Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

ΑΠΟΣΤΟΜΩΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ, μητροπ. Αυγουστίνου Καντιώτη


Χθές, ἀγαπητοί μου, μιλήσαμε γιὰ τὸ θαῦμα τῆς ξηρανθείσης συκῆς, ποὺ εἶνε σύμβολο τοῦ ἀνθρώπου ἢ τοῦ λαοῦ ποὺ δὲν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ καρπούς. Συνεχίζουμε τώρα.
* * *
Ὁ Χριστὸς τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Δευτέρας βγῆκε πάλι ἔξω ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα, βρῆκε ἕνα τόπο ἔρημο, κ᾿ ἐκεῖ διανυκτέρευσε μὲ τοὺς μαθητάς του. Τὸ πρωΐ τῆς Τρίτης ἐπέστρεψε στὴν πόλι. Ἀνέβηκε στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος καὶ στάθηκε στὸ προαύλιο. Ἐκεῖ τὸν περίμενε λαός, ποὺ διψοῦσε ν᾿ ἀκούσῃ τὰ θεϊκά του λόγια. Τὸν περίμεναν ὅμως καὶ ἐχθροί.
Ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ ἦταν τὰ τρία μεγάλα κόμματα ποὺ κυριαρχοῦσαν τότε στὴν δημοσία ζωή· τὸ ἕνα κόμμα ἦταν οἱ Ἡρῳδιανοί, τὸ δεύτερο οἱ Σαδδουκαῖοι, καὶ τὸ τρίτο οἱ Φαρισαῖοι. Ὅπως σήμερα ἔχουμε κόμματα ποὺ διαιροῦν τὸ λαό, ἔτσι καὶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη· καὶ δυστυχῶς τὰ κόμματα δὲν θὰ ἐκλείψουν ὅσο διαρκεῖ αὐτὴ ἡ ζωή.
Οἱ Ἡρῳδιανοὶ ἦταν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Ἡρῴδου, τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας τὸν ὁποῖο εἶχε ἐγκαταστήσει ἡ ρωμαϊκὴ ἐξουσία· ἦταν φίλοι τοῦ καίσαρος. Οἱ Σαδδουκαῖοι ἦταν τρόπον τινὰ οἱ ὑλισταὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· δὲν παρεδέχονταν ἀθανασία ψυχῆς καὶ ἀνάστασι νεκρῶν, ἔλεγαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος ψοφάει ὅπως τὸ ζῷο. Οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἐκαυχῶντο γιὰτὶς ἀρετές τους· θεωροῦσαν τὸν ἑαυτό τους ὡς τὴν ἀφρόκρεμα τῆς κοινωνίας, καὶ περιφρονοῦσαν τοὺς ἄλλους ὡς ἁμαρτωλούς.
Τρία κόμματα. Εἶχαν διαφωνίες, μισοῦσε τὸ ἕνα τὸ ἄλλο, ἀλλὰ –περίεργο πρᾶγμα– σ᾿ ἕνα σημεῖο συμφωνοῦσαν. Ὅπως καὶ σήμερα τὰ κόμματα διαφωνοῦν μέσα στὴ βουλή, ἀλλὰ σ᾿ ἕνα σημεῖο εἶνε ὅλα σύμφωνα, ἀπὸ τὴν ἄκρα δεξιὰ μέχρι τὴν ἄκρα ἀριστερά· συμφωνοῦνστὸ νὰ βάλλουν ἐναντίον τῆς ἁγίας μας πίστεως. Ἔτσι καὶ τότε τὰ τρία κόμματα συμφωνοῦσαν στὸ νὰ ἐξοντώσουν τὸ Χριστό. Καὶ ναὶ μὲν δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν συλλάβουν ἀπ᾿ εὐθείας, γιατὶ ἦταν ἀγαπητὸς στὸ λαό, συμμάχησαν ὅμως αὐτὴ τὴ φορὰ κατ᾿ ἄλλο τρόπο. Προσπάθησαν νὰ τὸν συλλάβουν στὸ λόγο.
