Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ



ΓΕΡΟΝΤOΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ
(1927-2006)

«Ὁ πνευματικός εἶναι εἰρηνοποιός, εἶναι συμφιλιωτής, εἶναι πάρα πολύ σημαντικό, καί σᾶς εἶπα, ἔχω βαθιά ἐπίγνωση τοῦ πράγματος».
(Μακαρισμοί, ὁμιλία 7η)
Συλλογή ἀναφορῶν
τοῦ Γέροντος Ἀθανασίου Μυτιληναίου
γιά τό Μυστήριο τῆς Ἐξομολόγησης




Πρόλογος

Ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος μᾶς ἄφησε μία μεγάλη πνευματική κληρονομιά. Μᾶς παρέδωσε ἕναν τεράστιο ἀριθμό κατηχητικῶν ὁμιλιῶν, κατανεμημένων σέ διαφορετικές θεματικές σειρές.
Ἀκούσαμε και συλλέξαμε ἀπό μεγάλο ἀριθμό ὁμιλιῶν, κατά τήν κρίση μας, ἐνδεικτικές ἀναφορές τοῦ πατρός Ἀθανασίου, πού μᾶς ἔκαναν ἰδιαίτερη ἐντύπωση καί πού ἀφοροῦσαν τό μυστήριο τῆς Ἐξομολόγησης.
Τίς παρουσιάζουμε καί εὐελπιστοῦμε νά γίνουν ἀφετηρία προβληματισμοῦ.
Στό τέλος κάθε ἀναφορᾶς ὑπάρχει ἡ παραπομπή της, προκειμένου νά μπορεῖ ὁ ἀναγνώστης νά ἀνατρέξει στή συγκεκριμένη σειρά καί ὁμιλία γιά περαιτέρω ἐμβάθυνση.
Εἴθε ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός δι΄εὐχῶν τοῦ μακαριστοῦ Γέροντά μας π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου να εὐλογήσει τήν πνευματική καρποφορία στις ψυχές ὅλων μας.



Εἰσαγωγή

Λένε ὅτι γιά νά μιλήσει κάποιος μία ὥρα πάνω σέ ἕνα θέμα, χρειάζεται νά διαθέσει περίπου ὀκτώ μέ δέκα ὧρες προετοιμασίας τοῦ θέματος.
Φανταστεῖτε πόσες ὧρες μελέτης καί προετοιμασίας εἶχε στό ἐνεργητικό του ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος γιά τίς ἀναρίθμητες ὁμιλίες του.
Ἦταν ὅμως ὁ ἴδιος καί πνευματικός, εἶχε καί τό ἔργο τῆς ἐξομολόγησης, μέ χιλιάδες ἐξομολογούμενους, ὅπου καί ἐκεῖ διέθετε ἀτελείωτες καί μάλιστα συνεχόμενες ὧρες.
Μᾶς διηγεῖται ὁ ἴδιος παρακάτω μέχρι ποιοῦ σημείου ἔφτανε νά ἐξομολογεῖ!
«Μέ τήν εὐκαιρία σᾶς λέω, γιατί μοῦ ἔκαναν δῶρο αὐτές τίς ἡμέρες [ἡ ὁμιλία ἔγινε στίς 4-2-1990] ἀπό κάπου ἕνα πολύ μικρό ἐπιτραχήλιο, στενό καί μικρό. Λέω: «Αὐτό τό βάζω ἀπό μέσα, δέν τό βλέπει κανένας καί μπορεῖ νά κάνει δουλειά!». Ἐγώ τουλάχιστον τό ἔχω κάνει αὐτό πού σᾶς λέω, ἔχω ἐξομολογήσει ἀνθρώπους στό δρόμο. Τό φαντάζεστε; Ἤ μπαίνοντας στήν εἴσοδο μίας πολυκατοικίας, καί τό ἐπιτραχήλιο τό φορῶ ἀπό μέσα ἀπό τό ράσο»!
(Πράξεις, ὁμιλία 127η)

Παντελῆς Γκίνης



«Δέν εἶναι ἡ μετάνοια πού θά μᾶς σώσει. Εἶναι ἡ ἀναγέννηση. Πότε θά προλάβεις νά ἀναγεννηθεῖς; Πᾶμε καί ἐρχόμαστε χρόνια ὁλόκληρα στήν ἐξομολόγηση, νομίζοντες ὅτι δυνάμεθα νά περιοριζόμεθα σέ μιά ἀνανέωση τῆς μετάνοιας καί ὄχι σέ μιά ἀναγέννηση. Αὐτό γιά ὅλους μας εἶναι ἕνα δυστύχημα».
(Σειρά Β΄, ὁμιλία 45η, α’)


«Στό καθολικό τῆς μονῆς μας, δηλαδή τό ἀρχαῖο κτίσμα, πού μπαίνοντας δεξιά εἶναι τό λεγόμενο διακονικό, ἀριστερά εἶναι ἡ προσκομιδή, δεξιά εἶναι τό διακονικό, εἶναι ἕνα μικρό διαμερισματάκι, ἐκεῖ πού μέχρι πρίν ἀπό κάποια χρόνια ἐξομολογοῦσα τό καλοκαίρι, θά ἐνθυμεῖστε. Τώρα, ἐπειδή γκρεμίστηκε τό καθολικό, ἐκεῖ πιά δέν ξαναπῆγα, οὔτε τό καλοκαίρι, καί ἀπό πάνω στόν τροῦλο ἔχει ἕναν ἄγγελο μέ φτερά. Ἐπάνω ἐκεῖ σέ ἕναν κύκλο λέγει «Ο ΩΝ»: «Ὁ Ὑπάρχων», ὁ Θεός Λόγος».
(Ἀπαντήσεις Ἀποριῶν, ὁμιλία 17η)

«Ἄν θά ἐρωτούσατε ἕναν ἄνθρωπο -ἐγώ πολλές φορές τό ἔχω κάνει αὐτό, ἰδίως στό χῶρο τῆς ἐξομολογήσεως- ἐάν ἔχει ὑπερηφάνεια, θά ἀπαντοῦσε «ΟΧΙ!». Κανείς, σᾶς βεβαιώνω, χρόνια ὁλόκληρα πού ἔχω θέσει τό ἐρώτημα αὐτό, δέν μοῦ εἶπε κάποιος: «Ναί, ἔχω ὑπερηφάνεια». Διότι ἡ ἔννοια τῆς ὑπερηφάνειας δέν εἶναι πλήρης μέσα μας».
(Ἐπιστολή Ἰακώβου, ὁμιλία 13η)

«Ἐγώ προσωπικά κληρικός εἶμαι, ἀσκῶ τό Μυστήριο τῆς Ἐξομολόγησης, ἔχω βαθύτατη τή συνείδηση ὅτι ἐξομολογώντας τούς ἀνθρώπους ἤ ἐξομολογούμενοι οἱ ἄνθρωποι, ἐγώ στέκομαι ὁ εἰρηνοποιός, ὁ συμφιλιωτής μεταξύ τῶν ἁμαρτησάντων ἀνθρώπων καί τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ὅταν ὁ ἄλλος μετανοεῖ, δέν συμφιλιώνεται μέ τόν Θεό; Ὁ πνευματικός λοιπόν εἶναι εἰρηνοποιός, εἶναι συμφιλιωτής, εἶναι πάρα πολύ σημαντικό, καί σᾶς εἶπα, ἔχω βαθιά ἐπίγνωση τοῦ πράγματος».

