Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

Αποκάλυψη του Ιωάννου Ομιλίες στο βιβλίο της Αποκάλυψης του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου από το μακαριστό γέροντα π. Αθανάσιο Μυτιληναίο. Ερμηνεία εις την Αποκάλυψη, 3η συνέχεια από τη 10η Ομιλία που έγινε στις 11&18-1-1981


ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ :ΑΓΩΝΑΣ Εφημερίδα Αγωνιζομένων Χριστιανών Λαρίσης Μαϊος  α.φ.216  2015-http://www.agonas.org/
Αποκαλυψη του Ιωαννου

Ομιλίες στο βιβλίο της Αποκάλυψης του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου από το μακαριστό γέροντα π. Αθανάσιο Μυτιληναίο.

Ερμηνεία εις την Αποκάλυψη, 3η συνέχεια από τη 10η Ομιλία που έγινε στις 11-1-1981



«Μισῶ τά ἔργα τῶν Νικολαϊτῶν». «πάντας θέλει σωθῆναι

καί εἰς ἐπίγνωσιν

ἀληθείας ἐλθεῖν» (Τιμ. β΄ 4)



Ὁ σκοπός τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι νά καταστρέψουμε τήν σάρκα. Ὅταν σοῦ λέγῃ νά νηστέψῃς, νά ἐγκρατευτῇς, ἀκόμα καί νά ἀγρυπνήσῃς καί ὅ,τι ἄλλο, δέν σοῦ τά λέγει γιά νά καταστρέψῃς τήν σάρκα! Αὐτά δέν εἶναι σωματοκτόνα στοιχεῖα· εἶναι ἁπλῶς παθοκτόνα. Δέν νηστεύω, γιά νά καταστρέψω τήν σάρκα, σάν κάτι κακό. Αὐτό εἶναι γνωστικόν· εἶναι δυαρχικόν· εἶναι τῶν Γνωστικῶν αἵρεσις.
Ἀλλά αὐτοί παρερμηνεύουν καί λέγουν:
«Ἀφοῦ πρέπει ἐγώ νά καταστρέψω τήν σάρκα, γιά νά σώσω τό πνεῦμα, καί δέν δύναμαι νά τό ἐπιτύχω διά τῆς ἐγκρατείας –Αὐτό δεχόταν καί ὁ Πλάτων, ὁ ὁποῖος ἦτο Δυαρχικός. Ἀλλά καί ὅλα τά φιλοσοφικά συστήματα, μέχρι σήμερα, εἶναι δυαρχικά. Δέχονται τό «καλό» καί τό «κακό» σέ μιά πάλη ἀνάμεσά τους ἀέναη–, ἀκολουθῶ τήν ἄλλην ὁδό· ὄχι τοῦ νόμου, ἀλλά τῆς ἀντινομίας· καί λέγομαι «Ἀντινομιστής». Δηλαδή· θά διασκεδάζω, θά τρώγω, θά πίνω μέχρι σκασμοῦ! θά πορνεύω μέχρι σκασμοῦ! κι ἔτσι, θά καταστρέψω τήν σάρκα μου».
Ἡ ἀρχή τους ἦταν ἡ ἑξῆς: «Παραχρεῖσθαι τῇ σαρκί δεῖ»· ἔτσι ἔλεγαν! «Παραχρεῖσθαι» –νά γίνῃ παράχρησις, δηλαδή κατάχρησις–. «Δεῖ» –πρέπει–. «Πρέπει νά γίνῃ κατάχρησις τῆς σάρκας. Μέ τόν τρόπον αὐτόν, θά βρῶ τήν εὐτυχία· θά ἐλευθερωθῇ τό πνεῦμα μου»!
Θά μοῦ πῆτε: «Μά, αὐτά πού τότε πίστευαν ἦταν φοβερά πράγματα».
Γιατί, ἀγαπητοί μου, μόνον τότε; Ἐπαναλαμβάνονται καί στήν ἐποχή μας.
Τί εἶναι τό κίνημα τῶν «hippies»; Οἱ σημερινοί νέοι πῶς κινοῦνται μέ τά ναρκωτικά; Μήπως σήμερα δέν κυνηγοῦμε τήν εὐτυχία μας, τίς ἡδονές, τούς «παραδείσους», διά τῶν ναρκωτικῶν; Καί ἐπειδή δέν μποροῦμε νά βροῦμε τήν εὐτυχία μας, τόν «παράδεισο», διά τῆς ὁδοῦ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ –εἶναι δύσκολη ἡ ὁδός αὐτή!–, τόν βρίσκομε μέ ἄλλον τρόπο· ἀντινομικά· ἀντίθετα στόν νόμο τοῦ Θεοῦ. Πῶς; Μέ τά ναρκωτικά, μέ τίς διασκεδάσεις,... Καί σοῦ λέγει: «Βρίσκω τήν εὐτυχία μέ τόν τρόπον αὐτόν. Βέβαια, φθείρω τήν σάρκα μου, ἀλλά αὐτό δέν ἔχει καί τόση σημασία· ἀρκεῖ νά βρῶ τήν εὐτυχία μου»!…
Οἱ Νικολαΐται ὑπῆρχαν, ὑπάρχουν, καί θά ὑπάρχουν πάντοτε. Ἡ περίπτωσί τους δέν μπῆκε τυχαῖα μέσα στόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Οἱ Νικολαΐται ἔγιναν σύμβολον· ἔγιναν ρεῦμα· ἔγιναν ἰδέα. Καί ὁ Νικολαϊτισμός ὑπάρχει καί θά ὑπάρχῃ πάντοτε. Στήν ἐποχή μας ὁ Νικολαϊτισμός βρίσκεται στήν ἀποκορύφωσί του, καί δυστυχῶς βλέπομε τήν νεολαία μας κάτω ἀπό τά κηρύγματά του.
