Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Οι Οικουμενιστές Επίσκοποι, δεν είναι διάδοχοι των Αποστόλων, π. Θεόδ. Ζήσης

 

γνωστὸς Πατρολόγος καθηγητὴς  Πανεπιστημίου π. Θεόδωρος Ζήσης, σὲ μία ἀπὸ τὶς τακτικὲς ὁμιλίες του, ἐξήγησε τὸν θαυμάσιο λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου «Εἰς τὸν μέγαν Ἀθανάσιον ἐπίσκοπον Ἀλεξανδρείας» (Λόγ. ΚΑ΄). Παρουσιάζουμε ἀπομαγνητοφωνημένη τὴν ὁμιλία αὐτή, γιατὶ παρουσιάζει μεγάλες ἀλήθειες. Κυρίως δέ, γιατὶ διαζωγραφίζει τὴν αἰτίαν τῆς τραγωδίας τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων, ὄχι λιγότερο καὶ τῶν ἀντι-Οἰκουμενιστῶν.
Μὲ καφὲ χρῶμα χρωματίζουμε τὸ κείμενο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου καὶ μὲ μπλὲ τὴν ἑρμηνεία καὶ τὸν σχολιασμὸ τοῦ π. Θεοδώρου.
Κεντρικὸ συμπέρασμα τοῦ λόγου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, εἶναι ὅτι οἱ αἱρετικοί, καὶ ὅπως τὸ κατοχυρώνει ὁ π. Θεόδωρος καὶ οἱ Οἰκουμενιστὲς Ἐπίσκοποι, δὲν εἶναι διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων!
Καὶ τὸ ἐρώτημα (γιατὶ με κάθε ὁμιλία του ὁ π. Θεόδωρος, διδάσκοντας τὸ πρακτέον, ἐπιβαρύνει τὴν θέση τὴν δική του καὶ τῶν ἀντι-Οἰκουμενιστῶν, ἀφοῦ γνωρίζουν τὶ πρέπει νὰ κάνουν, ἀλλὰ δὲν τὸ κάνουν): Γιατί συνεχίζετε, π. Θεόδωρε, ἐσεῖς καὶ οἱ ὁμοϊδεάτες σας, νὰ κοινωνεῖτε μὲ τοὺς μὴ διαδόχους τῶν Ἀποστόλων Οἰκουμενιστὲς ψευδεπισκόπους; Καὶ γιατί, ἐνῶ δική σας ἐφεύρεση εἶναι ὁ ὅρος «ὀνοματοκρυπτισμός», (ποὺ δηλώνει ὅτι εἶναι αἱρετικοί, ὅσοι ἀρνοῦνται νὰ κατονομάσουν τοὺς αἱρετικούς, ὥστε νὰ προφυλάξουν τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τὸν μολυσμὸ τῆς ἐπικοινωνίας μαζί τους), γιατί δὲν κατονομάζετε ὡς «Σύναξη Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν» τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστὲς Ἐπισκόπους; Μήπως, διότι τότε θὰ πρέπει νὰ διακόψετε τὴν κοινωνία μαζί τους καί, ἐπειδὴ δὲν τὸ ἀντέχετε, βγάλατε ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ὅσους τὸ ἔκαναν;
Συμπλήρωμα του κηρύγματος για τον Μ. Αθανάσιο
π. Θεοδώρου Ζήση
«Τραφεὶς δὲ οὕτω καὶ παιδευθείς, ὡς ἔδει γε καὶ νῦν τοὺς λαοῦ προστήσεσθαι μέλλοντας», ὅπως πρέπει νὰ παιδεύονται αὐτοὶ ποὺ πρόκειται νὰ γίνουν προεστοὶ τοῦ λαοῦ, Ἐπίσκοποι, κληρικοί, «καὶ τὸ μέγα τοῦ Χριστοῦ σῶμα μεταχειρίζεσθαι», καὶ νὰ μεταχειρισθεῖ τὸ μέγα Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, «κατὰ τὴν μεγάλην τοῦ Θεοῦ βουλήν ...τῶν ἐγγιζόντων εἷς τῷ ἐγγίζοντι Θεῷ γίνεται, καὶ τῆς ἱερᾶς ἀξιοῦται στάσεώς τε καὶ τάξεως», καὶ ἀξιώνεται νὰ γίνει ἱερεύς, «καὶ πᾶσαν τὴν τῶν βαθμῶν ἀκολουθίαν διεξελθών, ...τὴν τοῦ λαοῦ προεδρίαν πιστεύεται», τοῦ ἐμπιστεύεται ἡ προεδρία τοῦ λαοῦ, νὰ εἶναι Ἐπίσκοπος τοῦ λαοῦ, «ταυτὸν δὲ εἰπεῖν, τῆς οἰκουμένης πάσης ἐπιστασίαν».
