Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΟΒΙΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΟΒΙΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΓΙΓΑΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Του αρχιμ. ᾿Αρσένιου Κομπούγια»

Π. Αυγουστινος

«῾Εκατὸν χρόνων συμπληρώνει ὁ τελευταῖος θαρραλέος Μητροπολίτης, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἄλλος, εἶναι ὁ ξακουστὸς πανελληνίως πρ. Φλωρίνης Αὐγουστῖνος, ὁ νέος Χρυσόστομος, ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἱεροκῆρυξ εἰς πολλὰ μέρη τῆς ῾Ελλάδος, ἐν συνεχείᾳ ἱεροκῆρυξ ᾿Αθηνῶν, καὶ τέλος ὡς ἐκ θαύματος μητροπολίτης Φλωρίνης κ.λ..
῾Η γνωριμία μου μὲ αὐτὸν τὸν πρωτότυπον ἱεροκήρυκα ἔγινε ὅταν ἤμουν 21 ἐτῶν, τὸ ἔτος 1939-40, ποὺ ὑπηρετοῦσα στρατιώτης τσολιᾶς εἰς τὸ Εὐζωνικὸν Σύνταγμα Μεσολογγίου καὶ αὐτὸς ἦτο πρωτοσύγκελλος εἰς τὴν Μητρόπολιν εἰς Μεσολόγγιον. ῾Υπηρετοῦσα τότε μαζὶ μὲ τὸν ἐκ Ναυπάκτου ᾿Ηλίαν Νικολάου, μετέπειτα Μητροπολίτην ᾿Ελευθερουπόλεως ᾿Αμβρόσιον. Μὲ τὸν ᾿Ηλίαν παρακολουθούσαμε τὸν π. Αὐγουστῖνον τακτικῶς στὰ ἀπογευματινὰ πύρινα κηρύγματά του εἰς τὸν ῾Ι. Ναὸν τῆς ῾Αγ. Παρασκευῆς – Μεσολογγίου. Συχνὰ τὸν ἐπισκεπτόμεθα εἰς τὸ γραφεῖον του καὶ μᾶς ἐδέχετο μὲ πολλὴν χαράν. Τότε Μητροπολίτης Αἰτωλοακαρνανίας ἦτο ὁ πρ. Παροναξίας ῾Ιερόθεος.
Κάποτε, εἰς μίαν μας ἐπίσκεψιν εἰς τὸ γραφεῖον του, ὁ π. Αὐγουστῖνος μᾶς εἶπε·
—Καλῶς τοὺς τσολιᾶδες τοὺς λεβέντες. Τὸν ᾿Ηλίαν (=᾿Αμβρόσιον) σὰ νὰ τὸν βλέπω Μητροπολίτην· τὸν ᾿Αντώνιον (=ἐμέ) σὰ νὰ τὸν βλέπω ἀσκητήν, νὰ προσεύχεται καὶ διὰ ἐμένα, ἀφοῦ ἦτο καὶ δόκιμος στὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου τὴν Πάρον, στὴν Μονὴν Λογγοβάρδας μὲ τὸν ἅγιον γέροντα π. Φιλόθεον Ζερβάκον.
῞Οπως αὐτὸς τὰ εἶπε, ἔτσι ἐξελίχθησαν. ᾿Εμένα, ποὺ ὑπηρετοῦσα ὡς διάκονος εἰς τὴν ᾿Αρχιεπισκοπὴν ᾿Αθηνῶν, στὴν Μεταμόρφωσιν τοῦ Σωτῆρος Πλάκας, τὸ ἔτος 1946 μὲ πῆρε μαζί του —κατόπιν σχετικῶν δυσκολιῶν ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῆς Μητροπόλεως Παροναξίας καὶ ἰδίως τοῦ Γέροντός μου π. Φιλοθέου— ὁ τότε πρωτοσύγκελλος ᾿Αθηνῶν [Χριστοφόρος,] ποὺ ἐν συνεχείᾳ ἔγινε Μητροπολίτης Ναυπακτίας, καὶ ἦλθον εἰς Ναύπακτον. Διωρίσθην δεύτερος ῾Ιεροκῆρυξ καὶ ἐγύρισα δύο ἔτη τὴν Ναυπακτίαν καὶ τὴν Εὐρυτανίαν, συγχρόνως μὲ τὸν ἄλλον, τὸν πρῶτον ῾Ιεροκήρυκα, τὸν π. Χαράλαμπον Δέδεν, ποὺ ἦτο καὶ αὐτὸς 52 ἐτῶν. Μὲ ὑποχρέωσαν τότε νὰ ὑπάγω εἰς Καρπενήσιον. ᾿Εγὼ δὲν ἐδέχθην, καὶ ὑπέστρεψα εἰς τὴν ᾿Αρχιεπισκοπὴν ᾿Αθηνῶν. ᾿Εκεῖ ὑπηρέτησα τρία χρόνια. Μετὰ ἐγύρισα πάλιν εἰς Ναύπακτον.
Τόσον στὴν ᾿Αρχιεπισκοπὴν ᾿Αθηνῶν ὅσον καὶ στὴν Ναύπακτον εἶχον μεγάλην φιλίαν καὶ συνεργασίαν μὲ τὸν π. Αὐγουστῖνον. ῎Ημουν παρὼν εἰς τὰς φλογεράς του ὁμιλίας μὲ ἀκροατὰς κόσμον ποὺ ἐγέμιζε καὶ ἔξω ὁ δρόμος. Μαζὶ σὲ διαφόρους ἀγῶνας ποὺ ἔκαμε, ὡς εἰς τὰ καλλιστεῖα. Μαζί του καὶ ἐγὼ εἰς ἐπιδρομὴν τὴν νύκτα στὸ Φάληρο, σὲ κέντρον ἐξοχικόν· ἀλλὰ μᾶς ἔπιασε ἡ φρουρὰ ἀστυνομικῶν καὶ μᾶς ἔκλεισαν μέσα στὸ τμῆμα· ξημερώνοντας Κυριακή, μᾶς ἄφησαν ἐλευθέρους…..
Μὲ πολὺν σεβασμὸν εἰς τὸ ἅγιον καὶ τίμιον πρόσωπόν του.
᾿Αρχιμ. ᾿Αρσένιος Κομπούγιας»