Θά μοῦ πεῖτε ὅτι αὐτά εἶναι ἀνύποπτα πράγματα γιά τούς πολλούς! Ἐγώ βέβαια σᾶς εἶπα τήν ἱστορία τοῦ Νικολαϊτισμοῦ. Σᾶς εἶπα ὅμως καί πῶς μιλάει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ὅμως εἶναι ἡ ἱστορία του. Θά ἐπανέλθουμε στούς Νικολαΐτας, ἐπειδή εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖο καί σοβαρό θέμα, ἀλλά μέ ἄλλο ὄνομα· μέ τό ὄνομα «Βαλααμῖται». Ἀλλά, γι’ αὐτούς, θά μιλήσῃ ὁ Χριστός σέ ἄλλη Ἐπιστολή Του. Ἐκεῖ θά ἰδοῦμε πάλι μερικά ἄλλα στοιχεῖα. Ἐδῶ, ἄς προσέξουμε τώρα δυό σημεῖα:
Τό πρῶτο εἶναι ὅτι ὁ Χριστός διακρίνει τά ἔργα τῶν Νικολαϊτῶν ἀπό τούς Νικολαΐτας. Καί τό δεύτερον εἶναι ὅτι ὁ Χριστός μισεῖ ὄχι τούς Νικολαΐτας, ἀλλά τά ἔργα τῶν Νικολαϊτῶν.
Ἔχομε λοιπόν ἐδῶ, μιά διάκρισι καί μία τοποθέτησι. Δηλαδή, διακρίνει τούς Νικολαΐτας ἀπό τά ἔργα τους καί παίρνει θέσιν μάχης ὄχι ἐναντίον τῶν Νικολαϊτῶν, ἀλλά ἐναντίον τῶν ἔργων τῶν Νικολαϊτῶν.
Ξέρετε τί σημαίνει αὐτό, ἀγαπητοί; Εἶναι κάτι τό πάρα πολύ μεγάλο καί πάρα πολύ σπουδαῖο· κάτι πού ἐμεῖς, πολλές φορές, δέν τό πετυχαίνουμε. Γιά νά τό κατανοήσωμε καλύτερα, σᾶς ἀναφέρω τό ἑξῆς παράδειγμα:
Κάποιος ἄνθρωπος ἔχει ἕνα μικρόβιο μέσα του, εἶναι ἄρρωστος, καί καλοῦμε τόν γιατρό. Ὁ γιατρός ἐννοεῖται πώς μπορεῖ νά διακρίνῆ τό μικρόβιον ἀπό τόν ἄρρωστο. Ἄλλο πράγμα εἶναι τό μικρόβιο καί ἄλλο ὁ ἄρρωστος· εἶναι δυό διαφορετικά πράγματα. Θά καταπολεμήσῃ τό μικρόβιο, ἀλλά θά σώσῃ τόν ἄρρωστο· τόν ἄνθρωπο. Ἄν ὅμως θεωρήσῃ ὅτι ἄνθρωπος καί μικρόβιον ταυτίζονται, εἶναι τό ἴδιο πράγμα, καί δέν τά διακρίνῃ, τότε δέν θά σκοτώσῃ τό μικρόβιο· θά σκοτώσῃ τόν ἄρρωστο!
Σᾶς φαίνεται παράξενο; Καί ὁ πιό ἄσχετος γιατρός, ἀγαπητοί μου, αὐτό τό πράγμα δέν θά τό ἔκανε, ἐπειδή ὑπάρχει σαφής διάκρισις μεταξύ τῆς ἀρρώστιας καί τοῦ ἀρρώστου.
Ἐν τούτοις –τό ἴδιο πράγμα εἶναι–, ἐμεῖς δέν διακρίνουμε τήν ἁμαρτία ἀπό τόν ἁμαρτωλό. Κι ὅταν ἰδοῦμε στόν ἄλλον ἄνθρωπο τήν ἁμαρτία, κατηγοροῦμε τόν ἁμαρτωλό. Δέν πλήττομε τήν ἁμαρτία· πλήττομε τόν ἁμαρτωλόν! Αὐτό τό λάθος κάνομε.
Σαφέστατα λοιπόν ἐδῶ, ὁ Χριστός λέγει: «Μισῶ τά ἔργα τῶν Νικολαϊτῶν». Γιατί; Διότι «πάντας θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (28).
Ἄν ἰδῶ ἕνα χασικλῆ, ἕναν τοξικομανῆ νέον, τί θά εἰπῶ; «Ὤχ, καημένε! Αὐτός εἶναι φόρτωμα τῆς κοινωνίας· ἄστε τον νά πεθάνῃ νά ἡσυχάσουμε!»; Ὄχι! Ἄλλο πράγμα εἶναι αὐτό πού κάνει καί ἄλλο πράγμα εἶναι αὐτό πού ὁ ἴδιος, ὡς πρόσωπο, εἶναι. Αὐτόν πρέπει νά τόν σώσω· πρέπει νά τόν βοηθήσω.
Βλέπετε λοιπόν ὅτι ὁ Κύριος, ἐδῶ, προβαίνει σ’ αὐτήν τήν διάκρισι, τήν ὁποίαν πρέπει νά κάνωμε καί ἐμεῖς; Ἀλλά καί κάτι ἀκόμα.
Ὁ Χριστός εἶπε: «Μισῶ τά ἔργα τῶν Νικολαϊτῶν».
Ἄς ἰδοῦμε ὅμως αὐτήν τήν φρασούλα.
Ποῦ εἶναι ἐκεῖνοι πού λέγουν καί διατείνονται ὅτι ἐν ὀνόματι μιᾶς ἐλευθερίας μποροῦν νά κάνουν ὅ,τι κάνουν;
Ξέχασα νά σᾶς πῶ, μοῦ διέφυγε, ὅτι οἱ Νικολαΐται ἐν ὀνόματι μιᾶς ἐλευθερίας ἐνήργουν ὡς ἐνήργουν. Καί σέ καμμιά ἄλλη ἐποχή, ὅσο στήν ἐποχή μας, δέν ἔχει παρανοηθῇ ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας· σέ καμμιά ἄλλη ἐποχή! Μάλιστα, ἐπάνω σ’ αὐτό τό σημεῖο θά εἶχα νά σᾶς πῶ τά ἑξῆς –ἐπανέρχομαι στό θέμα, μέ συγχωρεῖτε, ἔκανα μία παράληψι· πρέπει νά σᾶς πῶ μερικά πράγματα–:
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, εἰς τήν ἐποχή του, εἶχε παρατηρήσει ὅτι οἱ Νικολαΐται ἐκκολάπτοντο. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἀφιερώνει ὁλόκληρη τήν Β΄ Ἐπιστολή του, ὅπως καί ὁ ἀδελφόθεος Ἰούδας ὁλόκληρη τήν Ἐπιστολή του, στό θέμα «Νικολαΐται».
Διαβάζοντας τήν Β΄ Ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ὑποπτευθήκατε ὅτι ὑποννοεῖ τούς Νικολαΐτας; Δέν ἀναφέρει βέβαια τό ὄνομα «Νικολαΐται», ἀλλά ἀναφέρει τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον ζοῦσαν.
Σᾶς ἀναφέρω μερικά ἀπ’ αὐτά, ἔτσι, σάν ἕνα σταχυολόγημα.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, στήν «Α΄ πρός Κορινθίους» Ἐπιστολήν του, λέγει τό ἑξῆς:
«Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος» –Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἀλλά ὅλα δέν μέ συμφέρουν· ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἀλλά ἐγώ δέν πρέπει νά ἐξουσιασθῶ ἀπό τίποτα–. (29)
Αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχει ὑπ’ ὄψι του τούς Νικολαΐτας, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν: «Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται».
Τό θυμήθηκα αὐτό νά σᾶς τό πῶ, γιατί κάποιος νέος, πού τόν εἶχα συναντήσει σ’ ἕνα κατάστημα, κάτι τοῦ εἶπα, σέ μιά συζήτησι πού ἀνοίχθηκε, κι ἐκεῖνος –σάν νά τοῦ ἔπαιρνα τά δικαιώματά του, καί σάν νά τοῦ κατέστρεφα τό εἴδωλο τῆς ἐλευθερίας του!– μοῦ λέγει: «Γιατί;! Εἶμαι ἐλεύθερος νά κάνω ὅ,τι θέλω!». Καί τοῦ λέγω: «Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι εἶσαι ἐλεύθερος νά κάνῃς ὅ,τι θέλεις· ἀλλά δέν σέ συμφέρει νά κάνῃς ὅ,τι θέλεις».
Εἶμαι ἐλεύθερος, ἀγαπητοί μου, νά πιῶ ναρκωτικά. Ὅμως, μέ συμφέρει; Δέν μέ συμφέρει.
