Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Η Αγία Γραφή για την άμεση απομάκρυνση από τους Οικουμενιστές, Ε΄ Μέρος (του π. Ευθ. Τρικαμηνά).


Μέρος Ε΄.

22) Γαλάτας 5,9: «Μικρά ζύμη ὅλο τό φύραμα ζυμοῖ».
Τό ἴδιο ἐπίσης χωρίο χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί στήν πρώτη πρός Κορινθίους ἐπιστολή (5,6).  Στούς μέν Γαλάτας ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν τό ἀναφέρει γιά νά διδάξη ὅτι, ἄν ἀποδεχθοῦν ἔστω καί μία ἐντολή τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου (ὅπως στήν προκειμένη περίπτωσι τήν περιτομή), ἡ ὁποία ἔχει ἀντικατασταθῆ ἀπό τόν εὐαγγελικό νόμο, μεταπίπτουν ἐξ ἀνάγκης στόν Ἰουδαϊσμό. Εἰς τούς Κορινθίους δέ ἀναφέρει αὐτήν τήν διδασκαλία γιά νά διδάξη ὅτι ἕνα κακό στήν Ἐκκλησία, τό ὁποῖο γίνεται δημοσίως καί δέν διορθώνεται, εἴτε ἀπό ἀμέλεια τῶν ὑπευθύνων, εἴτε ἀπό ἀδιαφορία, εἴτε διότι συμμετέχουν καί αὐτοί σέ αὐτό, δύναται αὐτό τό κακό, ὅλο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας νά τό διαφθείρη, νά τό μολύνη καί νά τό ἐξομοιώση μέ αὐτό. 
Πρός τούς Γαλάτας ἡ διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἔχει, θά λέγαμε, δογματικό χαρακτῆρα, ἐφ’ ὅσον τό νά μετατεθοῦν οἱ Γαλάτες στόν Ἰουδαϊσμό, ἐσήμαινε ὅτι ἀπεκόπτοντο ἀπό τήν Ἐκκλησία διά τῆς ἀποδοχῆς κάποιας αἱρέσεως, δηλαδή στήν προκειμένη περίπτωσι τῆς περιτομῆς.  Στούς Κορινθίους ἔχει ἠθικό χαρακτῆρα, ἐπειδή τό κακό τῆς πορνείας μένοντας ἀτιμώρητο καί ἀδιόρθωτο, θά γίνη αἰτία νά τό ἀκολουθήσουν πολλοί.
Ὅπως λοιπόν γίνεται ἀντιληπτό, ὅταν ἕνα κακό στήν Ἐκκλησία, εἴτε δογματικῆς φύσεως, εἴτε ἠθικῆς, γίνεται δημοσίως καί παραμένει ἀδιόρθωτο, ἐπηρεάζει  ὅλα τά μέλη της, ὄχι μόνο στήν εὐθύνη, ἀλλά καί σ’ αὐτήν τήν μετάδοσι τῆς νόσου.  Αὐτό τό διδάσκει πάλι ὁ ἀπόστολος Παῦλος πρός τούς Κορινθίους, θέτοντας ὡς τύπον ἑνότητος στήν Ἐκκλησία, τήν εἰκόνα τοῦ σώματος: «καί εἴτε πάσχει ἕν μέλος, συμπάσχει πάντα τά μέλη, εἴτε δοξάζεται ἕν μέλος, συγχαίρει πάντα τά μέλη» (Α΄ Κορινθ. 12,26).
Αὐτή εἶναι καί ἡ ἔννοια τῆς κοινωνίας στήν Ἐκκλησία. Τό κάθε μέλος της δηλαδή, ἀκολουθεῖ καί ἀποδέχεται τήν πορεία καί γραμμή, τήν ὁποία ἀκολουθεῖ ὅλο τό σῶμα. Ἡ σημασία λοιπόν τοῦ «συμπάσχει πάντα τά μέλη», τό ὁποῖο ἐδίδασκε ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν ἔχει τήν ἔννοια μόνον τοῦ συμπονεῖν ἀλλά  καί τοῦ συννοσεῖν. Ὁ Μ. Ἀθανάσιος τό ἀναφέρει αὐτό σέ ἐγκύκλιο ἐπιστολή του ὡς ἑξῆς:  «Εἰ γρ πσχοντος μλουςνς “συμπσχει πντα τμλη”, πασχοσης τς τηλικαύτηςκκλησαςκαστοςς ατς πσχωνκδικετω τπργμα. κοινς γρστινσωτρ ὁ ὑπ' ατν βλασφημομενος, καπντων εσν οκαννες οἱ ὑπ' ατν παραλυμενοι. …διτοτογανακτσαιμς δκαινστιν, ἵνα μτοτων σιωπωμνων κατ' ὀλγον καεςκστηνκκλησαν ττοιοτον κακν διαβκαλοιπνμπριον καὶ ἀγοραον τὸ καθ' ἡμς διδασκαλεον γνηται» (Μ. Ἀθανασίου, Ἐγκύκλιοςπιστολή, Ἔργα 9, Πατερικαὶ Ἐκδόσεις “ΓρηγόριοςΠαλαμς”, σελ. 194, 196, 208).
Αὐτό ἀκριβῶς διδάσκει καί ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης σέ ἐπιστολή του στόν Μάγιστρο Στέφανο, ἀναφερόμενος στήν εἰκονομαχική αἵρεσι καί παρακαλῶντας τον, λόγῳ τοῦ ἀξιώματός του, νά βοηθήση στήν κατάσβεσι τῆς αἱρετικῆς πυρκαϊᾶς: «...ναί, κύριέ μου ἀειπόθητε, ἐκδυσωπῶ κἀγώ ὁ τάλας καί ἄλλως ὅτι ἡμῖν αὐτοῖς εὐεργετοῦμεν τοῦ κοινοῦ φροντίζοντες, ἐπείπερ συννοσοῦμεν, κἄν οὔ φρονήματι στρεβλῷ, ὅμως δ’ οὖν χραινόμενοι τῇ αἱρετικῇ κοινωνίᾳ» (Φατ. 420, 589,36).  Ἐδῶ ὁ ὅσιος διδάσκει ὅτι συννοσοῦν ὅλα τά μέλη ἀπό τήν αἱρετική πορεία τοῦ σώματος, ἔστω καί ἄν δέν ἔχουν αἱρετικό φρόνημα.
Θά ἀποτελοῦσε μεγίστη ἔλλειψι καί παράλειψι, ἄν στήν πνευματική αὐτή τράπεζα δέν παραθέταμε καί μία ἀκόμη ὡραιοτέρα διδασκαλία τοῦ ὁσίου ἐπί τοῦ θέματος τούτου.  Διότι σ’ αὐτήν διδάσκει ὅτι ἡ κοινωνία αὐτή μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι πνευματική καί διαχρονική. Ἄν δηλαδή ἡ ζωή μας εἶναι Ὀρθόδοξος, θεωρητικῶς καί πρακτικῶς, καί συγχρόνως σταυρική ὡς πρός τήν καταπολέμησι τῶν παθῶν, τότε γινόμεθα κοινωνοί τῶν παθημάτων τῶν Ἁγίων και τῆς πίστεώς των, ἔστω καί ἄν ἐμεῖς δέν ὑπέστημεν αὐτά πού ἐκεῖνοι ὑπέστησαν.  Δηλαδή ἐδῶ ὁ ὅσιος, ἐννοεῖ τήν ἐνσωμάτωσι διαχρονικά ὡς πρός τό φρόνημα καί τό βίωμα. Ἡ θαυμασία αὐτή διδασκαλία εὑρίσκεται σέ μία ἀπό τίς λεγόμενες μικρές Κατηχήσεις του:
«Λοιπόν οὖν, ἀδελφοί, σπεύσωμεν, ἀγωνισώμεθα μή καταισχῦναι τά προδιηνυσμένα ἐν χάριτι Χριστοῦ, τάς ἐξορίας, τάς φυλακάς, τάς μάστιγας. Καίτοι γε οὐ πάντες ἐφυλακίσθημεν οὐδέ πάντες ἐμαστίχθημεν· ἀλλ' ὅμως αὕτη ἡ κοινωνία τοῦ βίου, κοινωνία τῶν παθημάτων γίνεται· “Εἴτε γάρ πάσχει ἕν μέλος, συμπάσχει πάντα τά μέλη· εἴτε δοξάζεται ἕν μέλος, συγχαίρει πάντα τά μέλη”» (Μικρά Κατήχησις 62, 165).
