγάλα λόγια και οι δήθεν αγώνες για τα δικαιώματα και την αυτονομία της Εκκλησίας… Ασύδοτοι είναι οι Δεσποτάδες, σωστοί φεουδάρχαι στις επικράτειές τους, πάμφωτοι, χρυσοθήρες με δικαιώματα ξαφρίσματος του θρησκευομένου λαού, τελείως απαράδεκτα για την εποχή μας. Γιατί, και κατά ποία λογική – επί τη βάσει ποίον ηθικού νόμου – πρέπει ο άγιος ποιμενάρχης να τσιμπολογά χρήματα απ’ όλες τις ιεροτελεστίες, βαπτίσεις, γάμους, κηδείες και μνημόσυνα; Γιατί, και κατά ποια λογική – επί τη βάσει ποιας γραπτής και άγραφης ηθικής αρχής – θα πρέπη ο Δεσπότης να γεμίζη το πουγγί του, να κουδουνίζη τα λιρόνια, να χτίζη μέγαρα καλλιμάρμαρα και πολυκατοικίες, να κυκλοφορή ξαπλωμένος ντερμπεντέρικα στη λιμουζίνα του, να μην ελέγχεται από κανένα και να μη πληρώνει καν φόρους, όπως πληρώνει ο έσχατος και φτωχότερος χριστιανός;… Πένεται η πλεμπάγια του κατωτέρου κλήρου, που εξαρτάται επί πλέον από το έλεος των ρασοφόρων φεουδαρχών, από τα γούστα και τις ιδιοτροπίες των οποίων εξαρτάται η τραγική τους μοίρα. Ποιος Θεός ευλογεί αυτή την τραγική ανισότητα και αδικία; Μήπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, την αγία εικόνα του οποίου κρεμάνε επάνω στις χονδρές κοιλιές τους οι άγιοι φεουδάρχες;
Έχουν, κοντά στα άλλα, και το περίφημον “φιλάδελφον” επάνω στο οποίο στηρίζονται, για να αλληλοσκεπάζονται στις διάφορες βρωμιές… «θα γίνη σεισμός του Αγαδόρ!». Να γίνη, άγιε Μητροπολίτα, αλλά στις τάξεις τις δικές σας μόνο, για να παύσουν οι Εκκλησίες να είναι οίκοι εμπορίου και οι Μητροπόλεις φέουδα χρυσακανθάρων».
Ο χρονογράφος της εφημ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» Π. Παλαιολόγος (9-12-1965), έγραφε: «… Κατακόρυφη πτώση από το γαλάζιο ύφος στο σκοτεινό βάθος. Ντρέπεσαι και πονάς. Ράσα εκεί, ράσα κι εδώ. Άνεμοι κακότητας και βρώμικης συναλλαγής κολπώνουν τα ελλαδικά ράσα. Γενειάδες αρχιερέων που γίνονται πομποί αγιότητος. Τρίχινα συρματοπλέγματα που ανακόπτουν την πορεία της ειρήνης…».
Και μια εβδομάδα αργότερα ο ίδιος χρονογράφος («ΤΟ ΒΗΜΑ», 16.12.65) απαντά – προφανώς – σε δελτίο τύπου της Εκκλησίας της Ελλάδας ως εξής: «Παραπονείται γι’ αυτό, το δημοσιογραφικό όργανο της Αρχιεπισκοπής, και αναφέρεται στις προσφορές της Εκκλησίας προς το Έθνος. Όσα δηλαδή προσφέραμε οι σημερινοί Έλληνες για την ανέγερση του Παρθενώνα, άλλα τόσα προσφέρει ο ανώτερος ελληνικός Κλήρος στην ολότητα. Από τον Αθανάσιο Διάκο που σουβλίστηκε «για του Χριστού την πίστη την αγία, για της πατρίδος την ελευθερία» ως τον εθνομάρτυρα Χρυσόστομο που κρεουργήθηκε, πορεία σε Γολγοθά υπήρξε η πορεία του Κλήρου κατά τους χρόνους της δουλείας… Ποια σχέση όμως έχουν εκείνοι με την σημερινή Εκκλησία της Ελεύθερης Ελλάδος;… Αφήνω δε τον ιδιωτικό βίο πολλών απ’ αυτούς που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Αστυνομίας ηθών. Και αλλού έγραφε: «Για πρώτη φορά όλες οι εφημερίδες, κεντρώες, δεξιές, αριστερές συμφωνούν απόλυτα στην αποδοκιμασία… και στην άμεση και κατεπείγουσα ανάγκη της κάθαρσης στην Εκκλησία. Με πόνο αλλά και με αηδία, όλος ο θρησκευόμενος λαός αναπνέει επί χρόνια την κακοσμία που αναπέμπεται από την κόπρο που εμφωλεύει εις τους κόλπους της Εκκλησίας μας… και μάταια περιμένει την κάθαρσι. Αλλά αντί για κάθαρσι το κακό επιτείνεται, η κακοσμία όλο και φουντώνει και