Παίρνω τό θέμα «ναρκωτικά», ἐπειδή εἶναι καί πολύ χαρακτηριστικό, ἀλλά καί ἐπειδή, νομίζω, ἔχουμε λίγη ὑγεία ἀκόμη μέσα μας, γιά ν’ ἀντιληφθοῦμε ὅτι τά ναρκωτικά εἶναι ὅντως φοβερό κακό! Τό λέγω αὐτό, γιατί ἐάν εἶχα ἀκροατήριο αὐτή τήν στιγμή κάποιους ἄλλους, ὄχι Ἕλληνες, καί μιλοῦσα γιά ναρκωτικά, δέν ξέρω ἐάν θά μέ ἤκουαν μέ φρίκη, ὅπως μ’ ἀκοῦτε ἐσεῖς αὐτή τήν στιγμή.
Ἔτσι, μᾶς ἐπιτρέπονται βεβαίως ὅλα· εἴμεθα ἐλεύθεροι γιά ὅλα· ἀλλά μέ συμφέρουν ὅλα;...
Καί τίθεται τό ἐρώτημα περί τῆς ἐννοίας τῆς ἐλευθερίας· τί ἀκριβῶς εἶναι ἐλευθερία. Καλά· ἔχω δικαίωμα νά κάνω τά πάντα· ὅμως μέ συμφέρει; Τί εἶναι λοιπόν «ἐλευθερία», αὐτό τό τόσο ὀξύ αὐτό θέμα τῆς νεολαίας;
Δέν ξέρω, ποῦ θά ’πρεπε ν’ ἀνεβῇ κανείς· σ’ αὐτόν τόν μιναρέ ἐκεῖ πάνω, πού εἶναι ἐδῶ στό μουσεῖο, δέν ξέρω, σ’ ἕνα ψηλό μέρος τῆς Λαρίσης καί νά φωνάξῃ στήν πόλι του ὁ κάθε ἕνας: «Νέοι, ἀκοῦστε! προσέξτε! Ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας δέν εἶναι ὅπως τήν ἐκλαμβάνετε καί ὅπως τήν εἰδωλοποιεῖτε»!...
Ποιός θ’ ἀκούσῃ, ὅμως; Ποιός;! Εἶναι τόσο φοβερά διαδεδομένη ἡ λατρεία τῆς ἐλευθερίας, ὥστε ὅ,τι καί νά πεῖτε, πού θά περιόριζε κάπως τό θέμα τῆς ἐλευθερίας, σᾶς κάνουν ἀμέσως ἐχθρόν. Ἀλλά, νά οἱ καρποί· νά τά ἀποτελέσματα!
Ἀλήθεια, ἅγιε τοῦ Θεοῦ, Παῦλε· «Πάντα μοι ἔξεστιν –εἶχες εἰπῇ–, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει» –Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἀλλά ὅλα δέν μέ συμφέρουν–. Μπορῶ νά κάνω ὅ,τι θέλω· νά ἐλευθεριάσω ἀκόμη καί στή σάρκα. Μέ συμφέρει, ὅμως;...
«Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται –συνεχίζει–, ἀλλά ἐγώ δέν θά ἐξουσιαστῶ ἀπό τίποτε· ἀπό τίποτα δέν θά ἐξουσιαστῶ! Θά εἶμαι κύριος τοῦ ἑαυτοῦ μου». Καί εὐθύς, παρακάτω, ὁμιλεῖ διά τά σαρκικά ἁμαρτήματα.
Προφανέστατα λοιπόν ἐδῶ, ὑπαινίσσεται τούς Νικολαΐτας.
Ἀλλά καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος λέγει τά ἑξῆς –σταχυολογῶ ἀπό τήν Β΄ Ἐπιστολή του–:
«…ὑπέρογκα ματαιότητος φθεγγόμενοι δελεάζουσιν ἐν ἐπιθυμίαις σαρκὸς ἀσελγείαις τοὺς ὅντως ἀποφυγόντας τοὺς ἐν πλάνῃ ἀναστρεφομένους, ἐλευθερίαν αὐτοῖς ἐπαγγελλόμενοι, αὐτοὶ δοῦλοι ὑπάρχοντες τῆς διαφθορᾶς».
«Λέγοντας πράγματα ὑπέρογκα, πράγματα μάταια, μεγάλα καί φουσκωμένα λόγια, δελεάζουν ἐκείνους πού θέλησαν νά ζήσουν μίαν ἁγνή ζωή, πού μόλις εἶχαν ξεφύγει ἀπό ἐκείνους πού ζοῦν μέσα στήν πλάνη. (Ἔρχονται καί τούς λένε μεγάλα λόγια, γιά νά τούς ἀνοίξουν τόν δρόμο στή «μεγάλη ζωή»... Αὐτά πού ζοῦμε στήν ἐποχή μας τόσο ἔντονα). Ὑπόσχονται σ’ αὐτούς ἐλευθερίαν· ἐλευθερία πάνω σέ σαρκικά θέματα («Κάνε ὅ,τι θέλεις, φάε ὅ,τι θέλεις, φτιάξε ὅ,τι θέλεις»!...). Ὅμως, αὐτοί πού ὑπόσχονται αὐτήν τήν ἐλευθερία, αὐτοί οἱ ἴδιοι εἶναι δοῦλοι τῆς φθορᾶς» (30). 
