Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

ΕΡΩΤΗΣΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ ΠΡΟΣ ΝΕΟΧΕΙΡΟΤΟΝΗΘΕΝΤΑΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ

Αφιερωμένο εξαιρετικά στον Επίσκοπο Θεσσαλονίκης Άνθιμο!

Ερώτηση από την «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ»
Αύγουστος 1958, αρ. φυλ. 208

ΨΗΦΟ ΚΛΗΡ ιστ. 

Σεβασμιώτατε! Πρὶν ἤ ἐκφωνήσητε τὸν ἐνθρονιστήριον λόγον σας καὶ ζητήσητε τὴν ὑπακοὴν τοῦ ποιμνίου εἴπατέ μας, παρακαλοῦμεν, κατὰ ποῖον τρόπον ἀνήλθετε τὰς βαθμίδας τοῦ ἀρχιερατικοῦ θρόνου; Σᾶς ἐψήφισεν ὁ κλῆρος τῆς ἐπαρχίας; Σᾶς ἐζήτησεν ὁ εὐσεβὴς λαός; Ἤ εἰς τὴν πλάτην σας βαρύνει ὡς ὄρος καιόμενον ἐκεῖνο τὸ ἀλλαχόθεν;


  • ΤΟ ΨΗΦΟ ΚΛΗΡΟΥ ΚΑΙ ΛΑΟΥ, Ο ΚΑΝΟΝΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΕΚΛΟΓΗΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΝΕΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΔΕΝ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΘΥΡΑΣ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΤΡΟΠΟ ΕΚΛΟΓΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ, ΑΛΛΑ «ΑΛΛΑΧΟΘΕΝ», ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΜΕ ΝΑ ΧΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΑΣ

Απόσπασμα της «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΣΠΙΘΑΣ»
Αυγούστου 1958, αρ. φυλ. 208
«Ὅταν κάποιος Ἐπίσκοπος τῆς Ἐπαρχίας ἀπέθνηκεν, ὁ Κλῆρος καὶ ὁ λαὸς ἐξέλεγαν τὸν πλέον ἐνάρετον καὶ πεπαιδευμένον
ἐκκλησιαστικόν, ἐπεκυρώνετο πρῶτον ἀπὸ Μητροπολίτην καὶ τοὺς ἄλλους Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐπαρχίας, καὶ ἔπειτα ἐχειροτονεῖτο ἀπʼ αὐτὲς (Κανὼν Δ΄ τῆς Α΄ Οἰκουμ. Συνόδου). Αὐτὸς ἧτο ὁ θαυμάσιος τρόπος καὶ ἡ οὐράνιος σύστασις τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τόσους αἰῶνας. Μέχρι ποὺ διεφυλάττετο μὲ ἀκρίβειαν αὕτη ἡ τάξις, ἐκυβερνᾶτο θεαρέστως. Ὅσον δὲ ἐσυνάζωντο πιστῶς αὕται αἱ τῶν Ἐπαρχιῶν Ἱεραὶ Σύνοδοι, αἱ καταχρήσεις ἀδιακόπως ἐδιορθόνοντο, καὶ δὲν τας ἄφιναν ποτὲ νὰ ριζώσωσιν. Οἱ ἄτακτοι, οἱ σκανδαλοποιοί, οἱ ταραχοποιοί, καὶ οἱ ἀπειθεῖς ἐκκλησιαστικοὶ νομίμως πάντοτε ἐτιμωροῦντο ἀπὸ τοὺς συνάδελφούς των».

 ΔΥΣΤΥΧΩΣ Η ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΘΥΡΑ ΕΚΛΕΙΣΕ

Δυστυχῶς! Ἐφʼ ὅσον ἡ μόνη κανονικὴ θύρα, ἡ διὰ ψήφου κλήρου καὶ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας ἐκλογή, κακούργως ἐκλείσθη, εἶνε ἐπόμενον οἱ ὑποψήφιοι διὰ τοὺς ἐπισκοπικοὺς θρόνους νὰ τραποῦν πρὸς τὸ «ἀλλαχόθεν». Ἐὰν δὲ τὸ «ἀλλαχόθεν» αὐτὸ εἰς μίαν ἑκάστην περίπτωσιν πληρώσεως ἐπισκοπικῆς ἔδρας ἠδύνατο νὰ γίνη ἀντικείμενον ἐξονυχιστικῆς μελέτης καὶ νὰ ἤρχοντο εἰς τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι τῆς ἐκλογῆς τῶν μέχρι σήμερον ἐκλεγέντων τῆς λεγομένης αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὁποῖον αἴσθημα λύπης, ἀηδίας, ἀγανακτήσεως θὰ κατελάμβανε τὴν ψυχὴν παντὸς Ὀρθοδόξου, ὁ ὁποῖος εἰς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του διατηρεῖ ἕναν κόκκον εἰλικρινοῦς ἀγάπης διὰ τὴν Ἐκκλησίαν! Τὶς τῶν οὕτω πως ἐκλεγέντων ἐπισκόπων δύναται νὰ καυχηθῆ ἐν Κυρίω διὰ τὴν ἐκλογήν του; Ἐὰν εἶνε εἰλικρινής, καὶ αὐτὸς θὰ ὁμολογήση ἐν τῶ βάθει τῆς καρδίας του ὅτι ἔρχονται στιγμαὶ ποὺ ἀηδιάζει ἑαυτόν, ὅταν ἐνθυμῆται τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς του, κατὰ τὰς ὁποίας «ἰδρῶτι περιρρεόμενος» ἐκινεῖτο πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν, παρεκάλει, ἱκέτευεν, ἔπιπτεν εἰς τοὺς πόδας ἰσχυρῶν πολιτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν παραγόντων διὰ νὰ προαχθῆ. Ὑπερβολικῶς ἐκθέτομεν τὴν ἀλήθειαν; Νομίζομεν ὄχι. Ἀλλʼ ἐὰν ὑπάρχη κάποιος ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος καὶ ἔγινε χωρὶς νὰ κινήση ἀμέσως ἤ ἐμέσσως τὸν μηχανισμὸν τῆς ἐκλογῆς, ἄς μᾶς τὸ ἀποδείξη, καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ φιλήσωμεν ὄχι μόνον τὰς χεῖρας ἀλλὰ καὶ τοὺς πόδας του.