Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ 12 ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΩΝ (1974-2014) 5ο μέρος ΟΙ ΜΑΥΡΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ  ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ  "ΑΓΩΝΑΣ" ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΩΝ  ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ αρ. φύλλου 211 /12ος/ 2014

                        http://www.agonas.org/

(Συνεχίζουμε την περιγραφή των εκκλησιαστικών γεγονότων όπως αυτά διαδραματίσθηκαν στο χώρο της διοικούσης Εκκλησίας πριν τη μεγάλη σφαγή των δώδεκα (12) αγίων αρχιερέων. Πρωτοφανές γεγονός παγκοσμίως να καταδικάζεις κάποιους χωρίς απολογία και δίκη, αλλά αυταρχικά, μόνο και μόνο γιατί θέλεις να καυχιέσαι ότι υπήρξες «αντάρτης» σε ανώμαλες περιόδους και να απαιτείς από τους υποτακτικούς σου δεσποτάδες, σαν Καλιγούλας του 20ου αιώνα, πλήρη υποταγή στα κελεύσματά σου).

ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ

ΚΛΗΡΙΚΩΝ  ΕΛΛΑΔΟΣ

Ο Ιερώνυμος Κοτσώνης, ως αρχιμανδρίτης, για χρόνια υπήρξε εφημέριος στο Νοσοκομείο «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ». Οι εμπειρίες από την νοσηλεία των κληρικών ήταν οδυνηρές. Οι Ιερείς στερημένοι μιας αξιοπρεπούς ασφάλισης νοσηλεύονταν πότε στους διαδρόμους των Νοσοκομείων και πότε σε θαλάμους με είκοσι και πλέον κρεβάτια. Και σαν να μην έφθαναν αυτά, δέχονταν καθημερινά τη χλεύη, τις ειρωνείες, τα πειράγματα, τους χονδροειδείς και απρεπείς αστεϊσμούς εξ αιτίας των αλλεπάλληλων σκανδάλων της εποχής εκείνης που παρουσίαζαν πρωτοσέλιδα οι εφημερίδες. Αυτά όλα καθιστούσαν την νοσηλεία τους πραγματικό μαρτύριο, γι’ αυτό, με την ανάδειξή του στην κορυφή της εκκλησιαστικής ηγεσίας, το πρώτο μέλημά του ήταν να ιδρύσει νοσοκομείο για τους κληρικούς ώστε να μπορούν να βρουν φροντίδα, στέγη, στοργή και αξιοπρεπή νοσηλεία.

Κατά τον ενθρονιστήριο λόγο του ο νέος Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ Κοτσώνης (14/5/1967) στο μητροπολιτικό ναό των Αθηνών έκανε την παρακάτω δήλωση και την οποία τήρησε ως “κόρην οφθαλμού”.

«Ως πρώτον δείγμα της υπέρ του ιερού μας κλήρου μερίμνης μας, ήδη από της στιγμής ταύτης θα μας επιτραπή να εξαγγείλωμεν ότι πάντα τα… έσοδα του Αρχιεπισκόπου από 1ης Σεπτεμβρίου 1967, θα διατίθενται δια την λειτουργίαν Νοσοκομείου των Κληρικών, τούτο δε διότι τα από 1ης Ιουνίου μέχρι της 31ης Αυγούστου 1967 αντίστοιχα έσοδα του Αρχιεπισκόπου θα διατεθούν υπέρ των σεισμοπλήκτων» (σεισμός 4ης Μαΐου 1967).

Για να στήσει το Νοσοκομείο, ο Αρχιεπίσκοπος συνάντησε μεγάλα εμπόδια κυρίως από κυβερνητικούς αξιωματούχους, όπως το περιγράφει ο ίδιος στο Ημερολόγιό του (15/10/68): «Το μεσημέρι εξηρεθίσθην φοβερά, η πίεσίς μου θα πρέπει να είχεν ανέβη πολύ. Αι φλέβες μου επάλλοντο μέχρι διαρρήξεως. Δεν ήταν δυνατόν το μεσημέρι να αναπαυθώ. Αίτιος ήταν ο Υπουργός Παιδείας, ο οποίος συνεχώς παρεμβάλλει προσκόμματα εις τον δρόμον μου. Τώρα δεν ενέκρινε την ίδρυσιν του Νοσηλευτικού Ιδρύματος Κληρικών Ελλάδος (του Ν.Ι.Κ.Ε. …)», και συνεχίζει:

«Αι άλλαι δυσκολίαι, δια το ίδιον ζήτημα, προήλθον από το Υπουργείον Κοινωνικών Υπηρεσιών, που πότε ο ένας και πότε ο άλλος λόγος, το εμπόδιζαν, τάχα, δια να δώση την άδεια λειτουργίας του ΝΙΚΕ. Ίσως δε, δεν θα εδίδετο εν τέλει η άδεια, αν δεν διωρίζετο Υπουργός ο Ιωάν. Λαδάς. Αυτός είχεν οικογενειακούς δεσμούς με τον κλήρον και γι’ αυτό έδειξεν ιδιαίτερον ενδιαφέρον δια το Νοσοκομείον μας, που μόλις το επισκέφθη και είδεν ο ίδιος την τελειότητα της οργανώσεώς του και του εξοπλισμού του, έδωκεν αυθημερόν την άδειαν λειτουργίας του».

Αυτός ήταν ένας πραγματικός άθλος, διότι κατόρθωσε ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ μέσα σε 3 χρόνια να λειτουργήσει ένα τέτοιο μεγάλο νοσοκομείο – θεμελιώθηκε το 1969 και άρχισε την λειτουργία του την 1/7/1972 – να το επανδρώση με κατάλληλο προσωπικό (ιατρικό, νοσηλευτικό, τεχνικό, εργατικό κ.ά.) ώστε να καταστεί πρότυπο νοσηλευτικό ίδρυμα.

Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο αποτελούσαν μέλη που πρόσφεραν εθελοντικά τις υπηρεσίες τους, με διοικητικό Γενικό Διευθυντή, τον Αρχίατρο κ. Α. Καραντώνη και τον μηχανικό κ. Β. Πολιτάκην ο οποίος επέβλεπε την διαρρύθμιση του παλαιού κτιρίου και την ανέγερσην της νέας πτέρυγας.

Το 1970 άρχισε να λειτουργεί και Σχολή Αδελφών Νοσοκόμων «η ΟΛΥΜΠΙΑΣ» προετοιμάζοντας προσωπικό για το υψηλόν ιεραποστολικό έργο, όχι μόνο με γνώσεις νοσηλευτικές αλλά και με τον απαιτούμενο σεβασμό προς τους πάσχοντας κληρικούς.

Πρόκειται περί θαύματος…

Το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών ενώ έδινε μεγάλα ποσά στα διάφορα Νοσοκομεία για τη λειτουργία τους, για το Νοσοκομείο των κληρικών δεν έδωσε ούτε δραχμή.

Ο πανάγαθος Θεός, που πάντα δίνει λύσεις, έκανε κι εδώ το θαύμα του. Να πως το περιγράφει ο αρχιεπ. Ιερώνυμος στο ημερολόγιό του: «Την δύσκολη, για το Νοσηλευτικό Ίδρυμα, στιγμή ο Θεός παρουσίασε τον αείμνηστον Γεώργην Λαιμόν – είχε τότε αποθάνει η σύζυγός του, η ευλαβεστάτη δέσποινα Κατίγκω… Προτού αποθάνει, του είχε εκφράσει την επιθυμίαν, να έκαναν κάτι υπέρ του ιερού κλήρου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Έτσι, όταν επληροφορήθη ο Γεώργης ότι έχει ιδρυθεί το Νοσοκομείον Κληρικών, σκέφθηκε, ότι μέσω του Ιδρύματος αυτού, θα εκπληρώνονταν η επιθυμία της αειμνήστου συζύγου του». Με την επίσκεψη του Αρχιεπισκόπου στη Γενεύη όπου διέμενε ο κ. Λαιμός, συζήτησαν περί της δωρεάς προς το Νοσοκομείο. Αλλ’ εκτός αυτής της προσφοράς, είχε την πρόθεση να βοηθήσει και στην ανέγερση του κτιρίου «ΟΙΚΟΥ ΑΔΕΛΦΩΝ» αφ’ ενός, και της «ΣΧΟΛΗΣ ΑΔΕΛΦΩΝ ΝΟΣΟΚΟΜΩΝ – Η ΟΛΥΜΠΙΑΣ» αφ’ ετέρου. Μιας δαπάνης τεσσάρων εκατομμυρίων εκείνης της εποχής, εκτός της αξίας του οικοπέδου. Αυτό «πρόκειται περί θαύματος…» λέει ο Ιερώνυμος.