Δέστε τώρα· τὸ νὰ γίνει κανένας Ἐπίσκοπος σὲ μία ἐπαρχία, δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ περιορίζεις ἐκεῖ τὴν δρᾶσιν σου. Ξέρετε τί σημασία ἔχει αὐτό; Ἔχει σημασία ὅτι, ἂν κάποιος τώρα, ἂς ποῦμε ὁΠειραιῶς, πεῖ κάτι ποὺ συνέβη σὲ μία ἄλλη ἐπαρχία, θὰ τοῦ ποῦν· τί ἀνακατεύεσαι ἐσὺ στὴν δική μου τὴν ἐπαρχία; Δηλαδή, ἀκόμα καὶ μιὰ ἑτεροδιδασκαλία, μιὰ αἵρεση ἂν ὑπάρχει στὴν Θεσσαλονίκη, καὶ ὁ Πειραιῶς πεῖ· τί αἵρεση εἶναι αὐτὴ ποὺ ὑπάρχει ἐκεῖ; θὰ τοῦ πεῖ ὁ Ἄνθιμος· τί ἀνακατεύεσαι ἐσύ;
Τὸ λέω αὐτό, διότι αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν Μ. Βασίλειο. Λέει γιὰ τὸν Μ. Βασίλειο ὅτι μόλις ἔγινε Ἐπίσκοπος, στὰ μάτια του εἶχε ὅλη τὴν Οἰκουμένη, ἀφοῦ ὅλη ἡ Οἰκουμένη εἶχε καταληφθεῖ ἀπὸ τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου. Ὅταν πρόκειται γιὰ θέμα Πίστεως, δὲν ὑπάρχουν δικαιοδοσίες. Δικαιοδοσίες τοπικὲς ὑπάρχουν μόνο γιὰ θέματα λατρείας καὶ διοικήσεως. Γιὰ θέματα Πίστεως δὲν ὑπάρχει δικαιοδοσία, γιὰ νὰ λένε οἱ Ἐπίσκοποι, νά, ἐγὼ ἐδῶ... Γιὰ νὰ πεῖ κανένας, μὰ ὁ Πατριάρχης ἔκανε αὐτό, ἐγὼ θὰ ἀνακατευτῶ στὸν Πατριάρχη; Ὅταν ἐμεῖς ἀνακατευθήκαμε καὶ μερικοὶ Ἐπίσκοποι, σ’ αὐτὰ ποὺ συνέβησαν στὴν Σερβία καὶ διώξανε τὸν Ἀρτέμιο γιὰ λόγους Οἰκουμενισμοῦ, κατηγορηθήκαμε ὅτι ἐπεμβαίνουμε στὴν Ἐκκλησία τῆς Σερβίας. Φανταστεῖτε τώρα, ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ ὁποῖος ἠσχολεῖτο μὲ τὸν Ἄρειο, ἢ ἄλλοι ποὺ ἀσχολήθηκαν μὲ τὸν Ἄρειο, νὰ ποῦνε· ὁ Ἄρειος στὴν Ἀλεξάνδρεια εἶναι, τί ἀνακατεύεστε ἐσεῖς μὲ τὸν Ἄρειο; Γι’ αὐτὸ λέει ἐδῶ, ὅταν ἀνέλαβε ὁ Ἀθανάσιος «τὴν τοῦ λαοῦ προεδρίαν πιστεύεται ταυτὸν δὲ εἰπεῖν, τῆς οἰκουμένης πάσης ἐπιστασίαν». Στὰ θέματα τῆς Πίστεως οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι ὅλης τῆς οἰκουμένης· ὅ,τι συμβαίνει στὴν οἰκουμένη. Δὲν ὑπάρχει δικαιοδοσία, δὲν ὑπάρχουν ὅρια στὴν αἵρεση καὶ στὸ Δόγμα, τὸ δόγμα εἶναι κοινό. Ὅταν λοιπόν ἡ διδασκαλία μας ποὺ εἶναι κοινὴ ὀρθόδοξη προσβάλλεται, δὲν θὰ ἐνδιαφερθοῦμε νὰ μὴν προσβληθοῦμε ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἀρρώστεια, ἡ ὁποία ὑπάρχει δίπλα μας, καὶ νὰ τὴν ἀφήσουμε νὰ ἐξαπλωθεῖ;
Δέστε καὶ μιὰ ἄλλη σκέψη: «Καὶ οὐκ ἔχω λέγειν, πότερον ἀρετῆς ἆθλον, ἢ τῆς Ἐκκλησίας πηγὴν καὶ ζωήν, τὴν ἱερωσύνην λαμβάνει». Καὶ δὲν ξέρω νὰ πῶ, τί ἀπὸ τὰ δύο συνέβη. Παίρνει τὴν ἱερωσύνη σὰν ἐπιβράβευση τῆς ἀρετῆς του, ἢ ὡς πηγὴν καὶ ζωήν τῆς Ἐκκλησίας; Θὰ δεῖτε παρακάτω, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶχε ἀρχίσει νὰ ὑποφέρει, νὰ  ἀρρωσταίνει, καὶ ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἀρχίσει νὰ ἀρρωσταίνει καὶ ξεραίνεται, ὁ Θεὸς ἀνιστᾶ ἀνθρώπους σὲ κάποιο μέρος, γιὰ νὰ γίνει ἡ ἱερωσύνη αὐτῶν τῶν ἡγετῶν πηγὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. «Ἔδει γὰρ ἐκλείπουσαν ταύτην»· δέστε: γιατὶ ἔπρεπε, ἐπειδὴ εἶχε ἀρχίσει νὰ λείπει ἡ ἱερωσύνη· τὸ φαντάζεστε; Καὶ κοιτάξτε καὶ τὰ σημερινά, ὅτι ἔπαψαν νὰ ὑπάρχουν οἱ καλοὶ ἱερεῖς, νὰ λείπει ἡ ἱερωσύνη, νὰ ἀρρωσταίνει ἡ ἱερωσύνη «τῷ δίψει τῆς ἀληθείας», ὡς πρὸς τὸ νὰ ζητάει τὴν ἀλήθεια· πήγαιναν στὴν πλάνη ὅλοι, στὸν Ἀρειανισμό, καὶ ἄρχισε ἡ ἱερωσύνη νὰ διψάει γιὰ τὴν ἀλήθεια «ὥσπερ τὸν Ἰσμαήλ, ποτισθῆναι», ἔπρεπε νὰ ποτισθεῖ ἡ ἱερωσύνη, «ὥσπερ τὸν Ἠλίαν, ἐκ τοῦ χειμάῤῥου, κατεψυγμένης ἀνομβρίᾳ τῆς γῆς, ἀναψύξαι, καὶ μικρὰ πνέουσαν ἀναζωοποιηθῆναι, καὶ σπέρμα τῷ Ἰσραὴλ ὑπολειφθῆναι· ἵνα μὴ γενώμεθα ὡς Σόδομα καὶ Γόμοῤῥα»· ὅταν ἀρχίζει καὶ λείπει ἡ ἱερωσύνη θὰ καταντήσουμε νὰ εἴμαστε Σόδομα καὶ Γόμορρα. Αὐτὸ εἶναι ἡ παρουσία μεγάλων Ἐπισκόπων καὶ μεγάλων προφητῶν. Ὅταν δὲν ὑπάρχουν προφῆτες γιὰ νὰ δώσουν ζωὴ καὶ δροσιὰ πνευματική, θὰ γίνουμε Σόδομα καὶ Γόμορρα. Γιὰ μὴ γίνουμε, λέει ὡς Σόδομα καὶ Γόμορρα. Δὲν γίναμε Σόδομα καὶ Γόμορρα μὲ τοὺς ὁμοφιλοφίλους;... Γιατὶ ἐξέλιπε ἡ ἱερωσύνη. Ἕνα Καντιώτη εἴχαμε καὶ μερικοὺς ἄλλους· ποῦ εἶναι οἱ μεγάλοι προφῆται; «ἀναψύξαι, καὶ μικρὰ πνέουσαν ἀναζωοποιηθῆναι». Εἶναι στὸ τέλος ἡ ἱερωσύνη. Φαντάζεσθε, εἴμαστε 8-10.000 ἱερεῖς στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ εἴμαστε στὸ τέλος μας; «μικρὰν πνέουσαν», ξεψυχοῦμε. «καὶ μικρὰ πνέουσαν ἀναζωοποιηθῆναι, ἵνα μὴ γενώμεθα ὡς Σόδομα καὶ Γόμοῤῥα, ὧν περιβόητος μὲν ἡ κακία, περιβοητοτέρα δὲ ἡ ἀπώλεια». Νά, λοιπόν, ἐπειδὴ τότε ἐξέλιπε ἡ ἱερωσύνη καὶ ἔπνεε τὰ λοίσθια, ὅπως καὶ στὶς ἡμέρες μας· τὸ ἀναγνωρίζουν καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Ἐπίσκοποι αὐτό. Ἂν συζητήσετε μὲ Ἐπισκόπους, λένε, ἔχουμε τὸ κακὸ μας χάλι. Τὸ ἀναγνωρίζουν ὅλοι. Ὅταν γίνεται ἔλεγχος ἐνοχλοῦνται, ἀλλὰ ὅταν συζητοῦν μεταξύ τους λένε ὅτι τὸ κακό μας χάλι ἔχουμε  κι ἐμεῖς φταῖμε γιατὶ εἶναι ὁ κόσμος ἔτσι. Σ’ αὐτὴν λοιπόν τὴν κατάστασιν «Ἔδει γὰρ ἐκλείπουσαν τὴν ἱερωσύνην... Διὰ τοῦτο ἠγέρθη κέρας σωτηρίας», διὰ τοῦτο ἀνέστησε ὁ Θεὸς τὸν Ἀθανάσιον. Ἕνας, ἕνας ἐπὶ πολλλὰ χρόνια, ἐπὶ μισὸ αἰῶνα ὁ Ἀθανάσιος μόνος. «Διὰ τοῦτο ἠγέρθη κέρας σωτηρίας ἡμῖν ἤδη κειμένοις», εἴμαστε ξαπλωμένοι ὅλοι, νεκροί, «καὶ λίθος ἀκρογωνιαῖος», κι ἕνα ἀγκωνάρι, ὁ Ἀθανάσιος, «συνδέων ἑαυτῷ τε καὶ ἀλλήλοις ἡμᾶς, ἐνεβλήθη κατὰ καιρόν», τὸν ἔστειλε ὁ Θεὸς στὸν καιρό του, «ἢ πῦρ καθαρτήριον τῆς φαύλης ὕλης καὶ μοχθηρᾶς», ἢ σὰν μιὰ φωτιὰ γιὰ νὰ καθαρίσει τὴν πονηρὰν ὕλη, «ἢ πτύον γεωργικόν», ἢ σὰν ἕνα φτυάρι γεωργικὸ γιὰ νὰ λιχνίσει τὸ ἄχυρο ἀπὸ τὸ σιτάρι, «ᾧ τὸ κοῦφον τῶν δογμάτων καὶ τὸ βαρὺ διακρίνεται» μὲ τὸ ὁποῖο τὰ ἐλαφρὰ καὶ τὰ βαρειὰ δόγματα «ἢ μάχαιρα τὰς τῆς κακίας ῥίζας ἐκτέμνουσα», ἢ μαχαῖρι ποὺ κόβει τὶς ρίζες τῆς κακίας.
«Καὶ ὁ Λόγος εὑρίσκει τὸν ἑαυτοῦ σύμμαχον», βρῆκε σύμμαχον ὁ Χριστὸς τὸν Ἀθανάσιον «καὶ τὸ Πνεῦμα καταλαμβάνει τὸν ὑπὲρ αὐτοῦ πνεύσοντα», καὶ τὸ Πνεῦμα ἔρχεται καὶ κυριαρχεῖ αὐτόν, ὁ ὁποῖος θὰ πνεύσει ὑπὲρ τοῦ Πνεύματος.
Καὶ ἀκοῦστε τώρα: «Οὕτω μὲν οὖν καὶ διὰ ταῦτα», γιὰ ὅλα αὐτὰ λοιπόν, ἐπειδὴ ἡ ἱερωσύνη ἄρχισε νὰ ξεφτίζει, καὶ νὰ εἴμαστε ὅλοι κάτω καὶ πνέαμε τὰ λοίσθια οἱ ἱερεῖς, «ψήφῳ τοῦ λαοῦ παντός, οὐ κατὰ τὸν ὕστερον νικήσαντα πονηρὸν τύπον», μὲ τὴν ψῆφο ὅλου τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ κλήρου, ὄχι ὅπως ἔγινε πονηρὰ στὴν συνέχεια· ἐννοεῖ νὰ ἐκλέγονται μονο ἀπὸ Ἐπισκόπους οἱ Ἐπίσκοποι, ἀλλὰ μὲ τὴν ψῆφο ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ. Καὶ τὸ θέμα αὐτό, ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς τῶν Ἐπισκόπων εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ κρίσιμα θέματα τῆς σημερινῆς ἐκκλησιαστικῆς πραγματικότητος... «οὐδὲ φονικῶς τε καὶ τυραννικῶς, ἀλλ' ἀποστολικῶς τε καὶ πνευματικῶς, ἐπὶ τὸν Μάρκου θρόνον ἀνάγεται, οὐχ ἧττον τῆς εὐσεβείας, ἢ τῆς προεδρίας διάδοχος»· Λέμε ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων· δὲν εἶναι ἀπροϋποθέτως διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων. Ποιά εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἔννοια τῆς διαδοχῆς τῶν Ἀποστόλων; Τὸ νὰ διαδεχθεῖ ὁ Ἄνθιμος τὸν Παντελεήμονα καὶ ὁ Παντελεήμων τὸν προηγούμενο; Αὐτὴ εἶναι μόνο, ἡ χρονικὴ διαδοχὴ εἶναι μόνον διαδοχή; Δέστε τώρα ἐδῶ, πῶς εἶναι ἡ διαδοχὴ ἡ ἀποστολική: «οὐχ ἧττον τῆς εὐσεβείας, ἢ τῆς προεδρίας διάδοχος», κι ἦταν διάδοχος περισσότερο στὴν εὐσέβεια τοῦ Μάρκου παρὰ στὴν Προεδρία, παρὰ στὴν Ἐπισκοπή. Εἶσαι διάδοχος τῶν προηγουμένων, ἂν εἶσαι ὡς πρὸς τὴν εὐσέβεια, ὡς πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία διάδοχος τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων. Ἂν δὲν εἶσαι διάδοχος στὴν εὐσέβεια, στὴν Ὀρθοδοξία, δὲν εἶσαι διάδοχος. Δηλ. δὲν ἀρκεῖ ἡ χρονικὴ διαδοχή, χρειάζεται καὶ ἡ διαδοχὴ στὴν ἀλήθεια. Μπορεῖ ἕνας αἱρετικὸς νὰ εἶναι διάδοχος; Ἡ αἵρεση διακόπτει τὴν Ἀποστολικὴ διαδοχή. Ὅταν ἀνεβῆ κάποιος καὶ κηρύξει μία αἵρεση, αὐτὸς εἶναι διάδοχος τῶν Ἀποστόλων ἢ τῶν προηγουμένων Ὀρθοδόξων; Καὶ τὸ διευκρινίζει παρακάτω «τῇ μὲν γὰρ πολλοστὸς ἀπ' ἐκείνου, τῇ δὲ εὐθὺς μετ' ἐκεῖνον εὑρίσκεται· ἣν δὴ καὶ κυρίως ὑποληπτέον διαδοχήν», καὶ αὐτὴ εἶναι κυρίως ἡ διαδοχή. Διότι ὡς πρὸς τὸν ἀπόστολον Μᾶρκον ποὺ ἦταν ὁ πρῶτος Πατριάρχης, ἦταν πολὺ μακρυά, χρονικά. Ὡς πρὸς τὴν εὐσέβεια ὅμως, ἦταν ἀμέσως. Μπορεῖ νὰ εἶναι κανένας χρονικὰ πολὺ μακρυά, ἀλλ’ ἂν ἀκολουθεῖ τὴν ἴδια πίστη, εἶναι ἀμέσως διάδοχος τῶν προηγουμένων «ἣν δὴ καὶ κυρίως ὑποληπτέον διαδοχήν», αὐτὴ εἶναι ἡ διαδοχή. Συζητούσαμε οἱ θεολόγοι καὶ συζητοῦμε, ἂν π.χ. ἡ Ἀγγλικανικὴ Ἐκκλησία, ἢ ἂν ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία ἔχει ἀποστολικὴ διαδοχή. Καὶ τὸ δέχονται οἱ δικοί μας Οἰκουμενισταί. Τοῦ ἀποστόλου Πέτρου εἶναι διάδοχος ὁ Πάπας. Ἔτσι δὲν λένε; Δηλ. ἔχει κάνει τοῦ κόσμου τὶς αἱρέσεις ὁ Πάπας, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι διάδοχος τοῦ ἀπ. Πέτρου ἢ τῶν Ὀρθοδόξων Παπῶν; Αὐτὸς λοιπόν εἶναι διάδοχος; Ἐν τούτοις οἱ δικοί μας οἱ Οἰκουμενιστὲς ἀναγνωρίζουν Ἀποστολικὴ διαδοχὴ καὶ στοὺς Ἀγγλικανούς, καὶ στοὺς Παπικούς. Ὅταν ὑπάρχει διακοπὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, διακοπὴ τῆς Πίστεως, δὲν ὑπάρχει Ἀποστολικὴ διαδοχή. Ἄντε, λοιπόν, βάλε ἕνα θεολόγο, θεολογίσκο, ποὺ δὲν ξέρει τὰ κείμενα, στοὺς θεολογικοὺς διαλόγους νὰ συζητοῦν γιὰ τὴν διαδοχή. Θὰ ποῦν· μὰ ἔχει ὁ Πάπας διαδοχή, ἀφοῦ ἀπὸ τὸν Πέτρο, ἀπὸ ... Ἡ χρονικὴ διαδοχὴ δὲν διακόπηκε, ἀλλὰ διακόπηκε ἡ συνέχεια τῆς Πίστεως. Διακόπηκε ἡ συνέχεια τῆς εὐσεβείας. Γι’ αὐτὸ, ὅπου διακόπτεται ἡ συνέχεια τῆς Πίστεως, δὲν ὑπάρχει ἀποστολικὴ διαδοχή. «ἣν δὴ καὶ κυρίως ὑποληπτέον διαδοχήν». Αὐτὴ εἶναι ἡ διαδοχή, νὰ διαδέχεται κανένας ὄχι μόνο χρονικά, νὰ διαδέχεται τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν Ὀρθοδοξία.