Ἐρχόμενοι μετά ἀπό ὅσα προαναφέραμε στήν σημερινή κατάστασι τῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέρομε αὐτό τό ὁποῖο ἀποδέχονται καί οἱ Ἀντιοικουμενιστές ὅτι ἡ πορεία καί γραμμή της εἶναι αἱρετική. Αὐτό βέβαια εἶναι πασίδηλο λόγῳ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία πλέον καθορίζει τήν γραμμή καί πορεία της μέ τελικό σκοπό τήν συμπόρευσι μέ τή Ν. Ἐποχή, τήν Παγκοσμιοποίησι καί τόν ἐρχομό τοῦ Ἀντιχρίστου.
Ἡ γραμμή καί πορεία της αὐτή, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἐπηρεάζει ὅλα τά μέλη της, σέ σημεῖο νά συμπάσχουν, νά συννοσοῦν καί νά συμμετέχουν στήν αἵρεσι, ἔστω καί ἄν κάποιοι διατείνονται ὅτι ἔχουν Ὀρθόδοξο φρόνημα. Τό χειρότερο δέ ὅλων εἶναι ὅτι, ἡ γραμμή αὐτή καί πορεία, εἶναι προγραμματισμένη ὡς πρός τήν ἐξέλιξι καί τόν τελικό της σκοπό, σέ σημεῖο πού κάποιοι Ἀντιοικουμενιστές τό γνωρίζουν τόσο καλά, ὥστε νά καθορίζουν καί τό σημεῖο εἰς τό ὁποῖο τώρα εὑρίσκεται καί νά διαγράφουν ἐπακριβῶς τήν ἐξέλιξί της.
Αὐτό εἶναι ὄντως πρωτοφανές στήν ἱστορία τῶν αἱρέσεων καί ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι ἡ ὑπουλωτέρα ὅλων τῶν αἱρέσεων, ἡ αἵρεσις ἡ ὁποία προχωρεῖ καί ἐξελίσσεται ὄχι μόνο σύμφωνα μέ τόν προγραμματισμό της, ἀλλά καί σύμφωνα μέ τό σχέδιο ὅτι, κάθε νέο βῆμα πρέπει νά γίνη, ἀφοῦ ἔχει γίνει ἀποδεκτό τό προηγούμενο καί, βεβαίως, εἶναι αἵρεσις, ἡ ὁποία ταιριάζει καί ἐναρμονίζεται πλήρως μέ τά πολιτικά δρώμενα, μέ τή Ν. Ἐποχή καί τά ἔσχατα χρόνια.
Ἡ διδασκαλία λοιπόν αὐτή τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού φέρει ὡς παράδειγμα τήν ζύμη (προζύμι) καί τό φύραμα (ἀλεύρι) καθώς καί ἡ εἰκόνα τῶν συννοσούντων μελῶν τοῦ σώματος, μᾶς ὑποδεικνύει ὅτι δέν δυνάμεθα νά μήν συμμετέχωμε στήν αἵρεσι ὡς μέλη τοῦ σώματος καί φύραμα ζυμωμένο μέ τήν ζύμη, ἔστω καί ἄν κατά τά ἄλλα ἔχωμε Ὀρθόδοξο φρόνημα καί ἀποστρεφώμεθα  ἤ καταδικάζωμε τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό τήν αἵρεσι καί ἡ μή συμμετοχή εἰς αὐτήν σημαίνει ὅτι δέν πρέπει νά εἶμαι μέλος αὐτοῦ τοῦ ἀρρώστου κατά τήν πίστι σώματος καί νά μήν συμφύρωμαι μέ τήν αἱρετική ζύμη.
Πρέπει τέλος νά καταθέσωμε καί τίς ἑρμηνεῖες τῶν Πατέρων στήν διδασκαλία αὐτή τοῦ ἀποστόλου Παύλου περί τῆς ζύμης καί
τοῦ φυράματος, ὥστε νά μᾶς διδάξουν οἱ ἴδιοι οἱ Πατέρες τήν συμμετοχή μας στήν αἵρεσι καί τόν μολυσμό πού προέρχεται ἀπό αὐτήν.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας αὐτό τό χωρίο τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀπό τήν πρός Κορινθίους ἐπιστολή, ἀναφέρει τά ἑξῆς: «"Οὐκ οἴδατε ὅτι μικρά ζύμη ὅλο τό φύραμα ζυμοῖ;". Εἰ γάρ καί ἐκείνου τό ἁμάρτημα, φησίν, ἀλλ’ ἀμελούμενον δύναται καί τό λοιπόν τῆς Ἐκκλησίας σῶμα λυμήνασθαι. Ὅταν γάρ ὁ πρῶτος ἁμαρτών μή δῷ δίκην, ταχέως καί ἕτεροι ταῦτα πλημμελήσουσι. Ταῦτα δέ λέγει δεικνύς ὅτι ὑπέρ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, οὐχ ὑπέρ ἑνός,  ἔστιν αὐτοῖς ὁ ἀγών καί ὁ κίνδυνος∙ διό καί τῆς εἰκόνος ἐδεήθη τῆς ζύμης.  Ὥσπερ γάρ ἐκείνη, φησί καί βραχεῖα οὖσα ὅλον πρός ἑαυτήν μεταβάλλει τό φύραμα, οὕτω καί οὗτος, ἄν ἀφεθῇ ἀτιμώρητος, καί ἀνεκδίκητος ἡ ἁμαρτία αὕτη γένηται, καί  τοῖς λοιποῖς λυμανεῖται» (Ε.Π.Ε. 18, 416,20).
Ἐδῶ ὁ ἅγιος γιά νά δείξη τό πόσο πολύ ἐπηρεάζει τό ἁμάρτημα τοῦ ἑνός, ὅταν αὐτό μένει ἀτιμώρητο καί ἀδιόρθωτο, ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας,  χρησιμοποιεῖ δύο φορές τή λέξι «λυμαίνεται», ἡ ὁποία σύμφωνα μέ τό λεξικό τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας σημαίνει κακοποιεῖ, βλάπτει, ἀτιμάζει, καταστρέφει, μολύνει.
Εἰς τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή, ἑρμηνεύοντας ὁ χρυσορρήμων ἅγιος τό ἴδιο χωρίο τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἀναφέρει τά ἑξῆς: «"Μικρά ζύμη ὅλο τό φύραμα ζυμοῖ".  Οὕτω καί ὑμᾶς ἰσχύει, φησί, τό μικρόν τοῦτο κακόν, μή διορθωθέν, καί εἰς τέλειον Ἰουδαϊσμόν ἀγαγεῖν, ὥσπερ ἡ ζύμη τό φύραμα» (Ε.Π.Ε. 20, 356, 18). Ἐδῶ διδάσκει ὁ ἅγιος ὅτι εἰς τήν πίστι, τό μή διορθωθέν κακό, ὁδηγεῖ εἰς τήν αἵρεσι ὅλους, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ζύμη ἐπηρεάζει ὅλο τό ἀλεύρι.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἑρμηνεύοντας τό ἴδιο χωρίο ἀπό τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀναφέρει τά ἑξῆς: «"Μικρά ζύμη ὅλο τό φύραμα ζυμοῖ"  Ἵνα μή τίς λέγῃ, Τί τό πρᾶγμα ἐπαίρεις τῷ λόγῳ; μίαν ἐντολήν μόνην ἐφυλάξαμεν τοῦ νόμου, καί τοσαῦτα θορυβεῖς; ἄκουσον πῶς ἐκφοβεῖ διά τοῦ παραδείγματος. Ὅ δέ λέγει, τοιοῦτόν ἐστιν∙ Ὥσπερ ἡ ζύμη μικρά τις οὖσα ὅλον τό φύραμα εἰς ἑαυτήν μετατίθησιν, οὕτω καί ὑμᾶς δύναται, φησίν, τό μικρόν τοῦτον κακόν μή διορθωθέν,  καί εἰς τέλειον Ἰουδαϊσμόν ἀγαγεῖν» (P.G. 95, 809D).