Βλέπετε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ὅτι τό θέμα τῶν Νικολαϊτῶν δέν εἶναι μόνο παλιό; εἶναι καί καινούργιο· καί θά εἶναι πάντοτε καινούργιο. Ἀλλά, γιά νά κλείσωμε τό θέμα αὐτό, ἄς προσέξουμε ἐδῶ καί κάτι ἀκόμα.
28΄ Τιμ. β΄ 4
29 Κορ. στ΄ 12
30 Β΄ Πέτρου β΄ 18
Αποκαλυψη του Ιωαννου

Ομιλίες στο βιβλίο της Αποκάλυψης του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου από το μακαριστό γέροντα π. Αθανάσιο Μυτιληναίο.

Ερμηνεία εις την Αποκάλυψη, 4η συνέχεια από τη 10η Ομιλία που έγινε στις 1111981 και1η συνεχεια από την 11η Ομιλία  18/1/1981
«Τῷ νικώντι δώσω αὐτῶ φαγεῖν ἐκ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς, ὅ ἐστιν ἐν τῷ παραδείσῳ τοῦ Θεοῦ μου».
(Ἀποκ. β΄ 7)
Πῶς πρέπει νά αἰσθανώμεθα μέ τούς ἁμαρτωλούς, τούς συγχρόνους νέους μας;
Θά πρέπει νά αἰσθανώμεθα ἕνα μῖσος γιά τίς καταστάσεις αὐτές. Μῖσος ὄχι γιά τούς ἁμαρτωλούς! γιά τήν ἁμαρτία. Ὁ Χριστός εἶπε: «Καί ἐγώ μισῶ τά ἔργα τῶν Νικολαϊτῶν». Ἄν ἄκουγαν αὐτή τήν φρασούλα ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι πού λέγουν ὅτι ὁ Χριστός μίλησε γιά τήν ἀγάπη, τί θά ἔλεγαν;...
Θά ἐνθυμεῖσθε, ἀγαπητοί μου, ἐκεῖνο τό ρεῦμα τῶν «hippies» –στήν Ἀμερική, κατά τήν δεκαετία τοῦ ’60–, πού μιλοῦσαν στόν δρόμο κι ἔλεγαν: «Ἀγαπᾶς τόν Χριστό; Ἀγαπᾶς τόν Χριστό; Ὁ Χριστός κάτι ἔχει νά πῇ γιά σένα»... καί ζοῦσαν σ’ ἐκεῖνα τά πανάθλια κοινόβια, ὅπου ἔπιναν ναρκωτικά, εἶχαν ἐρωτικές σχέσεις καί ἄλλα πολλά. Ὅπως καί τά «Παιδιά τοῦ Θεοῦ» –παρόμοιο ρεῦμα–. Ἔρχεται καί σᾶς λέγει τό «Παιδί τοῦ Θεοῦ»: «Ἀγαπᾶς τόν Χριστό;»... Καί ζοῦν σέ κοινόβια πολλῆς διαφθορᾶς! Αὐτά εἶναι ἀποδεδειγμένα· δέν τά λέγω ἐγώ. Βλέπετε;!
Αὐτούς, πρέπει νά τούς λυπηθοῦμε· ἀλλά θά μισήσωμε τά ἔργα τους.
Τό λέγω αὐτό, διότι δυστυχῶς ὑπάρχουν ἄνθρωποι –χριστιανοί μας! ἔχω ἀκούσει ἀνθρώπους, καί μάλιστα κάποτε καί ἐπίσημα χείλη–, πού ὑποστηρίζουν καί λέγουν: «Καί αὐτοί –οἱ hippies κλπ– κάτι ἔχουν νά ποῦν! Τό ρεῦμα αὐτό κάτι δείχνει· κάτι! Πρέπει νά τό προσέξουμε»!...
Ἀγαπητοί μου, τί ἔχουν νά ποῦν;... Ποιά ἀλήθεια νά μᾶς ποῦν;... Τί νά προσέξουμε;...
Ὑπάρχει ὁ κίνδυνος ἀμβλύνσεως τοῦ ἠθικοῦ αἰσθητηρίου! Ὅταν ἀρχίζουμε νά λέμε «Ἔ, ἄκου κι αὐτόν· κάτι ἔχει νά πῇ· κάτι λέγει», τότε ἀμβλύνεται τό ἠθικόν μας αἰσθητήριον. Καί τότε, ἀγαπητοί μου, τί γίνεται;...
Καί ἄν ἐμφανισθῇ κάποιος σήμερα καί πῇ ὅτι μισεῖ τίς καταστάσεις αὐτές, οἱ ἄλλοι θά τόν ἀποκαλέσουν ἄνθρωπο μίσους!... Καί ὅμως· ὁ Χριστός εἶπε: «Μισῶ τά ἔργα τῶν Νικολαϊτῶν»!