Καὶ λέει:  «Τὸ μὲν γὰρ ὁμόγνωμον καὶ ὁμόθρονον». Δέστε, γνωμικά. Ὅποιος ἔχει τὴν ἴδια γνώμη μὲ τοὺς προηγουμένους, ἔχει καὶ τὸν ἴδιο θρόνο, «τὸ δὲ ἀντίδοξον καὶ ἀντίθρονον»· αὐτὸς ποὺ ἔχει ἀντίθετη δόξα, ἀντίθετη διδασκαλία, εἶναι ἐναντίον τοῦ θρόνου. Αὐτοὶ λοιπόν, οἱ ὁποῖοι εἶναι Οἰκουμενιστές, καὶ ξεφεύγουν ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, δὲν εἶναι οὔτε διάδοχοι. Θὰ τὸ γράψουμε: «Τὸ μὲν γὰρ ὁμόγνωμον καὶ ὁμόθρονον, τὸ δὲ ἀντίδοξον καὶ ἀντίθρονον». Γι’ αὐτὸ στὰ ἀπολυτίκια τῶν Ἐπισκόπων λέμε, «καὶ τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος». Δὲν μπορεῖ νὰ εἶσαι θρόνων διάδοχος, ἂν δὲν εἶσαι τρόπων μέτοχος· ἂν δὲν ἔχεις τὴν Ἀποστολικὴ Πίστη, ἂν δὲν ἔχεις τὴν Πίστη τῶν Πατέρων, καὶ δὲν πά’ νὰ εἶσαι διάδοχος χρονικός. Ὅταν διακόπτεται ἡ εὐσέβεια, (Μ. βασίλειος: ”διὰ τὸ διακοπῆναι τὴν εὐσέβειαν”), παύει ἡ Ἀποστολικὴ διαδοχή.  «Καὶ ἡ μὲν προσηγορίαν, ἡ δὲ ἀλήθειαν ἔχει διαδοχῆς». Ἡ χρονικὴ διαδοχὴ ἔχει μόνο τὸ ὄνομα, ἐνῶ ἡ ἀληθινὴ διαδοχὴ τὴν ἀλήθεια. «Οὐ γὰρ ὁ βιασάμενος, ἀλλ' ὁ βιασθεὶς διάδοχος». Γιὰ δέστε τώρα ἄλλη ἔννοια, ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὶς ἐκλογές· διάδοχος τῶν Ἀποστόλων δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος βιάζει καὶ ἀγοράζει γιὰ νὰ γίνει Ἐπίσκοπος· τοῦ βιάζουν, βιάζουν τὴν ψῆφον, μὲ πολλοὺς τρόπους· μερικὲς φορὲς ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, θὰ σκανδαλίσω μερικούς, νηπίους τῇ γνώσει ὡς πρὸς αὐτά, ἀλλὰ εἶναι ὁλοφάνερα πράγματα· μερικοὶ ἐξαγοράζουν τὴν ἱερωσύνη καὶ μὲ τὰ μέσα βιάζουν τοὺς Ἐπισκόπους νὰ τοὺς ψηφίσουν· αὐτὸς δὲν εἶναι διάδοχος· αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἐξαγοράζει τὴν Ἐπισκοπή, τὴν ἱερωσύνη μὲ μέσα ἢ μὲ χρήματα (ὁ σιμωνιακός), αὐτὸς δὲν εἶναι διάδοχος. «Οὐ γὰρ ὁ βιασάμενος, ἀλλ' ὁ βιασθεὶς διάδοχος».  Αὐτὸ τὸν ὁποῖον τὸν ἐβίασαν μὲ τὸ ζόρι νὰ γίνει. Τοὺς Ἁγίους τοὺς ἔλεγαν νὰ γίνουν καὶ δὲν ἤθελαν. (οὐδὲ ὁ παρανομήσας, ἀλλ' ὁ προβληθεὶς ἐννόμως· οὐδὲ ὁ τἀναντία δοξάζων, ἀλλ' ὁ τῆς αὐτῆς πίστεως· εἰ μὴ οὕτω τις λέγοι διάδοχον, ὡς νόσον ὑγιείας, καὶ φωτὸς σκότος, καὶ ζάλην γαλήνης, καὶ συνέσεως ἔκστασιν).
Ἀφοῦ λοιπόν, ἀνέβηκε ἔτσι στὸ θρόνο ὁ Ἀθανάσιος: «Ἐπεὶ δὲ οὕτω προβάλλεται, οὕτω καὶ τὴν ἀρχὴν διατίθεται». Ἐπειδὴ ἔτσι ἐξελέγει, ἔτσι καὶ κυβέρνησε  «Οὐ γὰρ ὁμοῦ τε καταλαμβάνει τὸν θρόνον, ὥσπερ οἱ τυραννίδα τινά, ἢ κληρονομίαν παρὰ δόξαν ἁρπάσαντες, καὶ ὑβρίζει διὰ τὸν κόρον». Διότι, ὅποιος ἀρπάζει τυραννικὰ κάποια ἐξουσία, ἀρχίζει μετὰ νὰ χρησιμοποιεῖ αὐτὴν τὴν ἐξουσία.  «Ταῦτα γὰρ τῶν νόθων καὶ παρεγγράπτων ἱερέων ἐστί». Αὐτὰ τὰ κάνουν οἱ νόθοι ἱερεῖς, ἀνεβαίνουν σὲ ἕνα Ἐπισκοπικὸ θρόνο καὶ ἐξουσιάζουν, εἶναι ὁ λεγόμενος Δεσποτισμός, καὶ σὰν δεσποτάδες μετὰ νὰ κάνουν ὅ,τι θέλουν. Ἂν διαβάσει κανεὶς τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ διαζωγραφίσει τί λέει γιὰ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ τοὺς ἱερεῖς, θὰ κατσουφιάσει· καὶ σήμερα εἶναι πολὺ χειρότερα τὰ πράγματα.  «Ταῦτα γὰρ τῶν νόθων καὶ παρεγγράπτων ἱερέων ἐστὶ καὶ τοῦ ἐπαγγέλματος ἀναξίων· οἳ μηδὲν τῇ ἱερωσύνῃ προεισενεγκόντες», οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ προηγουμένως δὲν ἔκαναν κάτι γιὰ νὰ γίνουν ἐπαξίως ἱερεῖς, «μηδὲ τοῦ καλοῦ προταλαιπωρήσαντες», καὶ δὲν ταλαιπωρήθηκαν προηγουμένως μπροστὰ στὸ καλὸ τῆς ἱερωσύνης, «ὁμοῦ τε μαθηταὶ καὶ διδάσκαλοι τῆς εὐσεβείας ἀναδείκνυνται», συγχρόνως γίνονται καὶ μαθηταὶ καὶ δάσκαλοι. Ὑπάρχουν ἀνώριμοι κληρικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ξέρουν ποῦ τοὺς πᾶν τὰ τέσσερα καὶ ξαφνικὰ γίνεται Ἐπίσκοπος, καὶ ἐνῶ εἶναι μαθητής, γίνεται καὶ δάσκαλος τώρα, «καὶ πρὶν καθαρθῆναι καθαίρουσι· χθὲς ἱερόσυλοι, καὶ σήμερον ἱερεῖς· χθὲς τῶν ἁγίων ἔξω, καὶ μυσταγωγοὶ σήμερον· παλαιοὶ τὴν κακίαν, καὶ σχέδιοι τὴν εὐσέβειαν· ὃ ἔργον χάριτος ἀνθρωπίνης, οὐ τῆς τοῦ Πνεύματος· οἵ, ὅταν πάντα διεξέλθωσι βιαζόμενοι, τελευταῖον τυραννοῦσι καὶ τὴν εὐσέβειαν...».
ΠΗΓΗ: ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