Ἄν ἀναλογισθοῦμε ὅτι οἱ Πατέρες ὁμιλοῦν γιά μικρό κακό μή διορθωθέν, τό ὁποῖο μᾶς ὁδηγεῖ ἐκτός Ἐκκλησίας (στήν προκειμένη περίπτωσι στόν Ἰουδαϊσμό), πόσο ἀσφαλέστερα, λοιπόν, μᾶς ὁδηγεῖ ὁ διάβολος ἐκτός Ἐκκλησίας μέ τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία δέν εἶναι μικρό κακό, ἀλλά μέγιστο, ὅπως ἀνωτέρω ἐξηγήσαμε.
Καί οἱ ἄλλοι ἑρμηνευτές (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, Θεοδώρητος Κύρου, Οἰκουμένιος) παρομοίως ἑρμηνεύουν τό ρητό αὐτό τοῦ ἀποστόλου Παύλου καί θά λέγαμε ὅτι ἀκολουθοῦν πιστά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο.
Πρέπει τέλος νά σημειώσωμε ὅτι οἱ Ἀντιοικουμενιστές, δέν ἀποδέχονται τήν διδασκαλία αὐτή τῆς Ἁγίας Γραφῆς, οὔτε βεβαίως τίς ἑρμηνεῖες τῶν Ἁγίων, διότι διδάσκουν ὅτι δέν μολυνόμεθα, οὔτε συμμετέχομε στήν αἵρεσι, ὅταν ἔχομε Ὀρθόδοξο φρόνημα (καί διαμαρτυρόμεθα), διδάσκουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία σήμερα εἶναι ἄσπιλος καί ἀμώμητος, λόγῳ προφανῶς τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἁγίων, καί ὄχι τῆς αἱρετικῆς της πορείας καί ὅτι ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία σώζει καί δέν σώζεται. Ὅλα αὐτά τά ἰσχυρίζονται ὑπαρχούσης τῆς αἱρέσεως ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὄχι μόνο δέν καταδικάζεται ἀλλά μέ σταθερά βήματα μᾶς ὁδηγεῖ πρός τήν ἐνσωμάτωσι μέ ὅλους τούς αἱρετικούς καί τήν συμπόρευσι μέ ὅλες τίς πολιτικές ἐξελίξεις καί καταστάσεις.

23) Β΄ Θεσσ. 3,6: «Παραγγέλομεν δε ὑμῖν, ἀδελφοί, ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, στέλλεσθαι ὑμᾶς ἀπό παντός ἀδελφοῦ ἀτάκτως περιπατοῦντος καί μή κατά παράδοσιν ἥν παρέλαβον παρ’ ἡμῶν. αὐτοί γάρ οἴδατε πῶς δεῖ μιμεῖσθαι ἡμᾶς, ὅτι οὐκ ἠτακτήσαμεν ἐν ὑμῖν. οὐδέ δωρεάν ἄρτον ἐφάγαμεν παρά τινος, ἀλλ’ ἐν κόπῳ καί μόχθῳ, νύκτα καί ἡμέραν ἐργαζόμενοι, πρός τό μή ἐπιβαρῆσαι τινα ὑμῶν».
Εἰς τό σημεῖο αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει τήν προσωπική, θά λέγαμε, ἀπομάκρυνσι ἀπό κάθε Χριστιανό, ὁ ὁποῖος περιπατεῖ ἀτάκτως. Ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ ἑρμηνευταί διδάσκουν ὅτι ὁ ἀτάκτως περιπατῶν εἶναι ὁ μή ἐργαζόμενος.  Αὐτό βεβαίως τό συμπέρασμα τό ἐξάγουν ἀπό τήν συνέχεια τῶν λόγων τοῦ ἀποστόλου, εἰς τά ὁποῖα φέρει τόν ἑαυτόν του ὡς παράδειγμα μέ τό νά ἐργάζεται συγχρόνως, ἐνῶ κηρύττει ταυτόχρονα καί τό Εὐαγγέλιο γιά νά μήν ἐπιβαρύνη τούς ἀδελφούς.  Ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτή ἀπό τούς ἀργούς καί ὀκνηρούς ἔχει ὡς σκοπό, ἀφ’ ἑνός μέν τό νά μήν βλαφθοῦν οἱ Χριστιανοί ἀπό αὐτήν τήν συναναστροφή καί ἀφ’ ἑτέρου διά νά βοηθήσουν τόν ὀκνηρό διά τῆς ἐντροπῆς νά διορθωθῆ. 
Αὐτό τό ἀναφέρει κατωτέρω ὁ ἀπόστολος Παῦλος στόν στίχο δέκα τέσσερα (14): «Εἰ δε τίς οὐχ ὑπακούη τῷ λόγῳ ἡμῶν διά τῆς ἐπιστολῆς τοῦτον σημειοῦσθε καί μή συναναμίγνυσθε αὐτῷ ἵνα ἐντραπῇ».
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἑρμηνεύοντας αὐτήν τήν διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Βλέπεις, ἀγαπητέ, ποία μεγάλη ὠφέλεια προξενεῖται εἰς ἐκεῖνον ὁποῦ χωρισθῇ ἀπό τήν συναναστροφήν τῶν ἀδελφῶν του χριστιανῶν; Δηλαδή τό νά λάβῃ αὐτός ἐντροπήν εἰς τόν ἑαυτόν του∙ ἀπό δέ τήν ἐντροπήν προξενεῖται εἰς αὐτόν καί ἡ διόρθωσις» (Ἑρμηνεία εἰς τάς ΙΔ΄ ἐπιστολάς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τόμος 3ος σελ. 136). Δηλαδή, ἡ ὠφέλεια σέ κάποιον πού σφάλλει σέ σοβαρά θέματα, δέν ἔρχεται ὅταν εἴμεθα ἑνωμένοι μέ αὐτόν, ἀλλά ὅταν χωρισθοῦμε ἀπό αὐτόν.
         Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρει κάτι σημαντικό στό θέμα τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό αὐτούς, οἱ ὁποῖοι δέν βαδίζουν σύμφωνα μέ τήν Παράδοσι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Ἀναφέρει ὅτι, καί ἅγιος νά εἶναι κάποιος, ἄν δέν βαδίζη σύμφωνα μέ τήν Παράδοσι, πρέπει νά ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό αὐτόν: «”Στέλλεσθαι ὑμᾶς” φησίν “ἀπό παντός ἀδελφοῦ”. Μή μοι τόν πλούσιον εἴπης, μή μοι τόν πένητα, μή μοι τόν ἅγιον, τοῦτο ἀταξία ἐστί. “Περιπατοῦντος” φησί, τουτέστι βιοῦντος. “Καί μή κατά τήν παράδοσιν ἥν παρέλαβον παρ’ ἡμῶν”. Παράδοσιν τήν διά τῶν ἔργων φησί καί κυρίως ταύτην ἀεί λέγει παράδοσιν» (Ε.Π.Ε. 23, 92, 18).
    Εἶναι πολύ σημαντικό τό σημεῖο αὐτό, διότι τόν χρυσορρήμονα ἅγιο δέν τόν ἐνδιαφέρει, ἄν κάτι τό ἔπραξε κάποιος, ἔστω καί ἅγιος, ἀλλά, ἄν αὐτό συμφωνῆ μέ τήν διδασκαλία καί Παράδοσι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, εἰδ’ ἄλλως τό θεωρεῖ ἀταξία, δηλαδή παράδειγμα, ὄχι πρός μίμησι, ἀλλά πρός ἀποφυγή. Σήμερα βεβαίως, ἀλλάξαμε αὐτήν τήν Παράδοσι καί διδάσκουμε πρός μίμησι τά πρός ἀποφυγήν παραδείγματα τῶν συγχρόνων γερόντων καί μάλιστα διά τά θέματα τῆς πίστεως.  Σημειώνουμε στό σημεῖο αὐτό ὅτι αὐτήν τήν ἔκφρασι τοῦ  Χρυσοστόμου ἁγίου «μή μοι τόν πλούσιον εἴπῃς, μή μοι τόν πένητα, μή μοι τόν ἅγιον», τήν χρησιμοποιοῦν ἀπαραλλάκτως καί οἱ ἄλλοι ἑρμηνευτές στήν ἑρμηνεία αὐτοῦ τοῦ χωρίου, τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι αὐτό δέν εἶναι γνώμη ἑνός μεμονωμένου ἁγίου, ἔστω μεγίστου καί φωστῆρος, ἀλλά ἀποτελεῖ θέσι τῆς Ἐκκλησίας.
