Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Η Αγία Γραφή για την άμεση απομάκρυνση από τους Οικουμενιστές, Γ΄ Μέρος (του π. Ευθ. Τρικαμηνά).

Γ΄ Μέρος
16) Ἰωάν. 10, 4-5: «Καί ὅταν τά ἴδια πρόβατα ἐκβάλη, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καί τά πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τήν φωνήν αὐτοῦ. ἀλλοτρίῳ δέ οὐ μή ἀκολουθήσωσιν, ἀλλά φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τήν φωνήν».
Τό χωρίον αὐτό τοῦ κατά Ἰωάννη εὐαγγελίου εἶναι ἕνα τμῆμα ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου περί καλῶν καί μισθωτῶν ποιμένων. Ὁ Κύριος λοιπόν διδάσκει ὅτι «ὁ ποιμήν ὁ καλός τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων» (Ἰωάν. 10,11). Δηλαδή ὁ καλός ποιμένας εἶναι αὐτός πού σταυρώνεται καί θυσιάζεται γιά νά σωθοῦν τά πρόβατα καί ὄχι αὐτός πού ὄχι μόνο ἀδιαφορεῖ, ἀλλά καί θυσιάζει τά λογικά πρόβατα. Ἐπίσης διδάσκει ὁ Κύριος, εἰς αὐτό τό σημεῖο, ὅτι ὁ καλός ποιμένας εἰσέρχεται «διά τῆς θύρας» εἰς τήν αὐλήν τῶν προβάτων, ἐνῶ ὁ «ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν», δηλαδή ὁ εἰσερχόμενος δι’ ἄλλου τρόπου καί δι’ ἄλλης ὁδοῦ, αὐτός εἶναι κλέπτης καί ληστής.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τό σημεῖο αὐτό τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου ἀναφέρει ὅτι ἡ θύρα γιά τήν ὁποία ὁμιλεῖ ὁ Κύριος, εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή. Μάλιστα ὁ ἅγιος Χρυσόστομος μέ μία ἀπαράμιλλη ἤ προφητική, θά λέγαμε, γιά τίς ἡμέρες μας διδασκαλία ἀναφέρει καί τά ἑξῆς: «Ὅρα τά δείγματα τοῦ ληστοῦ, πρῶτον ὅτι οὐ παρρησία εἰσέρχεται, δεύτερον ὅτι οὐ κατά τάς Γραφάς· τοῦτο γάρ ἐστί τό “μή διά τῆς θύρας”». Καί ὀλίγο κατωτέρω: «Εἰκότως θύραν τάς Γραφάς ἐκάλεσεν· αὗται γάρ ἡμᾶς προσάγουσι τῷ Θεῷ καί τήν θεογνωσίαν ἀνοίγουσιν, αὗται πρόβατα ποιοῦσιν, αὗται φυλάττουσιν, καί τούς λύκους οὐκ ἀφιᾶσιν ἐπεισελθεῖν· καθάπερ γάρ τις θύρα ἀσφαλής, οὕτως ἀποκλείει τοῖς αἱρετικοῖς τήν εἴσοδον, ἐν ἀσφαλείᾳ καθεστῶσα ἡμᾶς, περί ὧν ἄν βουλώμεθα πάντων, καί οὐκ ἐῶσα πλανᾶσθαι. Κἄν μή παραλύσωμεν ταύτην οὐκ ἐσόμεθα εὐχείρωτοι τοῖς ἐχθροῖς. Διά ταύτης καί τούς ποιμένας καί τούς οὐ ποιμένας εἰσόμεθα ἅπαντες» (Ε.Π.Ε. 14, 96, 28).
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, ἄν ἐπροσέχαμε καί ἀκολουθούσαμε τήν διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Ἁγίων, τουλάχιστον θά ἐγνωρίζαμε νά κάνωμε τήν διάκρισι μεταξύ καλῶν καί κακῶν ποιμένων, μεταξύ καλῶν ποιμένων καί λύκων, καί κλεφτῶν, καί μισθωτῶν. Διότι ἡ διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Ἁγίων ἀνατρέπει τήν σημερινή διδασκαλία τῶν Οἰκουμενιστῶν καί Ἀντιοικουμενιστῶν ὅτι, δηλαδή, εἶναι ἀρκετή ἡ κανονική χειροτονία καί ἡ Ἀποστολική διαδοχή διά νά εἶναι κάποιος ποιμένας καί Ἐπίσκοπος εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ.
Ἐπειδή λοιπόν σήμερα ἀποδεχθήκαμε ἅπαντες ἄλλη διδασκαλία ἀπό αὐτήν τῶν Γραφῶν καί τῶν Ἁγίων, γεμίσαμε τήν Ἐκκλησία μέ αἱρετικούς ποιμένες καί Ἐπισκόπους, δηλαδή μέ λύκους, τούς ὁποίους θυμιατίζουμε καί λιβανίζουμε καί ἀποδεχόμεθα εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ καί οἱ ὁποῖοι, ἀπροκάλυπτα πλέον καί ἀνεξέλεγκτα, ὁδηγοῦν κατ’ εὐθείαν πρός δυσμάς τό πλοῖον τῆς Ἐκκλησίας, εὐθυγράμμισαν τήν πορεία του μέ τήν γραμμή τῆς Νέας Ἐποχῆς καί προετοιμάζουν ἐπιμελῶς τά λογικά πρόβατα γιά τήν ἀποδοχή τοῦ Ἀντιχρίστου.