Τί ἔκαναν δηλαδή. Ἑτοίμασαν ἐρωτήσεις, στὶς ὁποῖες νόμιζαν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν θὰ μπορέσῃ ν᾿ ἀπαντήσῃ, θὰ τὸν μπλέξουν καὶ θὰ κλονίσουν τὸ κῦρος του ὡς διδασκάλου, ὡς ραββὶ τοῦ Ἰσραήλ. Ἔκαναν ὅ,τι κάνουν στὰ δικαστήρια οἱ δικηγόροι, ποὺ νύχτες ὁλόκληρες ἑτοιμάζουν ἐρωτήσεις, καὶ τὴν ὥρα τῆς δίκης περιπλέκουν μ᾿ αὐτὲς τὸν ἀθῷο καὶ τὸν ἐξευτελίζουν, ὅτι τάχα δὲν ἔχει τὸ δίκαιο. Ἔτσι σχεδίαζαν κι αὐτοὶ νὰ κάνουν στὸ Χριστό. Ποιοί; Οἱ νᾶνοι! Ἤθελαν οἱ νᾶνοι νὰ τὰ βάλουν μὲ τὸ γίγαντα –τί λέω γίγαντα–, μὲ τὸ Θεό, μὲ τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἤ θελαν οἱ πυγολαμπίδες νὰ τὰ βάλουν μὲ τὸν ἥλιο, τὸν ἄδυτο ἥλιο, ποὺ εἶπε ὅτι «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰω. 14,6).
Ἀπ᾿ ὅλο τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε (βλ. Ματθ. 22,15 – 23,39) ἂς στρέψουμε τὴν προσοχή μας στὶς ἐρωτήσεις τους. Θέλετε νὰ μάθετε τὶς ἐρωτήσεις; Μία, δύο, τρεῖς.
* * *
Ἡ πρώτη ἐρώτησις εἶνε τῶν Ἡρῳδιανῶν. Τί λένε οἱ Ἡρῳδιανοί; Πλησίασαν μὲ πονηρία καὶ τοῦ λένε·
–Διδάσκαλε, ξέρουμε ὅτι λὲς πάντα τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ὑπολογίζειςκανένα. Πές μας λοιπόν, πρέπει νὰ πληρώνουμε φόρους στὸ δημόσιο;
Πονηρὴ ἡ ἐρώτησι. Πάντοτε οἱ λαοὶ ἀναστενάζουν κάτω ἀπὸ φόρους. Ἐὰν καταργηθοῦν οἱ φόροι, μεγάλη ἀνακούφισι θὰ αἰσθανθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Εἶνε βαρύτατοι οἱ φόροι ποὺ ἐπιβάλλουν ὅλα τὰ κράτη, καὶ μάλιστα τὰ σημερινὰ γιὰ τοὺς ἐξοπλισμούς. Αὐτοὶ λοιπὸν ἐρωτοῦν πονηρά, «Νὰ πληρώνουμε φόρουςστὴ Ῥώμη;», καὶ θέτουν τὸν Κύριο πρὸ διλήμματος. Ἂν ὁ Χριστὸς ἀπαντοῦσε ὅτι πρέπει νὰ πληρώνουν, θὰ ἔλεγαν· Αὐτὸς εἶνε ἐναντίον τοῦ ἔθνους, θέλει νὰ δουλεύῃ ὁ λαός μας σὰν σκλάβος στὸ κατεστημένο, στοὺς Ρωμαίους αὐτοκράτορες· ἐμεῖς περιμέναμε ἀπ᾿ αὐτὸν μεγάλα συνθήματα, καὶ τώρα βλέπουμε νὰ συμβιβάζεται· μὴν τὸν ἀκοῦτε λοιπόν…
Ἂν πάλι ἔλεγε νὰ μὴν πληρώνουν, τότε θὰ ἔτρεχαν στὸν Ἡρῴδη καὶ στὸν Πιλᾶτο καὶ θὰτοὺς ἔλεγαν· Αὐτὸς εἶνε ἐναντίον τοῦ κρά-τους, κάνει ἀνταρσία· συλλάβετέ τον… Δύσκολη ἡ ἀπάντησις.
