Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ 12 ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΩΝ (1974-2015) – 7ο μέρος ΟΙ ΜΑΥΡΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ  "ΑΓΩΝΑΣ" ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΛΑΡΙΣΗΣ ΑΡΙΘ ΦΥΛΛΟΥ 213 http://www.agonas.org/


1) (Συνεχίζουμε την καταγραφή άγνωστων ιστορικών γεγονότων, τα οποία ο σατανικός μηχανισμός της παραπληροφόρησης αλλοιώνοντάς τα κατόρθωσε κυριολεκτικά να αποπροσανατολίσει, παραπλανήσει και εξαπατήσει το λαό παρουσιάζοντας το μαύρο, άσπρο.
Τον αιμοχαρή, αίφνης, αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ Τίκα, με τον αβυσσαλέο ταραγμένο ψυχικό κόσμο, τον γεμάτο εμπάθεια και κακότητα, τον παρουσίασε πράο, συνετό, φιλειρηνικό, ενωτικό και μέγα αντιστασιακό!!!, αποσιωπώντας το ότι επεδίωξε την εξόντωση όλων εκείνων που τους θεωρούσε εμπόδιο στην πραγματοποίηση των ανίερων, βέβηλων και βλάσφημων επιδιώξεών του).



2) (Από το βιβλίο «δηλώνω δημοσιογράφος» σας μεταφέρουμε το δεύτερο περιστατικό –ημέρες δόξης αρχιεπισκόπου Σεραφείμ – που δείχνει πώς εξανεμίστηκε μέρος της Εκκλησιαστικής περιουσίας στο διάβα των τελευταίων χρόνων στη σελ. 8)
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, ένας άνθρωπος της προσευχής και της αγάπης, σχοινοβάτησε, επί έξι ολόκληρα χρόνια, ανάμεσα στο κοσμικό σχήμα της βίας και το εκκλησιαστικό διοικητικό κατεστημένο της ασυδοσίας επιτυγχάνοντας να κάνει το καθήκον του, να αναβαθμίσει τον κλήρο, να βάλει τάξη στα οικονομικά, να συγκρουστεί με την κοσμική εξουσία, να προφυλάξει την Εκκλησία από την υποδούλωσή της στους σχεδιασμούς της δικτατορίας…
Βρέθηκε στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο με μια μυστική παρώθηση του Αγίου Πνεύματος, που «διασκέδασε βουλάς εθνών» (Ψαλμός λβ΄ 10). Το γεγονός έμεινε εν σιωπή όχι μόνο την περίοδο της επταετίας αλλά και μέχρι τις ημέρες μας, γιατί οι διαπλεκόμενοι κράχτες της ενημέρωσης αρνήθηκαν να το δεχθούν και να το μεταφέρουν στο λαό. Έτσι, πολύ λίγοι γνωρίζουν μέχρι σήμερα ότι ο Ιερώνυμος Κοτσώνης δεν ήταν ο εκλεκτός της δικτατορίας.

Οι δικτάτορες της 21ης Απριλίου 1967 είχαν υποσχεθεί το θρόνο των Αθηνών στον τότε δεσπότη Καστοριάς Δωρόθεο Γιανναρόπουλο, που, παρ’ ότι υπηρετούσε στην ποιο ακριτική περιοχή της Ελλάδας, είχε την ευχέρεια να επικοινωνεί και να επηρεάζει τα ανώτατα ηγετικά στελέχη του στρατεύματος.
Έτσι, την ημέρα της αρχιεπισκοπικής εκλογής, οι τρεις συνταγματάρχες αρχηγοί της δικτατορίας (Παπαδόπουλος, Πατακός, Μακαρέζος) επισκέφθηκαν την Ιερά Σύνοδο και απήτησαν να εκλεγεί Αρχιεπίσκοπος ο Καστοριάς Δωρόθεος. Έφθασαν όμως όταν η διαδικασία της εκλογής είχε ολοκληρωθεί και στα πρακτικά είχαν μπει οι υπογραφές των εκλεκτόρων. Οι Συνταγματάρχες τότε αναγκάστηκαν να φύγουν άπρακτοι.
Για μια ολόκληρη εικοσαετία ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος σήκωνε το σταυρό του διωγμού και της κατακραυγής, πως ήταν ο εκλεκτός της Χούντας, χωρίς να γνωρίζει κανείς – ούτε κι ο ίδιος – ποια ήταν η ιστορική αλήθεια.

Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ 12 ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΩΝ (1974-2015) – 7ο μέρος
ΟΙ ΜΑΥΡΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Ένα χρόνο πριν κλείσει τα μάτια και ο Κύριος της δόξης τον καλέσει κοντά του, έμαθε την αλήθεια, γιατί οι άνθρωποι της δικτατορίας που τον «εξετίμων» – όπως έλεγαν – ως αρχιεπίσκοπο, του έβαζαν τόσα εμπόδια στο έργο του. Και η απορία του αυτή λύθηκε όταν ένα πρωινό του 1966 δέχθηκε στο γραφείο της “Διεθνούς Αγάπης” τον Γενικό Διευθυντή Θρησκευμάτων και Βασιλικό Επίτροπο της Ιεράς Συνόδου, καθηγητή του Παν. Αθηνών κ. Μάρκο Σιώτη, που τον ενημέρωσε, έστω καθυστερημένα, ως προς το πώς έγινε η εκλογή του κατά την συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου παρόντος του ιδίου ως Βασιλικού Επιτρόπου (όρα “ΑΓΩΝΑΣ” φ. 209, σελ. 7).
Ο Ιερώνυμος βρέθηκε μέσα σε κυκλώνα αποτελώντας το “ΣΤΟΧΟ” όλων των αντιμαχόμενων πτερύγων (δικτατορικό καθεστώς, βασιλικό περιβάλλον, παλαιό πολιτικό κατεστημένο και η έπαλξη της αντίστασης). Όλοι τον ήθελαν υπηρέτη των σχεδίων τους και των σκοπιμοτήτων τους αλλά και όλοι τον έβρισκαν ασύμβατο με τις επιδιώξεις τους, ανένδοτο, απροσκύνητο, και, συχνά-πυκνά, αντίπαλο στο γήπεδο των σκοπιμοτήτων. Οι δικτάτορες του έριχναν την ευθύνη του μη συνεργαζόμενου σε κάποιο φάσμα προγραμμάτων τους, που τα θεωρούσαν καίρια και επείγοντα, και ότι δε χειραγωγούσε το λαό σε υποταγή. Οι Βασιλικοί τον καταλόγιζαν αχαριστία και τον κατηγορούσαν, ότι πρόδωσε τον Βασιλέα Κωνσταντίνο. Και οι αντιστασιακοί φώναζαν ότι συμπορεύτηκε με την δικτατορία και έγινε παράγοντας στερέωσής της.
Εναντίον του στράφηκαν όλοι εκείνοι, οι πολιτικοί κράχτες, από την άκρα δεξιά ως την άκρα αριστερά, που ήθελαν την Εκκλησία θεραπαινίδα των σκοπών τους, και όχι ελεύθερη και ανεξάρτητη από τα σχήματα του κόσμου τούτου.
Οι δικτάτορες ήταν επιφυλακτικοί ακόμη απέναντί του διότι, αρκετές φορές είχε διακηρύξει τις ιδέες του περί ελευθερίας. Ακόμα και στον ενθρονιστήριο λόγο του (17/5/1967) είπε επί λέξει τα εξής: «Η ελευθερία της συνειδήσεως, ως και η ατομική εν γένει, πολιτική, εθνική και κοινωνική είναι πρωταρχικό στοιχείο της προσωπικότητας του ανθρώπου». Οι ξένοι ανταποκριτές δημοσίευσαν την επόμενη μέρα με μεγάλα γράμματα: «Οι κυβερνώντες στρατιωτικοί σιωπούν. Ο Έλλην προκαθήμενος υπερασπίζει την ελευθερίαν». Και συνέχιζαν: «Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ωμίλησε θαρραλέως υπέρ της πολιτικής ελευθερίας εις μίαν τελετήν εις τον Καθεδρικόν Ναόν των Αθηνών, όπου ενεθρονίσθη ως Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Προκαθήμενος της Εκκλησίας».
Έτσι από το πρώτο διάστημα άρχισε να εκδηλώνεται η σύγκρουση.
Η δικτατορία από τα πρώτα πράγματα που έκανε με την επικράτησή της ήταν να διαλύσει τα παντός είδους Συμβούλια (Κοινοτικά, Δημοτικά, Οργανισμών, Επιχειρήσεων κλπ) όπως και τα ενοριακά, μοναστηριακά και μητροπολιτικά. Επίσης ο νόμος όριζε ότι στα παυθέντα συμβούλια θα διορίζονταν νέα με κοινή απόφαση των αρμοδίων υπουργών και του οικείου Νομάρχη.
Εναντίον αυτού του μέτρου ο Αρχιεπίσκοπος αντιτάχθηκε και ζήτησε να μην ισχύσει για τα Συμβούλια της Εκκλησίας, και επειδή δεν εισακούστηκε έστειλε έγγραφο στις 4/8/1967 στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων ζητώντας να αφήσει την Εκκλησία ανενόχλητη, τονίζοντας: «… Η Εκκλησία, ως Θεοσύστατος Οργανισμός με την όλως ιδιάζουσαν και υψίστην πνευματικήν και ηθικήν αποστολήν αυτής εν τη Κοινωνία… Προς τούτοις ο διορισμός των διαφόρων Διοικητικών εν τη Εκκλησία Συμβουλίων παρά των κ.κ. Νομαρχών, πλην του ότι αντίκειται εις το ζήτημα αρχής εν τη Εκκλησία, προσκρούει επί πλέον και εις το ότι τα μέλη των εν λόγω Εκκλησιαστικών Συμβουλίων είναι, έν τινι μέρω, διάκονοι εν τη Εκκλησία, στρατευόμενοι δια το έργο αυτής, και ως εκ τούτου δέον να διακρίνωνται επί ευσεβεία, πίστει, προσηλώσει και αγάπη προς την Εκκλησίαν…, να επιλέγωνται και να διορίζωνται υπό της Εκκλησίας δια των Σεβ. Μητροπολιτών… προς άρσιν της δημιουργηθείσης και υφισταμένης σήμερον εν τη λειτουργία των εν τη Εκκλησία διαφορών Διοικητικών Συμβουλίων ανωμαλίας».
Σύγκρουση.
Η Κυβέρνηση πίεζε τον Ιερώνυμο να ασχοληθεί με την κάθαρση στο χώρο της Εκκλησίας, που ήταν καθολικό αίτημα, γι’ αυτό την 20ην Ιουλίου 1967 επισκέφθηκαν τον Αρχιεπίσκοπο ο Πρωθυπουργός Κων. Κόλλιας (προεδ. Του Αρείου Πάγου), ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Γρ. Σπαντιδάκης (Στρατηγός) και ο υπουργός Παιδείας Κων. Καλαμποκιάς (Αρεοπαγίτης), και του εδήλωσαν ότι, εάν δεν προχωρήση άμεσα η κάθαρση, η πολιτεία ήταν έτοιμη να λάβη δραστικά μέτρα κατά μεγάλο αριθμό μητροπολιτών γνωστών για τις ιδιορρυθμίες τους.