(Μακαρισμοί, ὁμιλία 7η)

«Πρίν γίνω πνευματικός, ἤ τόν πρῶτο καιρό πού ἔγινα πνευματικός, δέν μποροῦσα νά διανοηθῶ ὅτι κάποιος μπορεῖ νά λέγει ψέματα καί στήν Ἐξομολόγηση. Ὄχι μέ τήν ἔννοια νά ἀποκρύψει, πού καί αὐτό εἶναι ψέμα, ἀλλά καί μέ τήν ἔννοια νά διαστρέψει. Δηλαδή, νά τοῦ πεῖς, νά τοῦ κάνεις ἕνα ἐρώτημα: «Τό ἔκανες αὐτό;», καί νά σοῦ πεῖ: «Ὄχι», ἐνῶ τό ἔκανε. Διότι, θά ἔλεγε κανείς πολύ ἁπλά, τότε γιατί νά πᾶς νά ἐξομολογηθεῖς; Ἀφοῦ εἶσαι διατεθειμένος νά πεῖς ψέματα. Μήν πᾶς καθόλου. Γιά ποιό λόγο νά πᾶς; Σᾶς λέγω λοιπόν ὅτι δυστυχῶς λέμε ψέματα. Ἀλλά εἶναι ἀδιανόητο ὁ πιστός, ὁ ὁποῖος εἶναι φορέας τοῦ τέλειου νόμου, νά λέγει ψέματα!».
(Ἐπιστολή Ἰακώβου, ὁμιλία 16η)

«Λένε ψέματα οἱ ἄνθρωποι στήν Ἐξομολόγηση; Μόνο ἀλήθεια δέν λένε … «Σοβαρολογεῖτε, Γέροντα;». Μόνο ἀλήθεια δέν λένε! Λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού λένε τήν ἀλήθεια, γιατί ἔχουν μετανοήσει. Ναί, εἶναι κάτι, πού ποτέ μου δέν μποροῦσα νά τό φανταστῶ αὐτό, ποτέ μου, καί τό ἔχω ἀνακαλύψει, καί λέω: «Θεέ μου, βάλε τό χέρι Σου, ἄν οἱ ἄνθρωποι ἔρχονται, καί ὄχι κρύπτουν, ἀλλά ἀλλοιώνουν καί τήν ἀλήθεια». «Τό ἔκανες αὐτό;», ρωτᾶς, καί σοῦ λέει: «Ὄχι», καί τό ἔχει κάνει! Ἄν ξέρω ὅτι ἔρχεται ἕνας τέτοιος τύπος καί τοῦ ζητήσω ἐξηγήσεις, ἀντιλαμβάνεστε ὅτι θά μαλώσει μαζί μου, θά γίνει ἀντίδικός μου. Ἄ, ἔτσι λοιπόν, ἐγώ θά γίνω ἀντίδικος σέ σένα; Ὄχι. Σέ φώναξα νά ἐξομολογηθεῖς; Ἦρθες ἐλευθέρως. Συνεπῶς, δέν ἔχω καμιά διάθεση νά γίνω ἀντίδικός σου, δέν σέ διώχνω καί θά σοῦ κάνω ἕνα καλό μάθημα, νά τό μάθεις. Ἄν κανείς βρίσκεται στήν κατηγορία αὐτή, νά τό ξέρει. Ἔρχεται, λέει ὅ,τι ἔχει νά πεῖ καί δέν ὁμιλῶ, τίποτα, ἀκούω μόνο καί μετά λέω: «Ἔχετε τίποτα ἄλλο;». «Ὄχι». «Σηκωθεῖτε, νά σᾶς δώσω εὐχή», καμία συμβουλή. Τελείωσε, αὐτή εἶναι ἡ τιμωρία. Ὁ πνευματικός δέν μπορεῖ νά ἐκτίθεται ἤ νά μαλώνει στό χῶρο τῆς Ἐξομολόγησης».
(Σειράχ, ὁμιλία 51η)

«Ἔχω φτάσει νά τό κάνω, νά σιωπήσω ὕστερα ἀπό ἐπανειλημμένες συμβουλές γιά ἕνα θέμα, καί νά λέω: «Παιδάκι μου, μήν τό κάνεις αὐτό, μήν πηγαίνεις ἐκεῖ», καί ξανά καί ξανά καί ξανά. Πλέον λέω μέσα μου ὅτι «δέν θά στό ξαναπῶ ἄλλη φορά, νά τό ξέρεις, δέν ξαναμιλῶ». Καί ξέρω ὅτι αὐτό θά ὁδηγήσει στήν καταστροφή, ἀλλά δέν ὁμιλῶ. Εἶναι ἡ σιωπή πού καταδικάζει, σᾶς ξαναλέω, εἶναι φοβερό. Αὐτό συνέβη μέ τό Σαούλ, ἡ σιωπή τοῦ Θεοῦ τόν καταδίκασε, ἐνῶ τόν Δαβίδ τόν βοηθᾶ».
(Βασιλειῶν Α΄, ὁμιλία 25η)

«Κάνε ὅ,τι σέ φωτίσει ὁ Θεός». Γιατί; Γιατί εἶναι κίνδυνος, ἄν πεῖς τή γνώμη σου. Αὐτή εἶναι ἡ τιμωρία σου, ἀδελφέ μου».
(Σειράχ, ὁμιλία 51η) 
 

«Δέν πρέπει ὁ ἐξομολογούμενος νά θυμώνει, ὅταν τόν ἐλέγχει ὁ πνευματικός, ἀλλά νά σιωπᾶ. Ὑπάρχουν ἐξομολογούμενοι πού θυμώνουν, ὅταν τούς ἐλέγξεις. Πιστέψτε με, σᾶς τό λέγω, πιστέψτε με, διστάζω πολλές φορές νά πῶ κάτι σέ κάποιον, γιατί ξέρω ὅτι θά θυμώσει, διότι ἐθύμωσε κάποια ἄλλη φορά. Εἶναι φοβερό αὐτό καί εἶναι ζημιά τοῦ ἐξομολογούμενου.
Ὑπάρχει καί μία ἀντιδικία στήν Ἐξομολόγηση. Καί αὐτό τό ἔχω ἀντιμετωπίσει, σᾶς τό λέω ἀπό μιά μικρή μου πεῖρα. Ἔρχεται ὁ ἐξομολογούμενος, ὄχι ὡς ἐξομολογούμενος, ἀλλά ὡς ἀντίδικος, ὡς νά εἶναι ὁ πνευματικός ἀντίδικός του! Ὅπως στό δικαστήριο εἶναι ὁ κατηγορούμενος καί ὁ κατήγορος. Καί ὁ ἕνας λέει στόν ἄλλον ὅ,τι μπορεῖ. «Μπίρι μου καί μπίρι σου», νά τό πῶ ἔτσι, στήν κοινή γλῶσσα. Γιά ὄνομα τοῦ Θεοῦ … Ἀντίδικος εἶναι ὁ πνευματικός; «Καί γιατί, πάτερ μου, ἐσεῖς ἐπιτρέπετε σέ ἐκεῖνον ἐκεῖ καί σέ μένα τό ἀπαγορεύετε;».
(Περί παθῶν, ὁμιλία 46η)

«Θυμοῦμαι κάποτε στόν Ἅγιο Ἀντώνιο, παλιά, πού ἐξομολογοῦσα, εἶχε ἔρθει μία γυναίκα καί δέν συγχωροῦσε ἕναν ἀντίδικό της. Κάτι τῆς εἶχε κάνει καί μοῦ τό ἐδήλωσε ρητῶς καί κατηγορηματικῶς: «Δέν τόν συγχωρῶ!». Λέω: «Κυρία μου, ὁ Χριστός εἶπε ὅτι “ἐάν μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν ἀπό τῶν καρδιῶν ἡμῶν (μέ τήν καρδιά σας), οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν”». Τελείωσε! Εἶναι παρά πολύ φυσικό. Ὅπως καί λέμε στό «Πάτερ ἠμῶν» « … καί ἅφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν … ». «Σοῦ ζητοῦμε, Κύριε, νά μᾶς συγχωρήσεις, ἀλλά Σοῦ λέμε ὅτι ἔχομε καί τήν προϋπόθεση: Ἤδη συνεχωρήσαμε ἐκείνους πού μᾶς ἔχουν φταίξει». Κι αὐτή ἡ γυναίκα, θυμοῦμαι, ἐπέμενε νά μή θέλει νά συγχωρήσει τόν ἀντίδικό της. Κι ἐγώ τήν παρακαλοῦσα καί τῆς ἔλεγα: «Κι ἄν πεθάνετε, νά, τώρα, βγαίνετε ἔξω», τῆς ἔλεγα, «βγαίνετε ἔξω καί σᾶς πατάει ἕνα αὐτοκίνητο καί πεθαίνετε … ». «Νά πεθάνω!», μοῦ ἔλεγε. «Μά, θά πᾶτε στήν κόλαση». «Νά πάω στήν κόλαση!», μοῦ ἔλεγε. Μοῦ εἶχε κάνει κατάπληξη αὐτό, κατάπληξη, ἀγαπητοί μου, κατάπληξη! Καί τῆς εἶπα: «Νά σᾶς ἐλεήσει ὁ Θεός … ». Δέν μποροῦσα, δέν εἶχα τό δικαίωμα ἐγώ νά δώσω εὐχή. Κι ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι θά ἤθελα νά τῆς δώσω, ἄσε ὅτι θά ἔκανα ἀβαρία ἀπέναντι στό Θεό, ἀλλά, μή νομίσετε, τήν τελική συγχώρηση δέν τή δίνει ὁ πνευματικός, τή δίνει ὁ Θεός! Ἄν νομίζουμε μόνο ὅτι θά ὑποκλέπταμε τήν εὐχή, γιά νά πάρομε συγχώρηση … Ὁ Θεός βλέπει τήν καρδιά μας, ἄν εἴμεθα εἰλικρινεῖς ἤ ὄχι. Ὁ Θεός εἶναι Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος δίδει τή συγχώρηση, γι’ αὐτό ἀκριβῶς καί λέμε τό ἑξῆς, ἐνῶ δίνομε τή συγχωρητική εὐχή: «Καί παρακαλῶ πολύ νά κλαῖς πάντοτε τήν ἁμαρτία σου αὐτή, μέ τήν ἐλπίδα νά σέ συγχωρήσει ὁ Θεός». Θά μποροῦσε νά μᾶς ἀντειπεῖ τήν ὥρα ἐκείνη: «Μά, ἀφοῦ δέν πῆρα τώρα συγχωρητική εὐχή»; Γι’ αὐτό, νά τό ξέρομε, ἡ εὐχή δέν ἔχει ἕναν μαγικό χαρακτῆρα, πῆρα τήν εὐχή καί συγχωρήθηκα καί τελείωσα. Πρέπει νά ἀνταποκρίνομαι στή δυνατότητα νά πάρω τή συγχώρηση ἀπό τό Θεό».
(Δευτερονόμιο, ὁμιλία 13η)

«Ἡ συγχωρητική εὐχή προϋποθέτει μετάνοια. Ἄλλο πρᾶγμα, ἄν σοῦ δηλώσει ὅτι δέν θά τό ξανακάνει, ἀλλά θά τό ξανακάνει ὅμως, ἀπό ἀδυναμία. Στήν κατηγορία αὐτή ὑπάγονται ὅλοι. Ἀλλά νά σοῦ δηλώνει ὅτι θά τό ξανακάνει ὁπωσδήποτε, νά ἐμμένει σέ ἕνα ἁμάρτημα καί νά λέγει ὅτι αὐτό δέν θά πάψει νά τό κάνει, τότε ὁ πνευματικός λυπᾶται κατάκαρδα, λέει ὅτι ὄχι μόνο δέ θά κοινωνήσει ἕνας τέτοιος Χριστιανός, ἀλλά καί δέν θά πάρει κἄν συγχωρητική εὐχή. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἀφορίζεται! Ἄν ἤξερε ὁ ἄνθρωπος αὐτός τί ὑφίσταται ἐκείνη τήν ὥρα, πραγματικά θά πρέπει νά τόν ἔπιανε τρόμος! Μοῦ ἔχει τύχει, λίγες φορές ἡ περίπτωση μοῦ ἔχει τύχει, ὅμως εἶναι θλιβερή περίπτωση, ἀφορισμός εἶναι! Προσωρινός. Γιατί τήν ἴδια ὥρα, ἄν ἔρθει πίσω, βγεῖ ἔξω ἀπό τήν πόρτα καί ξαναμπεῖ πάλι μέσα νά πεῖ: «Ὄχι, μετανοῶ, θά κάνω αὐτό πού μοῦ εἴπατε», τότε ἡ συγχωρητική εὐχή ὁπωσδήποτε δίνεται καί αἴρεται ὁ ἀφορισμός».
(Περί παθῶν, ὁμιλία 20ή)