η ελπίδα του καθαρμού γίνεται όνειρο ανέφικτο. Συμφεροντολογία, ρουσφετολογία, αηδιστάτη συναλλαγή, χρυσοθηρία, αυθαιρεσία, ανηθικότητα και ασέλγεια είναι μερικά απ’ τα κοσμήματα ενίων δεσποτάδων μας, που έχουν ωστόσο, το θράσος με τα λαμπρά αυτά εφόδια να κυβερνούν τα ποίμνιά τους εν ονόματι του Χριστού!». Αφού, εν συνεχεία εξιστορεί πως η Ορθόδοξος Εκκλησία υπήρξε πάντοτε η πνευματική μητέρα του λαού μας, η οδηγός και η παρηγορήτρια, που ενέπνεε το έθνος, συνεχίζει: «Και σήμερα πόσοι από τους Αρχιερείς μας ακολουθούν την παράδοσι; Πόσοι ανταποκρίνονται στις σκληρές απαιτήσεις του αξιώματός τους;… Ώστε δεν παίρνει άλλο να δυσφημήται απ’ άκρη σ’ άκρη η Ορθόδοξη Εκκλησία. Το ποτήρι έχει ξεχειλίσει πια και έφτασε η στιγμή που πρέπει η Πολιτεία να πάρη τα αποφασιστικά της μέτρα και να προχωρήση στην κάθαρσι που απαιτεί πρώτα-πρώτα ο υγιής κλήρος της Ελλάδος και μαζί του όλος ο λαός. Το κακό έχει παραγίνει. Δεν είναι φέουδο κανενός αυτός ο τόπος και πολύ λιγώτερο των κυρίων Δεσποτάδων, που νομίζουν ότι προορισμός τους είναι να νέμωνται τα αγαθά του, να θησαυρίζουν, να χρυσοθηρούν αδιάντροπα… Κάθαρσι… Το ποτήρι έχει ξεχειλίσει».
Η «Μεσημβρινή» (23.1.1962) περιγράφει την κατάσταση: «Όπου και αν πιάσεις λερώνεσαι. Με κλονισμένο το γόητρο οι ταγοί. Καλαμπούρι έγιναν τα ιερά. Που ν’ ακουμπήση το παιδί; Που να σταθή; Από ποιον να ηλεκτρισθή; Ποιον Θεόν να προσκυνήση; Σε ποιο ιδανικό να πιστέψη;… Να βαδίσουν πάνω στα ίχνη… της εκκλησιαστικής ηγεσίας; Θα ήταν η καταστροφή».
Στα μαύρα αυτά χρόνια υπήρχαν και υγιείς φωνές μέσα στην Εκκλησία, όπως ο Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος που οι παρεμβάσεις και τα δημοσιευμένα κείμενά του αποτελούσαν χαστούκι για την σάπια διοικούσα Εκκλησία. Σε μία συνέλευση της Ιεραρχίας – όπως μας πληροφορεί το «ΕΘΝΟΣ» (3-10-1960) – ο Μητροπολίτης Αργολίδος αγανακτισμένος προέβη στις εξής τρομερές διαπιστώσεις: «Έχομεν σαπίλαν και βόρβορον εις την Εκκλησίαν, έχει δίκαιον ο Τύπος που καταφέρεται εναντίον μας. Απεδείχθη με την υπόθεσιν Λαρίσης – αναφέρεται στο μεγάλο ηθικό σκάνδαλο – την οποίαν, όταν απεφάσισεν η Εκκλησία να τελειώση, το έκαμεν εντός είκοσι ημερών. Διατί δεν το έκαμεν επί εν έτος;». Και άλλος δεσπότης μιλώντας για το ίδιο θέμα στην Ιεραρχία, είπε: «Διαμαρτύρομαι. Δεν γνωρίζετε πώς έχουν τα πράγματα. Μη με αναγκάσετε να κάνω τυμβωρυχίας. Αν ανοίξω το στόμα μου πολλοί θα καθίσουν στο εδώλιο, θα πέση βόμβα πραγματική».
Εις το εξωτερικό η Εκκλησία, και ιδιαιτέρως ο Κλήρος είχε γίνει αντικείμενον χλευασμού και υποτιμητικότατων σχολίων. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, οι εκπομπές των τηλεοράσεων, οι μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδες, οι στήλες των μεγάλων περιοδικών, τα οποία κυκλοφορούσαν σε εκατομμύρια αντίτυπα σε ολόκληρον τον κόσμον, ήταν γεμάτα από πληροφορίες για τον ηθικό ξεπεσμό της Εκκλησίας μας. Για να μην δημιουργήσουμε ΣΟΚ δεν θα δημοσιεύσουμε κανένα απόσπασμα.
Με όλα αυτά, με το κράτος διαλυμένο – σε δύο χρόνια είχαμε τέσσερις Κυβερνήσεις (Νόβα, Τσιριμώκου, Στεφανόπουλου, Παρασκευόπουλου) και με μια Ιεραρχία ξεφτισμένη και αποδυναμωμένη φθάσαμε στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

[ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ]