Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Κυριακή Μυροφόρων, Μητρ. Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου


O  AΓΑΠΩΝ  ΤΟΛΜΑ


«Ες τ μνμά σε πεζήτησεν λθοσα τ μι τν Σαββάτων Μαρία Μαγδαληνή· μ εροσα δ λοφύρετο κλαυθμ βοσα· Ομοι, Σωτήρ μου, πς κλάπης, πάντων Βασιλε;…» (Παρακλ. γ΄ χoς, Ανος)

Π. ΑυγουστινοςΝΟΕΡΩΣ, γαπητοί μου, ερισκόμεθα στ Γολγοθ. Ενε ρα 3 μετ μεσημβρίαν τς Μεγάλης Παρασκευς. σταυρωμένος, φο πιε ς τν τελευταία σταγόνα τ πικρ ποτήρι, πο πικρότερο δν πιε νθρωπος, γειρε τν κεφαλ κα παρέδωσε τ πνεμα στν οράνιο Πατέρα.
Στιγμ συγκλονιστική. Κα ν ψυχή του κατεβαίνει στν δη, γι ν κηρύξ κα στ κε πνεύματα τ γγελμα τς λυτρώσεως, στ σμα του, σ λόκληρο τ σμα, πλώνεται χρότης το θανάτου. Τ χέρια κενα, πο που γγιζαν καναν κα τς πέτρες ν τινάζουν όδα (τυφλος ν βλέπουν, κουφος ν᾿ κονε, λεπρος ν καθαρίζωνται, νεκρος ν᾿ νασταίνωνται), μένουν σάλευτα. Τ πόδια κενα, πο τρεχαν κάτω π τς καυστικς κτνες ν φέρουν τν ησο κα στ πλέον πομεμακρυσμένα σημεα τς γίας Γς γι ν κηρύξ τν λήθεια, ενε τώρα κίνητα, μαρμαρωμένα. Τ στόμα κενο, π᾿ τ ποο βγκαν στείρευτοι ποταμο θείας διδασκαλίας, σιγ. Τ μάτια κενα, μ τ ποα κοίταξε τν Πέτρο κα τν κανε ν συναισθανθ τν πτσι του κα ν᾿ ναλυθ σ δάκρυα, σβήνουν. Κα καρδι κείνη, πο περιέκλειε ναν κεαν γάπης, παύει ν πάλλ. ησος νεκρός. Οραν κα γ, βυθισττε στ πένθος!
Σύμφωνα μ τ νόμο τς ώμης, σοι καταδικάζονταν στ σταυρικ θάνατο, δν πιτρεπόταν ν ταφον· κανείς δ μποροσε ν τος πλησιάσ, τ σώματά τους μεναν νεκρ πάνω στος σταυρούς. Κα παρουσιαζόταν τότε θέαμα παίσιο· σκυλι πεινασμένα κα ρνεα ν ρμον, ν κομματιάζουν τ σώματα τν καταδίκων, κα τέλος ν᾿ πομένουν μόνο ο σκελετοί. τσι διέταζε νόμος.
λλ᾿ πειδ κατ τ ουδαϊκ θιμα ταν μαρτία ν παραμείν κανες ταφος, ώμη πέτρεπε τν ταφ τν ουδαίων.
δη πάνω στ σταυρ μένει ψυχο τ χραντο σμα το Κυρίου. Ποιά σπλαχνικ χέρια θ τ κατεβάσουν γι ν τ νταφιάσουν;
* * *
ρημοι κα γυμνο ο βράχοι το Γολγοθ. λοι σοι νέβηκαν κε γι τ σταύρωσι χουν τώρα πιστρέψει στν πόλι. Καμμιά λλη φων δν κούγεται παρ μόνο κάπου–κάπου σπαρακτικς κραυγς τν δύο λστν πο σταυρώθηκαν μαζ μ τν ησο κα ο γριοι κρωγμο ρπακτικν ρνέων πο τοιμάζονται ν πιπέσουν στς σάρκες. Κανείς δν πλησιάζει στ Γολγοθ γι ν᾿ ποδώσ τς τελευταες τιμς σ᾿ κενον πο εεργέτησε λους.
Πο ενε ο τυφλο πο τος χάρισε τ φς, ν ρθουν ν το κλείσουν τ μάτια; Πο ενε ο λεπρο πο μ τ γγιγμα τν δακτύλων του καθαρίστηκαν, ν ρθουν ν το καθαρίσουν τ χέρια π τ αμα; Πο ενε ο παράλυτοι πο νώρθωσε, ν ρθουν ν το πλύνουν τ ματωμένα πόδια; Ο ρες περνον κα κανείς δν φαίνεται. Οτε Πέτρος, πι τολμηρός, πο λεγε «Κα τν ψυχή μου θ θυσιάσω γι σένα» (ωάν. 13,37).
λλ᾿ ελογητς Θεός! Πρς τν Γολγοθ ναβαίνει μι συνοδεία νθρώπων μ π κεφαλς ναν νδρα πο τ νομά του θ γίν πασίγνωστο· ενε ωσφ π ριμαθαίας. ταν κι ατς βουλευτής, μέλος το μεγάλου συνεδρίου, πο τ νύχτα τς Μεγάλης Πέμπτης συνλθε κτάκτως κα κατεδίκασε τν ησο. ταν πλούσιος, π μεγάλη οκογένεια κα μ σπουδαία πόληψι κα τιμή· γι᾿ ατ γινε κα μέλος το συνεδρίου. Ατς δ συμφώνησε μ τν πόφασί τους, δν εχε μως κα τ θάρρος ν λέγξ τος δολοφόνους κείνους δικαστάς.
λλ᾿ ταν μαθε τι ησος ξέπνευσε, πρε τν πόφασι ν᾿ ποδώσ ατς τς τιμς στ μεγάλο Νεκρό. Δν χάνει χρόνο. νεβαίνει στ πραιτώριο, παρουσιάζεται στν Πιλτο κα ζητε τ σμα. Παίρνει τν δεια, γοράζει σινδόνα καθαρ κα ρώματα, κα μαζ μ τ Νικόδημο τρέχει στ Γολγοθ. κε ποκαθηλώνει κα κάπου κοντ νταφιάζει τ γιο σμα το ησο. στερα π λίγο λιος ρριχνε τς τελευταες του κτνες στ λόφο. τσι, χάρις στν ωσφ κα τ Νικόδημο, τάφη Χριστός.
Ο μαθητα εχαν κρυφτ π τ φόβο. λλ κάπου, σ μι γωνιά, κάποιοι λλοι γρυπνον. Ενε μαθήτριες το Κυρίου. Ατές, π τ μεγάλη γάπη πο εχαν στν Κύριο, ψηφον κάθε κίνδυνο κα φόβο, κι ποφασίζουν ν πνε στ μνμα το ησο γι ν μυρώσουν τ σμα του. Ποιές ενε ατές;
Ενε ο μυροφόρες γυνακες, τς ποες τιμ σήμερα κκλησία μας. Ατές, προτο νατείλ λιος τς Κυριακς κι φο εχαν γοράσει ρώματα, ξεκίνησαν γι τ μνμα. Μαρία Μαγδαλην πλησιάζει στν εἴσοδο το κενο μνημείου κα κλαίει –συγκινητικ θέαμα. λλ θλιμμένη ψυχή της πρόκειται τώρα ν δοκιμάσ μεγάλη χαρά. Γι μι στιγμ ίχνει να βλέμμα μέσα στ μνημεο κα βλέπει δύο γγέλους μ λευκ νδύματα. Ατο τν ρωτον·
 ―«Γύναι, τί κλαίεις;». Πνιγμένη στ δάκρυα παντ·
―Κλαίω, διότι «ραν τν Κύριόν μου (το τάφου), κα οκ οδα πο θηκαν ατόν».
Καθς γυρίζει, βλέπει τν ησο ν στέκεται πίσω της, χωρς μως ν τν ναγνωρίσ. κούει κα π τ στόμα του τ δια λόγια·
―«Γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητες;».
Μαρία νομίζει τι ενε κηπουρς κα τν παρακαλε ν τς π πο πέθεσε τ σμα το Κυρίου γι ν τ πάρ (νομίζει τι, ἐὰν τς τ δώσ, μπορε ν τ σηκώσ μόνη της· γάπη πρς τν Κύριο δ βλέπει καμμία δυσκολία). ντ παντήσεως π τ θεϊκ χείλη κούγεται μι γνώριμη λέξις·
―«Μαρία».
Τότε καταλαβαίνει, τι ενε ἴδιος Κύριος τν ποο ζητοσε, ναστημένος. μέσως πέφτει στ γόνατα κα ζητε ν καταφιλήσ τ χραντα πόδια του, λλ Κύριος τς λέει·
―«Μή μου πτου», μ μ᾿ γγίζεις, λλ πήγαινε ν᾿ ναγγείλς τν νάστασι στος μαθητάς. ρχεται τότε Μαρία Μαγδαλην κα ναγγέλλει στος μαθητάς, τι εδε τν Κύριο (ωάν. 20,13-18).
* * *
ς μιμηθομε, γαπητο δελφοί, κ᾿ μες τος γίους ατος νδρες κα γυνακες τόσο στν γάπη πρς τ Χριστ σο κα στν τόλμη κα τ θάρρος τους. Γι ν δομε ἐὰν χουμε τς ρετς ατές, ς ξετάσουμε τν αυτό μας σ μερικς κρίσιμες ρες.
χεις λ.χ. ταξίδι. Προτο ν᾿ ναχωρήσς κάνεις τ σταυρό σου, μήπως ντρέπεσαι τος λλους; Κι ταν περνς ξω π κκλησία χεις τν τόλμη ν σηκώσς τ χέρι σου ν κάνς τ σημεο το σταυρο, μήπως διστάζεις φοβούμενος τ σχόλια το κόσμου; Ἐὰν τ χέρι σου μέν κίνητο, δν γαπς τν Κύριο.
Στν κύκλο πο ζς κα ργάζεσαι κάποια στιγμ κούγεται μία βλασφημία. Στ φρικτ κενο κουσμα σ τί κάνεις; Διαμαρτύρεσαι γι τν προσβολή, μήπως σιωπς κα νέχεσαι τν σέβεια; ν βριζαν τν πατέρα τ μητέρα σου, δν θ τ νεχόσουν· διότι τος γαπς κα δν δέχεσαι ν τος προσβάλλουν. λλ ο γονες μας, σο καλο κα ξιοσέβαστοι κι ν ενε, ενε νθρωποι μαρτωλοί. Κα ν τος γαπομε κα τος περασπιζώμεθα μία φορά, πειρες φορς περισσότερο πρέπει ν περασπιζώμεθα τ θεα πρόσωπα κα τ ερ πράγματα ταν προσβάλλωνται. Διαφορετικά, μ τ λόγια μόνο λέμε τι γαπομε τ Χριστό, ν μ τ ργα τν ρνούμεθα.
Βρίσκεσαι κάποτε σ κύκλο μορφωμένων. λλ᾿ κε λέγονται λόγια πο ποτελον μπαιγμ τς πίστεως το Χριστο. σ πς δέχεσαι τς κδηλώσεις ατές; νοίγεις τ στόμα σου κα περασπίζεσαι τν πίστι σου, ποστομώνεις τος ταμος κα σεβες μπαίκτας; μήπως δειλιάζεις κα φήνεις τν γία μας πίστι ν διασύρεται π τος δθεν μορφωμένους; ν γαπς τν Κύριό σου, μ διστάσς ν συγκρουσθς μ τος θεωρουμένους πιστήμονας.
δού, γαπητοί μου, πο πρέπει ν μοιάσουμε στν ωσήφ, στ Νικόδημο κα στς μυροφόρες. Ν τος μοιάσουμε στν γάπη πρς τ Χριστό, στν τόλμη κα στν ατοθυσία. Εθε, μ τ βοήθεια το Κυρίου κα τν πνευματικ καλλιέργεια, ν βγον κα μέσα π τ γενεά μας νέοι ωσήφ, Νικόδημοι κα μυροφόρες, πο θ᾿ γαπήσουν τν Κύριον πως κενοι. γαπν τολμ κα « τολμν νικ».
πίσκοπος Αγουστνος
(. Νας γ. θανασίου Γεφύρας – Θεσσαλονίκης 1-5-1955)
Πηγή: «Αὐγουστῖνος Καντιώτης»