«Ἐγώ ἔχω δεῖ μέ τά μάτια μου, καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος αὐτό τό λέγει. Ἀναφέρει σέ μιά παράγραφό του τί ἔχει δεῖ ὁ ἴδιος. Ἀλλά σᾶς βεβαιώνω καί ἐγώ ἔχω δεῖ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μποροῦν νά ἔρθουν στήν Ἐξομολόγηση, νά λέγουν τοῦτο ἤ ἐκεῖνο καί νά γυρίζουν νά κάνουν πράγματα, ὄχι ἀπό ἐκεῖνα πού θά κάναμε ὅλοι ἀπό μιά ἀδυναμία μας -κανείς δέν γίνεται ἀμέσως καλά- ἀλλά πράγματα, πού νά βγαίνει κανείς ἀπό τόν ἑαυτό του καί τά ροῦχα του! Καί νά λέει κανείς: «Ἄνθρωπέ μου, ἐσύ ἦλθες καί ἐξομολογήθηκες; Καί τώρα κάνεις αὐτά, ἤ συμβουλεύεις τούς ἄλλους νά κάνουν αὐτά, ἤ ὁδηγεῖς τά παιδιά σου σέ αὐτές τίς φοβερές καταστάσεις; Ἐσύ, πού ἐξομολογήθηκες; Ἀναισθησία, φοβερή ἀναισθησία!».
(Περί παθῶν, ὁμιλία 14η)

«Στήν πραγματικότητα δέν θέλομε τόν ἐπιεικῆ πνευματικό, ἀλλά τόν κάνοντα ἀβαρίες πνευματικό. Νά πάω νά τοῦ πῶ: «Παππούλη μου, ξέρεις, πέφτω στήν πορνεία», πραγματικό αὐτό πού σᾶς λέγω, τό ἔχω ἀντιμετωπίσει σέ ἀρκετούς πνευματικούς, λυποῦμαι πού λέγω, ἀλλά πρέπει νά τό πῶ. Καί νά σᾶς πῶ, ἕνας λόγος πού ἔγινα κληρικός, εἶναι ἴσως τό 50%, εἶναι αὐτό. Γιατί τό εἶχα ἀντιμετωπίσει ὡς νέος αὐτό τό θέμα δύο φορές καί μοῦ ἔκανε κατάπληξη, εἶχα βγεῖ ἀπό τόν ἑαυτό μου! «Παππούλη μου, πέφτω στήν πορνεία», καί νά πεῖ ὁ παππούλης: «Ἔ … , δέν βαριέσαι, παιδάκι μου, ἄντρας εἶσαι, τί ἄλλο πρέπει νά κάνεις;». Αὐτό εἶναι ἐπιείκεια ἤ εἶναι ἀβαρία; Ἐπιείκεια εἶναι νά πεῖ: «Δέν θά τό ξανακάνεις, ἀλλά μήν ἀπελπιστεῖς, μπορεῖ νά τό βλέπεις δύσκολο, ἀλλά, παιδί μου, ὁ Θεός θά σέ βοηθήσει νά σηκωθεῖς καί δέ θά ξαναπέσεις στό ἁμάρτημα αὐτό, ἀλλά πρόσεξε, μήν τό ξανακάνεις». Αὐτό εἶναι ἡ ἐπιείκεια. Ἥμερο πρόσωπο ὁ πνευματικός, θά θεραπεύσει πραγματικά, θά καυτηριάσει τό κακό, δέ θά δείρει, θά λέγαμε, τόν ἐξομολογούμενο, ἄλλο ἄν κάποτε φανεῖ αὐστηρός, σέ μερικά πράγματα θά φωνάξει.
Ἀναγκάστηκα χθές νά πῶ σέ κάποιον -δέν ξέρω ἄν μέ ἀκούει ἐδῶ- πού εἶναι ἀρραβωνιασμένος, ἑτοιμάζεται νά παντρευτεῖ, καί ὅταν κάποιος ἀπό τά γνωστά μας παιδιά, γνωστές μας κοπέλες -μυστικό μου εἶναι, θά τό πῶ τώρα, θά τό βγάλω στό δῆμο- ὅταν μοῦ ποῦν: «Πάτερ μου, ἀρραβωνιάστηκα τήν τάδε, τόν τάδε», «ἄ, μπράβο σας, ὡραῖα, ἐλᾶτε νά σᾶς δῶ. Πρώτη δουλειά, θά ἔρθετε νά σᾶς δῶ». Καί κατά τήν περίοδο τῆς νηστείας εἶμαι κέρβερος, δείχνω τά δόντια μου! «Προσέξτε αὐτό, προσέξτε ἐκεῖνο», γιατί; Ἀγαπητοί μου, νά γλιτώσουμε μιά κατάσταση φοβερή, πού πρό τοῦ γάμου προχωροῦν στήν πορνεία. Καί γιά νά τό γλιτώσουμε αὐτό, τί νά κάνομε; Ἄς τό ποῦμε ἔτσι, προσποιούμεθα. Θυμᾶμαι τή μητέρα μου, καμιά φορά γούρλωνε τά μάτια της, ἅμα κάναμε καμιά ἀταξία σέ ξένο σπίτι. Δέν ἤμαστε στό σπίτι μας, γιατί στό σπίτι μας μᾶς ἅρπαζε καί μᾶς ἔδερνε. Ἀλλά σέ ξένο σπίτι γούρλωνε τά μάτια καί ἅμα βλέπαμε ἐκεῖνα τό γουρλωμένα μάτια, φόβος καί τρόμος! Ἔτσι καί ἐδῶ κάνομε, δείχνομε τά δόντια μας, νά τρομάξουν ἐκεῖνοι καί νά φτάσουν στό γάμο τους καί νά μήν πάθουν ζημιές!».

(Περί παθῶν, ὁμιλία 46η)

«Δέν πρέπει νά ἀλλάζομε εὔκολα πνευματικό πατέρα. Ἐγώ ἀπορῶ πῶς πηγαίνουν ἄνθρωποι, ἄς ποῦμε στήν Τῆνο, ἔχει κάποια δωματιάκια, τά ἔχω δεῖ, ἔχω πάει στήν Τῆνο, καί εἶναι ἐξομολογητήρια, καί ὑπάρχουν διαθέσιμοι κάποιοι ἱερεῖς, καί οἱ προσκυνητές πηγαίνουν, ἐνῶ ἔχουν πνευματικό, ἤ ἔστω καί νά μήν ἔχουν … Πῶς πᾶς καί ἐξομολογεῖσαι, ἀφοῦ αὐτόν τόν πνευματικό δέν θά τόν ξαναδεῖς πιά; Προσκυνητής ἤσουν. Τί συνέχεια θά ἔχεις ἐσύ, τί σύνδεσμο μέ ἕναν πνευματικό; Δέν συμφέρει σέ σένα, πρέπει νά σέ ξέρει ὁ πνευματικός καί νά τόν ξέρεις. Καί νά μήν ἀλλάζεις μέ τό παραμικρό, γιατί ντρέπεσαι νά τό πεῖς. Ἄν πᾶς στό γιατρό καί σοῦ πεῖ «γδύσου», τσίτσιδος, θά ντροπιαστεῖς; Ἔ, κάπου συστέλλεσαι, ἀλλά θά τό κάνεις. Ἔτσι ἐπιδεικνύουμε καί τήν ψυχή μας. Μά τί ἰδέα μπορεῖ νά ἔχει ὁ πνευματικός; Τί ἰδέα νά ἔχει, νά σέ ἀγκαλιάσει καί νά σέ φιλήσει, ἄν ἐπιτρέπεται νά τό πῶ ἔτσι, γιατί ἔχεις τό θάρρος νά δείξεις τή βρώμικη ψυχή σου! Ἄν ξέρατε, ἀπό ἐμπειρία δική μου σᾶς τό λέω, πόσο ἀγαπῶ τούς ἀνθρώπους πού μποροῦν νά ποῦν τά χειρότερα, ἀλλά μέ εἰλικρίνεια θά δείξουν τόν πραγματικό τους ἑαυτό. Ναί, λέει κανείς, καί πόσες φορές λέγω: «Ἄχ, νά ἤμουν καί ἐγώ σάν καί αὐτόν μέ εἰλικρίνεια, μέ θάρρος νά πῶ … », νά πεῖ κανείς τά ἁμαρτήματά του».
(Πρός Ρωμαίους, ὁμιλία 15η)

«Ἕνα πρόσωπο σήμερα ἦρθε καί μοῦ εἶπε: «Ἄκουσα τό χθεσινό σας κήρυγμα καί εἶπα: «Ἀνυπερθέτως, πρέπει νά πάω νά ἐξομολογηθῶ», πέντε χρόνια βασανιζόταν γιά μιά ἁμαρτία. Ντρεπόταν νά πεῖ τήν ἁμαρτία, τίποτα. «Θά πάω νά ἐξομολογηθῶ». Καί ἦρθε καί ἐξομολογήθηκε. Ὁρίστε. Εἴδατε τί κάνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ; Σπουδαῖος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ! Γι’ αὐτό πάντοτε ἄς τόν ἔχομε σύντροφό μας τό λόγο τοῦ Θεοῦ, γιά νά διαμορφώνει σέ πραγματικό παράδεισο τοῦ Θεοῦ τήν καρδιά μας».
(Κατηχήσεις Ἁγ. Κυρίλλου, ὁμιλία 18η)

«Τό χαίρομαι αὐτό πού θά σᾶς πῶ, ἐπειδή τή Δευτέρα ἔχω ἐξομολόγηση ἐδῶ στήν πόλη μας, πολλοί ἔρχονται τή Δευτέρα, νά μοῦ ποῦν κάτι πού ἄκουσαν ἀπό τό κήρυγμα καί θυμήθηκαν κάποια ἁμαρτία τους, τήν ὁποία ἤ εἶχαν ξεχάσει ἤ δέν ὑπολόγισαν ὅτι ἦταν αὐτό ἁμαρτία. Αὐτό βεβαίως εἶναι ἕνα μεγάλο κέρδος».
(Πράξεις, ὁμιλία 101η)

«Ἔρχεστε καί ἐξομολογεῖστε καί μέ ρωτᾶτε πράγματα πού εἶναι πάρα πολύ εὔκολα καί πάρα πολύ ἁπλά, στά ὁποῖα σᾶς ἀπαντῶ. Αὐτά τά ἴδια, ἀγαπητοί μου, ὅταν ἐγώ βρεθῶ, ἔχω ἀνάγκη κάποιος νά μοῦ πεῖ τί πρέπει νά κάνω, πού ἐγώ στά ἴδια σᾶς ἀπαντῶ μέ πολλή εὐκολία, ἐγώ τώρα ἔχω ἀνάγκη νά ρωτήσω κάποιον ἄλλον. Εἶναι ἔτσι τό φτιάξιμο τοῦ ἀνθρώπου, νά ἐξαρτᾶται ἀπό τόν ἄλλον ἄνθρωπο. Τό ἀκούσατε; Ὁ ἐγωιστής ξεχωρίζει. Ὁ ἄνθρωπος πού θέλει νά κρατᾶ τήν ἀληθινή του φύση, ὅπως ὁ Θεός τή δώρισε, εἶναι αὐτό: Νά θέλω νά ἐξαρτῶμαι πρῶτα ἀπό τό Θεό καί ὕστερα ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους, δηλαδή νά τόν ρωτήσω τόν ἄλλον πῶς βλέπει αὐτή τήν ἐνέργειά μου, τί ἔχει νά μοῦ πεῖ σέ ἕνα θέμα».

(Πρός Φιλιππησίους, ὁμιλία 16η)

«Πολλές φορές, τό λέτε ἐσεῖς: «Πᾶμε στήν Ἐξομολόγηση καί λέμε τά ἴδια καί τά ἴδια … ». «Πάτερ, ἦρθα νά σᾶς πῶ τά ἴδια καί τά ἴδια. Γιατί;». Ἁπλούστατα γιατί δέν εἶναι σωστός ὁ δρόμος πού διαλέξατε. Εἶναι ὁ δρόμος τῶν συμβουλῶν, ἀλλά δέν εἶναι ὁ νηπτικός δρόμος, δέν εἶναι ὁ δρόμος τῆς ἀσκήσεως, γι’ αὐτό τό λόγο εἴμαστε στά ἴδια καί στά ἴδια. Πρέπει νά τό ποῦμε αὐτό, εἶναι μιά ἀλήθεια, σᾶς τό λέω αὐτό. Ἡ νηπτική ζωή εἶναι γιά ὅλους, καί γιά ἐκεῖνον πού θά γίνει μοναχός καί γιά ἐκεῖνον πού θά γίνει ἔγγαμος, καί γιά τόν νέο καί γιά τόν ἡλικιωμένο».
(Θεία Λειτουργία, ὁμιλία 19η)

«Πολλές φορές ἔρχονται στήν Ἐξομολόγηση ἄνθρωποι … «Ἐκανα αὐτό». Ἡ ἀπάντηση: «Mήν τό ξανακάνεις». «Αὐτό εἶναι ὅλο;». «Τί ἄλλο θέλεις; Εἶναι λίγο αὐτό; Μήν τό ξανακάνεις». «Δέν θά ἔχω καμιά τιμωρία;». Να, τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ: «Ἡσύχασον, ἠρέμησε, μήν τό ξανακάνεις». Ἐκεῖ εἶναι καί ἡ ἔμπρακτη μετάνοια».
(Περί παθῶν, ὁμιλία 24η)

«Χαίρομαι, πάρα πολύ χαίρομαι, ἄν πετάξει κάποιος ἀπό σᾶς φαγητό στό σκουπιδοτενεκέ, πού, ἐπιτέλους, χάλασε … καμιά φορά … ἔ, δέν ξέρω, κάτι μπορεῖ νά χαλάσει, νά φροντίζομε νά ἀξιοποιηθεῖ ἐγκαίρως, νά μήν χαλάσει. Κάποτε κάτι μᾶς διαφεύγει, χάλασε, τό πετᾶμε, πολλοί ἀπό σᾶς, ἀγαπητοί, -καί τό χαίρομαι αὐτό- τό θεωροῦν καί ἔτσι εἶναι, ἀντικείμενο ἐξομολόγησης. «Πέταξα στά σκουπίδια φαγητό». Ναί, εἶναι στοιχεῖο ἐξομολόγησης, γιατί δέν πρέπει πραγματικά νά συμβαίνει».
(Σειράχ, ὁμιλία 151η)

«Σᾶς βεβαιώνω, ὅποιος μοῦ εἶπε στήν Ἐξομολόγηση ὅτι ἔχει πάρει τηλέφωνο φάρσα, καί μάλιστα προχωρημένη νύχτα, νά ξυπνήσει ὁ ἄλλος, νά τρομάξει, τόν κατσάδιασα. Εἶναι τίμιο, ἔντιμο πράγμα νά παίζεις μέ τόν ἄλλον, τρομάζοντάς τον;».
(Πράξεις, ὁμιλία 235η)

«Πόσες φορές ἔχω πεῖ σέ σᾶς, στήν Ἐξομολόγηση, καί τό ἔχω χαρεῖ μέχρι τόν οὐρανό, μοῦ λένε, ἄντρες, γυναῖκες: «Πάτερ μου, σκέφτηκα νά παραιτηθῶ ἀπό κληρονομικές διεκδικήσεις». «Ἅγιος ὁ Θεός», λέγω, «καί νά δεῖς πόσο θά σέ εὐλογήσει ὁ Θεός, δέν θά πεινάσεις οὔτε ἐσύ οὔτε καί τά παιδιά σου».
(Σειρά Β΄, ὁμιλία 305η, α΄)

«Χρόνια πολλά, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, χιλιάδες ἄνθρωποι ἔχουν περάσει ἀπό τήν Ἐξομολόγηση. Πέρασαν πόρνοι, μοιχοί, ἐγκληματίες, βλάσφημοι, πέρασαν … , ὅ,τι θέλετε πέρασαν. Μάγοι καί μάγισσες δέν πέρασαν. Βέβαια, ἄνθρωποι πού πῆγαν σέ μάγια πέρασαν πολλοί, ἄνθρωποι πού κοιτοῦσαν τό φλιτζάνι τοῦ καφέ ναί, ἀλλά ἐκεῖνοι πού κάνουν τά μάγια, δηλαδή ὁ μάγος καί ἡ μάγισσα αὐτοῦ δέν φτάνουν, μέχρι τό ἐξομολογητήριο. Μία φορά, δέν ξέρω πῶς, ξεγλίστρησε ἀπό τό διάβολο κάποιος ἄνθρωπος, δέν ξέρω ἄν μέ ἀκούει, θά τοῦ ἔκανα προσκλητήριο, χρόνια ἔχω νά τόν δῶ, δέν ξέρω ἄν πηγαίνει κάπου ἀλλοῦ, μακάρι, χάρηκα, λέω: «Να, κάποιος πού ἀσχολοῦνταν μέ τή μαγεία ἔφτασε στό ἐξομολογητήριο. Δόξα τῷ Θεῷ!», λέω. Τόν βοήθησα ὅσο μποροῦσα. Βέβαια, ἔδειχνε ὅτι εἶχε μετανοήσει, ἀγαπητοί μου, τόν ἔχασα. Τόν ξανάρπαξε ἀπό τό σβέρκο ὁ διάβολος καί φαίνεται τόν ξαναγύρισε πίσω!»

(Πράξεις, ὁμιλία 31η)

«Ὁ Θεός μᾶς εἶπε νά μήν πιστεύομε στά ὄνειρα. Ὁ Θεός θά βρεῖ τόν τρόπο νά σέ εἰδοποιήσει, ὅταν Ἐκεῖνος θέλει καί θά σέ ἐπαινέσει ἀκόμη, ἀκριβῶς γιατί Ἐκεῖνος σοῦ παρήγγειλε: «Mήν πιστεύεις στά ὄνειρα, πρόσεξε». Πῶς μπορῶ νά γνωρίζω ἄν ἕνα ὄνειρο εἶναι ἀπό τό Θεό ἤ δέν εἶναι ἀπό τό Θεό καί πρόκειται περί παγίδας τοῦ σατανᾶ; Ἁπλούστατα, θά τό θέσω ὑπόψη ἑνός διακριτικοῦ πνευματικοῦ, ὄχι πνευματικοῦ, ἀλλά διακριτικοῦ πνευματικοῦ. Εἶναι χάρισμα δέ, πού λέει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «Μή παντί πνεύματι πιστεύετε, ἀλλά νά ἐξετάζετε ἄν τά πνεύματα εἶναι ἀπό τό Θεό». Θά πᾶμε λοιπόν σέ ἐκεῖνον πού ἔχει τό χάρισμα νά μᾶς δώσει τήν ἐξήγηση. Σέ μένα ἔχουν ἔρθει ἄνθρωποι νά μοῦ ποῦν κάτι, πού τό καταλάβαινα, ἦταν πολύ ἁπλό. Καί μποροῦσα νά πῶ σίγουρα, 100%: «Τό ὄνειρό σου δέν εἶναι ἀπό τό Θεό». Φαινόταν αὐτό, δέν μποροῦσε νά τό δεῖ, τό ἔβλεπα ἐγώ. Ὑπῆρξαν ὅμως καί περιπτώσεις, δέν σᾶς τό κρύβω, πού δέν μποροῦσα νά διακρίνω ἄν ἦταν ἀπό τό Θεό ἤ εἶναι ἀπό τό διάβολο, ὡς πλάνη. Καί τότε παρέπεμπα καί παραπέμπω, καί αὐτό κάνω πάντοτε, παραπέμπω σέ διακριτικούς γέροντες, πνευματικούς, πού ἔχουν τό χάρισμα περισσότερο καί περισσότερο, πού μποροῦν νά ποῦν ἄν εἶναι ἀπό τό Θεό ἤ δέν εἶναι. Εἶναι κάτι πού τό ἔχω κάνει κατ’ ἐπανάληψη, σᾶς τό λέω ἀλήθεια».
(Σύγχρονα καυτά θέματα, ὁμιλία 29η)

«Θά εἴμαστε σαφεῖς στήν ὁμιλία μας, ἀπό τήν πιό σπουδαία μέχρι τήν πιό ἁπλή. Θά ἔχομε στά λόγια μας μιά καλή σύνταξη, δηλαδή -ἐπιτρέψατέ μου, γιατί εἶναι ὁ καημός μου πάνω σέ αὐτό- μέ τό ὑποκείμενο, μέ τό ἀντικείμενο, μέ τό κατηγορούμενο, μέ τό ρῆμα, γιατί δίνω νά καταλάβει ὁ ἄλλος. Ἔρχονται στήν Ἐξομολόγηση καί ἀρχίζουν νά μοῦ λέει ἕνας ἄντρας, μία γυναίκα, κυρίως οἱ γυναῖκες … νά μοῦ λένε ἱστορίες, χωρίς νά ὑπάρχει τό ὑποκείμενο, καί νά λέω: «Δέν σᾶς καταλαβαίνω, ποιός τά ἔκανε αὐτά; Ποιός τά εἶπε αὐτά;», γιατί δέν ἔβαλε τό ὑποκείμενο. Πῶς θά καταλάβει ὁ ἄλλος, ἄν δέν χρησιμοποιήσομε τά συντακτικά στοιχεῖα τῆς γλώσσας; Συνεπῶς, θά πρέπει νά βάλομε ὅλα αὐτά τά στοιχεῖα. Ἄν μοῦ πεῖτε: «Mά, δέν ἔχω πάει στό σχολεῖο». Κάποτε οἱ ἄνθρωποι, νά μήν ἔχουν πάει στό σχολεῖο, ἀλλά ἄν εἶναι λίγο παρατηρητικοί, προσέξουν, μαθαίνουν πολλά πράγματα, χωρίς νά ἔχουν πάει ἴσως οὔτε στήν Α΄ Δημοτικοῦ. Μία φορά, θυμᾶμαι, μακαρίτισσα τώρα, πέθανε νέα γυναίκα, τῆς εἶπα, ἐδῶ καί τριάντα χρόνια, [ἡ ὁμιλία ἔγινε στίς 18-7-1995]: «Τί γράμματα ξέρετε;». Μοῦ λέει: «Δέν ἔχω πάει παρά μόνο στό Δημοτικό, ἀλλά καλλιεργῶ ἐκεῖνα τά ὁποῖα λέγω». Ἕνας ἔξυπνος ἄνθρωπος μπορεῖ νά μήν πῆγε σχολεῖο γιά κάποιους λόγους, ὅμως προσέχει καί παρατηρεῖ πῶς πρέπει νά μιλήσει».
(Σειράχ, ὁμιλία 188η)

«Ἀντιμετωπίζουμε πολύ συχνά, τό παρατηρῶ στήν Ἐξομολόγηση, προσπαθῶ νά βγάλω νόημα ἀπό ἐκεῖνο πού μοῦ λέει ὁ ἄλλος, τί θέλει νά πεῖ, γιατί λέει λέξεις πού δέν ἔχουν τή θέση τους, πού ἤδη λέγει στήν Ἐξομολόγηση τό πρόσωπο αὐτό. Ἔτσι δημιουργοῦνται προβλήματα σχέσεως μέ τούς ἀνθρώπους, προβλήματα συνεννόησης».
(Σειράχ, ὁμιλία 26η)


«Θά πρέπει οἱ ἐξομολογούμενοι, σαν ἐχέφρονες ἄνθρωποι, τόν πνευματικό τους βίο νά μήν τόν ἀποκαλύπτουν πουθενά».
(Σειράχ, ὁμιλία 51η)

«Καί ὠδήγησέ με ἐπί τρίβους δικαιοσύνης». Οἱ τρίβοι εἶναι οἱ δρόμοι. Ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἡ ἀρετή. Συνεπῶς, ἡ ποικίλη ἀρετή. «Καί μέ ὁδήγησε τώρα, πρῶτα ὡς ἐπιστροφέας, τώρα ὡς ὁδηγητής, ὡς καθοδηγητής. Γυρίζει ἡ ψυχή μου», λέει, «καί μέ ὁδηγεῖ σέ μονοπάτια ἀρετῆς καί ἁγιότητας». Δέν μοῦ λέτε, ἀγαπητοί, ἔχετε καμιά ἱστορία ἐπιστροφῆς στό Θεό; Ὅταν ἔρχεται κανείς ἄνθρωπος νά ἐξομολογηθεῖ γιά πρώτη φορά, κατά πρώτη φορά ἀγαπάω πάρα πολύ -καί ἐφόσον βέβαια θά ἔχω καί καιρό- ἀγαπάω πάρα πολύ νά ἐρωτήσω τί ἦταν ἐκεῖνο πού τόν ἔκανε νά ἔρθει νά ἐξομολογηθεῖ. Καί ποιά εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἐπιστροφῆς του. Ὅταν μάλιστα δῶ νά ὑπάρχει μία ξεχειλισμένη μετάνοια, δηλαδή ἀληθινή μετάνοια, πού πάλι θά ξαναπῶ, ἀπό τίς χιλιάδες ἀνθρώπους πού ἔχουν ἐξομολογηθεῖ μέχρι σήμερα [1978] σέ ἐμένα ἤ δι’ ἐμοῦ στόν Θεό, καλύτερα, πολύ λίγες ψυχές εἶναι ἐκεῖνες πού ἔχουν ἀληθινά μετανοήσει καί ἔχουν πάρει στά πολύ-πολύ σοβαρά τή μετάνοιά τους. Πιστέψτε με, πολύ λίγες ψυχές, ἄνδρες καί γυναῖκες. Ἔχουν ἐξομολογηθεῖ παιδιά, ἔφηβοι, ἕνα ἀριστούργημα ἐπιστροφῆς. Καί ἐπιστροφῆς μόνιμης. Ὄχι κάτι τό ἕωλο, τό ἐπιπόλαιο. Μία ἐπιστροφή μόνιμη. Πού νά βλέπετε καί νά λέτε ἐκεῖνο πού λέει ὁ Ἁγία Γραφή: «Aὕτη ἐστίν ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς του Ὑψίστου». Γίνεται ἀλλοίωση. Ἅμα λέμε ἀλλοίωση, γίνεται κάτι ἄλλο. Λέμε: Τό κρέας ἔπαθε ἀλλοίωση, τό ψωμί ἔπαθε ἀλλοίωση. Ἔγινε κάτι ἄλλο, δέν ἦταν ὅπως πρῶτα. Γίνεται ἀλλοίωση τῆς ψυχῆς. Καί αὐτή ἡ ἀλλοίωση εἶναι ἔργο τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου. Πιστέψτε με, σέ πολύ λίγους ἀνθρώπους τό ἔχω δεῖ. Ἔ, σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ρωτῶ: «Τί σᾶς ἔκανε νά ἐπιστρέψετε στό Θεό;». Καί ἐκεῖ μαθαίνω τήν ἱστορία τῆς ἐπιστροφῆς, πού δέν εἶναι παρά ἡ ἱστορία τῆς Θείας Χάριτος. Εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ! Εἶναι, ἀγαπητοί μου, χαριτωμένες ἱστορίες. Καί εἶναι χαριτωμένες, γιατί εἶναι ἔργα τῆς Χάριτος. Πραγματικά. Ἐρωτῶ λοιπόν τόν καθένα ἀπό σᾶς, εἴτε ἐνδιαφέρουσα θά ἦταν ἡ ἱστορία του εἴτε ὄχι πολύ ἐνδιαφέρουσα. Ἀλλά γιά νά βρίσκεται ἐδῶ αὐτή τή στιγμή, λίγο πολύ ὅλοι διαθέτουμε μία ἱστορία. Τήν ἱστορία τῆς ἐπιστροφῆς μας στό Θεό!».
(Ψαλμοί, ὁμιλία 6η)

«Ὅσοι ἐξομολογοῦνται σέ ἕναν πνευματικό, ἄς ποῦμε ὁ πνευματικός εἶναι καλός, στό καλάθι δέν χωρεῖ, στό κοφίνι περισσεύει, πέστε μου, σᾶς παρακαλῶ, ὅσοι πᾶνε καί ἐξομολογοῦνται σέ αὐτόν τόν πνευματικό, εἶναι ὅλοι καλοί; Ξέρετε πόσες φορές ἀντιμετωπίζω αὐτό τό πρόβλημα, πού τῇ ἀγνοίᾳ γίνεται ἐκλογή προσώπων, καί λέγει ἐπί παραδείγματι μία κυρία γιά τήν κόρη: «Ἀφοῦ τό παιδί ἐξομολογεῖται στόν π. Ἀθανάσιο, πρέπει νά εἶναι καλό παιδί». Γιατί πρέπει νά εἶναι καλό παιδί; Ἐπειδή ἐξομολογεῖται σέ μένα; Δηλαδή, ὅλοι οἱ καλοί ἔρχονται καί ἐξομολογοῦνται σέ μένα; Ἤ ὑποτίθεται ὅτι ἐγώ ἐπιδρῶ εὐμενῶς στόν καθένα πού ἔρχεται καί ἐξομολογεῖται; Ξέρετε τί τραβῶ μέ ἐκείνους πού ἐξομολογοῦνται, μιά ζωή ὁλόκληρη νά τοῦ λέω νά κάνει προσευχή τό πρωί καί νά μήν κάνει; Ἔ, αὐτός εἶναι καλός; Πῶς τόν κρίνεις ὅτι εἶναι καλός, ἐπειδή ἐξομολογεῖται σέ μένα; Σᾶς παρακαλῶ, τέτοια κριτήρια νά τά ἀπορρίψετε, εἶναι ἐπικίνδυνα κριτήρια».

(Ἀπαντήσεις ἀποριῶν, ὁμιλία 104η)

«Ἐγώ σάν πνευματικός ἀκούω φοβερά πράγματα, ἀνήκουστα, περίεργα πράγματα. Ξέρετε τί λέγω; «Ἄνθρωποι τά ἔκαναν αὐτά, καί ἐγώ εἶμαι ἄνθρωπος, γιατί δέν θά μποροῦσα καί ἐγώ νά κάνω αὐτά τά ἀνήκουστα;». Μήν σᾶς κάνει ἐντύπωση, ναί, γιατί δέν εἶμαι κάτι διαφορετικό ἀπό τούς ἄλλους, δέν εἶμαι ἄγγελος, εἶμαι ἄνθρωπος. Μόνο τότε, ἄν ἔχομε αὐτή τή στοιχειωδέστατη ταπείνωση, ὅτι μποροῦμε καί ἐμεῖς νά πάθομε τά ἴδια, μόνο τότε θά προσέχομε καί θά μᾶς φυλάξει καί ὁ Θεός, ἀλλιώτικα, ἄν διαθέτομε μιά ὑπερηφάνεια, «ἐμεῖς δέν παθαίνομε τίποτα», ἐκεῖ ἀκριβῶς τήν παθαίνομε!»
(Πνευματική Διαθήκη Τωβίτ, ὁμιλία 39η)
                                                                                                                              Ἐπιμέλεια
Παντελῆς Γκίνης