      Στήν ἑρμηνευτική μέθοδο τῶν Πατέρων ἐντάσσεται καί τό ὅτι ἀπό τά μικρότερα κακά συμπεραίνουν καί τά μεγαλύτερα. Αὐτό τό κάνει καί ὁ ἅγιος Νικόδημος στό συγκεκριμένο χωρίο καί ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Βλέπε δέ, ὦ ἀναγνῶστα, ὅτι ἀνίσως πρέπει νά χαρίζωνται οἱ χριστιανοί ἀπό ἐκεῖνον πού ἁπλῶς δέν δουλεύει, ἀλλά κάθεται ἀργός, πόσῳ μᾶλλον εἶναι ἀκόλουθον νά χωρίζωνται ἀπό τούς ἄλλους κακούς ἀνθρώπους, τούς φανερά ἁμαρτάνοντας; Δι’ ὅ καί ἀλλαχοῦ ἔγραψεν ὁ αὐτός Παῦλος “νυνί δέ ἔγραψα ὑμῖν μή συναναμίγνυσθαι ἐάν τις ἀδελφός ὀνομαζόμενος ᾖ πόρνος ἤ πλεονέκτης ἤ εἰδωλολάτρης ἤ λοίδορος ἤ μέθυσος ἤ ἅρπαξ τῷ τοιούτῳ μηδέ συνεσθίειν”» (Α’ Κορινθ. 5,11).
      Χρησιμοποιώντας πάλι τήν ἴδια  ἑρμηνευτική μέθοδο  τῶν Πατέρων θέτουμε τό ἐρώτημα πρός τούς ὑπερμάχους τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου καί τούς ὑπερμάχους τοῦ χαρτοπολέμου καί τοῦ ἐφησυχασμοῦ.  Πῶς εἶναι δυνατόν για τά μικρότερα ἁμαρτήματα, τά ὁποῖα γίνονται φανερά, νά διδάσκη ὁ Θεός (μέσα στήν Ἁγία Γραφή) τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό αὐτούς πού τά πράττουν, καί γιά τά μεγαλύτερα ἁμαρτήματα, ὅπως γιά παράδειγμα εἶναι ἡ αἵρεσις, ὅταν κηρύσσεται ἐπ’ Ἐκκλησίας καί Συνοδικῶς, νά διδάσκη, ἔστω καί δυνητικά, τήν παραμονή, ἀναγνώρισι καί συμπόρευσι καί μάλιστα σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο μέ τούς αἱρετικούς, μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου; Ἐδῶ μάλιστα, ἐφ’ ὅσον πρόκειται γιά τούς Ἐπισκόπους, ὑπάρχει καί ἡ ἀναγνώρισις εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, τό ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἀποδεχόμεθα ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὅ,τι καί ὁ Ἐπίσκοπος πού τόν ἐκπροσωπεῖ στόν τόπο του καί πού εἶναι ἡ ὁρατή εἰκόνα του.
      Ἐφ’ ὅσον λοιπόν ὁ Θεός μέσα στήν Ἁγία Γραφή διδάσκει τήν ἀπομάκρυσνι ἀπό τούς φανερά ἁμαρτάνοντας καί μάλιστα μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἁμαρτίας τῆς ἀργίας καί ὀκνηρίας, πολύ περισσότερο  ἐπιτάσσει τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένας, τούς ὁποίους ἀποκαλεῖ λύκους. Ἐδῶ καί ἡ βλάβη εἶναι σαφῶς μεγαλυτέρα, διότι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ὁ ὁδηγός καί ποιμένας τῶν λογικῶν προβάτων, ἡ βλάβη δέ αὐτή ἔχει ἐκκλησιαστικές διαστάσεις, διότι ἐνσωματούμεθα σέ ἕνα σῶμα αἱρετικό μέ ποιμένα ἕνα λύκο.
      Ἐν κατακλεῖδι δέ ἀναφέρομε ὅτι ἡ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι ὁμοιογενής καί ὁμοιόμορφη καί ὡς ἐκ τούτου δέν εἶναι δυνατόν γιά τά μικρότερα νά ἀπαιτῆ ἀπομάκρυνσι, ἐνῶ γιά τά μεγαλύτερα, βαρύτερα καί οὐσιωδέστερα νά ἐπιβάλη  ἤ ἔστω νά ἐπιτρέπη τήν προσκόλλησι καί ἐνσωμάτωσι, ἔστω καί μέ τήν ἐξεύρεσι  ὡς μέθοδο ἤ μᾶλλον τέχνασμα τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τῆς δυνητικῆς θεωρίας.

          24. Α' Τιμόθ. 6, 3-5: «Ταῦτα δίδασκε καί παρεκάλει. εἴ τις ἑτεροδιδασκαλεῖ καί μή προσέρχεται ὑγιαίνουσι λόγοις τοῖς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῇ κατ’ εὐσέβειαν διδασκαλίᾳ τετύφωται, μηδέν ἐπιστάμενος, ἀλλά νοσῶν περί ζητήσεις καί λογομαχίας, ἐξ ὧν γίνεται φθόνος, ἔρις, βλασφημίαι, ὑπόνοιαι πονηραί, παραδιατριβαί διεφθαρμένων ἀνθρώπων τόν νοῦν καί ἀπεστερημένων τῆς ἀληθείας, νομιζόντων πορισμόν εἶναι τήν εὐσέβειαν, ἀφίστασο  ἀπό τῶν τοιούτων».
    Καί εἰς αὐτό τό χωρίο ὁ ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό αὐτούς οἱ ὁποῖοι δέν διδάσκουν Ὀρθόδοξα, ἀλλά ἑτεροδιδασκαλοῦν, δηλαδή διδάσκουν, ὄχι αὐτά πού ἐντέλλονται ὁ Θεός καί οἱ Ἅγιοι, ἀλλά αὐτά πού ἐντέλλεται ἡ διάνοιά των, ὁ ὀρθολογισμός καί τά πάθη των.
     Εἶναι δέ παρόμοιο τό χωρίο αὐτό, μέ ἐκεῖνο τῆς Β΄ Πρός Θεσσαλονικεῖς (3,6), στό ὁποῖο διδάσκει ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς ἀτάκτως περιπατοῦντας καί μή κατά τήν ἀποστολική Παράδοσι.  Ἐπίσης προσομοιάζει μέ αὐτό τῆς Α’ Πρός Κορινθίους (ε΄, 9-11), στό ὁποῖο ὁ ἀπόστολος διδάσκει τήν ἀπομάκρυνσι μέχρι σημείου ἁπλῆς συνεστιάσεως ἀπό τούς φανερά πόρνους, πλεονέκτες, λοίδορους, ἅρπαγες κ.λπ. Αὐτό σημαίνει ὅτι, αὐτή ἡ ἀπομάκρυνσις, ἔχει ὡς σκοπό καί τήν διόρθωσι τῶν φανερά καί ἀπροκάλυπτα ἁμαρτανόντων καί τήν προστασία  καί ἀσφάλεια τῶν Ὀρθοδόξων.
      Αὐτή ἡ διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου δέν ἀντιτίθεται στό ἐλάχιστο στήν διδασκαλία καί πρᾶξι τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος συνέτρωγε μετά τῶν τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν, σέ σημεῖο νά σκανδαλίζωνται καί νά τόν κατηγοροῦν οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι· διότι ἐκεῖ ἐπρόκειτο γιά ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μέν ἁμαρτωλοί, ὅπως π.χ. ὁ Ζακχαῖος ὁ Τελώνης, πλήν ὅμως εἶχαν διάθεσι διορθώσεως και, θά λέγαμε, κατά βάθος ἀγαθή προαίρεσι. Ἐδῶ ὅμως ὁ ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς φανερά ἁμαρτάνοντας, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ γνωρίζουν τήν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἁμαρτάνουν θεληματικά καί ἀπροκάλυπτα και, τό κυριώτερο, δέν ἔχουν ἀγαθή προαίρεσι πρός διόρθωσι. Ἐξυπακούεται ὅτι ἡ μή ἀπομάκρυνσις τῶν Ὀρθοδόξων σέ ὅλες αὐτές τίς περιπτώσεις, δηλώνει ἔμπρακτα καί τήν ἀναγνώρισι αὐτῶν τῶν πράξεων, ἔστω καί ἄν διακηρύττωμε μέ τά λόγια τά ἀντίθετα.