Ὁ Χριστὸς τί ἀπήντησε;
–Δεῖξτε μου, λέει, ἕνα νόμισμα ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ κυκλοφοροῦν. Τοῦ ἔδειξαν ἕνα δηνάριο. Τοὺς ἐρωτᾷ· –Τίνος εἶνε ἡ εἰκόνα καὶ ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ φέρει; (πάντοτε πάνω στὰ νομίσματα, ὅπως καὶ σήμερα στὶς χρυσὲς λίρες Ἀγγλίας, ὑπάρχουν σκαλισμένες οἱ εἰκόνες τῶν βασιλέων καὶ τὰ γράμματα τοῦ κράτους).
Τοῦ ἀπαντοῦν·
–Τοῦ καίσαρος.
–Ἔ λοιπόν, τοὺς λέει, χρησιμοποιώντας τὸ νόμισμα ἀναγνωρίζετε τὴν ἐξουσία τοῦ καίσαρος· συνεπῶς, δῶστε στὸν καίσαρα ὅ,τι τοῦ χρωστᾶτε, καὶ στὸ Θεὸ δῶστε ὅ,τι τοῦχρωστᾶτε. «Ἀπόδοτε οὖν τὰ καίσαρος καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (ἔ.ἀ. 22,21).
Δὲν εἶνε τοῦ παρόντος ν᾿ ἀναπτύξουμε τί μεγάλα νοήματα περικλείει αὐτὴ ἡ ἀπάντησι τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὶς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ κράτους.
Ἔτσι οἱ Ἡρῳδιανοὶ ἀποστομώθηκαν. Ἔρχονται τώρα οἱ Σαδδουκαῖοι, ποὺ δὲν πίστευαν σὲ ἄλλη ζωὴ καὶ σὲ ὕπαρξι πνεύματος. Αὐτοὶ μὲ τὴν ἐρώτησί τους κάνουν μία φανταστικὴὑπόθεσι τῆς αἰσχρᾶς διανοίας τους.
–Διδάσκαλε, λένε, θέλουμε νὰ μᾶς λύσῃς ἕνα πρόβλημα. Ἕνας ἄντρας πῆρε μιὰ γυναῖκα, ἀλλὰ πέθανε ἄτεκνος. Σύμφωνα μὲ μιὰ διάταξι τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου, ἐπιτρεπόταν τότε ἡ γυναίκα νὰ πάρῃ τὸν ἀδελφὸ τοῦ ἀτέκνου. Παντρεύτηκε λοιπὸν τὸ δεύτερο ἀδελφό του, ἀλλὰ τίποτα· πεθαίνει καὶ αὐτὸς ἄτεκνος. Παίρνει τὸν τρίτο ἀδελφό· κι αὐτὸς ἄτεκνος. Παίρνει τὸν τέταρτο· τίποτα. Παίρνει τὸν πέμπτο, παίρνει τὸν ἕκτο, παίρνει τὸν ἕβδομο· τίποτα. Ὅλοι πέθαναν ἄτεκνοι. Στὸν ἄλλο κόσμο τώρα, ποὺ πιστεύετε ἐσεῖς, τί θὰ γίνῃ; τίνος γυναίκα θὰ εἶνε; Αὐτὰ τὰ ἑφτὰ ἀδέρφια θὰ μαλώνουν γι᾿ αὐτὴ τὴ μιὰ γυναῖκα; Διότι ὅλοι τὴν εἶχαν σύζυγο.
Κι ὁ Χριστὸς τοὺς ἀπαντᾷ·
–«Πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ» (ἔ.ἀ. 22,29). Στὸν ἄλλο κόσμο, ἐκεῖ πλέον θὰ δημιουργηθοῦν νέες συνθῆκες· ἐκεῖ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀρσενικὸ καὶ θηλυκὸ γένος, ἐκεῖ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἄντρας καὶ γυναίκα. Ἐκεῖ θὰ εἶνε κάτι ἄλλο· θὰ ὑποστοῦν ἀλλοίωσι, μιὰ μεταμόρφωσι τὰ πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων, καὶ θὰ ζοῦν πλέον ζωὴ πνευματική· θὰ ζοῦν ὅπως οἱ ἄγγελοι στὸν οὐρανό. Γάμοι, συνοικέσια καὶ διαζύγια δὲν θὰ ὑπάρχουν ἐκεῖ. Ὅλα αὐτά, οἱ ἀδυναμίες αὐτὲς ποὺ παρουσιάζονται ἐδῶ στὴ γῆ, δὲν θὰ ὑπάρχουν ἐκεῖ.
Ἀποστομώθηκαν καὶ αὐτοί. Τέλος ἔρχεται ἡ σειρὰ τῶν Φαρισαίων. Αὐτοὶ τί ἔκαναν; Κάθονταν καὶ ψιλοκοσκίνιζαν τὸ νόμο τοῦ Μωϋσέως καὶ λεπτολογοῦσαν γύρω ἀπὸ τὶς διατάξεις τῶν ραββίνων. Ἔτσι εἶχαν φτειάξει ἑκατοντάδες ἐντολές, ἕνα πλῆθος διατάξεις, ὁλόκληρο κατάλογο ἐντολῶν, 618 καὶ πλέον ἐντολές! Ἡ πολυνομία ὅμως, ὅπως εἶνε φυσικό, ἐπιφέρει σύγχυσι. Διαπληκτίζονταν λοιπὸν μεταξύ τους, ποιά ἀπὸ τὶς ἀμέτρητες αὐτὲς ἐντολὲς εἶνε ἡ μεγαλύτερη καὶ σπουδαιότερη. Καὶ αὐτὸ ἦταν τὸ ἐρώτημα ποὺ ὑπέβαλε ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς στὸ Χριστό·
–Διδάσκαλε, ποιά εἶνε ἡ μεγαλύτερη ἐντολὴ τοῦ νόμου;
Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ ἀπήντησε·
–Μεγαλύτερηἐντολὴ εἶνε ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης· ἀγάπηςπρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον.Ἔτσι ἀποστομώθηκαν καὶ αὐτοί.
Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς τοὺς ἀποστόμωσε, στὴ συνέχεια περνάει στὴν ἀντεπίθεσι καὶ ρωτάειτοὺς Φαρισαίους·
–Δὲ μοῦ λέτε, ὁ Χριστὸς τίνος υἱὸς εἶνε;
–Ὁ Χριστός, λένε, εἶνε υἱὸς τοῦΔαυΐδ, κατάγεται ἀπ᾿ τὸ Δαυΐδ.
–Ναί, ἀλλ᾿ ἀφοῦ εἶνε ἀπόγονος τοῦ Δαυΐδ, πῶς ὁ Δαυῒδ τὸν λέει Κύριο καὶ μάλιστα «ἐν Πνεύματι», φωτιζόμενος δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα; (ἔ.ἀ. 22,43).
Τὸν ἔχει ἀπόγονο, καὶ τὸν ὀνομάζει Κύριο· πῶς εἶνε δυνατόν; Πῶς μπορεῖ νὰ εἶνε καὶ ἀπόγονος καὶ Κύριος; Πᾶνε μαζὶ αὐτὰ τὰ πράγματα;…
Κανένας τους δὲν μποροῦσε ν᾿ ἀπαντήσῃ. Ἀποστομώθηκαν, κι ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη δὲν τόλμησε πλέον κανείς νὰ τοῦ θέσῃ τέτοια ἐρωτήματα. Ἀποστομώθηκαν καὶ δὲν μποροῦσαν ν᾿ ἀπαντήσουν, διότι τὸ πρόβλημα αὐτὸ λύνεται μόνο ἂν παραδεχθοῦμε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Αὐτοὶ ὅμως ἐπ᾿ οὐδενὶ λόγῳ μποροῦσαν νὰ δεχθοῦν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνεΘεός. Ἔτσι ἔπαψαν νὰ τὸν ἐνοχλοῦν.
* * *
Ὁ Χριστός, ἀδελφοί μου, ἀποστόμωσε τοὺς ἐχθρούς του. Δὲν θὰ μποροῦσε λοιπόν, μὲ τὴ θεία δύναμί του, ν᾿ ἀποφύγῃ καὶ τὴ σύλληψικαὶ τὸ σταυρό; Ἀσφαλῶς. Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ δὲνἀποφεύγει τὸ ποτήριο. Ἐνσυνειδήτως καὶ ἑκουσίως βαδίζει πρὸς τὴ θυσία ὑπὲρ ἡμῶν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος