Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Κυριακὴ τῶν Βαΐων, π. Αυγουστίου Καντιώτου YΠOΔOXH TOY XΡΙΣTOY ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ


Βαϊων
«Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ» (Ἰωάν. 12,13)
Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου, τί εἶνε; δάσκαλος, καθηγητής, φιλόσο­φος, κοινωνιολόγος, ἐπαναστάτης…; Αὐτὰ λένε κάποιοι. Δὲν εἶνε αὐ­τά. Ὁ Χριστὸς εἶνε κάτι παραπάνω· εἶνε Θεός! Μάλιστα. Τὸ πιστεύ­εις; εἶσαι Χριστιανός· δὲν τὸ πιστεύεις; ἐλεύθερος εἶσαι, ἀλλὰ δὲν εἶσαι πλέον Χριστιανός· καὶ εἶσαι δυστυχής. Μά, θὰ πῆτε, μορφωμένος ἐ­γὼ ἐπιστήμων, νὰ παραδέχωμαι δό­γματα χωρὶς ἀποδείξεις;… Κι ὅμως· ἐὰν ὑπάρχῃ μία ἀλήθεια ποὺ ἔχει μυριάδες ἀποδείξεις, εἶ­νε αὐτή, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ Θεός. Θεός! Τὸ φωνάζουν τὰ θαύματά του. Ἕνα δὲ ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα θαύματα τοῦ Χριστοῦ, πρὸ τῆς ἀναστάσεώς του, εἶνε αὐτὸ ποὺ γράφει σήμερα τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο. Ποιό θαῦμα;

* * *

Ὁ Χριστὸς ἔφθασε στὴ Βηθανία, ἕνα χωριὸ ποὺ ὑπάρχει μέχρι σήμερα, σὲ ἀπόστασι 12 χιλιόμετρων ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα. Πῆγε στὸ νεκροταφεῖο, στάθηκε ἐμπρὸς σ’ ἕνα μνῆ­­μα ὅπου ἦταν θαμμένος ἕνας ἄνθρωπος τέσσερις μέρες, φώναξε «Λά­ζαρε, δεῦρο ἔξω» (Ἰωάν. 11,43), καὶ ὁ Λάζαρος ἀναστήθηκε! Συνταρακτικὸ γεγονὸς αὐτό. Ἂν ὑπῆρχαν τότε τηλε­­οράσεις καὶ ραδι­όφω­να, ἡ εἴδησις θὰ διεδίδετο ἀστραπιαίως· ἀναστήθηκε ἕνας νεκρὸς τεταρταῖος! Λειτούργησε ὅ­μως ἕνα ἄλλο «ρα­διόφωνο»· τὸ στόμα. Ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ἡ εἴδησις διαδόθηκε ἀστραπιαίως στὰ Ἰεροσόλυμα καὶ σὲ ὅλη τὴν περιοχή. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν διπλό. Ἄλλοι μὲν πίστεψαν ἀκραδάντως, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἀληθινὸς Θεός, ἀφοῦ καὶ νεκροὺς ἀνασταίνει· πολλοὶ μάλιστα πῆγαν οἱ ἴδιοι στὴ Βηθανία καὶ εἶδαν τὸ Λάζαρο μὲ τὰ μάτια τους. Ἔτσι δημιουργήθηκε μεγάλη φήμη γύρω ἀπὸ τὸ ὄ­νομα τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλοι ὅμως ὄχι μόνο δὲν πίστεψαν, ἀλλὰ καὶ ἀποφάσισαν νὰ σκοτώσουν τὸ Λάζαρο, γιὰ
νὰ πάψῃ ν’ ἀ­κού­γεται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν, βλέπετε, δὲν ὑπάρχῃ καλὴ διάθεσις, ὅσα θαύματα κι ἂν γίνουν, ὁ ἄνθρωπος δὲν πιστεύει. Μαθαίνοντας τὸ θαῦμα ὁ λαὸς ἐν­θου­σιά­στηκε. Καὶ ὅταν σὰν σήμερα ἔμαθαν ὅτι ὁ Χρι­στὸς ἔρ­χεται στὰ Ἰεροσόλυμα, τοῦ ἔκαναν πρωτοφανῆ ὑποδοχή. Πολλὲς ὑποδο­χὲς ἀναφέρει ἡ παγκόσμιος ἱστορία (βασιλέων, στρατηγῶν, ἄλλων μεγάλων ἀνδρῶν), καμ­μία ὅμως δὲν φτάνει αὐτήν. Στὰ Ἱεροσόλυμα τότε, λόγῳ τῆς ἑορτῆς τοῦ πάσχα, εἶχαν συγ­κεντρω­θῆ πάνω ἀπὸ ἕνα ἑκατομμύριο ἄνθρω­ποι. Μὲ τὴν εἴ­δησι, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔρχεται, μιὰ ἀνθρωποθάλασσα ξεχύθηκε ἔξω, αὐθόρμητα καὶ ἀβίαστα. Ἡ πόλις ἄδειασε. Περίμεναν πότε θὰ φα­νῇ ὁ Ἰησοῦς. Κι ὅταν φάνηκε, τότε, λέει τὸ εὐ­αγγέ­­λιο, τόση ἦταν ἡ χαρὰ τοῦ λαοῦ, ὥστε ἄλ­λοι ἔ­βγαζαν τὰ ροῦχα τους καὶ τὰ ἔστρωναν κάτω, ἄλλοι ἔκοβαν κλαδιὰ ἀπ’ τὰ δέντρα καὶ τὰ ἔσειαν, τὰ μικρὰ παιδιὰ πήγαιναν μπροστὰ ψάλλοντας, καὶ ὅλοι φώναζαν·«Ὡσαννά», «ὡ­σαννά»…! (τὸ «ὡσαννὰ» εἶνε ἑβραϊκὴ λέξις καὶ σημαίνει ζήτω, ἰσοδυναμεῖ μὲ τὶς δικές μας ζητωκραυγές). Αὐτὴ ἦταν ἡ ὑποδοχὴ ἐπεφύλαξαν τὰ Ἰεροσόλυμα στὸ Χριστὸ τὴν ἡμέρα αὐτή. Καὶ ὁ Χριστός; ἐνθουσιάστηκε ἀ­πὸ τὴν ὑποδοχή; Περίεργο πρᾶγμα, δὲν ἐνθουσιάστηκε. Ἄλ­λος στὴ θέσι του θὰ θεωροῦσε τὴν ἡμέρα αὐ­τὴ ὡς τὴν ἐπισημοτέ­­ρα καὶ λαμπροτέρα τῆς ζωῆς του. Ὁ Χριστὸς ὅμως δὲν εἶνε κοντόφθαλμος ὅπως ἐμεῖς. Ἔβλεπε μακριά, πολὺ μακριά, καὶ διάβαζε τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Τί ἔβλεπε λοιπόν; Ἔβλεπε ὅτι ὁ λαὸς αὐτός, ποὺ σήμερα μὲ τέ­τοιο τρόπο τὸν ὑποδέχεται ―ὤ «ματαιό­της ματαιοτήτων» (᾿Εκκλ. 1,2)!―, δὲ θὰ πε­ράση ὄχι χρόνος, ὄχι μήνας, ὄχι βδομάδα, ἀλλὰ σὲ τέσσερις κιόλας μέρες θὰ ἀλλάξῃ. Βλέπει ὁ Χριστὸς τὸν ἴδιο αὐτὸ λαό, ποὺ τώρα ζητωκραυγάζει, νὰ εἶνε μαζεμένος – ποῦ; κάτω ἀπ᾽ τὸ πραιτώριο τοῦ Πιλάτου καὶ νὰ φω­νάζῃ ὄχι πλέον«ὡσαννά», ἀλλὰ «Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν» (Λουκ. 23,21· Ἰωάν. 19,6)· καὶ ἐνῷ ὁ Πι­λᾶτος θὰ καταβάλλῃ ὑστάτη προσπάθεια νὰ σώσῃ τὸ ἀθῷο θῦμα, αὐτοὶ θὰ φωνάζουν ἀκόμη ἰσχυρότερα· «Σταύρωσον σταύ­ρω­σον αὐ­τόν». Βλέπει ὄχι μόνο ὅτι ὁ λαὸς εἶ­νε ἄστατος καὶ εὐμετάβολος, ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο. Προβλέπει, ὅτι μετὰ τέσσερις μέρες θὰ φωνάξουν «Σταύρωσον…», καὶ μετὰ σαράντα χρόνια – τί; δὲ θὰ μείνῃ «λίθος ἐπὶ λίθον» (Μάρκ. 13,2)! Καὶ πράγματι τὸ 70 μ.Χ. οἱ ῥωμαϊκὲς λεγεῶνες κατέλαβαν τὴν Ἰερουσαλήμ, τὴν ἀ­νέσκαψαν μὲ ἄροτρο, ἔκαψαν τὸ πραιτώ­ριο τοῦ Πιλάτου καὶ τὶς αὐλὲς τῶν ἀρ­χιερέων, γκρέμισαν τὰ πάντα· δὲν ἔμεινε «λίθος ἐπὶ λίθον». Αὐτὰ βλέπει ὁ Χριστός, γνωρίζει τὸ μέλ­λον. Γι᾽ αὐτὸ «ἰδὼν τὴν πόλιν ἔ­κλαυσεν ἐπ’ αὐ­τῇ» (Λουκ. 19,41). Ὁ Χριστὸς κλαίει γιὰ τὸ εὐ­μετάβολο τῶν ἀνθρώπων, κλαίει γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς ἁγίας πόλεως.

* * *

Τὴν ἡμέρα αὐτὴ τῶν Βαΐων ὑποδεχόμεθα κ’ ἐμεῖς τὸ Χριστό, ἀδελφοί μου, ὅπως τότε οἱ Ἑβραῖοι. Τὸ βράδυ θὰ γεμίσουν οἱ ἐκ­κλησίες καὶ θ’ ἀκουσθῇ «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρ­χε­ται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός…» (ἀπολυτ.). Ἀπὸ αὔριο, Μεγάλη Δευτέρα, Μεγάλη Τρίτη, Μεγάλη Τετάρτη, Μεγάλη Πέμπτη, Μεγάλη Παρασκευή, στὰ ἅγια πάθη, στὸν ἐπιτάφιο θρῆ­νο, τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, θὰ ἔχουμε ὅλο σταυροπροσκυνήματα, λαμπάδες, στεφάνια, ποικίλες ἐκδηλώσεις λατρείας στὸ Χριστό. Ἐὰν τὶς μέρες αὐτὲς ἐρχόταν ἕνας ξένος καὶ μᾶς ἔβλεπε, θὰ ἔλεγε· Τί εὐσεβὴς λαός! Πόση ὅμως ὑποκρισία κρύβουμε! Ἐμεῖς εἴ­μαστε χειρότεροι ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους. Μέσα στὴν ἐκκλησία λέμε «ὡσαννά» (γιατὶ σὰν τὸ «ὡσαν­νὰ» εἶνε ὅλα αὐτά· τὸ λιβάνι, τὰ κεριά, οἱ στέφανοι, τὰ δάκρυα)· ἀλλὰ μόλις βγοῦμε ἔξω, στοὺς δρόμους καὶ τὶς πλατεῖες, τί ἀκοῦ­με; Ὄχι πλέον «ὡσαννά», ἀλλὰ «Σταύρωσον σταύ­ρωσον αὐτόν»· ἀκοῦμε βλαστήμιες, ἄγρι­ες ἀπαίσιες βλαστήμιες, ποὺ οὔτε οἱ Ἑβραῖοι λένε οὔτε κι ὁ σατανᾶς ἀκόμα δὲ λέει. Γι᾽ αὐ­τὸ τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες ὁ Χριστὸς καὶ πάλι κλαίει. Κλαίει, διότι εἴμεθα λαὸς ἄστατος, εὐ­μετάβολος· τώρα τὸν ἀνεβάζουμε μέχρι τὰ ἄ­στρα, καὶ αὔριο τὸν κατεβάζουμε στὸν ᾅδη. Εἴμεθα χειρότεροι ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους, χειρότεροι κι ἀπὸ τὸ σατανᾶ. Θὰ ἔπρεπε στὴν ταλαιπωρημένη χώρα μας, σὲ βουνὰ καὶ λαγ­κάδια, σὲ ξηρὰ καὶ θάλασσα, ν᾽ ἀκούγεται μόνο «ὡσαννά». Κι ὅμως εἶνε γεγονὸς, ὅτι πουθενὰ ἀλλοῦ δὲ βλαστημοῦν τόσο καπηλικῶς τὰ θεῖα, τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, ὅσο ἐδῶ. Δὲν περνάει ὄχι μέρα, ὄχι ὥρα, ὄχι λεπτό, ἀλλ’ οὔτε δευτερόλεπτο ποὺ δὲ βλαστημοῦν. Δείξατέ μου μιὰ γωνιὰ τῆς Ἑλλάδος, μιὰ καλύ­βα, ἕνα χωριό, ἕνα δάσος, μιὰ πεδιάδα, ἕνα πλοῖο, ἕνα στρατῶνα, ἕνα σχολεῖο, ποὺ δὲν ἀ­κούγεται βλαστήμια. Τὰ πάντα ἔχουμε μολύ­νει. Ὕστερα ἀπὸ μία πάνδημο λατρεία ἀκολουθεῖ φρικτὴ βλασφημία. Μέσα «ὡσαννά», ἔξω «Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν». Γι᾽ αὐ­τὸ κλαίει ὁ Ἰησοῦς· καὶ φοβοῦμαι, ἀδέρφια μου, μήπως μᾶς συμβῇ κάποιο μεγάλο κακό, ὅπως τότε στοὺς Ἑβραίους στὰ Ἰεροσόλυμα.

* * *

Ἐλᾶτε, ἀγαπητοί μου, τὸ βράδυ στὴν ἐκκλη­σία. Θ’ ἀκούσετε τὸ «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός…». Ἐξῆλθαν τότε οἱ Ἑβραῖοι, ἂς ἐξέλθουμε κ’ ἐμεῖς σήμερα νὰ τὸν ὑποδεχθοῦμε ἀφήνοντας πίσω «τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον» (Ἐφ. 4,22· Κολ. 3,9). Τί ἄλλο ἔκαναν οἱ Ἑβραῖοι τότε; Ἔβγαλαν τὰ ροῦχα τους. Ὤ, νὰ κάναμε κ’ ἐμεῖς τὸ ἴδιο! Διότι, ἐνῷ ἀγαποῦμε τὴν καθαριότητα, ἔ­χουμε «ῥοῦχα» βρώμικα. Ὑπάρχει ἄνθρω­πος ποὺ τριάντα χρόνια ἐπιμένει νὰ φοράῃ λερωμένο «πουκάμισο», ἔχει δηλαδὴ τὴν ψυχή του ἀκάθαρτη. Βγάλτε τὰ ροῦχα σας καὶ δῶ­στε τα στὸ πλυντήριο. Τὸ δὲ πλυντήριο εἶνε ἡ ἱερὰ ἐξομολόγησις. Ἐκεῖ ἡ ψυχὴ λαμπρύνει τὴ στο­λή της καὶ λέει· «Λάμ­πρυ­νόν μου τὴν στο­λὴν τῆς ψυχῆς», Κύριε (ἐξαποστ.). Ὅποιος δὲν ἐξωμολογήθηκε, δὲν γνώρισε ἀκόμη τὸ Θεό. Ἀκόμη, οἱ Ἑβραῖοι κρατοῦσαν βάϊα στὰ χέρια· ἂς ὑψώσουμε κ’ ἐμεῖς σύμβολα νίκης, ἂς νικήσουμε τὰ πάθη καὶ τὶς κακίες μας. Τέλος οἱ Ἑβραῖοι ἐκραύγαζαν «ὡσαννά»· ἐ­μεῖς; Ἕ­νας Χριστιανὸς ἔδωσε σὲ κάποιον ἄπιστο καὶ βλάσφημο γιὰ πρώτη φορὰ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἐ­κεῖνος τὸ πῆρε, ἄρχισε νὰ τὸ διαβά­ζῃ, καὶ τόσο ἐνθουσιάστηκε, ὥστε μιὰ νύχτα – μεσάνυχτα σηκώθηκε καὶ φώναξε «ὡσαννά»! Ποιός εἶν᾽ αὐτός; Ὁ πολὺς Ντοστογιέφσκυ. Μετεβλήθη διὰ τῆς μελέτης τῆς ἁγίας Γρα­φῆς, καὶ τὸ «ὡσαννὰ» ποὺ εἶπε ἦταν ἕνας πύραυλος, πνευματικὴ φωτιὰ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ μέσα του. Κ’ ἐμεῖς, τὸ «ὡσαννὰ» ποὺ λέμε σήμερα, ἂς τὸ ποῦμε μὲ τὴν καρδιά μας. Ὅλοι λοιπὸν στὴν ἐξομολόγησι, ὅλοι στὴν θεία κοινωνία, γιὰ νὰ γευθοῦμε τὴ λύτρωσι ποὺ χαρίζει ὁ Χριστός· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγ. Νικολάου Ἀμυνταίου 18-4-1976)

Πηγή: "augoustinos-kantiotis"