 «Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις» –Αὐτός πού ἔχει αὐτί ἄς ἀκούσῃ τί λέγει τό Πνεῦμα τό Ἅγιον στίς Ἐκκλησίες–. (31)
Γιατί λέγει «ταῖς ἐκκλησίαις» καί δέν λέγει «τῇ ἐκκλησίᾳ τῆς Ἐφέσου»;
Αὐτό δείχνει, ἀγαπητοί μου, ὅτι οἱ Ἐπιστολές αὐτές ἔχουν βεβαίως προσωπικόν χαρακτήρα καί ἀποτείνονται στίς συγκεκριμένες Ἐκκλησίες. Ταυτοχρόνως ὅμως περιέχουν στοιχεῖα πού ἀφοροῦν καί ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία, δηλαδή ὅλες τίς τοπικές Ἐκκλησίες. Καί μᾶς ἐφιστᾷ τήν προσοχήν, λέγοντας ὅτι «Ὅποιος ἔχει πνευματικά αὐτιά, ἄς προσέξῃ τί λέγει τό Πνεῦμα, δηλαδή τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό Ὁποῖον ἀνοίγει τά πνευματικά αὐτιά».
Λέγει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Καισαρείας τό ἑξῆς:
«Σαρκικόν μὲν οὖς πᾶς ἄνθρωπος, πνευματικόν δὲ ὁ πνευματικός μόνος κέκτηται» –Σαρκικά αὐτιά ἔχουμε ὅλοι· πνευματικά αὐτιά ὅμως μόνον οἱ πνευματικοί ἄνθρωποι ἔχουν–.
Εἴθε ὁ Θεός, ἀγαπητοί μου, νά δώσῃ νά ἀποκτήσωμε αὐτά τά πνευματικά αὐτιά. Καί ἀπό τήν στιγμή πού θά ἀρχίσωμε νά ἀποκτοῦμε αὐτιά πνευματικά, τότε θά μποροῦμε νά ζυγίζωμε ὅλα τά ρεύματα καί τά γεγονότα καί τίς καταστάσεις τῆς ἐποχῆς μας, νά τά διακρίνωμε καί νά λέμε: «Αὐτό εἶναι ἐπικίνδυνο. Ἐκεῖνο κατατάσσεται σ’ ἐκείνη τήν κατηγορία» κλπ.
Καί μέ τόν τρόπον αὐτόν, ἔχοντες αὐτό τό πνεῦμα τῆς διακρίσεως, πού εἶναι ἕνα ἀπό τά πιό μεγάλα δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά μποροῦμε νά σταθοῦμε ἑδραῖοι στήν ἐποχή μας. Καί εἶναι τόσο μεγάλη ἀνάγκη νά σταθοῦμε ὄρθιοι εἰς τήν φθοροποιόν ἐποχή μας!

11η Ομιλία
Τελειώνει ἡ Ἐπιστολή τοῦ Κυρίου πρός τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἐφέσου, μέ ἕνα σχεδόν γενικό χαρακτηριστικό γιά κάθε Ἐπιστολή.
«Τῷ νικώντι δώσω αὐτῶ φαγεῖν ἐκ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς, ὅ ἐστιν ἐν τῷ παραδείσῳ τοῦ Θεοῦ μου».
«Εἰς ἐκεῖνον πού θά νικήσῃ θά τοῦ δώσω νά φάγῃ ἀπό τό ξύλον τῆς ζωῆς, πού εἶναι μέσα εἰς τόν παράδεισον τοῦ Θεοῦ μου» λέγει ὁ Χριστός (1).
Σᾶς εἶπα, ὅτι αὐτή ἡ φράσις ἐπαναλαμβάνεται ὡς ἐπῳδός στό τέλος κάθε Ἐπιστολῆς, μέ κάποιες μικρές παραλλαγές, ἀνάλογα μέ τά χαρακτηριστικά τῶν παραληπτῶν. Δίδεται ἡ ὑπόσχεσις εἰς ἐκεῖνον πού θά νικήσῃ εἰς τόν ἀγώνα ἐναντίον τοῦ Σατανᾶ, ὅτι θά γευθῇ τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
Ἐγγύησις δέ αὐτῆς τῆς νίκης εἶναι ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ καί ἡ πίστις μας εἰς Ἐκεῖνον.
Ἡ γεῦσις τοῦ «ξύλου τῆς ζωῆς», τήν ὁποίαν ὁ Κύριος ὑπόσχεται, εἶναι ἡ ἐμποδισμένη ἐκείνη γεῦσις τῶν πρωτοπλάστων, οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον τοῦ παραδείσου καί ἐμποδίσθησαν –ἤ μᾶλλον ἐξῆλθον ἀκριβῶς γιά νά ἐμποδισθοῦν– ἀπό τό νά δοκιμάσουν ἀπό τό «ξύλον τῆς ζωῆς» –«ξύλον» θά πῆ δέντρον–, ἀπό τό δένδρον τῆς ζωῆς. Καί ἐμποδίσθησαν, γιά νά μήν γίνουν ἀθάνατοι, ὅπως ἑρμηνεύοντας οἱ Πατέρες λέγουν· «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται» (σ.σ. δέν ξέρω ποῦ βρίσκεται). Καί, ὅπως ἀντιλαμβάνεστε, ἡ πύλη τοῦ Παραδείσου ἔμεινεν ἄβατος καί κλεισμένη. Μέ ἄλλα λόγια, εἰσῆλθεν ὁ θάνατος. Τώρα ὅμως προσφέρεται ὁ καρπός τοῦ δέντρου τῆς ζωῆς ἀπό αὐτόν τόν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος ἄνοιξε τόν δρόμον πού ὁδηγεῖ εἰς τόν παράδεισον τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν λέγῃ «τοῦ Θεοῦ μου», εἶναι κάτι ἀνάλογον μ’ ἐκεῖνο τό ὁποῖον εἶχε πῆ εἰς τάς Μυροφόρους –εἰς τό Εὐαγγέλιον τοῦ Ἰωάννου– «ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεόν ὑμῶν» (2). Ἀναφέρεται βεβαίως εἰς τήν ἀνθρωπίνην φύσιν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἤνοιξε τήν πύλην τοῦ Παραδείσου ὡς Θεάνθρωπος· διότι ὡς Θεός θά ἦταν περίεργο νά τήν ἀνοίξῃ. Ὁ Θεός κρατοῦσε τό ἀνθρώπινο γένος μακράν ἀπό τήν ἀθανασίαν, μακράν ἀπό τήν αἰώνιον ζωή. Ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱός τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἡ Θεανθρωπίνη φύσις τοῦ Κυρίου, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἠγωνίσθη, ἠργάσθη καί ὁδήγησε τό ἀνθρώπινο γένος πάλι εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
Εἰς τί ὅμως πρέπει νά ἀγωνισθῇ ὁ κάθε ἕνας, προκειμένου νά νικήσῃ;
Πρέπει νά ἀγωνισθῇ εἰς ὅ,τι ἀναφέρει ἡ Ἐπιστολή· σ’ αὐτά πού εἴχαμε ἀναγνώσει καί ἀναλύσει στά δυό τελευταῖα μας θέματα. Καί αὐτά δέν εἶναι τί ἄλλο παρά ἡ ἀποστροφή καί ὁ ἀγών ἐναντίον πάσης δογματικῆς καί ἠθικῆς παρεκκλίσεως ἀλλά καί ἡ ἐμμονή εἰς τήν πρώτην καί ζέουσαν ἀγάπην, γιά τήν ὁποίαν παραπονέθη ὁ Κύριος, λέγοντας: «τὴν ἀγάπην σου τὴν πρώτην ἀφῆκας».
Φυσικά, ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι ἡ ὑπόσχεσις αὐτή τοῦ Χριστοῦ ἀντιτίθεται εἰς ἐκεῖνες τίς ἐπιτρεπόμενες ἀπό τούς Νικολαΐτας σαρκικές ἀπολαύσεις, τῶν ὁποίων τά ἔργα ὁ Κύριος εἶπε ὅτι μισεῖ.
Ἔτσι, κλείει, ἀγαπητοί μου, ἡ πρώτη ἀπό τάς ἑπτά Ἐπιστολάς τῆς Ἀποκαλύψεως καί σύν Θεῶ εἰσερχόμεθα εἰς τήν δευτέραν Ἐπιστολήν.
Ἡ δευτέρα Ἐπιστολή ἀπευθύνεται πρός τόν ἐπίσκοπον τῆς Σμύρνης.
Βεβαίως, αἰσθανόμεθα μιά ἰδιαίτερη συγκίνησι, ὅταν ἀκοῦμε αὐτές τίς πόλεις, πού εἶναι τόσο κοντά μας. Ὄχι ἁπλῶς κοντά μας, ὄχι μόνον ἑλληνικές, ἀλλά ἐδῶ· ἀπέναντί μας! Τόσο κοντά, πού ἄν βγῆτε στήν κορυφή τοῦ Κισσάβου καί βάλετε μία δυνατή φωνή, θά ἀκουστῇ ἡ φωνή σας στή Σμύρνη! Ἀπέναντι, ἐδῶ, ἀνατολικά... Ἡ Σμύρνη!
Πάρα πολλοί ἄνθρωποι ἀπό σᾶς φύγατε ἀπό τήν Σμύρνη. Κάποιος Κινέζος, πού θά διάβαζε τήν Καινή Διαθήκη, ἤ ἕνας Γιαπωνέζος, ἕνας Ἀφρικανός, ἤ ἕνας Ἀμερικανός, δέν θά ἔνοιωθε τήν ἴδια συγκίνησι πού νοιώθουμε ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες! Ἐκτός τῶν ἄλλων, ἔχομε κι αὐτό τό μεγάλο προνόμιο· ὅλες αὐτές οἱ μεγάλες ἀλήθειες τοῦ Κυρίου, τοῦ Θεοῦ τοῦ Οὐρανοῦ, νά ἔχουν πάρει ὑλικό, νά ἔχουν πάρει χρῶμα ἀπό αὐτόν ἐδῶ τόν χῶρον, τόν ἑλληνικόν, τόν Μικρασιατικόν· ἀπό αὐτήν τήν Μεσόγειον θάλασσα... Εἶναι ἰδιαίτερα συγκινητικό!
Ἡ Ἐπιστολή αὐτή πρός τόν ἐπίσκοπο τῆς Σμύρνης λέγει τά ἑξῆς:
«Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Σμύρνῃ ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, ὅς ἐγένετο νεκρὸς καὶ ἔζησεν·
»οἶδά σου τά ἔργα καὶ τὴν θλῖψιν καὶ τὴν πτωχείαν· ἀλλά πλούσιος εἰ· καὶ τὴν βλασφημίαν ἐκ τῶν λεγόντων Ἰουδαίους εἶναι ἑαυτούς, καὶ οὐκ εἰσίν, ἀλλὰ συναγωγή τοῦ σατανᾶ.
»μηδέν φοβοῦ ἅ μέλλεις παθεῖν. ἰδοὺ δὴ μέλλει βαλεῖν ὁ διάβολος ἐξ ὑμῶν εἰς φυλακὴν, ἵνα πειρασθῆτε, καί ἕξετε θλῖψιν ἡμέρας δέκα. γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ δώσω σοι τὸν στέφανον τῆς ζωῆς.
»Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις. Ὁ νικῶν οὐ μὴ ἀδικηθῇ ἐκ τοῦ θανάτου τοῦ δευτέρου».
Δηλαδή: «Καί εἰς τόν ἐπίσκοπον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης γράψε –λέγει ὁ Κύριος εἰς τόν Ἰωάννην τόν Εὐαγγελιστήν–: Τά ἑξῆς λέγει Αὐτός πού εἶναι ὁ Πρῶτος καί ὁ Τελευταῖος, ὁ Ὁποῖος ἔγινε νεκρός καί ἔζησε.
»Γνωρίζω τά ἔργα σου καί τήν θλῖψιν σου καί τήν πτωχείαν σου· ἀλλά εἶσαι πλούσιος. Γνωρίζω καί τήν συκοφαντίαν πού σᾶς ἔγινε ἀπ’ αὐτούς πού λέγουν ὅτι εἶναι Ἰουδαῖοι, ἀλλά δέν εἶναι· εἶναι συναγωγή τοῦ Σατανᾶ.
»Μήν φοβᾶσαι γιά ἐκεῖνα τά ὁποῖα πρόκειται νά πάθῃς. Νά, ὁ διάβολος πρόκειται νά βάλῃ μερικούς ἀπό σᾶς στήν φυλακή, γιά νά ὑποστῆτε πειρασμόν καί δοκιμασίαν, καί θά ἔχετε θλῖψιν γιά δέκα ἡμέρες. Γίνε πιστός μέχρι τόν θάνατο, καί θά σοῦ δώσω τό στεφάνι τῆς ζωῆς.
»Ἐκεῖνος πού ἔχει πνευματικό αὐτί ἄς ἀκούσῃ τί λέγει τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἰς τίς Ἐκκλησίες. Αὐτός πού νικᾶ δέν θά ἀδικηθῇ ἀπό τόν θάνατον τόν δεύτερον».
Ἡ Σμύρνη, ὅπως σᾶς εἶπα προηγουμένως, πόλις ἑλληνικωτάτη, ὅπως καί τό ὄνομά της, βρίσκεται ὀκτώ μίλια βορείως τῆς Ἐφέσου, τῆς προηγουμένης Ἐκκλησίας, εἰς τήν ὁποίαν ὁ Κύριος ἀπέστειλε Ἐπιστολήν, ἀλλά καί νοτίως τῆς ἄλλης πόλεως, τῆς Περγάμου, πρός τήν ὁποίαν ἐπίσης ὁ Κύριος ἀποστέλλει Ἐπιστολή. Συνεπῶς, βρίσκεται μεταξύ τῶν δυό πόλεων, Ἐφέσου καί Περγάμου. Ἡ Σμύρνη συνηγωνίζετο εἰς ὅλους τούς τομεῖς –ἐμπορικούς, πολιτιστικούς κλπ.– καί τήν Πέργαμον καί τήν Ἔφεσον.
Εἰς τήν Σμύρνη ὑπῆρχε ἰουδαϊκή Συναγωγή, ἡ ὁποία διέκειτο ἐχθρικῶς πρός τόν Χριστιανισμόν, καί ἕνεκα τῆς ὁποίας Συναγωγῆς ἀσχολεῖται κατά ἕνα μεγάλο καί σημαντικό μέρος ἡ παροῦσα Ἐπιστολή, πρός τόν ἐπίσκοπον τῆς Σμύρνης.
31. Ἀποκ. β΄ 7
1Ἀποκ. β΄ 7
2Ἰωάν. κ΄ 17


(συνεχιζεται)