     Ἡ διδασκαλία λοιπόν αὐτή τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἔρχεται σέ ἀντίθεσι μέ τήν σημερινή πορεία τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι δέν ἀπομακρύνονται ἐκκλησιαστικῶς, ὄχι ἁπλῶς ἀπό τούς φανερά ἁμαρτάνοντας (αὐτό θά ἦτο πολύ μικρότερο κακό), ἀλλά ἀπό τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους καί, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, δίδουν ἰσχύ στήν αἵρεσι καί τήν καθιστοῦν ἀνθρωπίνως ἀθεράπευτη.
Θά ἔλθωμε, ἐν συνεχείᾳ, νά ἰδοῦμε αὐτήν τήν διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου μέ τήν ἑρμηνευτική διόπτρα τῶν Ἁγίων. Ὁ ἄριστος  τῶν ἑρμηνευτῶν ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τόν ὁποῖο ἀκολουθοῦν πολλές φορές καί κατά γράμμα οἱ ἄλλοι ἑρμηνευτές, ἀναφέρει στό σημεῖο αὐτό τά ἑξῆς: «"Ἀπό τούτων" φησίν  "ἀφίστασο". Οὐκ εἶπεν, Ὁμόσε χώρει, ἀλλ΄ “Ἀφίστασο”, τουτέστιν, ἐκτρέπου. “Αἱρετικόν” γάρ, φησί, “ἄνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ”. Δείκνυσιν αὐτούς οὐκ ἀπό ἀγνοίας τοσοῦτον, ὅσον ἀπό ραθυμίας καί αὐτήν τήν ἄγνοιαν ἔχοντας. Ἀνθρώπους γάρ χρημάτων ἕνεκεν μαχομένους πότε δυνήσῃ πεῖσαι; Ἄλλως οὐ πείσεις τούς τοιούτους, ἄν μή δῷς πάλιν, καί οὐδέ οὕτως αὐτῶν τήν ἐπιθυμίαν ἐμπλήσεις. “Πλεονέκτου γάρ ὀφθαλμός”, φησίν, “οὐκ ἐμπίπλαται μερίδι”. Δεῖ τοίνυν αὐτούς ἀδιoρθώτους ἔχοντας ἐκτρέπεσθαι. Εἰ δέ τῷ τοῦ μάχεσθαι πολλήν ἔχοντι τήν ἀνάγκην παραινεῖ μή ὀμόσε χωρεῖν μηδέ συμπλέκεσθαι, πολλῷ μᾶλλον τοῖς μαθητευομένοις ἡμῖν, τοῖς ἐν τάξιν μαθητῶν οὖσιν» (Ε.Π.Ε. 23, 426, 17).
      Ἐδῶ ὁ Χρυσόστομος ἅγιος, ἑρμηνεύοντας τό χωρίον αὐτό τοῦ Παύλου διδάσκει τά ἑξῆς: 1) Ἡ διδασκαλία τοῦ ἀπ. Παύλου δέν εἶναι νά προχωρῆς μαζί μέ αὐτούς, ἀλλά νά ἀπομακρύνεσαι, νά ἐκτρέπεσαι ἀπό τήν ὁδό πού ἀκολουθοῦν αὐτοί καί νά ἀκολουθῆς ἄλλη ὁδό. 2) Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι δέν ἁμαρτάνουν ἐξ ἀγνοίας, ἀλλά ἐκ ραθυμίας. 3) Ἐφ’ ὅσον παραμένουν ἀδιόρθωτοι πρέπει νά ἀπομακρυνώμεθα μέ κάθε τρόπο ἀπό αὐτούς καί 4) Αὐτή ἡ διδασκαλία τοῦ ἀπ. Παύλου ἰσχύει πολύ περισσότερο δι’ αὐτούς πού εὑρίσκονται στήν τάξι τῶν μαθητῶν, τό ὁποῖο σημαίνει τήν ἀσφάλεια καί προστασία των.
       Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στήν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου αὐτοῦ ἀναφέρει τά ἑξῆς: «"Ἀφίστασο ἀπό τῶν τοιούτων" Δέν εἶπε συμπλέκου μέ τούς τοιούτους καί ἀντιμάχου, ἀλλά μάκρυνον ἀπό αὐτούς, Ὦ Τιμόθεε, ἀφοῦ δηλονότι τούς νουθετήσεις μίαν καί δύο φορές∙ διατί πότε, ἤ πῶς θέλεις καταπείσῃς ἀνθρώπους, ὁποῦ μάχονται διά τά ἀργύρια; Βέβαια οὐδέποτε θέλεις τούς καταπείσῃς, ἔξω μόνον ἄν τούς χορτάσῃς ἀργύρια∙ διά τοῦτο ὡς ἀδιορθώτους ἀπόφευγε αὐτούς∙ καθώς καί πρός Τίτον ὁ αὐτός Ἀπόστολος ἔγραψεν “αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ”» (Ἑρμηνεία εἰς τάς ΙΔ΄ Ἐπιστολάς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τόμος 3ος, σελ. 262).
  Ἐδῶ ὁ ἅγιος Νικόδημος εἶναι σάν νά ὁμιλῆ στούς Ἀντιοικουμενιστές, διότι καυτηριάζει τήν σημερινή τακτική και πορεία των. «Δέν εἶπε συμπλέκου μέ τούς τοιούτους καί ἀντιμάχου, ἀλλά μάκρυνον ἀπό αὐτούς». Οἱ Ἀντιοικουμενιστές ὅμως εἰς πεῖσμα τῶν Γραφῶν καί τῶν Ἁγίων ἐφαρμόζουν ἀντίθετον πορεία· δηλαδή συμπλέκονται καί ἀντιμάχονται μετά τῶν Οἰκουμενιστῶν καί μάλιστα σέ βαθμό ἐνσωματώσεως. Ἡ ἀπομάκρυνσις (κατ’ αὐτούς) ἀποτελεῖ σχίσμα καί ἔξοδο ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Τά ἴδια ἀκριβῶς διδάσκει καί ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας «”Ἀφίσταστο ἀπό τῶν τοιούτων” Οὐκ εἶπε, Συμπλέκου τοῖς τοιούτοις, καί ἀντιμάχου, ἀλλ’ "ἀφίστασο" δηλονότι μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν∙ ἀνθρώπους γάρ χρημάτων ἕνεκα μαχομένους πότε πεῖσαι δυνήσῃ; Ἀδιορθώτους τοίνυν ὄντας ἐκτρέπου» (P.G. 125, 80).
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης, τέλος, ὁ Δαμασκηνός στήν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου τούτου ἀναφέρει τά ἑξῆς σημαντικά καί ἄξια ἰδιαιτέρας προσοχῆς: «Τοῦτο φησί∙ Καθάπερ τά ψωραλέα τῶν προβάτων παρατριβόμενα, νόσου καί τά ὑγιαίνοντα ἐμπίπτησιν, οὕτω καί αὐτοί οἱ πονηροί ἄνδρες» (Ε.Π.Ε. 12, 326,3).
      Ἐδῶ ἀσφαλῶς ὁ ἅγιος ἐννοεῖ τόν μολυσμό τῶν Ὀρθοδόξων ἀπό αὐτή τήν συνύπαρξι καί συμπόρευσι, ἐφ’ ὅσον, τά ἀσθενῆ καί ψωραλέα πρόβατα μέ τήν ἐπικοινωνία (τοῦτο σημαίνει ἡ λέξις «παρατριβόμενα»), μεταδίδουν τή νόσο καί στά ὑγιῆ. Παρ’ ὅλα αὐτά οἱ Ἀντιοικουμενιστές ἰσχυρίζονται ὅτι δέν μολύνονται, οὔτε συμμετέχουν στήν αἵρεσι.
     Χρησιμοποιώντας τήν συγκριτική μέθοδο ἑρμηνείας τῶν Ἁγίων ἐν κατακλεῖδι λέγομε ὅτι, ἄν οἱ Γραφές καί οἱ Ἅγιοι διδάσκουν ὁμοθυμαδόν τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς φανερά ἁμαρτάνοντας, πόσο μᾶλλον αὐτό θά ἰσχύη γιά τούς ἁμαρτάνοντας περί τήν πίστι, δηλαδή τούς αἱρετικούς. Καί πόσο μεγαλύτερος εἶναι ὁ κίνδυνος ἀπό αὐτήν τήν συμπόρευσι καί ἐνσωμάτωσι; Ἐδῶ οἱ Ἀντιοικουμενιστές διδάσκουν, γιά τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς, τήν καταδίκη πρῶτα τῆς αἱρέσεως καί τῶν αἱρετικῶν ὀνομαστικῶς  ἀπό Σύνοδο, τήν παρουσία Ἁγίων γιά τήν κατάγνωσι τῆς αἱρέσεως κ.λπ. Καί ὅλα αὐτά βεβαίως τά διδάσκουν, ὅπως ἀναφέρει ἀνωτέρω ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὄχι ἐξ ἀγνοίας, ἀλλά ἐκ ραθυμίας, δηλαδή πρός ἐφησυχασμό καί βόλεμα.

    25. Τίτον 3,10: «Αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδώς ὅτι ἐξέστραπτε ὁ τοιοῦτος καί ἁμαρτάνει ὤν αὐτοκατάκριτος».
  Στό χωρίο αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει νά ἀπομακρυνώμεθα ἀπό κάθε αἱρετικό, τόν ὁποῖο ἐνουθετήσαμε μία καί δεύτερη φορά καί ἔμεινε ἀδιόρθωτος καί ἀμετανόητος.  Αὐτός, ἀναφέρει ὁ Παῦλος, ἔχει διαστραφῆ καί ἁμαρτάνει στά θέματα τῆς πίστεως, ὄχι ἐξ ἀγνοίας, ἀλλά ἐν γνώσει καί δι’ αὐτό εἶναι αὐτοκατάκριτος, δηλαδή καταδικασμένος ἀπό τά ἴδια του τά ἔργα καί τήν προαίρεσί του.
         Ἡ διδασκαλία αὐτή τοῦ Χριστοῦ διά τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶναι σαφής καί καθοριστική στίς σχέσεις μας καί στήν ἐν γένει ἐπικοινωνία μας μέ τούς αἱρετικούς. Εἶναι δέ πλήρως ἐνηρμονισμένη μέ ὅλα τά συναφῆ χωρία πού ἀναφέρονται στίς σχέσεις καί στήν ἐπικοινωνία μέ τούς αἱρετικούς. Ἡ ἑρμηνεία λοιπόν τήν ὁποία θά δώσωμε στό χωρίο αὐτό δέν πρέπει νά εἶναι αὐθαίρετη καί ὅπως μᾶς βολεύει καί μᾶς ἐξυπηρετεῖ στόν ἐφησυχασμό καί στήν ἀδράνεια, ἀλλά πρέπει καί αὐτή νά εἶναι σύμφωνη μέ ὅλη τήν περί αἱρετικῶν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὥστε νά μήν παρουσιάσωμε τήν διδασκαλία αὐτή ἀντιμαχομένη, διφορούμενη καί ἀόριστη.
   Θά ἐπιστρατεύσωμε λοιπόν πάλι τούς Ἁγίους νά μᾶς ἑρμηνεύσουν τό ἐν λόγῳ χωρίο καί ἐμεῖς ἁπλῶς θά κάνωμε τίς ἀνάλογες ἐπισημάνσεις στίς ἑρμηνεῖες αὐτές, διά νά καταδείξωμε ὅτι καί αὐτό τό χωρίο διαστρέφεται ἀρκούντως καί προσαρμόζεται στήν γραμμή καί τακτική των, ὄχι ἀπό τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι ἀδιαφοροῦν πλήρως καί κυνικῶς διά τήν περί αἱρετικῶν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλά ἀπό τούς Ἀντιοικουμενιστές, οἱ ὁποῖοι δῆθεν ἐνδιαφέρονται γιά τήν διδασκαλία αὐτή.
   Ὁ Χρυσόστομος ἅγιος κατ’ ἀρχάς, τόν ὁποῖο ὅπως προαναφέραμε ἔχουν ὡς πρότυπο καί σημεῖο ἀναφορᾶς ὅλοι οἱ ἑρμηνευτές, ἀναφέρει ἑρμηνεύοντας αὐτό τό χωρίο τά ἑξῆς: «Ἔρεις δέ φησί τάς πρός τούς αἱρετικούς, ἵνα μή κάμνωμεν εἰκῇ, ὅταν μηδέν ᾖ κέρδος· τό γάρ τέλος αὐτῶν οὐδέν. Ὅταν ᾖ τις διεστραμμένος, και μηδ΄, ἄν ὁτιοῦν γένηται, προῃρημένος μεταθέσθαι τὴν γνώμην, τίνος ἕνεκεν εἰκῇ κάμνεις κατά πετρῶν σπείρων, δέον πονεῖν τόν καλόν τοῦτον πόνον εἰς τούς σούς τά περί ἐλεημοσύνης αὐτοῖς διαλεγόμενος καί τῆς ἄλλης ἀρετῆς;» (Ε.Π.Ε. 24, 120, 11).
      Ἐδῶ ὁ Χρυσόστομος διδάσκει, ποιές ἔριδες καί φιλονικίες πρέπει οἱ Ὀρθόδοξοι νά ἀποφεύγουν, καί ἀναφέρεται στό προηγούμενο χωρίο, τό ὁποῖο ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Μωράς δέ ζητήσεις καί γεεαλογίας και ἔρεις και μάχας νομικάς περιίστασο· εἰσί γάρ ἀνωφελεῖς καί μάταιοι» (Τίτ. 3,9).  Συνοπτικά δέ διδάσκει ὅτι οἱ φιλονικίες καί οἱ ἔριδες τῆς διδασκαλίας τοῦ Παύλου ἀναφέρονται στούς αἱρετικούς καί πρέπει νά ἀποφεύγωνται, ὅταν οἱ αἱρετικοί εἶναι διεστραμμένοι ἐκ προαιρέσεως («ὅταν γάρ ᾖ τις διεστραμμένος») καί δέν ἔχουν καμμία διάθεσι νά ἀλλάξουν γνώμη, ὁ,τιδήποτε καί ἄν συμβῆ («καί μήδ’ ἄν ὁτιοῦν γένηται, προηρημένος μεταθέσθαι τήν γνώμη»). Τότε, ἀναφέρει ὁ ἅγιος, εἶναι σάν νά σπέρνης στήν πέτρα· κουράζεσαι μάταια, ἐνῶ θά ἔπρεπε νά κάνης αὐτόν τόν ἀγῶνα καί νά διαλέγεσαι μέ τούς ἔχοντας ἀγαθή προαίρεσι: «τίνος ἕνεκεν εἰκῇ κάμνεις κατά πετρῶν σπείρων, δέον πονεῖν τόν καλόν τοῦτον πόνον εἰς τούς σούς τά περί ἐλεημοσύνης αὐτοῖς διαλεγόμενος καί τῆς ἄλλης ἀρετῆς;»
         Συνεχίζοντας ὁ ἅγιος τήν ἑρμηνευτική του διδασκαλία φέρνει σέ συμφωνία τό χωρίο αὐτό τοῦ ἀποστόλου Παύλου μέ τό χωρίο (Β΄ Τιμοθ. 2,25) καί ἀναφέρει τήν σημασία καί ἔννοια ἑκάστου χωρίου καί ποῦ αὐτά ἀναφέρονται: «Πῶς οὖν ἑτέρωθί φησι, “μή ποτε δῷ αὐτοῖς ὁ Θεός μετάνοιαν” ἐνταῦθα δέ, “Αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδώς ὅτι ἐξέστραπτε ὁ τοιοῦτος καί ἁμαρτάνει ὤν αὐτοκατάκριτος”; Ἐκεῖ μέν περί τῆς τῶν ἐλπίδα ἐχόντων διορθώσεώς φησί, καί περί τῶν ἀντιδιατιθεμένων ἁπλῶς· ὅταν δέ δῆλος ᾖ καί πᾶσι φανερός, τίνος ἕνεκα πυκτεύεις εἰκῇ; τί τόν ἀέρα δέρεις».
Ὅταν λοιπόν διαπιστώσωμε ὅτι κάποιος ἔχει αἱρετικά φρονήματα, ὄχι ἐξ ἀγνοίας, ἀλλ’ ἐκ προθέσεως, ὅτι γνωρίζει τήν ἀλήθεια, ἀλλά δέν τόν συμφέρει νά τήν ἀποδεχθῆ, ὅτι ἔχει στρατολογηθῆ στήν αἵρεσι καί παίζει τόν ρόλο του ἐκ τῆς θέσεως τήν ὁποία κατέλαβε, ὅτι τέλος πάντων κάνει ὑπακοή σέ ἀνωτέρους του αἱρετικούς γιά νά διατηρήση τήν θέσι του καί ὅσα ἀπορρέουν ἀπό αὐτήν, τότε πρέπει νά φεύγωμε ἀπό αὐτόν τόν αἱρετικό, διότι εἶναι μάταιος κάθε ἀγῶνας καί εἶναι σά να δέρνωμε τόν ἀέρα: «ὅταν δῆλος ἦ καί πᾶσι φανερός, τίνος ἕνεκεν πυκτεύεις εἰκῇ; τί τόν ἀέρα δέρεις;».
      Αὐτή ἡ διδασκαλία τοῦ Παύλου καί τοῦ Χρυσοστόμου ἔχει ἀσφαλῶς πλήρη ἐφαρμογή ὄχι μόνον στούς Οἰκουμενιστές,  ἀλλά καί στούς Ἀντιοικουμενιστές, διότι ἀμφότεροι συμπορεύονται ἐκκλησιαστικῶς, γνωρίζοντας καί οἱ μέν καί οἱ δέ τήν ἀλήθεια καί τήν σωτήρια περί αἱρετικῶν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, πλήν ὅμως δέν τήν ἀποδέχονται, μέ ἀποτέλεσμα οἱ μέν Οἰκουμενιστές νά αὐτοπροβάλλωνται ὡς ποιμένες καί Ἐπίσκοποι λόγῳ μόνο τῆς ἀποστολικῆς των διαδοχῆς, οἱ δέ Ἀντιοικουμενιστές νά αὐτοπροβάλλωνται ὡς φύλακες καί ὑπερασπιστές τῆς πίστεως, ἀρκούμενοι στόν χαρτοπόλεμο.
         Ἐν συνεχείᾳ, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἑρμηνεύει τήν λέξι «αὐτοκατάκριτος» καί διδάσκει ὅτι αὐτοκατάκριτος δέν εἶναι αὐτός πού καταδικάζεται ἀπό τή Σύνοδο, οὔτε αὐτός πού θά καταδικασθῆ στήν Δευτέρα Παρουσία ἀπό τόν Χριστό, ἀλλά εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος ἐπιμένει στήν πλάνη του μετά ἀπό τίς νουθεσίες πού τοῦ ἔγιναν. Δηλαδή αὐτοκατάκριτος εἶναι ὁ ἐν γνώσει ἀμετανόητος διά τά θέματα τῆς πίστεως: «Τί ἐστίν "ὤν αὐτοκατάκριτος"; Οὐ γάρ ἔχει εἰπεῖν, ὅτι οὐδείς εἶπεν, ὅτι οὐδείς ἐνουθέτησεν. Ὅταν οὖν μετά την παραίνεσιν ὁ αὐτός ἐπιμένῃ,  αὐτοκατάκριτος γίνεται».
      Ἐδῶ πρέπει νά συνοψίσωμε τίς πλάνες τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν μέ βάσι τήν διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.
     Οἱ Ἀντιοικουμενιστές πιστεύουν, ἀντιθέτως ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ διά τοῦ Παύλου καί τήν ἑρμηνεία τοῦ χρυσορρήμονος ἁγίου, ὅτι ὁ αἱρετικός, καθίσταται αἱρετικός, μετά τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, ἐνῶ πρίν ἀπό αὐτήν εἶναι κανονικός ποιμένας καί Ἐπίσκοπος καί μάλιστα εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ.  Ὅτι δέν εἶναι αὐτοκατάκριτος λόγῳ τῆς ἐμμονῆς του στήν αἵρεσι καί στήν πλάνη καί τῆς ἀμετανοησίας του, ἐνῶ τοῦ ἔγιναν οἱ ἀνάλογες νουθεσίες, ἀλλά εἶναι κατακριτέος, δηλαδή ὑπόδικος σέ κάποια Ὀρθόδοξο Σύνοδο, ἡ ὁποία θά τόν καταδικάση καί τότε θά καταστῆ αὐτοκατάκριτος. Δηλαδή τή λέξι «αὐτοκατάκριτος» τήν  συνδέουν μέ τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου καί ὄχι μέ τήν ἀμετανοησία τοῦ αἱρετικοῦ!
Πιστεύουν,  ἐπί πλέον, ὅτι δέν σπέρνουν στίς πέτρες, οὔτε «πυκτεύουν εἰκῇ», δηλαδή δέρνουν τόν ἀέρα, οὔτε ἀγωνίζονται ματαίως, σύμφωνα μέ τόν χρυσορρήμονα ἅγιο, ὅταν προσπαθοῦν νά μεταστρέψουν τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, ὄχι μία καί δύο φορές, σύμφωνα μέ τόν ἀπ. Παῦλο, ἀλλά διαρκῶς καί μονίμως καί μάλιστα τήν στιγμή πού συμπορεύονται ἐκκλησιαστικῶς μέ αὐτούς, τούς ἀναγνωρίζουν καί τούς μνημονεύουν εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ.  Αὐτή εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ χαρτοπολέμου, ὁ ὁποῖος γίνεται, κατά τήν ἄποψί μας, πρός ἀνάπαυσιν τῆς συνειδήσεώς των, ἄν δέν ἔχη βεβαίως καί ἄλλες βαθύτερες προεκτάσεις.
         Θά ἀναφέρωμε ἐν συνεχείᾳ μία ἑρμηνεία τοῦ ἐν λόγῳ χωρίου τοῦ Μ. Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστόν ἦτο προγενέστερος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Σέ ἐπιστολή του πρός τόν Ἐπίσκοπο Θμούεως Σεραπίωνα ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἐνέτυχον καί τῇ νῦν γραφείσῃ παρά τῆς σῆς εὐλαβείας ἐπιστολῇ, καὶ πάνυ θαυμάσας τήν ἀναίδειαν τῶν αἱρετικῶν, συνεῖδον, ὡς οὐδέν οὕτως ἁρμόζει περί αὐτῶν εἰπεῖν ἤ τό τοῦ Ἀποστόλου παράγγελμα· “Αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν  παραιτοῦ, εἰδώς, ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος, και ἁμαρτάνει ὤν αὐτοκατάκριτος”. ∆ιεστραμμένην γὰρ ἔχων τὴν διάνοιαν, οὐχ ἵν' ἀκούσας πεισθῇ, οὐδ' ἵνα μαθὼν μεταγνῷ, πυνθάνεται, ἀλλ' ἕνεκά γε τῶν ἀπατηθέντων παρ' αὐτοῦ, μὴ ἄρα σιωπήσας καταγνωσθῇ καὶ παρ' αὐτῶν» (ΒΕΠΕΣ 33, 133, 19).
    Ἐδῶ ὁ Μ. Ἀθανάσιος θεωρεῖ τόν αἱρετικό, εἰς τόν ὁποῖο ἔγιναν οἱ ἀπαραίτητες νουθεσίες, ὅτι ἔχει  διεστραμμένη τήν διάνοια καί δέν μεταπείθεται, ἀλλά διαρκῶς ἀντιλέγει, ἐξ αἰτίας τῶν ὀπαδῶν του «ἕνεκα γε τῶν ἀπατηθέντων παρ’ αὐτοῦ» καί μέ σκοπό «μή ἄρα σιωπῆσαι καταγνωσθῇ καί παρ’ αὐτῶν», δηλαδή γίνεται φανερός ὡς πρός τήν πλάνη του καί τόν ἐγκαταλείπουν οἱ ὀπαδοί του.  Ἐδῶ φαίνεται ὅτι ἡ ἐμμονή στήν πλάνη καί οἱ ἀτελείωτες δικαιολογίες ἔχουν ὡς βασικό κίνητρο τόν ἐγωϊσμό.