Για την κάλυψη της δαπάνης, ο Αρχιεπίσκοπος πρόσφερε τον μισθόν του και όλα τα δικαιώματά του που έφταναν στην Αρχιεπισκοπή. Το στελέχωσε με πολλές εθελοντικές προσωπικότητες. Η οργάνωση και η λειτουργία του υπήρξε υποδειγματική, γιαυτό και από τα πρώτα χρόνια τα οικονομικά παρουσίασαν πλεόνασμα.

Η Εκκλησία – ο Αρχιεπίσκοπος – σε μια ειδική πανηγυρική συνεδρίαση απένειμε στο Γ. Λαιμό το οφίκιο του Μεγάλου Λογοθέτου εκτιμώντας την μεγάλη δωρεά προς το ίδρυμα. Ο κ. Λαιμός βλέποντας ότι τα χρήματά του πιάνουν τόπο ανακοίνωσε ότι θα αναλάβει την πρωτοβουλία για την ανέγερση ενός μεγάλου και πρότυπου Νοσηλευτικού Ιδρύματος της Εκκλησίας, δυνάμεως χιλίων (1000) κλινών. Ένα νούμερο ασύλληπτο για εκείνη την εποχή, όταν σήμερα ο “Ευαγγελισμός” έχει 930 κλίνες και ο “ΑΧΕΠΑ” 720.

Μετά την παραίτηση του Ιερωνύμου, ο μεγάλος δωρητής Γεωρ. Λαιμός, βλέποντας το “μπάχαλο” της “αρπαχτής”, του “βολέματος” και την απαξίωση όλων των ιδρυμάτων από την Σεραφειμική λαίλαπα, διέκοψε κάθε σχέση. Το Νοσηλευτικό αυτό ίδρυμα (Ν.Ι.Κ.Ε.) – στολίδι της εποχής του – απαξιωμένο πλέον έπαψε να λειτουργεί. Σ’ αυτό στεγάστηκε και λειτούργησε μέχρι πριν ένα χρόνο το Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων.

ΝΕΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Μέχρι το 1968 όλες οι υπηρεσίες της Ιεράς Συνόδου ήταν στεγασμένες στην οδό Αγίας Φιλοθέης όπου ήταν και η Αρχιεπισκοπή. Ήταν τόσο ακατάλληλο το κτίριο από πλευράς χώρων που ήταν αδύνατον ακόμα και να συνεδριάζει η Ολομέλεια της Ιεραρχίας. Γι’ αυτό το πρόβλημα απασχόλησε σοβαρά τον Αρχιεπίσκοπο. Προσπάθησε να βρεθεί οικοπεδική έκταση για ανοικοδόμηση του Διοικητικού Κέντρου της Εκκλησίας. Αυτό δεν κατέστη δυνατόν να εξευρεθεί εντός περιορισμένης ακτίνας από το κέντρο.

