Σάββατο, 15 Αυγούστου 2015

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΑΝΤΙΛΗΨΙ

Σκεπη του κόσμου ist

ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, μὲ ἰδιαιτέρα συγκίνησι ἔρχομαι ν᾿ ἀποδώσω εὐχαριστία στὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, τὴν ὁποία σέβομαι καὶ ἀγαπῶ ἀπὸ τὴν παιδική μου ἡλικία. Διότι εἶμαι ἀπὸ ἕνα νησὶ τοῦ Αἰγαίου, ἀπὸ τὴν Πάρο, ὅπου, ὕστερα ἀπὸ τὴν Τῆνο, ἡ Θεοτόκος τιμᾶται ὅλως ἰδιαιτέρως καὶ ἔχει εἰκόνα ἱστορική, τῆς Παναγίας τῆς Ἑκατονταπυλιανῆς.
Τί νὰ ποῦμε; Νὰ ὑμνήσουμε τὴν Παναγία; Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μᾶς. Τὴν ὕμνησαν ἄγγελοι, ὑμνογράφοι, πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τί νὰ προσθέσουμε ἐμεῖς; Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀκολουθία χωρὶς κήρυγμα, ἂν θέλουμε νὰ ἔχουμε ἐκκλησία ζῶσα, θὰ τολμήσω νὰ πῶ λίγες λέξεις πρὸς τιμήν της.
Θ᾿ ἀπαντήσω στὸ ἐρώτημα· τί εἶνε ἡ Παναγία; Αὐτὸ σχετίζεται μὲ ἕνα ἄλλο θεμελιῶδες ἐρώτημα, ποὺ ἔθεσε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάς του· «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;» (Ματθ. 16,13), τί ἰδέα ἔχουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ μένα; Διότι ἡ ἰδέα ποὺ ἔχει κανεὶς γιὰ τὴν Παναγία εἶνε σχετικὴ μὲ τὴν ἰδέα ποὺ ἔχει γιὰ τὸ Χριστό. Μεγάλα φρονεῖς γιὰ τὸ Χριστό; μεγάλα θὰ φρονῇς καὶ γιὰ τὴν Παναγία· μικρὴ ἰδέα ἔχεις γιὰ τὸ Χριστό; μικρὴ θὰ ἔχῃς καὶ γιὰ τὴν Παναγία. Ἀντανάκλασις τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἡ Θεοτόκος. Τί εἶνε λοιπὸν ἡ Παναγία;

* * *

Ἐὰν ρωτήσουμε τοὺς ἀπίστους, θ᾿ ἀκούσουμε ἀπ᾿ αὐτοὺς τὶς πιὸ ἀσεβεῖς ἀπόψεις, εἰρωνεῖες καὶ χλευασμούς. Θεωροῦν τὴν Παναγία σὰ᾿ μιὰ γυναῖκα τοῦ κόσμου. Ἕνας μάλιστα βύθισε τὴν πέννα του σὲ δηλητήριο κόμπρας καὶ ἔγραψε φρικτὰ γιὰ τὸ πρόσωπό της, ποὺ μόνο Ἑβραῖοι τά ᾿λεγαν ὅπως διαβάζουμε στὶς διδαχὲς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ· κι αὐτὸς δυστυχῶς εἶνε Ἕλληνας – ἀποφεύγω νὰ πῶ τ᾿ ὄνομά του. Ἔτσι ἀπαντοῦν οἱ ἀσεβεῖς στὸ ἐρώτημα, τί εἶνε ἡ Παναγία· μιὰ κοινὴ γυναίκα.
Ἀφήνω τοὺς ἀσεβεῖς. «Ἄλαλα» ἂς μείνουν «τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων τὴν εἰκόνα (της) τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀποστόλου Λουκᾶ». Ἂς ρωτήσουμε τώρα τοὺς Χριστιανούς. Δυστυχῶς οἱ λεγόμενοι Χριστιανοὶ δὲν εἶνε ἑνωμένοι καὶ σύμφωνοι. Τὰ δύο τρίτα τῶν Χριστιανῶν ἔφυγαν ἀπὸ τὴν ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, καὶ ἀνήκουν σὲ διάφορες αἱρέσεις, μακριὰ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία μας. Ἕνα μέρος ἀπ᾿ αὐτοὺς εἶνε οἱ διαμαρτυρόμενοι ἢ προτεστάντες. Αὐτοί, ἂν τοὺς ρωτήσῃς, δὲν ὑβρίζουν μὲν χυδαῖα τὴν Παναγία ὅπως οἱ ἄθεοι, τὴν ὑποβιβάζουν ὅμως· τὴν θεωροῦν ὡς μία ἀπὸ τὶς συνηθισμένες γυναῖκες. Τὴν ὑποτιμοῦν· δὲν ἔχουν ἑορτές της, ἀποφεύγουν κάθε ἔκφρασι τιμῆς καὶ σεβασμοῦ πρὸς αὐτήν.
Οἱ ἄπιστοι ὑβρίζουν καὶ χλευάζουν, οἱ προτεστάντες ὑποτιμοῦν τὸ πρόσωπο τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Οἱ φράγκοι πάλι, ποὺ ἔχουν ἀρχηγὸ τὸν πάπα, αὐτοὶ πηγαίνουν στὸ ἄλλο ἄκρο· μιλοῦν μὲ ὑπερβολικὰ λόγια γιὰ τὴν Παναγία, τὴ θεοποιοῦν, τῆς φτειάχνουν ἀγάλματα. Τί λένε αὐτοί; (εἶνε θεολογικὸ τὸ θέμα καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀναπτύξουμε τὴ στιγμὴ αὐτή). Λένε, ὅτι ἡ Παναγία δὲν εἶχε τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ὅτι γεννήθηκε χωρὶς προπατορικὸ ἁμάρτημα. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἀληθεύει. Διότι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι τῆς συντελείας, γεννῶνται μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Ἐμεῖς παραδεχόμεθα, ὅτι ἡ Παναγία ἔφερε καὶ αὐτὴ ὅταν γεννήθηκε τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ἀλλ᾿ ἐκαθαρίσθη ἀπὸ τὸν ῥύπο του διὰ ἰδιαιτέρου βαπτίσματος, τοῦ ἁγίου Πνεύματος, μὲ τὸν Εὐαγγελισμό.
Ρωτήσαμε τοὺς ἀπίστους, ρωτήσαμε τοὺς αἱρετικοὺς προτεστάντας καὶ παπικούς· ποιόν ἄλλον νὰ ρωτήσουμε τώρα; Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὴν πιὸ καθαρὰ ἰδέα γιὰ τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο ―καὶ τὴν ἔχει διότι εἶνε ὄχι ἄνθρωπος ἀλλὰ ἄγγελος – ἀρχάγγελος, παρίσταται στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ βλέπει μὲ τὶς διόπτρες τῆς καθαρᾶς διανοίας του πρόσωπα καὶ πράγματα― εἶνε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ. Τολμοῦμε λοιπὸν νὰ τὸν ρωτήσουμε, ἀφοῦ κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ τὴν ἐπεσκέφθη καὶ τὴν προσεφώνησε. «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τὸ Χαῖρε», λέει ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος, κατέβηκε στὴ γῆ ἀπὸ τὶς ἁψῖδες τοῦ οὐρανοῦ. Τί λέει λοιπὸν γιὰ τὴν Παναγία ὁ ἀρχιστράτηγος Γαβριήλ; «Χαῖρε, κεχαριτωμένη» (Λουκ. 1,28), τῆς εἶπε. Τί θὰ πῇ «κεχαριτωμένη»; Καὶ μόνο αὐτὴ ἡ ὀνομασία φτάνει. «Κεχαριτωμένη» θὰ πῇ γεμάτη χάρι. Ὡραῖα τὰ ἄνθη, ὡραῖος ὁ ἥλιος, ὡραῖα τὰ ἄστρα, ὅλα ὡραῖα· μικρὰ ὅμως καὶ ἀσήμαντα μπροστὰ στὴ χάρι τῆς Θεοτόκου. «Ἦ χαρίεν ἔστ᾿ ἄνθρωπος, ἂν ἄνθρωπος ᾖ», ἔλεγαν οἱ πρόγονοί μας (Μένανδρος). Πόσο ὡραῖο πρᾶγμα εἶνε ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος· ὄχι μόνο στὴν ἐξωτερικὴ μορφή (αὐτὸ εἶνε ἀσήμαντο), ἀλλὰ στὸν ψυχικὸ κόσμο! Ἦταν γεμάτη ὑπομονή, ἀγάπη, ταπείνωσι.
Ἡ Παναγία εἶνε ὑπεράνω ἁγίων, ὑπεράνω προφητῶν, ὑπεράνω ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, ὑπεράνω ὅλου τοῦ κόσμου. Δὲν εἶνε ὅμως Θεός. Ἰδού τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα. Ἐμεῖς δὲν θεοποιήσαμε τὴν Παναγία, ὅπως οἱ εἰδωλολάτρες ποὺ πῆραν μερικὲς γυναῖκες καὶ τὶς ἔκαναν θεές (Ἀθηνᾶ, Ἄρτεμις κ.λπ.). Ὄχι. Δὲν θεοποιοῦμε ἕναν ἄνθρωπο. Ἡ δια ἡ Παναγία ὁμιλεῖ μὲ ταπείνωσι καὶ λέει· «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» (Λουκ. 1,38).
Δούλη τοῦ Κυρίου. Πλάσμα μεγάλο, ἔξοχο, ὑπέροχο ἡ Παναγία. Μέσ᾿ στὰ δισεκατομμύρια τῶν γυναικῶν μία μόνο, αὐτή, βρέθηκε ἀξία νὰ γεννήσῃ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Θεό. Γι᾿ αὐτὸ οἱ ὀρθόδοξοι δὲν τὴν ὀνομάζουμε «Χριστοτόκον», ὅπως τὴν ἔλεγε ὁ Νεστόριος ποὺ κατεδικάσθη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὴν Τρίτη (Γ΄) Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἐμεῖς, σύμφωνα μὲ τὸ ὀρθόδοξο δόγμα, τὴν ὀνομάζουμε «Θεοτόκον». Ὁμολογοῦμε δηλαδή, ὅτι γέννησε τὸ Θεό, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἀπὸ τὰ πάναγνα αἵματα τῆς ἱερᾶς της σαρκός.
Ὡς μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡ Παναγία ἔχει παρρησία στὸ θρόνο του. Ἂν εἶνε ἀλήθεια ὅτι «πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη» (Ἰακ. 5,16), ἂν ἔχῃ δύναμι ἡ δέησις ἑνὸς ἁγίου, πόσο περισσότερο ἡ δέησις τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς γλυκειᾶς μητρὸς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ; «Πολλὰ ἰσχύει δέησις Μητρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου» (Ὡρολ., Μ. ἀπόδ.). Δέεται, ἱκετεύει, μεσιτεύει.
Μόλις ὅμως οἱ χιλιασταὶ καὶ ἄλλοι αἱρετικοὶ ἀκοῦνε ὅτι ἡ Παναγία μεσιτεύει, ἀμέσως μᾶς λένε· Μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων μόνο «εἷς μεσίτης» (Α΄ Τιμ. 2,5) ὑπάρχει, ὁ Χριστός. Ναί· τὸ παραδεχόμεθα αὐτό. Ἀλλ᾿ ἡ μεσιτεία τοῦ Χριστοῦ, ἡ μοναδικὴ καὶ ἀπόλυτος, δὲν ἀποκλείει ὅτι καὶ ἄλλα πρόσωπα ποὺ ἔζησαν κατὰ Χριστὸν καὶ εὐαρέστησαν σ᾿ αὐτὸν ἔχουν κι αὐτά, σὲ σχετικὸ βαθμό, δύναμι νὰ μεσιτεύουν· ἀντανακλοῦν μέρος ἐκείνης τῆς χάριτος, τῆς μεσιτείας τοῦ Χριστοῦ στὸν Πατέρα. Ὅπως τὸ φῶς τῆς σελήνης εἶνε ἀντανάκλασις τοῦ ἡλίου, ἔτσι καὶ στὴν πάναγνο Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἀντανακλᾶται μέρος ἀπὸ ἐκείνη τὴ μεσιτεία τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἔχει καὶ αὐτὴ τὸν λόγο της. Κι ὅτι αὐτὸ δὲν εἶνε ψέμα ὑπάρχουν μαρτυρίες.
Ἐκεῖ στὰ νησιά μας, ἀπ᾿ ὅπου κατάγομαι, πολλοὶ εἶνε ναυτικοὶ καὶ ταξιδεύουν στὰ πέρατα τῆς γῆς μὲ κίνδυνο. Ὅταν γέροντες πλέον ἐπέστρεφαν στὸ χωριό, ἐμεῖς τὰ μικρὰ παιδιὰ ἀκούγαμε τὰ διηγήματά τους κι ἀνατριχιάζαμε. Μᾶς ἔλεγαν, ὅτι μέσ᾿ στὸν Ἀτλαντικὸ ὠκεανὸ τορπιλλίσθηκε τὸ πλοῖο τους καὶ πέσανε μέσα στὰ ἄγρια κύματα μὲ τὴν κραυγὴ «Παναγία, σῶσε μας!», καὶ σώθηκαν· καὶ ὁμολογοῦν τὴ σωτηρία τους. Καὶ μόνο αὐτοί; Μυριάδες ἄνθρωποι ὁμολογοῦν τὰ θαύματα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου· τὰ ὁποῖα θαύματα κάνει ὄχι μὲ δική της δύναμι ἀλλὰ ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου εἶνε ἡ πιστὴ δούλη.

* * *

Ἔδωσα, ἀγαπητοί μου, μιὰ ἀπάντησι στὸ τί εἶνε ἡ Παναγία. Γιὰ τοὺς ἀθέους; κοινὴ γυναίκα. Γιὰ τοὺς προτεστάντες; ἁπλὸς ἄνθρωπος. Γιὰ τοὺς παπικούς; θεά. Ἐμεῖς δὲ οἱ ὀρθόδοξοι τέμνουμε τὴ χρυσῆ γραμμὴ καὶ λέμε, ὅτι εἶνε μὲν ἄνθρωπος ὅπως ἐμεῖς, ἀλλὰ ἄνθρωπος ποὺ ἁγνίσθηκε στὸ πῦρ τοῦ προσωπικοῦ ἀγῶνος καὶ τῆς ἀσκήσεως, καὶ ἔγινε ἀξία τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ποὺ τὴν χαρίτωσε νὰ γίνῃ «ὑψηλοτέρα τῶν οὐρανῶν». Ἐμεῖς τὴν ὀνομάζουμε Θεοτόκον. Καὶ τὴν προσκυνοῦμε ὄχι ὡς Θεὸ ἀλλὰ ὡς ἐξαγιασμένη καὶ κεχαριτωμένη ὕπαρξι ἐν Πνεύματι ἁγίῳ.
Ὀρθὴ εἶνε ἡ πίστι μας γιὰ τὴν Παναγία. Δὲν εἶνε ὅμως πάντοτε ὀρθὴ ἡ στάσι μας ἀπέναντί της. Ἐνῷ οἱ ὀρθόδοξοι τὴν ἐπικαλούμεθα στὶς ἀνάγκες μας, ὡρισμένοι ἀνοίγουν τὸ βρωμερό τους στόμα καὶ τὴν ὑβρίζουν. Ποῦ καταντήσαμε! Δὲν τὴν ὑβρίζουν τώρα Ἑβραῖοι, χιλιασταί, προτεστάντες ἢ ἄλλοι αἱρετικοί· τὴν ὑβρίζουν βαπτισμένοι ὀρθόδοξοι Χριστιανοί! Καὶ κανείς δὲν συγκινεῖται, οὔτε εἰσαγγελεὺς οὔτε ἀστυνόμος. Αὐτὸ πρέπει νὰ παύσῃ. Διαφορετικά, κάτι κακὸ θὰ συμβῇ.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. μονὴ Κοιμήσεως Θεοτόκου Κλαδορράχης – Φλωρίνης ἑσπέρας 14-8-1985)