Ὁ Χρυσόστομος λοιπόν ἅγιος, εἰς τό σημεῖον αὐτό διδάσκει ὅτι οἱ Γραφές μᾶς προφυλάσσουν «καί τούς λύκους οὐκ ἀφιᾶσιν ἐπεισελθεῖν». Οἱ Γραφές εἶναι ἡ ἀσφαλής θύρα, ἡ ὁποῖα «ἀποκλείει τοῖς αἱρετικοῖς τήν εἴσοδον». Στίς Γραφές ἐάν στηριχθῶμεν καί δέν ἀλλάξωμε τήν διδασκαλία των, ὅπως μᾶς βολεύει, «οὐκ ἐσόμεθα εὐχείρωτοι τοῖς ἐχθροῖς». Οἱ Γραφές εἶναι ἐκεῖνες, οἱ ὁποῖες μᾶς προφυλάσσουν «καθάπερ τις θύρα ἀσφαλής, οὐκ ἐῶσα πλανᾶσθαι». Οἱ Γραφές, τέλος, εἶναι ἐκεῖνες διά τῶν ὁποίων «τούς ποιμένας καί τούς οὐ ποιμένας εἰσόμεθα ἅπαντες». Αὐτά τά λόγια τοῦ Χρυσορρήμονος ἀνατρέπουν ὅλη τήν θεωρία περί ἐπισκοποκεντρικῆς Ἐκκλησίας.
Ἐμεῖς ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, ἔχουμε διδαχθῆ καί ἔχουμε πιστέψει καί ἀποδεχθῆ τήν αἱρετική διδασκαλία ὅτι δηλαδή, ἐφ’ ὅσον ὁ Ἐπίσκοπος ἐχειροτονήθηκε κανονικά, εἶναι εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ καί πρέπει νά ὑποτασσώμεθα εἰς αὐτόν, ἀκόμη καί ἄν εἶναι αἱρετικός· στήν περίπτωση αὐτή θά περιμένουμε νά τόν κρίνη ἡ Σύνοδος· ἐμεῖς ὅμως δέν πρέπει νά ἀποτειχιστοῦμε ἀπό αὐτόν πρίν τόν καταδικάσει ἡ Σύνοδος διά νά μήν κάνωμε σχίσμα, νά μήν ἐξέλθωμε τῆς Ἐκκλησίας κ.λπ.
Αὐτός νομίζω εἶναι καί ὁ λόγος πού ὑπερτονίσαμε καί ὑπερφοβηθήκαμε τό σχίσμα  ὡς πρός τήν αἵρεσι, διά νά εἴμαστε δηλαδή ἐν ἀσφαλείᾳ στό μαντρί καί στό στόμα τοῦ λύκου καί γιά νά ὁδηγηθοῦμε ἐν ἀσφαλείᾳ πάντοτε καί χωρίς ἀταξίες καί παλικαρισμούς εἰς τήν ὁδό τῆς Νέας Ἐποχῆς καί τοῦ Ἀντιχρίστου.
Ὅλα αὐτά τά ἀναφέραμε σάν εἰσαγωγή καί σάν πλαίσιο, ὥστε στηριζόμενοι στίς Γραφές καί στήν ἑρμηνευτική των ἀπόδοσι ἀπό τούς Ἁγίους νά ἀναφερθοῦμε στό συγκεκριμένο χωρίο (Ἰωαν. 10, 5) τό ὁποῖο ἀναφέρεται στούς κακούς ποιμένες καί μάλιστα στούς αἱρετικούς καί ἀναφέρει τά ἑξῆς: «ἀλλοτρίῳ δέ οὐ μή ἀκολουθήσωσι, ἀλλά φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τήν φωνήν». Ἐδῶ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος μᾶς ἐπεξηγεῖ ἑρμηνευτικά καί ἀναφέρει τά ἑξῆς: «"Ἀλλοτρίῳ δέ οὐ μή ἀκολουθήσωσι, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τήν φωνήν". Ἤτοι τούς περί Θευδᾶν λέγει ἐνταῦθα καί Ἰούδαν καί γάρ “ἅπαντες, ὅσοι ἐπίστευσαν αὐτοῖς, διεσκορπίσθησαν” φησίν, ἤ τούς μετά ταῦτα μέλλοντας ἀπατᾶν ψευδοχρίστους» (Ε.Π.Ε. 14, 102, 8).
Ἐδῶ κατ’ ἀρχάς βλέπουμε ὅτι οἱ Ἅγιοι ἑρμηνεύοντας τίς Γραφές ἐπεκτείνουν διαχρονικά τήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου, διά νά προστατευθοῦν στό μέλλον τά λογικά πρόβατα ἀπό παρομοίους κακούς ποιμένες.
Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ὁ ἅγιος στούς ἀλλοτρίους ποιμένες συγκαταλέγει καί «τούς μετά ταῦτα μέλλοντας ἀπατᾶν ψευδοχρίστους». Οἱ ψευδόχριστοι εἶναι οἱ κατά τήν Γραφή ἀλλότριοι καί μισθωτοί, οἱ λύκοι καί οἱ μή εἰσερχόμενοι διά τῆς θύρας εἰς τήν αὐλήν τῶν προβάτων, οἱ ἀναβαίνοντες ἀλλαχόθεν, οἱ ψευδεπίσκοποι καί ψευδοδιδάσκαλοι κατά τόν 15ο Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ἐπί ἁγίου Φωτίου, οἱ ἀνά τούς αἰῶνας αἱρετικοί Ἐπίσκοποι και, φυσικά, οἱ νῦν Οἰκουμενιστές αἱρετικοί Ἐπίσκοποι. Ἀπό ὅλους αὐτούς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος διδάσκει ὅτι τά λογικά πρόβατα πρέπει νά ἀπομακρυνθοῦν, διότι εἶναι ἀλλότριοι, δηλαδή ξένοι πρός τόν Χριστόν καί διότι ἐτέθησαν ὡς Ἐπίσκοποι ἀπό τόν διάβολο, ἀκριβῶς γιά νά πλανήσουν καί διασκορπίσουν ἀπό τήν Ὀρθόδοξο πίστι τά πρόβατα.
Εἰς τό σημεῖον αὐτό πρέπει, ἀφ’ ἑνός μέν νά τονίσωμε τήν ἀπόλυτον ἁρμονία καί ταύτισι τῶν Γραφῶν, τῶν ἱερῶν Κανόνων καί τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων, καί ἀφ’ ἑτέρου τήν διαστροφή καί αἱρετική διδασκαλία τῆς λεγομένης δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ἡ ὁποία διδασκαλία ὁδηγεῖ στόν ἐφησυχασμό καί στό βόλεμα, στόν συμβιβασμό καί στήν συνθηκολόγησι μέ τούς ἐχθρούς τῆς πίστεως και, στήν καλύτερη περίπτωσι, στήν ἀντιμετώπισι τῆς αἱρέσεως διά τοῦ χαρτοπολέμου καί στήν ἀγωνιστικότητα τῶν Ὀρθοδόξων τήν ὁποία καθορίζουν οἱ ἴδιοι οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι, ὅπως ἀκριβῶς μᾶς καθορίζουν τά ὅρια τῶν κινήσεών μας, στό ἐπίπεδο τῆς πατρίδος οἱ ἴδιοι οἱ ἐχθροί μας, οἱ ὁποῖοι πλέον μᾶς κυβερνοῦν ἐσωτερικῶς καί ἐξωτερικῶς
Ἡ Ἁγία Γραφή λοιπόν, ἐπιτάσσει νά φεύγωμε ἀπό τούς ἀλλοτρίους καί αἱρετικούς ποιμένες, χωρίς νά ἀναμένωμε ἀποφάσεις Συνόδων καί καταδίκες τῆς αἱρέσεως, χωρίς νά ὑπολογίζωμε τίς συνέπειες καί τούς διωγμούς, τίς ἀπειλές καί τίς καθαιρέσεις, τίς στερήσεις τῶν μισθῶν καί τό νά τεθοῦμε στό περιθώριο τοῦ κοινωνικοῦ κατεστημένου καί, βεβαίως, χωρίς νά ἔχωμε τό σύνδρομο τοῦ φόβου ὅτι κάνουμε σχίσμα στήν Ἐκκλησία, τήν ὁποία σήμερα, κατά τελείως αἱρετικό τρόπο καί δαιμονική ἐπινόησι, ἐταυτίσαμε μέ τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους καί ἐτοποθετήσαμε κατά πρωτοφανῆ τρόπο στό χῶρο τῆς αἱρέσεως.
Εἶναι ἀναγκαῖο νά τονιστῆ εἰς τό σημεῖο αὐτό ὅτι ἡ ἑνότητα τήν ὁποία σήμερα διδάσκουν καί συνιστοῦν οἱ Οἰκουμενιστές καί Ἀντιοικουμενιστές εἶναι ἀνθρωποκεντρική, διότι ἀντικαθιστᾶ τόν Χριστό μέ τόν Ἐπίσκοπο, εἶναι Παπικῆς προελεύσεως καί ἡ ἴδια ἡ καρδιά τοῦ Παπισμοῦ καί, φυσικά, εἶναι αἱρετική θεωρία, διότι διαστρέφει καί ἀντικαθιστᾶ τήν ἁγιογραφική καί πατερική ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, τήν ὁποία καί λειτουργικῶς ὁμολογοῦμε, μέ τήν ἀνθρωποκεντρική ἑνότητα κατά τήν ὁποία περιθωριοποιεῖται καί ὑποβιβάζεται ἡ Ὀρθόδοξος πίστις.
Δι’ αὐτόν τόν λόγον, συνεχίζοντας ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τήν ἑρμηνεία τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου, ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Διό παρακαλῶ μένωμεν ὑπό τῷ ποιμένι νεμόμενοι· μενοῦμεν δέ ἐάν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούομεν, ἐάν αὐτῷ πειθώμεθα, ἐάν μή ἀλλοτρίῳ ἑπώμεθα» (Ε.Π.Ε. 14, 106, 25). Δηλαδή, γιά νά παραμείνωμε στόν ἀληθινό ποιμένα Χριστό, πρέπει νά ἀκοῦμε τήν φωνή Του, νά πειθώμεθα εἰς Αὐτόν καί νά μήν ἀκολουθοῦμε ἀλλοτρίους καί αἱρετικούς ποιμένες. Ἐμεῖς ἀντιθέτως σήμερα, ἔχουμε ἀποδεχθῆ τήν διδασκαλία τῶν Οἰκουμενιστῶν, ὅτι μποροῦμε νά ἀκολουθοῦμε καί νά ἀνήκουμε στόν Χριστό, ἔστω καί ἄν ἀκολουθοῦμε καί συντασσώμεθα μέ τούς ἀλλοτρίους καί αἱρετικούς ποιμένες. Αὐτή βεβαίως δυστυχῶς εἶναι καί ἡ διδασκαλία τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν.
17) Πράξ. 20, 28-30: «Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τήν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο διά τοῦ ἰδίου αἵματος. ἐγώ γάρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετά τήν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καί ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν».
Ἐδῶ ὁ Παῦλος ὁμιλεῖ προφητικά καί διαχρονικά πρός τούς Ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας καί τούς ἐπισημαίνει ὅτι ἀνάμεσα ἀπό
αὐτούς θά βγοῦν αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι δέν θά διδάσκουν σύμφωνα μέ τίς Γραφές, ἀλλά θά διδάσκουν διεστραμμένα, μέ σκοπό νά πλανήσουν τούς Ὀρθοδόξους καί νά τούς κάνουν νά τούς ἀκολουθήσουν.
Ἐπίσης ὁ ἀπ. Παῦλος δηλώνει τόν σκοπό τῆς αἱρέσεως, τήν ὁποία ὁ διάβολος ἐνσπείρει μέ τά ὄργανά του, τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους εἰς τήν προκειμένη περίπτωσι. Ὁ σκοπός δέ εἶναι «τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν». Αὐτό θαυμάσια καί λακωνικώτατα τό δηλώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας αὐτό τό χωρίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, ὡς ἑξῆς: «Τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν”. Ὥστε δι’ οὐδέν ἕτερον αἱ αἱρέσεις, ἤ διά τοῦτο»(Ε.Π.Ε. 16Α 610, 12), δηλαδή γιά νά παρασύρουν τούς μαθητές, ὥστε γιά τίποτε ἄλλο δέν δημιουργοῦνταν οἱ αἱρέσεις, παρά γι’ αὐτό.
Ἐδῶ κατανοοῦμε καί τόν λόγο γιά τόν ὁποῖο εἶναι τελείως διαφορετική ἡ ἀντιμετώπισις τῶν αἱρετικῶν ἀπό ὅλους τούς ἄλλους ἁμαρτωλούς. Ὁ λόγος αὐτός εἶναι ὅτι ὁ αἱρετικός διαδίδει μέ λόγια καί ἔργα τίς δοξασίες του καί ἀγρεύει, ὅσους τόν ἀκολουθοῦν, ἀποσπώντας τους ἀπό τόν Χριστό, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἁμαρτωλοί προσπαθοῦν νά κρύψουν τήν ἁμαρτία των εἴτε ἀπό ἐντροπή, εἴτε ἀπό φόβο, εἴτε ἀπό ἐγωϊσμό κ.λπ. Αὐτό εἰδικώτερα ἰσχύει γιά τούς Ἐπισκόπους.
Ἄν ὅμως συμβῆ καί τήν ἁμαρτία του ὁ Ἐπισκόπος τήν διαδίδει δημοσίως, προσπαθεῖ νά τήν κατοχυρώση ἁγιογραφικῶς καί Συνοδικῶς, καί νά τήν κάνη γραμμή τῆς Ἐκκλησίας, τότε πάλι ἔχομε αἵρεσι, ὁπότε ἡ ἀντιμετώπισις τῶν Ἐπισκόπων αὐτῶν ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων θά πρέπει νά εἶναι ἡ ἴδια μέ αὐτή πρός τούς αἱρετικούς, δηλαδή ἀπομάκρυνσις καί ἐκκλησιαστική ἀποτείχισις.
Τέτοιες αἱρέσεις εἴχαμε παλαιότερα ὅπως  τῶν Νικολαϊτῶν, τῶν Εὐσταθιανῶν, τήν μοιχειανική καί εἰκονομαχική κλπ. Ἀλλά καί σήμερα ὑπάρχουν στήν Ἐκκλησία ἀνάλογες συνοδικῶς κατοχυρωμένες αἱρέσεις, ὅπως π.χ. ἡ μέ πρόφασι τήν  ἀγάπη ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς αἱρετικούς, ἡ μέ πρόφασι τήν ἀγάπη ἐκκοσμίκευσι τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἐπίσημη πλέον κατάργησις ἱερῶν Κανόνων καί ἱερῶν Παραδόσεων, ἡ ὁποία φθάνει μέχρι  τοῦ σημείου νά μεταδίδωμε τά μυστήρια στούς αἱρετικούς, ἡ ἐπίσημη διάλυσι τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογενείας διά τῶν διαζυγίων κ.λ.π. Εἶναι δηλαδή τελείως διαφορετικό τό νά ἁμαρτάνη ὁ Ἐπίσκοπος ἰδιωτικῶς καί κρυφίως ἀπό τό νά προσπαθῆ τήν ἁμαρτία του αὐτή νά τήν διαδώση, νά τήν κατοχυρώση ἁγιογραφικῶς καί νά τήν καταστήση γραμμή τῆς Ἐκκλησίας. Διότι τότε αὐτομάτως μεταφέρεται στόν χῶρο τῶν αἱρετικῶν, τῶν ὁποίων ὁ σκοπός εἶναι «τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν». Τό ἴδιο ἰσχύει φυσικά καί γιά τήν Σύνοδο.
 Ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας ἐν προκειμένῳ ἑρμηνεύοντας τό χωρίο αὐτό τῶν Πράξεων ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Διπλοῦν τό κακόν ὅτι τε αὐτός (ὁ Παῦλος δηλαδή) οὐ πάρεστι, καί ὅτι ἕτεροι ἐπιθήσονται, καί τό χαλεπώτερον, ἐξ ὑμῶν αὐτῶν. Τό βαρύ, ὅταν ἐμφύλιος ὁ πόλεμος ᾖ. Ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν. Ὁ γάρ τῶν αἱρετικῶν σκοπός σπουδάζει, οὐ τῷ Κυρίῳ, ἀλλ’ ἑαυτοῖς περιποιῆσαι λαόν, ἵνα ἑαυτοῖς καυχῶνται ἐμφερομένου αὐτοῖς τοῦ ὀνόματος τῶν αἱρετικῶν» (P.G. 125, 780Β). Ὅταν λοιπόν ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι αἱρετικός ἔχουμε ἐμφύλιο πόλεμο. Δι’ αὐτό καί ὁ ἀπ. Παῦλος εἰς τό σημεῖο αὐτό, αὐτούς τούς Ἐπισκόπους τούς ὀνομάζει λύκους βαρεῖς: «εἰσελεύσονται μετά τήν ἄφιξί μου λύκοι βαρεῖς μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου».
Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων εἶναι ἄξιον ἀπορίας, πῶς κατώρθωσε ὁ διάβολος νά μεταστρέψη τίς διάνοιες καί τά φρονήματα, ὄχι τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἀλλά τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, σέ σημεῖο τέτοιο, ὥστε αὐτούς τούς βαρεῖς λύκους, τούς κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο «μή φειδομένους τῷ ποιμνίῳ», νά τούς ἔχωμε καί νά τούς ἀναγνωρίζωμε ὡς κανονικούς  Ἐπισκόπους, εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, νά τούς μνημονεύωμε καί νά τούς λιβανίζουμε καί νά τούς δίδωμε κατ’ αὐτόν τόν τρόπο τήν ἄδεια καί, κατά τό δή λεγόμενο, «τό πράσινο φῶς», ὥστε νά ἀποσποῦν μέ κάθε εὐχέρεια «τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν». Καί ὅλα αὐτά, σύμφωνα μέ τήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἀπόφασι φυσικά περιμένουμε νά προέλθη ἀπό τούς ἰδίους τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους.
Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο δέν ἔχουμε ἐμφύλιο πόλεμο μέ τούς αἱρετικούς, ἀλλά συνοδοιπορία καί συνύπαρξι καί ἀλληλοπεριχώρησι, ἔστω καί ἄν διαφωνοῦμε καί ἄν κάνουμε ὁμολογίες πίστεως, κι ἄν καταγγέλουμε τήν αἵρεσι ἤ ἄν προσδιορίζουμε τήν ἐξέλιξί της κ.λ.π. Διότι ἐμφύλιος πόλεμος νομίζω ὅτι σημαίνει τήν δημιουργία δύο στρατοπέδων, ὅπως παλιά συνέβη μετά τήν κατοχή στήν πατρίδα μας, καί αὐτό γίνεται μόνο μέ τήν ἀποτείχισι, διότι αὐτή  ἀποτελεῖ τήν ἐν καιρῶ αἱρέσεως Ὀρθόδοξο καί Πατερική ὁδό. Δι’ αὐτόν τόν λόγο δέν θά πρέπει νά ἀποροῦμε, γιατί ἡ Ἐκκλησία τῶν Οἰκουμενιστῶν πέφτει ἀπό τόν ἕνα γκρεμό στόν ἄλλο, ἐφ’ ὅσον οἱ λύκοι, οἱ ὁποῖοι ἡγοῦνται σ’ αὐτήν, ἔχουν τεθῆ ἐπικεφαλῆς δι’ αὐτόν τόν σκοπό.
18) Α΄ Κορινθ. 5, 9-13: «Ἔγραψα ὑμῖν ἐν τῇ ἐπιστολῇ μή συναναμίγνυσθαι πόρνοις, καί οὐ πάντως τοῖς πόρνοις τοῦ κόσμου τούτου ἤ τοῖς πλεονέκταις ἤ ἅρπαξιν ἤ εἰδωλολάτραις· ἐπεί ὀφείλετε ἄρα ἐκ τοῦ κόσμου ἐξελθεῖν· νῦν δέ ἔγραψα ὑμῖν μή συναναμίγνυσθαι ἐάν τις ἀδελφός ὀνομαζόμενος ᾖ πόρνος ἤ πλεονέκτης ἤ εἰδωλολάτρης ἤ λοίδορος ἤ μέθυσος ἤ ἅρπαξ, τῷ τοιούτῳ μηδέ συνεσθίειν. τί γάρ μοι καί τούς ἔξω κρίνειν; οὐχί τούς ἔσω ὑμεῖς κρίνετε; τούς δέ ἔξω ὁ Θεός κρίνει. καί ἐξαρεῖτε τόν πονηρόν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν».
Ἐδῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει τούς Κορινθίους νά ἀπομακρύνωνται ἀπό τήν συναναστροφή μέ αὐτούς πού φανερά ἁμαρτάνουν μέ διάφορες βαριές καί θανάσιμες ἁμαρτίες, διά νά μήν βλαφθοῦν καί ἐθιστοῦν καί αὐτοί στίς ἁμαρτίες των καί διά νά τούς βοηθήσουν, μέ τήν ἀπομάκρυνσι αὐτή, εἰς τό νά μετανοήσουν.
Ἀντί ἄλλων βοηθῶν καί διδασκάλων γιά τήν κατανόησι αὐτοῦ τοῦ χωρίου θά ἀναφέρωμε τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ὁ ὁποῖος διά νά καταδείξη τήν βλάβη ἀπό αὐτή τήν συναναστροφή καί ἐπικοινωνία μέ τούς φανερῶς καί ἀπροκαλύπτως ἁμαρτάνοντας σέ βαριά καί θανάσιμα ἁμαρτήματα, χρησιμοποιεῖ τήν διδασκαλία πολλῶν μεγάλων ἁγίων Πατέρων καί ἔτσι ἀποδεικνύει τήν συμφωνία τῶν Ἁγίων εἰς τό ἐν λόγῳ χωρίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
Ἀναφέρει λοιπόν ὁ ἅγιος Νικόδημος εἰς τήν ἑρμηνεία αὐτοῦ τοῦ χωρίου μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς: «Προστάζει δέ ὁ ἀπόστολος τούς χριστιανούς  νά μή συναναστρέφωνται καί νά συντρώγουν μέ τούς φανερά πορνεύοντας καί πλεονεκτοῦντας καί τάς ἄλλας ἁμαρτίας ποιοῦντας, ὄχι ὡς μισοῦντας αὐτούς, ἀλλά διά νά γνωρίσουν οἱ τοιοῦτοι φανεροί κακοί, πώς διά τάς φανεράς ἁμαρτίας των οἱ ἀδελφοί των χριστιανοί δέν τούς συναναστρέφονται, καί ἔτσι νά κάμουν ἀποχή τοῦ κακοῦ καί νά διορθωθοῦν» (Ἑρμηνεία εἰς τάς ΙΔ΄ Ἐπιστολάς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τόμος Α΄ σελ. 439).
Εἰς τήν ἑρμηνεία ἐπίσης τοῦ χωρίου «καί ἐξαιρεῖται τόν πονηρόν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν» ἀναφέρει ὁ ἅγιος τά ἑξῆς: «Ἐδῶ ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος ἕνα ρητόν τῆς παλαιᾶς Γραφῆς, περί τοῦ ὁποίου εἴπομεν πρότερον, (στιχ. 2), διά νά δείξῃ ὅτι καί ὁ νομοθέτης Μωϋσῆς ἄνωθεν καί ἐξ ἀρχῆς προστάζει νά ἀποκόπτωνται ἀπό τούς ἄλλους Ἰουδαίους οἱ φανερῶς ἁμαρτάνοντες. Τό δέ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν εἶπε, διά νά φανερώσῃ ὅτι ἡ ἀποκοπή καί ὁ χωρισμός τῶν κακῶν ἀνθρώπων εἶναι πρός περισσοτέραν ὠφέλειαν ἐκείνων ἀπό τούς ὁποίους χωρίζονται, καθότι οἱ κακοί χωριζόμενοι δέν μεταδίδουν εἰς αὐτούς τήν κακίαν των» (Ἑρμηνεία εἰς τοῖς ΙΔ΄ ἐπιστολάς τοῦ ἀποστόλου Παύλου, τόμος Α΄, σελ. 441).
Ἡ ὁδός λοιπόν διά νά μήν μεταδίδεται ἡ κακία τῶν πονηρῶν εἶναι ὁ χωρισμός καί ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό αὐτούς.
Σημαντική εἶναι ὅπως ἀναφέραμε καί ἡ ἀναφορά τοῦ ἁγίου Νικοδήμου στούς ἄλλους Ἁγίους γιά νά δείξη τήν συμφωνία Γραφῶν καί Ἁγίων ἐπί τοῦ θέματος τούτου. Ἀναφέρει ὁ ἅγιος στήν ὑποσημείωσι τά ἑξῆς: «Διά τοῦτο εἶπε ὁ θεῖος Χρυσόστομος “δεῖ τῶν πονηρῶν ἀπέχεσθαι καί ὡς σεσηπότα μέλη ἀφ’ ἑαυτῶν ἐκβάλλειν (ἐν τῇ σειρᾷ τοῦ κατά Ματθ.). Καί ὁ Θεοφύλακτος· “ἔστω ἀπόβλητος, ἵνα μή τῆς ἰδίας κακίας μεταδῷ καί τοῖς ἄλλοις”. Λέγει δέ τοῦτο ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου, εἶπε περί τῶν τοιούτων πονηρῶν, ὁποῦ ἀναφέρει ἐδῶ ὁ Παῦλος. “Εἰ δέ ἡ χείρ σου ἤ ὁ ποῦς σου σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον αὐτά καί βάλε ἀπό σοῦ... καί εἰ ὁ ὀφθαλμός σου σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτόν καί βάλε ἀπό σοῦ” (Ματθ. 18, 8-9). Καί ὁ μέγας δέ Βασίλειος λέγει, ὅτι οἱ κακοί ἄνθρωποι παρομοιάζουν μέ τούς πανουκλιασμένους, διατί μεταδίδουν ἕνας εἰς τόν ἄλλον τήν κακίαν τους ὡσάν πανοῦκλαν. Ὅθεν καθώς φεύγομεν μακράν ἀπό τούς πανουκλιασμένους, ἔτσι πρέπει νά φεύγωμεν μακράν καί ἀπό τούς κακούς ἐργάτας τῆς ἀνομίας. “Φασί τόν λοιμόν οἱ περί ταῦτα δεινοί, ἐπειδάν ἑνός ἀνθρώπου ἤ κτήνους ἅψηται, κατά διάδοσιν ἐπί πάντας τούς ἐγγίζοντας διανέμεσθαι. Τοιοῦτοι δέ τινες εἰσί καί οἱ ἐργάται τῆς ἀνομίας. Ἄλλος γάρ ἄλλῳ τούς νόσους μεταδιδόντες, συνοσοῦσιν ἀλλήλοις καί συναπόλλωνται” (Ἑρμην. εἰς τόν α΄ Ψαλμ.). Διά τοῦτο καί ὁ Δαβίδ μακαρίζει ἐκείνους ὁποῦ δέν ἐκάθισαν εἰς τήν καθέδραν τῶν λοιμῶν· “μακάριος ἀνήρ, ὅς ἐπί καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισε” (Ψαλμ. 1,1), ἤτοι δέν συναναστρέφεται καί δέν συγκάθεται μέ τούς ψυχοβλαβεῖς ἀνθρώπους. Ὅθεν εἶπεν ὁ Παροιμιαστής· “ἔκβαλε ἐκ συνεδρίου λοιμόν, καί συνεξελεύσεται αὐτῷ νεῖκος· ὅταν γάρ καθίσῃ ἐν συνεδρίῳ πάντας ἀτιμάζει” (Παρ. 22, 10).
»Ὅτι δέ καί αὐτή μόνη ἡ θεωρία τῶν κακῶν βλάπτει ἐδήλωσεν ὁ θεῖος Χρυσόστομος εἰπών τό παράδειγμα τοῦτο· “ὀφθαλμούς πάσχοντας ἰδόντες τινές, μετέλαβον τοῦ νοσήματος ἀπό τῆς θέας μόνης” (Λόγ. ζ΄ περί μετανοίας). Τό αὐτό λέγει καί ὁ Νύσσης Γρηγόριος· “ἀρ’ οὐχί καθάπερ οἱ τῶν ὀφθαλμῶν τήν νόσον ἐκ τῆς πολλῆς ὁμιλίας τῶν προνενοσηκότων, ἐφ’ ἑαυτούς ἕλκοντες, οὕτω καί αὐτός μετεσχηκέναι δόξω τοῦ περί τήν ματαίαν σπουδήν ἀρρωστήματος”; (κατ’ Εὐνομίου, Λόγ. α΄).
»Καί ὁ Θεολόγος δέ Γρηγόριος λέγει, ὅτι δέν βάφεται τόσον εὔκολα τό ὕφασμα ἀπό τήν βαφήν, οὔτε παίρνει τινάς τήν βρώμαν ὅταν πλησιάσῃ εἰς αὐτήν, οὔτε ἡ διεφθαρμένη καί νοσώδης ἀναθυμίασις χύνεται τόσον εὔκολα  εἰς τόν ἀέρα καί μεταδίδεται εἰς τά ζῶα ὁποία εἶναι ἡ λοιμική καί ἡ πανοῦκλα, ὅσον ὀγλίγωρα μεταδίδεται εἰς τούς ὑπηκόους ἡ κακία τῶν προεστώτων (εἰς τόν Ἀπολογητικόν). Ὅθεν καί ὁ Πηλουσιώτης Ἰσίδωρος ἔγραφε. “Πῶς οὖν ὁ Παῦλος τόν πεπορνευκότα ἀπεῖρξε; Μεῖζον ἤ ἐγώ βούλομαι λέγεις· οὐ γάρ ἐτύπτησεν ἤ ὕβρισεν, ἀλλ’ ἐχώρισε τῆς ἀγέλης, ἵνα μή καί εἰς τά λοιπά πρόβατα τό λοιμῶδες διαδοθῇ νόσημα” (Ἐπιστ. 290).
»Προσθέτει δέ ὁ Θεοδώριτος καί τοῦτο· “Εἰ δέ κοινῆς τροφῆς τοῖς τοιούτοις οὐ δεῖ κοινωνεῖν, ἤπου γε μυστικῆς τε καί θείας. Ἤγουν ἀνίσως μέ τούς φανερά ἁμαρτάνοντας δέν πρέπει νά συντρώγουν οἱ χριστιανοί, πολλῷ μᾶλλον δέν πρέπει νά μεταλαμβάνουν μαζί μέ αὐτούς τά θεῖα μυστήρια. Ἀνάξιοι γάρ εἶναι οἱ τοιοῦτοι νά μεταλαμβάνουν, ἐάν δέν διορθωθοῦν. Λέγουν δέ καί κοινῶς ὅλοι οἱ θεῖοι ἀπόστολοι εἰς τάς Διαταγάς. “Ἁμαρτία ἀνεξέλεγκτος, ἑαυτῆς χείρων γίνεται καί εἰς ἄλλους τήν διανομήν λαμβάνει. Ἐπεί καί μικρά ζύμη πλήρωμα φυράματος ζυμοῖ, καί εἷς κλέπτης εἰς ὅλον τό ἔθνος τό μῖσος ἐπήγαγε, καί μυῖαι θανοῦσαι σαπριοῦσι σκευασίαν ἡδύσματος ἐλαίου... οὕτω καί πρόβατον ψωραλέον μεταδίδωσιν ἑτέροις τῆς νόσου, μή χωρισθέντων τῶν ὑγιαινόντων προβάτων. Καί ἄνθρωπος λοιμός, πολλοῖς φυλακτέος. Καί κύων λύσσῃ συνεχόμενος ἐπικίνδυνος παντί, ᾧ ἄν προσάψῃ. Ἐάν οὖν καί ἄνθρωπον παράνομον μή τῆς Ἐκκλησίας χωρίσωμεν, ποιοῦμεν τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ σπήλαιον ληστῶν» (Ἑρμηνεία εἰς τοῖς ΙΔ΄ ἐπιστολάς τοῦ ἀποστόλου Παύλου, τόμος Α΄, σελ. 439-441).
Εἶναι ὄντως τόσο πλούσια καί περιεκτική ἡ ἀναφορά τοῦ ἁγίου Νικοδήμου στήν διδασκαλία τῶν ἄλλων Ἁγίων, ὥστε, ἄν κάποιος δέν τό κατανοῆ, νά σημαίνη ἤ ὅτι στερεῖται ὑγιοῦς καί λογικοῦ νοῦ ἤ ὅτι στερεῖται ἀγαθῆς προαιρέσεως.
Ἐδῶ ἐπιπροσθέτως φαίνεται καί ἡ συμφωνία Γραφῶν καί Ἁγίων καί κυρίως ἀποδεικνύεται ὅτι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει εἰς αὐτήν τήν συμφωνία καί ὁμοφωνία. Ὡς ἐκ τούτου σέ ὅ,τι διδάσκουμε χωρίς αὐτήν τήν συμφωνία καί ὁμοφωνία εἶναι σίγουρο καί βέβαιο ὅτι ἀπουσιάζει ἀπό αὐτό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
Σημαντική εἶναι ἡ ἀναφορά τῶν Ἁγίων περί τῆς βλάβης τήν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ Ὀρθόδοξοι, ἄν δέν ἀπομακρυνθοῦν ἀπό τούς φανερά καί ἀπροκάλυπτα ἁμαρτάνοντας. Παρουσιάζουν τήν φανερή ἁμαρτία σάν λοιμική νόσο καί σάν ψώρα, οἱ ὁποῖες μεταδίδονται αὐτομάτως σέ ὅσους ἐπικοινωνοῦν καί συναναστρέφονται μέ αὐτούς. Ἀναφέρουν ὅτι καί μόνη ἡ θέα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν βλάπτει τούς ὑπολοίπους. Ἀναφέρουν ὅτι αὐτοί ἀποτελοῦν τά σάπια μέλη τοῦ σώματος πού μεταδίδουν καί στό ὑπόλοιπο σῶμα τήν νέκρωσι. Ἀναφέρουν ὅτι πολύ περισσότερο ἰσχύουν οἱ λόγοι τοῦ ἀποστόλου Παύλου καί ὅταν συντρώγουμε μέ αὐτούς στήν μυστική καί Θεία Τράπεζα, δηλαδή στήν Θ. Λειτουργία. Ἀναφέρουν τέλος ὅτι ἄν δέν χωριστοῦν αὐτοί ἀπό τόν οἶκο τοῦ Θεοῦ αὐτός μετατρέπεται σέ σπήλαιο ληστῶν.
Ἄν ὅμως, πρέπει νά χωριζώμεθα ἀπό αὐτούς πού ἁμαρτάνουν φανερά καί ἀπροκάλυπτα μέ θανάσιμες ἁμαρτίες, τί γίνεται μέ αὐτούς πού ἁμαρτάνουν φανερά καί ἀπροκάλυπτα καί Συνοδικά στά θέματα τῆς πίστεως, δηλαδή τούς αἱρετικούς καί στήν προκειμένη περίπτωσι τούς Οἰκουμενιστές; Διότι εἶναι κοινή ἡ διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Ἁγίων ὅτι ἡ αἵρεσις εἶναι ἡ μεγαλυτέρα καί χειροτέρα, πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν, εἰς τρόπον ὥστε νά σέ χωρίζη ἀμέσως ἀπό τόν Θεό. Ἡ συμμετοχή δέ εἰς αὐτήν τήν ἁμαρτία τῆς αἱρέσεως γίνεται, ὄχι μόνο διά τῆς ἀποδοχῆς της θεωρητικῶς, ἀλλά καί διά τῆς συμπορεύσεως καί συνυπάρξεως πρακτικῶς, καί διά τῆς λειτουργικῆς ἐνσωματώσεως και, ἀκόμη, διά τῆς σιωπῆς καί ἀνοχῆς καί ἀδιαφορίας. Διότι ἡ αἵρεσις σημαίνει τήν κήρυξι ἄλλης πίστεως, ἄλλου Εὐαγγελίου, ἄλλης Παραδόσεως, σημαίνει προδοσία καί ἀποστασία, σημαίνει κατ’ οὐσίαν τήν κήρυξι ἄλλου Χριστοῦ καί βεβαίως ἄλλης Ἐκκλησίας καί ἄλλης ὁδοῦ σωτηρίας.
Ἐδῶ δυστυχῶς οἱ Οἰκουμενιστές καί οἱ Ἀντιοικουμενιστές συμπορεύονται καί συνταυτίζονται, διδάσκοντας ὅτι δέν πρέπει νά χωριζώμεθα καί νά ἀπομακρυνώμεθα ἐκκλησιαστικῶς ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, ἀλλά πρέπει νά ἀναμένωμε ἡσύχως ἤ ἔστω διαμαρτυρόμενοι (χαρτοπολεμώντας), μέχρις ὅτου συνέλθη ἡ Σύνοδος καί, ἀφοῦ συνέλθη ἀπό τήν νάρκη καί τήν ἀφασία, ἤ μᾶλλον τήν σκοπιμότητα καί ὑστεροβουλία, συνεδριάση καί καταδικάση τήν αἵρεσι καί τούς αἱρετικούς ὀνομαστικῶς. Μέχρι τότε διδάσκουν, καί οἱ μέν καί οἱ δέ, δέν βλαπτόμεθα, οὔτε μολυνόμεθα, οὔτε ἐθιζόμεθα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική αὐτή συνύπαρξι καί συμπόρευσι καί ἀλληλοπεριχώρησι.

Δηλαδή οἱ Γραφές καί οἱ Ἅγιοι ὁμοθυμαδόν διδάσκουν τήν βλάβη καί τόν μολυσμό ἀπό αὐτή τήν ἐπικοινωνία καί μάλιστα γιά τίς μικρότερες ἁμαρτίες, ὅταν αὐτές γίνονται φανερά καί ἀπροκάλυπτα, καί οἱ μεταπατερικοί πατέρες διδάσκουν τά ἐντελῶς ἀντίθετα, καί μάλιστα γιά τήν μεγαλυτέρα πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν, δηλαδή τήν αἵρεσι. Ἐνῶ ὅμως ἡ διδασκαλία Οἰκουμενιστῶν καί Ἀντιοικουμενιστῶν, εἰς αὐτό τό σημεῖο, ταιριάζει καί ἐναρμονίζεται, διαφέρει προφανῶς ὁ σκοπός. Διότι οἱ μέν Οἰκουμενιστές διδάσκουν αὐτά διά νά προαγάγουν ἡσύχως καί ἄνευ ἀντιστάσεως τήν αἵρεσι, οἱ δέ Ἀντιοικουμενιστές γιά νά μήν σηκώσουν τόν σταυρό τῆς ὁμολογίας καί τόν ὀνειδισμό τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά νά περιοριστοῦν στό βάρος τῶν θεωρητικῶν ὁμολογιῶν καί τοῦ χαρτοπολέμου.