Ο Αρχιεπίσκοπος ζήτησε πίστωση χρόνου για να κατατοπισθεί η Σύνοδος και να ενημερωθεί κι ο ίδιος. Τελικά με πολλή δυσκολία έγιναν δεκτές οι απόψεις του, και έτσι δεν προχώρησε η πολιτεία στην κάθαρση αλλά περιωρίστηκε στο να εκδόση τον υπ’ αρ. 241/1967 Νόμο. Και αυτό ήταν μια νίκη της Εκκλησίας, διότι τα εκκλησιαστικά δικαστήρια εφήρμοσαν την δικαστηριακή διαδικασία που προέβλεπε ο Νόμος 5383/1932 που είχε ψηφιστεί επί υπουργίας Γ. Παπανδρέου και άφηνε πρώτον την πρωτοβουλίαν και την διεξαγωγή της κάθαρσης στην Εκκλησία και δεύτερον έδινε την δυνατότητα στον κατηγορούμενο με όλα τα μέσα να προστατεύση τον εαυτό του. Του αφήρεσε όμως το αναφαίρετο δικαίωμα της Έφεσης.
Με τον Νόμο αυτό δικάστηκαν μόνο δύο μητροπολίτες προηδρευόντος του ιδίου του Αρχιεπισκόπου, ενώ αρκετοί, φοβηθέντες τις ανακρίσεις και τη δικαστική διαδικασία, “έσπευσαν” να υποβάλουν τις παραιτήσεις τους. Δικάστηκαν όμως μερικές εκατοντάδες ιερείς και διάκονοι προεδρεύοντος του αντιπροέδρου της Συνόδου. Το λυπηρόν είναι, ότι όλοι αυτοί οι δικασθέντες ή παραιτηθέντες “κουσουράτοι”, με την μεταπολίτευση, ηρωοποίησαν τον εαυτό τους παρουσιάζοντάς τον ως αντιστασιακό.
Σύγκρουση.
Η δικτατορική Κυβέρνηση ζήτησε επιτακτικά από τον Ιερώνυμο να κινηθή η εκκλησιαστική δικαστική διαδικασία σε μητροπολίτες για πολιτικούς λόγους. Αναφέρουμε ενδεικτικά:
- Η Ασφάλεια βρήκε στα αρχεία της ΕΔΑ τηλεγράφημα του μητροπολίτη Πειραιά Χρυσοστόμου προς τον Πρόεδρό της Πασσαλίδη, ζητώντας την συμπαράσταση του κόμματος, στην απόφαση της Κυβέρνησης Στεφανόπουλου να ακυρώση τις εκλογές και μεταθέσεις των μητροπολιτών που έγιναν …/…/1965.
Ο Ιερώνυμος αντιτάχθηκε ισχυριζόμενος ότι, ο Πειραιώς ενήργησε κατ’ εντολήν της Ιεράς Συνόδου.
- Ο μητροπολίτης Καβάλας συνελήφθη τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967 από την αστυνομία στα γραφεία της ΕΔΑ στην Καβάλα, και έπρεπε να διωχθή.
Ο Αρχιεπίσκοπος δεν δέχθηκε, λόγω πολιτικών φρονημάτων να διώκεται ένας μητροπολίτης.
- Ο Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος είχε έρθει σε προσωπική διένεξη με τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης Στρατηγό Γρ. Σπαντιδάκη. Αυτός, βασιζόμενος στην παντοδυναμία του, από την πρώτη ημέρα της επικράτησης του καθεστώτος, ζήτησε να κινηθή η Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη εναντίον του. Αυτό δεν το δέχθηκε ο Αρχιεπίσκοπος.
Η απροθυμία του Ιερωνύμου να ικανοποιήση τα κελεύματά τους εξόργισε τους κυβερνώντες.
Σύγκρουση.
Στις 15 Ιανουαρίου 1968 η Κυβέρνηση ζήτησε την απομάκρυνση ένδεκα (11) μητροπολιτών, παρακάμπτοντας τον Νόμο. Η αντίδραση του Αριχεπισκόπου ήταν έντονη, διότι δεν συμφωνούσε με τους λόγους και τον τρόπο που ήθελαν την αποπομπή τους. Τότε βγήκε στο “κλαρί” ο Τύπος και άρχισε να σφυροκοπάει τον Ιερώνυμο που δεν προχωρούσε την κάθαρση: «Αφήκεν εκκρεμές το τεράστιον πρόβλημα καθαρμού του Ιερατείου, χωρίς τον οποίον αποτελεί χίμαιραν η ανύψωσίς της. Εκεί όπου χρειάζεται σίδηρος πεπυρακτωμένος, ηρκέσθη εις χλιαρά επιθέματα, εκεί όπου επιβάλλεται ρομφαία, χειρουργική μάχαιρα προς αποκοπήν των σαθρών μελών…
“Δεσμεύεται”, ίσως, από τυπικά εμπόδια. Λησμονεί όμως ότι απεκαθάρθη άλλοτε – προ ημίσεως ακριβώς αιώνος – η Εκκλησία, απείρως ελαφρότερον τότε νοσούσα και ουδόλως διαβεβλημένη δι’ αίσχη προσβάλλοντα την ανδρικήν φύσιν, δι’ εκτάκτου ολιγομελούς Ιεροδικείου. Ανάλογον, ήτο άριστα δυνατόν να συγκροτηθή και σήμερον, υπαρχούσης μάλιστα επαναστάσεως, πλαισιούμενον από ανώτατους δικαστικούς, το οποίον να επεκταθή και εις έρευναν της διαχειρίσεως των Μητροπόλεων, διά τινας των οποίων πολλά λέγονται» (Ν. Βεντήρης εφ. «ΒΡΑΔΥΝΗ»).
Σύγκρουση.
Για τον μητροπολίτη Γρεβενών Χρυσόστομο είχαν γίνει σοβαρές καταγγελίες στην Ιερά Σύνοδο. Αυτός όμως είχε μεγάλα ερείσματα στο καθεστώς κι έτσι, με τις πρώτες ανακρίσεις, σήμανε συναγερμός για να τον σώσουν. Με το μέρος του τάχθηκαν, σκανδαλωδώς, ο στρατιωτικός Διοικητής, ο Νομάρχης, ο Δήμαρχος … και προσπάθησαν να αποτρέψουν το ανακριτικό έργο, φθάνοντας μάλιστα να παραπέμψουν τους μάρτυρες κατηγορίας στο στρατοδικείο, πιέζοντας να μην καταθέσουν εναντίον του κατηγορουμένου μητροπολίτη. Τον συνοδικόν δε ανακριτήν – Μητροπολίτην Ύδρας Ιερόθεο – τον απέλασαν από το νομό Γρεβενών.
Αυτό ανάγκασε τον Αρχιεπίσκοπο να στείλη εντονότατο διάβημα και διαμαρτυρία προς τον Πατακό, Παπαδόπουλο και άλλους παράγοντες για την σκανδαλώδη επέμβασή τους. Αυτό δεν άρεσε στους δικτάτορες.
Σύγκρουση.
Τις πρώτες ημέρες της αρχιερατείας του τον επισκέφθηκε μια παλαιά συνεργάτιδα από τον πόλεμο του 1940, η Δώρα Στράτου, και τον παρακάλεσε να την βοηθήση, διότι στο σπίτι της είχε κρυμμένο τον ιδιοκτήτη των εφημερίδων “ΒΗΜΑ”, “ΝΕΑ”, “ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ”… Χρ. Λαμπράκη, ώστε να παύση η δίωξή του. Πράγματι τον ανέλαβε ο ίδιος υπό την προστασία του, αν και αργότερα το συγκρότημα τον πολέμησε.
Επίσης αντιτάχθηκε σθεναρά στην απομάκρυνση από τις πανεπιστημιακές έδρες – λόγω Δημοκρατικών πεποιθήσεων – των καθηγητών: Εμ. Κριαρά, Μιχ. Σακελλαρίου, Νικ. Πανταζόπουλου και άλλων δέκα πέντε περίπου καθώς και μεγάλου αριθμού απολυθέντων ή καταγεγραμμένων στο μαύρο πίνακα της ΚΥΠ μη εγκρινόμενου του διορισμού τους, παρ’ ότι η εκλογή τους ήταν νόμιμη. Ο ίδιος στα τελευταία έγραψε: «Τας ενεργείας μου αυτάς δεν τας ανεκοίνωσα ούτε τότε ούτε αργότερον εις ουδένα, ούτε καν εις τους ενδιαφερομένους, διότι δεν απεσκόπουν εις το να συλλέγω εύσημα, αλλ’ εις το να εκτελώ το καθήκον μου».
