Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (Ευαγγ. Ιωάν. 5,7), Του μητροπολίτη Φλωρίνης (†) Αυγουστίνου Καντιώτη


ΟI  EΡHMOI

«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω…» (Ἰω. 5,7)

παραλυτου 
Τίνος, ἀγαπητοί μoυ, εἶνε ἡ φωνὴ αὐτή; Τὸ ἀκούσα­τε σήμερα στὴ θεία λειτουργία, ὅ­ταν ὁ ἱερεὺς διάβασε τὴν περικοπὴ ποὺ ἐξιστο­ρεῖ ἕ­να ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ ποὺ διαλαλοῦν τὴ θεότητά του. Μόνο σκοτεινὲς ψυχὲς ὅπως οἱ γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι τολμοῦν νὰ τ᾿ ἀμφισβητοῦν. Οἱ πιστοὶ ἀκοῦνε τὸ Εὐαγγέλιο σὰν φωνὴ τοῦ οὐρανοῦ καὶ κάθε λέξι του —τί λέω;—, κάθε ψηφίο του φυτεύεται στὴν καρδιά τους σὰν λουλούδι τοῦ παραδείσου.

* * *

Κύριος ἦρθε στὰ Ἰεροσόλυμα. Καὶ πῆγε στὸ σπίτι τοῦ πόνου ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐ­λέους τοῦ Θεοῦ, στὴ Βηθε­σδὰ ὅπως λεγόταν στὰ ἑβραϊκά. Τί ἦταν ἡ Βη­θεσδά; Μία μικρὴ φυσικὴ λίμνη κον­τὰ στὴν προβατικὴ πύλη, πρὸς τὸ βόρειο τεῖ­χος τῆς πόλεως, ποὺ τὰ νερά της κάποιες στι­γμὲς ἀ­ποκτοῦσαν ἰαματικὴ ἰδιότητα. Κατὰ δι­αστήματα ἡ ἐ­πι­φάνειά της ἀ­ναταρασσόταν ἀ­πὸ ἄγγελο Κυρίου, καὶ ὁ ἀ­σθενὴς ποὺ θὰ πρόφθανε νὰ πέ­σῃ πρῶτος στὸ νερὸ θεραπευόταν ἀ­μέσως, ὅποια κι ἂν ἦταν ἡ ἀσθένειά του. Ἡ θε­ραπεία ἦταν ἀπὸ τὸ Θεό, ὄχι ἀπὸ τὸ νερό. Γι᾽ αὐτὸ γύρω ἀπ᾽ τὴ λίμνη συνωστί­ζον­ταν πλῆθος ἀσθενεῖς, κάτω ἀπὸ πέντε στοές, κ᾽ ἐκεῖ περίμεναν μὲ ἀγωνία τὴν ταραχὴ τοῦ νεροῦ.
Ὁ Κύ­ριος σὰν ἕνας ἄγνωστος ἐπισκέπτεται αὐτὸ τὸ βασίλειο τοῦ πόνου. Ἐκεῖ ἦταν τὸ δει­­γμα­τολόγιο ὅλων τῶν χρονίων καὶ ἀνιάτων ἀ­σθενειῶν· ἐκεῖ ἕνας τυφλὸς ἐν­τείνει τὴν ἀκοή του ν᾿ ἀ­κούσῃ πότε θὰ ταραχθῇ τὸ νερό, ἕνας κουφὸς ἐντείνει τὴν ­ὅρασί του νὰ δῇ πότε θ᾽ ἀρχίσῃ ὁ κυματισμός, ἕ­νας κουτσὸς κάθεται στὸ χεῖλος ἕτοιμος νὰ κάνῃ τὸ σωτήριο ἅλμα, μιὰ μάνα κρατάει στὴν ἀγκαλιὰ τὸ ἄρρωστο παιδί της χλωμό, κίτρινο, μὲ ὄψι θανάτου…
Σὲ ὅλους ῥίχνει τὸ βλέμμα μὲ ἄπειρη συμ­πάθεια Ἐκεῖνος ποὺ εἶ­πε «Δεῦτε πρός με πάν­τες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀ­ναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. 11,28). Ἀλλ᾿ ἀπ᾿ ὅλους περισσό­τερο τὴν προσοχὴ τοῦ Θεανθρώπου ἑλκύει ἕ­νας παράλυτος. Ἦταν πράγμα­τι ὁ πιὸ δυστυχισμέ­νος. Ἂν στὴ Βηθε­σδὰ κρατοῦ­σαν μητρῷο τῶν ἀ­σθε­νῶν, αὐτὸς ἦ­ταν ὁ ἀρχαιότερος. 38 ὁλόκλη­ρα χρό­νια ἔμενε κάτω ἀπ᾽ τὶς στοές. Στὸ δι­­άστημα αὐ­τὸ εἶδε πολλοὺς νὰ ἔρχων­ται ἀσθε­νεῖς καὶ νὰ φεύγουν ὑγιεῖς. Ἀλλ᾿ αὐ­τὸς σὰν ἄλ­λος Προμηθέας ἔμενε καθηλωμένος ἐκεῖ. Ὁ μέγας Ἄγνωστος τὸν πλησιάζει. Μὲ λεπτὴ εὐγένεια τὸν ἐ­ρωτᾷ· «Θέ­λεις ὑγιὴς γενέσθαι;». Κι ὁ παρά­λυ­τος ἀ­­παντᾷ· «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω…» (Ἰω. 5,7)!
Μὰ τί λές, ἄνθρωπε; δὲν κατοικεῖς στὴν ἔ­ρημο· κατοικεῖς σὲ μιὰ πόλι μὲ 200 χιλιάδες κατοίκους. Ἀ­νάμεσα σ᾽ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕ­νας νὰ σὲ βοηθήσῃ;… Οὔτε ἕνας δυσ­τυχῶς. Ἰερουσαλήμ, ἱερὴ πόλις τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ μὲ τὸν μεγαλοπρεπῆ ναό σου, κρίμα στοὺς τόσους ἱε­ρεῖς καὶ ἀρχιερεῖς, γραμματεῖς καὶ φαρισαί­ους σου! Προσ­εύχονται δημοσίᾳ, θυσιάζουν ἀ­γέλες ζῴων, καῖνε τόννους λιβάνι, δὲν ἔχουν ὅ­­μως αἰσθαν­θῆ τὸ χρέος τῆς ἀγάπης σ᾽ ἕνα συνάνθρωπο. Ὅλοι τὸν ἔχουν διαγράψει ἀπὸ τὴ μνήμη τους. Ἔρημος ἀπὸ συγγενεῖς καὶ φί­λους, πλησίαζε νὰ συμπληρώσῃ 40 χρόνια θη­τείας στὸ βασίλειο τοῦ πόνου, καὶ καμμιά ἐλ­πίδα ἀπολύσεως δὲν φαινόταν. Ἕνας μόνο θὰ τὸν ἀπέλυε ὁριστικὰ ἀπὸ τὸν πόνο· ὁ θάνατος!
«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Ἀλλ᾿ ὦ παράλυτε τῆς Βηθεσδά, σκούπισε τὰ δάκρυά σου· ἔ­­φθασε ἡ ὥρα τῆς λυτρώσεώς σου. Ξέρεις ποιός εἶν᾽ αὐτὸς ὁ ἄγνωστος ποὺ στέκει ἐμπρός σου; Ἂν τὸν ἀναγνώριζες, θὰ σκιρτοῦσες ἀπὸ χα­ρὰ καὶ θὰ τοῦ ἔλεγες· —Κύριε, ἐσύ, ποὺ σὲ ζη­τῶ τὶς ἡμέρες καὶ τὶς νύχτες τῶν πόνων μου, τώρα εἶσαι ἐμπρός μου; Καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου θὰ ἔλεγε· —Παιδί μου! Ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι, οὔ­­τε κι αὐτοὶ ποὺ λέγονται εὐσεβεῖς, δὲν ἦρθαν κοντά σου, ἐγὼ ὁ Δημιουργός σου ἔγινα ἄν­θρωπος, γιὰ νὰ βρεθῶ καὶ σωματικὰ δίπλα σου. Ἀπὸ σήμερα μὴ παραπονιέσαι, ἔχεις Ἄν­θρωπο, ποὺ ἂν θέλῃς εἶνε ἕτοιμος νὰ σοῦ δώ­σῃ ὅ,τι δὲν μποροῦν νὰ σοῦ δώσουν, κι ἂν ἀ­κόμη ἔσπευδαν νὰ βοηθήσουν, ὅλα τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ὑγεία τοῦ σώματος εἶνε τὸ μικρότερο ποὺ δίνω· ἡ ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ γαλήνη τῆς συνειδήσεως, ἡ σύνδεσι μὲ τὸν οὐρανό, ἡ ἐλπίδα τῆς αἰωνίου ζωῆς, αὐτὰ εἶνε τὰ μεγάλα δωρήματά μου!

* * *


«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Ἀλλὰ ἡ φωνὴ αὐτὴ ἀκούγεται —ἀλλοίμονο— καὶ σήμερα ἀ­πὸ παντοῦ. Μία σύγχρονη Βηθεσδὰ προβάλλει πάλι, ὄχι μὲ πέντε ἀλλὰ μὲ μύριες στοὲς δυστυχούντων. Καὶ ποῦ δὲν ἀκούγεται ἡ φω­νὴ «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»; Κάνετε, ἀγαπητοί μου, μερικὲς ἐπισκέψεις ὅπως ὁ Κύριος στὰ ὑπόστεγα τῆς Βηθεσδά, καὶ θὰ τὴν ἀκούσετε. Ἐπισκεφθῆτε τὴ μαυροφορεμένη γυναῖ­κα καὶ μητέρα ποὺ μοιάζει μὲ τὴν Παναγία, ἐ­πισκεφθῆτε τὶς οἰκογένειες τῶν δυστυχούν­των καὶ τῶν πενθούντων, ἐπισκεφθῆτε τὰ νοσοκομεῖα, ἐπισκεφθῆτε τὶς φυλακές…
«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Ὦ σεῖς, ποὺ κάθε βράδυ πλημμυρίζετε τὰ κέντρα διασκεδάσεων καὶ πίνετε καὶ παίζετε καὶ μεθᾶτε καὶ ὀργιάζετε καὶ μέσα σὲ λίγες ὧρες καῖτε ποσὰ ἀμύθητα, σταθῆτε μιὰ στιγμὴ νὰ σᾶς ρωτήσω· Εἶστε ἄνθρωποι μὲ καρδιά, εἶστε Χριστιανοὶ μὲ πίστι; Ποῦ ζῆτε; Καὶ ἂν ἀκόμη κατοικούσατε μακριὰ καὶ δὲν βλέπατε ἀλλ᾿ ἀκούγατε μόνο τὸ δρᾶμα τῶν ἀδελφῶν σας, θά ᾽πρεπε νὰ σταματήσετε τὴ διασκέδασι, νὰ κρεμάσετε τὰ ὄργανα καὶ νὰ πῆτε μεταξύ σας· Ἐκεῖ ὁ κόσμος καίγεται, ἐμεῖς ἐδῶ γλεντᾶμε; θὰ εἴμαστε ἀνάξιοι νὰ λεγώμαστε Χριστιανοί, ἂν δὲν συντονίσουμε τὴ ζωή μας μὲ τὴ ζωὴ τοῦ ἀ­δελφοῦ μας ποὺ πάσχει… Εἶνε ἐξοργιστικὴ πρόκλησι ἡ ἀμέριμνη καὶ σκανδαλώδης διασκέδασι τῶν ἄλλων. Γι᾽ αὐτοὺς ταιριάζει νὰ ἐ­παναλάβουμε τὸ γνωστό· Ἀλλοίμονο σ᾽ ἐκείνους ποὺ γελοῦν ὅταν οἱ ἄλλοι κλαῖνε!
Ὁ πόνος τῆς ἐγκαταλείψεως καὶ τῆς ἐρημί­ας ἐκφράζεται ζωηρὰ στὰ μάτια τῶν ὀρφανῶν παιδιῶν. Καὶ βασίλισσα ἀκόμη νὰ τὰ πάρῃ στὰ γόνατά της καὶ νὰ τὰ χαϊδέψῃ, δὲν παρηγοροῦν­ται· ζητοῦν τὴ μητέρα τους.
«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Ἰδιαιτέρως στὶς μέρες μας ἡ φωνὴ αὐτὴ ἀκούγεται ἀπὸ πολλοὺς νέους ποὺ εἶνε θύματα τοῦ κλονισμοῦ τοῦ γάμου καὶ τῆς διαλύσεως τῆς οἰκογενείας. Στεροῦνται τὴ θαλπωρὴ καὶ τὴ φροντίδα τοῦ οἰκογενειακοῦ περιβάλλοντος. Ἀλλὰ νὰ τὸ ξέ­ρουμε· αὐτὸ ποὺ ζοῦν εἶνε κάτι τρομερό, αὐ­τὸ ἐκκολάπτει τοὺς μεγάλους αὐριανοὺς ἐγ­κληματίες. Τὸ ἀδύνατο αὐτὸ παιδί, ποὺ ἐγκαταλελειμμένο περιφέρεται σὰ σπουργίτης στοὺς δρόμους καὶ βλέπει ἀπέναντί του μιὰ κοινωνία νὰ ὀργιάζῃ καὶ ν᾽ ἀδιαφορῇ γιὰ τὸ μέλλον του, θὰ μεγαλώσῃ μὲ μῖσος ἐναντίον της, γιατὶ τοῦ φέρθηκε ἀπάνθρωπα, σὰν μητρυιά, στὰ πιὸ τρυφερά του χρόνια, καὶ θὰ γίνῃ εὔ­κολη λεία ἐκμεταλλευτῶν. Ἀπὸ τέτοιους νέους καὶ παιδιὰ ἁλιεύει ὁ Ἑωσ­φόρος τρομεροὺς συνεργάτες του, Ἰοῦδες τῆς θρησκείας καὶ Ἐφιάλτες τῆς πατρίδος. Ἐκεῖνοι ποὺ διέπραξαν τὰ στυγερώτερα ἐγκλήματα ἦταν ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖστον παιδιὰ διαλυμένων οἰκογενει­ῶν, ψυχὲς ποὺ ἔμειναν χωρὶς παρακολούθησι· δὲν εἶχαν κανένα νὰ τοὺς πονέσῃ, νὰ τοὺς συμβουλέψῃ, νὰ τοὺς βοηθήσῃ. Γι᾽ αὐτοὺς χρειάζονται οἱ Μυριὴλ τοῦ Οὑγκώ.
Γι᾽ αὐτὸ ὅσοι διαθέτουν τὰ μέσα ἔχουν τερά­στιες εὐθῦνες· ἂς σπεύσουν ὅσο ὑπάρχει και­ρὸς ὅπου ἀκούγεται πόνος καὶ ἂς κάνουν σύν­θημα τῆς ζωῆς τὸ ὡραῖο πρόγραμμα τοῦ Ἰώβ· «Ὑπῆρξα», λέει, «μάτι γιὰ τυφλούς, πόδι γιὰ κουτσούς, πατέρας γιὰ ὀρφανούς, καὶ διέσωσα φτωχὸ ἀπ᾽ τὰ χέρια τυράννου» (βλ. Ἰὼβ 29,15-16).

* * *


Ἀγαπητοί μου! Ἂς ἐντυπώσουμε μέσα μας τὸ δίδαγμα ἀπὸ τὴ φράσι «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» καὶ ἂς τρέξουμε ὅπου ὑπάρχει ἀνάγ­­κη βοηθείας, πνευματικῆς καὶ ὑλικῆς. Δὲν ὑ­πάρχει ἄνθρωπος, ὅσο φτωχὸς κι ἂν εἶνε, ποὺ νὰ μὴ μπορῇ νὰ προσφέρῃ κάτι σ᾽ ἕνα συν­άνθρωπό του. Καὶ λίγες ἀκόμη λέξεις, ὅ­ταν βγαίνουν ἀπὸ καρδιὰ ποὺ ἀγαπᾷ τὸν πλησίον, στάθησαν πολλὲς φορὲς ἱκανὲς νὰ συγ­κρατήσουν ἀπὸ τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου ψυ­χὲς ποὺ εἶχαν ἀπελπιστῆ.
Ἂν πάλι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι βρισκώμαστε σὲ πόνο καὶ μένουμε ἔρημοι κ᾽ ἐγκαταλελειμμένοι κι ἀπὸ τὰ χείλη μας εἶνε ἕτοιμο νὰ βγῇ τὸ παράπονο «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», ἂς φανοῦμε γενναῖοι. Δὲν εἴμαστε μόνοι. Ποιός τὸ εἶπε; Ἂς στρέψουμε τὸ βλέμμα στὸν Ἐσταυρωμένο, τὸν Βασιλέα τοῦ πόνου καὶ τῆς ὀδύνης, καὶ ἂς ποῦμε τὴ μυστικὴ προσευχή·
Κύριε! Ὁ σταυρός σου μὲ γεμίζει θάρρος καὶ χαρά. Κι ἂν ὅλοι μ᾿ ἐγκαταλείψουν, κι αὐτὴ ἀ­κόμη ἡ μητέρα ποὺ μὲ γέννησε, ἀρκεῖ ἐσὺ νὰ μὴ μ᾿ ἐγκαταλείψῃς. Καὶ «ἐν μέσῳ σκιᾶς θανά­του ἐὰν πορευθῶ» (Ψαλμ. 22,4), δὲν θὰ αἰσθανθῶ τὴ μόνωσι καὶ τὴν ἐγκατάλειψι. Διότι ἐσύ, Κύριε, τὸ εἶπες καὶ ὁ λόγος σου εἶνε ἀληθινός· «Ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28,20)· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
῾Ραδιοφωνικὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία μετεδόθη ἀπὸ τὸν Σταθμὸ Λαρίσσης τὴν 30-4-1950.

Και βρίσκεται στο βιβλίο «Ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου Φωτός», Βόλος 1950, σ. 216κ.ἑ.