Μετά από εξονυχιστική μελέτη και εισήγησή του προς την Ιερά Σύνοδο κατέληξαν να ανεγερθεί κτίριον εντός του χώρου της Ιεράς Μονής Πετράκη, αξιοποιώντας όλον τον περίγυρο χώρο. Προσθέτοντας μάλιστα και ορόφους στο υφιστάμενο κτίριο έδωσε τη δυνατότητα να συστεγαστούν όλες οι εκκλησιαστικές υπηρεσίες των Αθηνών (μέχρι τότε ήταν εγκατεσπαρμένες σε πέντε διαφορετικά σημεία) καθώς και κελιά για την μοναστική Αδελφότητα της Μονής, που παράλληλα με το κύριο διακόνημά της θα συνέβαλαν και στη καλή λειτουργία του Διοικητικού Κέντρου της Εκκλησίας.

Έτσι το 1972 μεταφέρθηκαν όλες οι υπηρεσίες στο νέο κτιριακό συγκρότημα της Μονής Πετράκη, εκτός του ΟΔΕΠ, που στεγάστηκε στο π. Ψυχικό σε οίκημα της Μονής Πεντέλης, που το χρησιμοποιούσε ως κατοικία ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος, εκτός του Ιερωνύμου, που ως κατοικία είχε ένα κελάκι στην Μονή Πεντέλης. Στην συνέχεια ο μεν Σεραφείμ το έκανε κατοικία, ο δε Χριστόδουλος το ανακαίνισε δαπανώντας για την επισκευή και επίπλωση το “αστρονομικό” ποσό των 700.000 δρχ. (Ν.Α. 22/6/2002) και συνεχίζει να είναι κατοικία του νυν Αρχιεπισκόπου.

ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΟ

ΚΕΝΤΡΟ

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος επισκέφθηκε την Εκκλησία της Βουλγαρίας από 6-13 Μαΐου 1968 ώστε να συμμετάσχει στις εορταστικές εκδηλώσεις για την συμπλήρωση 1100 χρόνων από την κοίμηση του φωτιστού των Σλαύων αγίου Κυρίλλου. Εκεί αισθάνθηκε το ιερό χρέος να μελετήσει την ανέγερση επί ελληνικού εδάφους ενός κέντρου αδελφικής φιλοξενίας και διορθοδόξου επικοινωνίας, όπου συναντώμενες οι αδελφές Ορθόδοξες Εκκλησίες να μελετούν και συζητούν τα διάφορα προβλήματα που τους απασχολούν.

Αυτήν την ανάγκη θέλησε να θεραπεύσει και αποφάσισε την κατασκευή και ίδρυση του Διορθοδόξου Κέντρου Αθηνών. Έτσι στις 3 Μαρτίου 1969 ετέθη ο θεμέλιος λίθος και την 1ην Μαΐου 1971 έγιναν τα εγκαίνια, παρουσία αρχηγών και εκπροσώπων όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, τα οποία μάλιστα συνέπεσαν με τις εορτές για την συμπλήρωση 150 χρόνων από την απελευθέρωση της Χώρας.

Πρώτος Διευθυντής του Κέντρου υπήρξε ο Αρχ. Αναστάσιος Γιαννουλάτος – τώρα αρχιεπίσκοπος Αλβανίας –. Αυτό διέθετε 60 μονόκλινα μικρά διαμερίσματα (τα οποία μπορούσαν να φιλοξενήσουν άνετα ισάριθμους ξένους συνέδρους), αίθουσα συνεδριάσεων (με αυτόματο κέντρο τετραπλής μετάφρασης), ευρύχωρη βιβλιοθήκη, αναγνωστήριο, αίθουσα εστίασης κ.ά., και όλα αυτά μέσα στον περίβολο της Ιεράς Μονής Πεντέλης που και αυτή, ενώ μέχρι τότε ήταν ένα ερείπιο, ανακαινίσθηκε εξ ολοκλήρου δίνοντας τη δυνατότητα στους φιλοξενούμενους να απολαμβάνουν την μοναστική ατμόσφαιρα και τις λειτουργικές ανάγκες τους στο ανακαινισμένο και αγιογραφημένο Καθολικό της Μονής.