Σύγκρουση.
Η δυσπιστία απέναντι στον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο ήταν ολοφάνερη. Ήταν 5η Ιουλίου 1968 όταν, από το γραφείο του Πρωθυπουργού Γ. Παπαδόπουλου, τηλεφώνησαν στην Αρχιεπισκοπή για να του κάνουν γνωστό ότι ο Πρωθυπουργός αποφάσισε να συμμετάσχει ο Αρχιεπίσκοπος στη Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, που θα πραγματοποιούνταν στην Στοκχόλμη. Ο Αρχιεπίσκοπος στην απόφαση αυτή, απάντησε: «Δεν πιστεύω ότι η πληροφορία είναι ακριβής, διότι γνωρίζει ο κ. Πρωθυπουργός ότι δια τα ζητήματα αυτά δεν είναι αρμόδιος και μάλιστα χωρίς να συμβουλευθεί την Εκκλησία. Εάν δε, έστω και αναρμοδίως, εκ παραδρομής είχε τυχόν αποφασίσει τοιούτον τι, δεν θα διεβίβαζε την απόφασή του αυτήν κατ’ αυτόν τον τρόπον». Τελικώς δεν δέχθηκε να λάβει μέρος εις την Συνέλευση εκείνην, και έτσι έγινε πιο ασυμπαθής στους σκληρούς παράγοντας της δικτατορίας.
Σύγκρουση.
Την ημέρα της ενθρόνισης του Ιερωνύμου η αστυνομία συνέλαβε τον π. Γεώργιο Δημητριάδη, εφημέριο του Ι.Ν. Αγ. Γεωργίου στο Κερατσίνι – τον γνωστό «πατέρα Γεώργιο τον ρακοσυλλέκτη» – και ο οποίος την Κυριακή των Μυροφόρων στο κήρυγμά του επιτέθηκε κατά του δικτατορικού καθεστώτος. Ο Αρχιεπίσκοπος το πληροφορήθηκε αυτό τυχαία από μια εθιμοτυπική επίσκεψη του Ρ/Καθολικού Αρχ. Βενέδικτου. Τηλεφώνησε αμέσως στον Στρατιωτικό Διοικητή του Πειραιά και ζήτησε να τον αφήσουν ελεύθερο, διότι για τα παραπτώματα των κληρικών ήταν αυτός υπεύθυνος. Αφού αφέθηκε ελεύθερος τον πήρε από τη μητρόπολη Νικαίας στην Αρχιεπισκοπή και τον διόρισε στην Κεντρική Υπηρεσία, στην Διεύθυνση του «Κινήματος της Αγάπης», αγνοώντας την εχθρότητα που είχε το καθεστώς απέναντί του.
Κάτι ανάλογο είναι και η περίπτωση του αρχιμανδρίτη π. Θεόκλητου Φεφέ, ο οποίος είχε έρθη αρκετές φορές σε προστριβές – λόγω του εκρηκτικού χαρακτήρος – με τις στρατιωτικές και αστυνομικές αρχές. Ο Αρχιεπίσκοπος αψηφώντας τις αντιλήψεις και τις κατ’ αυτού κατηγορίες των Αρχών, τον διόρισε στην αρχή Ηγούμενο στην Ιερά Μονή Πεντέλης και μετά Προϊστάμενο στην Διεύθυνση Διαχείρισης της Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΔΕΠ). Η ενέργεια αυτή γράφτηκε στα μαύρα κατάστιχα του αρχηγού της ΕΣΑ.
Το έργο του π. Θεόκλητου – ομολόγησε αργότερα ο Ιερώνυμος – που έγινε επί ηγουμενίας του ήταν τεράστιο, και στο ΟΔΔΕΠ είχε την δική του έντονη παρουσία του.
συνεχίζεται
Οι συγκρούσεις του «χουντικού»
Ιερωνύμου  με τους δικτατορες