Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

O ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ Αυγουστινος Ν. Καντιωτης (1948-1950), Στρατιωτικος Ιεροκηρυξ του Β10 τοῦ Β΄ Σωματος Στρατου

Ἀπὸ βιβλίο τοῦ Βασιλείου Χρ. Παπανικολάου, Θεολόγου – Ἱεροκήρυκος Λαρίσης, σελ. 5-10
«Ο ΠΑΤΗΡ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ
ΚΑΙ ΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΙ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΑΙ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΑΙ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΑΥΤΟY»

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄

Ὁ Ἀρχιμανδρίτης π. Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης
Στρατιωτικὸς Ἱεροκήρυξ τοῦ Β10 τοῦ Β΄ Σώματος Στρατοῦ

(σύντομος γραπτὴ ἀναφορὰ εὐγνωμοσύνης ἕνεκεν)

π. Αυγ 1950 
  Η Ἱερὰ Μητρόπολις Λαρίσης, Πλαταμῶνος καὶ Τυρνάβου διήρχετο μεταπολεμικῶς μίαν μεγάλην πνευματικὴν κρίσιν! Ὁ λόγος; Ἡ περιέργος ἀπουσία τοῦ τότε Μητροπολίτου της, τοῦ Δωροθέου Κοτταρᾶ. Ὁ Δωρόθεος ἦτο ἐκ τῶν σπουδαγμένων τότε Ἱεραρχῶν. Ἐσπούδασε καὶ τὴν νομικὴν ἐπιστήμην καὶ ἔτυχε μετεκπαιδεύσεως εἰς τὴν Γερμανίαν. Ἐκ τούτου ἦτο ἐγκρατὴς περὶ τὰ νομικά. Ἐγεννήθη τὸ 1888 καὶ ἀπέθανε τὸ 1957. Τὴν 15ην Ἰανουαρίου τοῦ 1935 ἐξελέγη Μητροπολίτης Λαρίσης καὶ τὴν 1ην Ἀπριλίου 1956 ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος. Τὴν 8ην Ἰουλίου 1957 ὑπέστη ἐγχείρησιν ὄγκου τοῦ ἐγκεφάλου καὶ ἀπέθανεν εἰς Στοκχόλμην τῆς Σουηδίας τὴν 26ην Ἰουλίου 1957. Ὡς ἐγκρατὴς Θεολόγος καὶ δόκιμος περὶ τὴν Νομικὴν Ἐπιστήμην, ἐτιμᾶτο καὶ ὑπὸ τῆς ἑκάστοτε Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Δυστυχῶς ὅμως διὰ τὴν Λάρισαν, ἦτο τοῦτο λίαν ἐπιζήμιον· διότι, διαμένων συνεχῶς εἰς τὴν Κοκκινιὰν Πειραιῶς, ἐγκατέλειψεν οὐσιαστικῶς τὴν Λάρισαν.
Εἰς τὴν Λάρισαν εἰργάζετο τότε ὡς Ἱεροκήρυξ ὁ ἐκ Κερκύρας Δωρόθεος Βασιλᾶς, ὁ ὁποῖος ἀργότερον ἐγένετο Μητροπολίτης Παραμυθίας (1952) καὶ ἐν συνεχείᾳ Μητροπολίτης Θηβῶν καὶ Λεβαδείας (1957). Τὰ τῆς Μητροπόλεώς μας πράγματα εἶχαν τότε κακῶς! Ἡ Λάρισα, καὶ περισσότερον, βεβαίως, ἡ περιφέρειά της, ἔζη εἰς ὑποτονικὴν πνευματικὴν κατάστασιν. Ὁ λαός της ἤθελεν ἕναν ψυχοεγέρτην, ἤθελεν κυριολεκτικῶς, ὄχι αὐλὸν ποιμενικόν, ἀλλὰ ἠχηρὸν ἐγερτήριον σάλπισμα!
Καὶ ὁ Ἅγιος Ἀχίλλειος ἐφρόντισεν, ὥστε ὁ Κύριος νὰ στείλῃ τὸ κατάλληλον πρόσωπον εἰς τὴν κατάλληλον στιγμήν. Καὶ τοιοῦτον πρόσωπον ἦτο εἷς ἁπλοῦς καὶ ἀπέριττος ἱερομόναχος, μὴ προδίδων τὸ κρυπτόμενον θαυμαστὸν ἡφαίστειον τοῦ θερμοῦ παλμοῦ τῆς θεοφιλοῦς καρδίας του. Καὶ εἶναι σπάνια τὰ φαινόμενα αὐτά. Ἦτο οὗτος ὁ «μικρὸς τὸ δέμας», μικρὸς εἰς τὸ ἀνάστημα, ὁ πατὴρ Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης, ὁ ὁποῖος ὡς ἄλλος Ζακχαῖος ἀνέβη, ὡς πνευματικὸς αἴλουρος, εἰς πνευματικὰ ὕψη, ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ στρατιωτικοῦ Ἱεροκήρυκος τοῦ Β΄ Σώματος Στρατοῦ, διὰ νὰ κηρύξῃ λίαν ἐπιτυχῶς τό, διπλοῦν εἰς ἕνα, κήρυγμά του· Ὀρθοδοξία – Ἑλλάς.

Ἦλθεν ὡς ἄγνωστος πρὸς ἀγνώστους, χωρὶς νὰ τὸν παρουσιάσῃ κάποιος ἐπισήμως. Καὶ ποῖος τὸν ἐγνώριζε τότε! Ἦλθε καὶ ἤρχισεν ἀμέσως τὴν ἱερὰν ἐργασίαν του! Ἐγνώρισεν εὐθὺς ἀμέσως τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ λαοῦ. Ἐπόνεσε πολύ. Ἡ Μητρόπολις Λαρίσης εἶχεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ὄψιν τοῦ Ἀγαδίρ (λιμάνι τοῦ Μαρόκου, ποὺ κατεστράφη τὸ 1960 ἀπὸ σεισμοὺς καὶ παλιρροϊκὰ κύματα), ὅπως θὰ εἴπῃ ἀργότερον. Εὑρέθη εἰς γυμνὴν ἔρημον, ὡς εἰς Σαχάραν πνευματικήν. Τὰ ἐκκλησιαστικὰ προβλήματα ὠρθοῦντο πανύψηλα ἐμπρός του. Ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις ἐνεφάνιζεν ὄψιν ἡμιθανοῦς. Τὸ ἔργον ἦτο δύσκολον καὶ ἀνθρωπίνως ἀκατόρθωτον. Δὲν ἐπτοήθη ὅμως. Ἡ γνωριμία του μὲ τὰ μέλη τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τὸν λαόν, θὰ ἐγίνετο τὸ πρῶτον μὲ τὴν χάριν τοῦ Κυρίου μας, καὶ τὸ δεύτερον ἀπὸ τὰς ἐξετάσεις τοῦ θείου κηρύγματός του. Ἑλλανόδικος ἐπιτροπὴ θὰ ἦτο τὸ κηρυκτικὸν αἰσθητήριον τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ λαοῦ. Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε, καὶ μάλιστα εὐθὺς ἀμέσως! Ὁ ἄνυδρος, πλὴν γόνιμος, τόπος τοῦ πνεύματος, ἐποτίσθη δαψιλῶς ἀπὸ τὸν θεῖον ὄμβρον τῶν ἱερῶν κηρυγμάτων του, καὶ ὁ λαὸς καταυγαζόμενος ἀπὸ τὰς μαρμαρυγὰς τοῦ θείου φωτὸς – λόγου εὐθὺς ἀμέσως ἀνέθαλεν, ἔλαβε ζωὴν καὶ ἀπέκτησεν ἱερὸν παλμὸν εὐσεβείας.
Εἰς τὸν ἐσωτερικὸν κόσμον τῆς ψυχῆς τῶν ἀκροατῶν του παρετηρεῖτο τὸ φαινόμενον ἱερῶν ψυχοσωματικῶν δονήσεων, ἐνῷ εἰς τὰς παρειάς των ἔρρεον ἄφθονα θερμὰ δάκρυα, δεῖγμα καὶ τοῦτο τῆς πλήρους ἀποδοχῆς τοῦ κηρύγματος! Αἱ καρδίαι, κατὰ τρόπον μυστικόν, ἐμαλάσσοντο διαρκῶς, καθὼς «διηνοίγοντο οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἐπεγίνωσκον (ἀνεγνώριζαν καλῶς) αὐτόν» (Λουκ. κδ΄, 31) καὶ συνείχοντο ἰσχυρῶς ἀπὸ μόνιμα βιώματα εὐσεβείας, πνευματικῆς ἀνησυχίας καὶ ἱεροῦ προβληματισμοῦ. Ἔκτοτε· ὅπου ὡμίλει ὁ π. Αὐγουστῖνος ἐκεῖ καὶ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ. Ὁ δὲ ναός, ὅπου ἐκήρυττε, προσελάμβανεν ὄψιν πανηγυρίζοντος ναοῦ, καὶ ἂς ἦτο ἁπλῆ, καθημερινὴ ἡμέρα· καὶ τοῦτο, διότι ἐκεῖ ἦτο ὁ π. Αὐγουστῖνος. Ἐκεῖ ἐκήρυττεν ὁ Ἱεροκήρυξ πατὴρ Αὐγουστῖνος Καντιώτης! Καὶ εἶναι χρέος μου νὰ εἴπω, ὅτι δύο διώξεις ἐγνώρισεν ὁ π. Αὐγουστῖνος· μίαν ἀπὸ ζηλοτύπους καὶ φθονεροὺς ἀνθρώπους, καὶ μίαν ἀπὸ ἀληθεῖς ἐραστὰς τοῦ γνησίου καὶ σωστικοῦ κηρύ­γματος. Ἀμφότεραι δὲ ἀπέβησαν πρὸς δόξαν Χριστοῦ!
Αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον δίδαγμα καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσῃ κάθε εὐσεβὴς Χριστιανός. Ὁ π. Αὐγουστῖνος ἦτο ὁ ἱερὸς ὁδοδείκτης Χριστοῦ· δι᾽ αὐτὸ καὶ ἐτιμήθη ἀναλόγως. Πρῶτον, ὡς σκεῦος ἐκλογῆς «… ὅτι σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὗτος τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου» (Πράξ. θ΄, 15). Καὶ δεύτερον, διότι ηὔξησεν ἀρκοῦντος τὸ θεϊκὸν τάλαντον ποὺ τοῦ ἐδόθη, καὶ τοῦτο πάλιν πρὸς δόξαν Χριστοῦ. Ἔστω καὶ τοῦτο γνωστόν· ὅ,τι καταθέτει κάποιος πρὸς δόξαν Χριστοῦ, εἶναι τοῦτο καὶ ἰδική του δόξα. Συνδοξάζεται! Οὕτω ἄνθρωποι, ἐντελῶς ἀδιάφοροι πρὶν περὶ τὰ πνευματικὰ θέματα, ἐγίνοντο τώρα ὄχι μόνον τακτικοὶ ἀκροαταί του ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ σπουδαῖον· διεφήμιζον τὸν ἔξοχον ἱεροκήρυκα, ἀνεφέροντο εἰς ἀποσπάσματα τοῦ κηρυκτικοῦ λόγου του καὶ ἐξελίσσοντο εἰς διαπρυσίους προβολεῖς του. Ὁ π. Αὐγουστῖνος ἦτο τὸ θέμα τῆς ἡμέρας. Μία περίεργος ἑτοιμότης καὶ ἐνεργητικότης παρετηρεῖτο εἰς τὸ πλήρωμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐζήτουν, μετ᾽ ἐνδιαφέροντος, πληροφορίας ποῦ θὰ ὡμίλει ὁ π. Αὐγουστῖνος, καὶ ἐφρόντιζον συγχρόνως νὰ ἐνημερώνουν καὶ ἄλλους. Παραλλήλως ἀνέμενον μὲ ἰδιάζον ἐνδιαφέρον νὰ ἀκούσουν τὰς ἀπὸ Ραδιοφώνου ὁμιλίας του. Πέραν ὅμως τοῦ θείου κηρύγματος, ζωηρὸν καὶ ἐνεργὸν ὑπῆρξε τὸ ἐνδιαφέρον του καὶ περὶ τῶν ἠθικῶν καὶ εὐταξίας θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀρωματίζουν τὴν ζωὴν τῶν πιστῶν.
Οὕτω· ὁ ἱερὸς Μητροπολιτικὸς ναός, ὁ τοῦ Ἁγίου Ἀχιλλείου, ἦτο δυστυχῶς εἰς κοινὴν χρῆσιν παντὸς ἀσεβοῦντος. Ἐκεῖ, ἐντὸς τῶν ἐρειπίων του, ποὺ αἱ τοπικαὶ ἀρχαὶ δὲν εἶχον οὔτε τὴν ἁπλῆν σκέψιν, οὔτε τὴν στοιχειώδη πρόνοιαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἑξ ἁπλοῦ καθήκοντος ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσουν τὸν ἱερὸν χῶρον, ἔστω καὶ δι᾽ ἁπλῆς περιφράξεως, διήρχοντο ἀσελγοῦντες καὶ βεβηλοῦντες αὐτόν, τὸν καθαγιασμένον χῶρον, ἄνθρωποι παράνομοι, ἄνευ αἰδοῦς καὶ φόβου, τῇ ἀνοχῇ πάντως τῶν ὑπευθύνων, ἐκκλησιαστικῶς, ἁρμοδίων.
Ἔκτοτε, ἡ ἀποίμαντος Μητρόπολίς μας ἐπαρουσίασεν ἄλλην ὄψιν· ὁποίαν περίπου παρουσιάζει κατὰ καιροὺς ἡ πέριξ περιοχὴ κατὰ τὰς δύο ἐποχιακὰς φάσεις τοῦ Πηνειοῦ ποταμοῦ· ἐν καιρῷ αὐστηρᾶς ἀνομβρίας – ξηρασίας, καὶ ἐν καιρῷ ἀφθόνων ὑδάτων – πλημμυρίδος ποὺ καλύπτει τὰς ἑκατέρωθεν περιοχὰς τῶν ρείθρων τοῦ ποταμοῦ. Τέλος, συνέβη καὶ τοῦτο· ὅλοι, ἢ ἔστω μέρος τοῦ ἀφυπνισθέντος λαοῦ, ἔλαβον τὴν προσωνυμίαν τοῦ «Καντιωτικοῦ». Ἀλλ᾽ ὁ π. Αὐγουστῖνος ἦτο στρατιωτικὸς ἱεροκήρυξ καὶ τὸ βασικὸν καὶ ἀρχικὸν ἔργον του ἦτο ἡ πρὸς τὸ Στράτευμα προσφορά του. Τί πρὸς τοῦτο ὅμως; Ὅπως οἱ Προφῆται ἐπελαμβάνοντο καὶ εὐρυτέρων θεμάτων, ἀλγοῦντες διὰ τὰ πνευματικὰ νοσήματα καὶ τὰ ποικίλα ἄλλα δεινά, ποὺ προήρχοντο κυρίως ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν ἀναλόγου ἐνδιαφέροντος τῶν ἐπιλησμόνων ποιμένων, οὕτω καὶ ὁ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας νέος προφήτης τῆς χάριτος τοῦ Κυρίου, ἑπόμενος τῆς δηλώσεως τοῦ Μεσσίου Χριστοῦ, διὰ τοῦ στόματος καὶ τῆς γραφίδος τοῦ μεγαλοπνόου προφήτου Ἡσαΐου, ὅτι «Διὰ Σιών (τὴν νέαν Σιών, τὴν Ἐκκλησίαν) οὐ σιωπήσομαι (δὲν θὰ σιωπήσω ποτέ)» (Ἡσ. ξβ΄, 1), ἐπεξέτεινε τὰ αἰσθήματα τῆς ἀγάπης του καὶ πέραν τῶν τυπικῶν ὁρίων τῆς ἀρχικῶς ὡρισμένης δικαιοδοσίας του· καθόσον κλῆρος καὶ λαός, ἀλλὰ καὶ ὁ στρατός, εἴμεθα ἅπαντες ἐνεργὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὴν στρατευομένην νεολαίαν, τὸν Στρατόν μας, «φιλόΧριστον», καὶ διὰ τὸν ὁποῖον καὶ μεριμνᾷ καὶ εὔχεται ἀδιακόπως περὶ αὐτοῦ. Οὕτω· ἀνεπλήρωσε κατὰ κάποιον τρόπον, πλὴν ὅμως ἀρκούντως καὶ λίαν θεοφιλῶς, τὸν ἐμφανῶς καὶ ἐπιζημίως ἀπουσιάζοντα οἰκεῖον Ποιμενάρχην. Ἐδῶ· χρέος τὸ καλεῖ νὰ λεχθῇ καὶ τοῦτο· ὅταν ὁ Λαρίσης Δωρόθεος Κοτταρᾶς κατέλαβε τὸν Ἀρχιεπισκοπικὸν θρόνον καὶ ἐγένετο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, ὡρισμένοι ἐκ τῶν γνωριζόντων τὰς ὑπαρχούσας διενέξεις, ἔλεγον μετὰ πλήρους βεβαιότητος, καί τινος χαιρεκακίας, καὶ τοῦτο· «Τώρα νὰ ἰδοῦμε ποῦ θὰ πάῃ ὁ Καντιώτης». Καὶ ὅμως· ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δοκιμάζεται μέν, πλὴν ὅμως ἐξέρχεται λαμπρότερος· ἔχει τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ!
Καὶ ὁ μακαριστὸς Δωρόθεος Κοτταρᾶς, ὄχι μόνον δὲν ἐδίωξε τὸν π. Αὐγουστῖνον ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ἔνθα ὑπηρέτει τότε, ἀλλὰ συνέβη καὶ τοῦτο: Ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἡτοιμάσθη νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Σουηδίαν διὰ νὰ ὑποστῇ σοβαρωτάτην ἐγχείρησιν, ἐκάλεσεν ἰδιαιτέρως τὸν π. Αὐγουστῖνον, τὸν παρεκάλεσε νὰ προσεύχεται, καὶ ἐδήλωσεν αὐτῷ, εἰπὼν καὶ τοῦτο· «Πάτερ Αὐγουστῖνε, ὅταν πρῶτα ὁ Θεὸς ἐπιστρέψω ἀπὸ τὴν Σουηδίαν, σοῦ δίδω τὸν λόγον μου, ὅτι θὰ σὲ κάμω Ἐπίσκοπον». Καὶ ὁ π. Αὐγουστῖνος, εὐχαριστήσας αὐτὸν διὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἀγάπης του, εἶπεν· «Εὔχομαι μὲ τὴν χάριν τοῦ Κυρίου μας νὰ ἐπιστρέψητε ὑγιής. Πλὴν ὅμως, ἂν ἰσχύῃ ὁ λόγος σας οὗτος, θὰ ἤθελον ἀντ᾽ ἐμοῦ νὰ γίνῃ Ἐπίσκοπος ὁ π. Χριστοφόρος Καλύβας». Ἔτσι ἔκλεισε μία ἱερὰ συμφωνία, διὰ τοῦ λόγου τιμῆς. Ὁ Δωρόθεος δὲν εἶχε θετικὴν ἐξέλιξιν καὶ ὁ π. Χριστόφορος δὲν ἐτιμήθη ἀπὸ τὴν Διοικοῦσαν Ἐκκλησίαν, ὅπως καὶ ἄλλοι πολλοί, δυστυχῶς!