Το λυπηρό είναι ότι, ενώ το 2009 έγιναν εκδηλώσεις για τα σαράντα χρόνια από την ίδρυσή του με διάφορες ομιλίες, παρόντος και του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Β΄, δεν αναφέρθηκε καν το όνομα του εμπνευστού και κτήτορα αυτού του μεγαλειώδους έργου πνοής (περ. “ΕΚΚΛΗΣΙΑ” …).

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Ο Ιερώνυμος ήθελε να βρίσκεται η εκκλησιαστική παιδεία στα χέρια της Εκκλησίας. Ήταν μείζον θέμα γι’ αυτόν, διότι από την εποχή της Βαυαροκρατίας την ευθύνη και τον προγραμματισμό είχε το κράτος, αφήνοντας κερκόπορτες στις προπαγάνδες και τις υποχθόνιες μεθοδεύσεις των μυστικών κέντρων αποφάσεων.

Ο Αρχιεπίσκοπος τόλμησε. Έπιασε το νυστέρι στο χέρι και έκανε βαθειές και σωστικές τομές. Βρήκε το σθένος και στάθηκε μπροστά στην κοσμική εξουσία απαιτώντας να αναλάβει η Εκκλησία τον προγραμματισμό και τη στελέχωση της εκπαίδευσης των μελλοντικών στελεχών της, αποσπώντας την από τα κυκλώματα των αθέων που μόλυναν το νεανικό αίμα.

Η προσπάθειά του ήταν ιδιαίτερα επίπονη και παρ’ ότι ο νέος Καταστατικός Χάρτης (126/1969) προέβλεπε η εκκλησιαστική εκπαίδευση να περιέλθει εις την εκκλησία, ο αγώνας αυτός κράτησε δύο χρόνια διότι οι αρμόδιοι κρατικοί παράγοντες ανέβαλαν από μήνα σε μήνα την δημοσίευση του σχετικού Νόμου. Συγκεκριμένα γράφει: «Δι’ όλας αυτάς τας καθυστερήσεις είχα πολλάκις διαμαρτυρηθή προς τας αρμοδίας Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας. Και οχλήσεις, προς τον Υφυπουργόν και Υπουργόν έκανα, και δεν ενθυμούμαι πόσας εντόνους παραστάσεις προς τον Πρωθυπουργόν πραγματοποίησα μέχρι που του εδήλωσα ότι, θα παραιτηθώ, αν ο Νόμος δεν εκδοθή αμέσως. Μετά από αυτά εδημοσιεύθη, επί τέλους, ο υπ’ αριθ. 876/1971 Νόμος την 15/5/1971, “Περί υπαγωγής της Δημοσίας Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος και άλλων τινών συναφών διατάξεων”» (Ιερώνυμος σελ. 110).

Το πρόγραμμα της οργάνωσης και ανάπτυξης των εκκλησιαστικών Σχολών προχωρούσε κανονικά. Οργάνωσαν τις Κατώτερες, τις Μέσες και τις Ανώτερες σχολές και κινήθηκε ο μηχανισμός για την ίδρυση μιας Ανώτερης Θεολογικής Ακαδημίας (1).

Σκοπός των προγραμμάτων αυτών ήταν η σοβαρή καλλιέργεια των νέων που είχαν έφεση να σπουδάσουν την ιερή επιστήμη και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο έργο της εκκλησίας.

Μετά την παραίτηση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Α΄ ο νέος Αρχιεπ. Σεραφείμ με έγγραφό του στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων ζήτησε να αναλάβει και πάλι το κράτος την ευθύνη της εκκλησιαστικής παιδείας, διότι η Εκκλησία δεν διέθετε το κατάλληλο και εμπνευσμένο προσωπικό «ίνα μεταλαμπαδεύση το γνήσιον τούτο εκκλησιαστικόν πνεύμα τοις μέλλουσιν ιεράσθαι» (SIC).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