     Τό σημαντικό εἶναι εἰς τήν προκειμένη περίπτωσι, ὅτι στήν διδασκαλία αὐτή ὁ ἅγιος ἀναφέρεται ὄχι στούς Ἀρειανούς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν καταδικασθῆ ἀπό Σύνοδο, ἀλλά στούς Πνευματομάχους, οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν καταδικασθῆ ἀκόμη, ὅπως προκύπτει καί ἀπό τόν τίτλο αὐτῆς: «Ἐπιστολή τοῦ αὐτοῦ (Ἀθανασίου) πρός τόν αὐτόν Σεραπίωνα ὁμοίως περί τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Ἡ δέ συνέχεια τῆς ἐπιστολῆς ἀπό τό τμῆμα πού παρουσιάσαμε δείχνει κατάδηλα ὅτι ὁ ἅγιος ἀναφέρεται ἀποκλειστικά καί μόνον στούς Πνευματομάχους: «Ἤρκει μέν τά προειρημένα∙ ἤρκει, τοσαύτας ἀποδείξεις λαβόντας αὐτούς, παύσασθαι τῆς κατὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος δυσφημίας. Ἀλλ' οὐκ ἠρκέσθησαν· πάλιν δὲ ἀναιδεύονται, ἵνα δείξωσιν, ὅτι λογομαχεῖν μελετήσαντες, καὶ λοιπὸν Πνευματομαχοῦντες, ἔσονται μετ' ὀλίγον νεκροὶ τῇ ἀλογίᾳ».
Ἐδῶ λοιπόν φαίνεται καθαρά ὅτι οἱ Πατέρες δέν ἔθεσαν ὡς κριτήριο τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, προκειμένου νά χαρακτηρισθῆ κάποιος ὡς αἱρετικός, νά διακόψωμε τήν μνημόνευσί του κ.λπ., ἀλλά ἔθεσαν ὡς κριτήριο τό ἐάν ἡ διδασκαλία του συμφωνῆ μέ τήν Ἁγία Γραφή πρωτίστως καί κατά δεύτερο λόγο μέ τήν Ἀποστολική Παράδοσι καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Ἄρα λοιπόν οἱ θεωρίες τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν περί καταδίκης πρῶτα τῆς αἱρέσεως καί τῶν αἱρετικῶν ὑπό Συνόδου εἶναι θεωρίες τῆς Ν. Ἐποχῆς καί ἀποσκοποῦν  στόν ἐφησυχασμό καί στό βόλεμα.
     Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής ἑρμηνεύοντας τό ἐν λόγῳ χωρίο τοῦ ἀπ. Παύλου, ἐξηγεῖ πότε πρέπει νά νουθετοῦμε τούς πλανεμένους καί πότε νά τούς θεωροῦμε αὐτοκατάκριτους. Στά σχόλια λοιπόν εἰς τάς ἐπιστολάς τοῦ ἁγ. Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου ἀναφέρει τά ἑξῆς: «"Διά βίου παντός": Τουτέστι μέχρι τά τῆς παρούσης ἐνέστηκε ζωῆς.  Σημειωτέον δέ ὅτι δεῖ τούς θεοφιλεῖς διά βίου παντός νουθετεῖν τούς πεπλανημένους, καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἕλκειν. Σημείωσαι οὖν αὐτό∙ τινές γάρ ἀμαθῶς τό ἐναντίον λέγουσι, κεχρημένοι τῷ ἀποστολικῷ ρητῷ τῷ λέγοντι∙ “Αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά πρώτην καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ”, μή νοοῦντες τῶν εἰρημένων τήν δύναμιν, ἐκ τῶν ἑπομένων ρητῶν μάλιστα σαφηνιζομένην.  Τότε γάρ εὔλογος ἡ μετά πρώτην καί δευτέραν νουθεσίαν παραίτησις, ὅταν ὁ διδάσκων πρός τήν παραίτησιν ἔλθῃ, εἰδώς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος, καί λανθάνει, ὤν αὐτοκατάκριτος. Δῆλον γάρ, ὡς ἐν τοῖς ἱεροῖς διδασκάλοις ἀποκαλύπτεται καί ἡ τῶν προσιόντων κατάστασις.  Ἕτεροι δέ, τό “μετά πρώτην καί δευτέραν νουθεσίαν”, οὕτως ἐνόμισαν, ἀντί τοῦ, μετά τήν ἐκ τῆς Παλαιᾶς καί Νέας Διαθήκης διδασκαλία» (Ε.Π.Ε. Φιλοκαλία 15Δ, 450,12).
      Ἐδῶ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής ἐξαρτᾶ τήν παραίτησι ἀπό κάθε νουθεσία ἀπό τήν διαπίστωσι ὅτι ὁ νουθετούμενος δέν ἔχει καμμία διάθεσι νά διορθωθῆ καί δι’ αὐτό εἶναι αὐτοκατάκριτος. Καί ἐδῶ λοιπόν τό «αὐτοκατάκριτος» ἔχει σχέσι μέ τήν προαίρεσι τοῦ αἱρετικοῦ καί ὄχι μέ τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου.
    Ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας στήν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου αὐτοῦ ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Πῶς οὖν ἑτέρωθι φησί∙  Μήποτε δῷ αὐτοῖς ὁ Θεός μετάνοιαν; Ἐκεῖ μέν περί τῶν ἐλπίδα διορθώσεως ὑποφαινόντων∙ ἐνταῦθα δέ τόν ἀδιόρθωτον λέγει αἱρετικόν, τόν πάντα διεστραμμένον, ὅς καί αὐτοκατάκριτός ἐστιν, τουτέστιν ἀναπολόγητος. Οὐ γάρ ἔχει εἰπεῖν ὅτι Οὐδείς ἐνουθέτησέ με, οὐδείς ἐδίδαξεν. Ὅταν οὖν μετά τήν παραίνεσιν τοῖς αὐτοῖς ἐπιμένῃ, αὐτοκατάκριτός ἐστιν» (P.G. 125, 169A).
     Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τέλος, στήν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου τούτου ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Διατί ἐδῶ μὲν λέγει ὁ Παῦλος, ὅτι νὰ ἀφίνωμεν μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν φορὰν τὸν αἱρετικὸν ἄνθρωπον καὶ νὰ μὴ τοῦ ὁμιλοῦμεν πλέον, πρὸς δὲ τὸν Τιμόθεον λέγει νὰ παιδεύῃ μὲ πραότητα τοὺς ἐναντίους, μήπως ἤθελε δώσῃ ὁ Θεὸς εἰς αὐτοὺς μετάνοιαν;... (Β΄ Τιμοθ. Β΄ 25)· καὶ ἀποκρινόμεθα, ὅτι ἐκεῖ μὲν λέγει ὁ Ἀπόστολος διὰ ἐκείνους, ὁποῦ δείχνουν ἐλπίδα διορθώσεως· ἐδῶ δὲ λέγει διὰ τὸν ἀδιόρθωτον καὶ ἀνιάτρευτον αἱρετικόν, τὸν ὄντα κατὰ πάντα ἐξεστραμμένον, ὅστις εἶναι καὶ αὐτοκατάκριτος, ἤτοι ἀναπολόγητος· ἐπειδὴ καὶ δὲν ἔχει νὰ εἰπῇ, ὅτι δὲν μὲ ἐνουθέτησε τινάς, οὔτε κανένας μὲ ἐδίδαξε διὰ νὰ μάθω τὴν ἀλήθειαν, διατὶ καὶ νουθετηθεὶς καὶ διδαχθεὶς ἅπαξ καὶ δὶς ἔμεινεν εἰς τὴν πλάνην του. Ὅταν λοιπὸν ὁ τοιοῦτος μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν καὶ διδαχὴν ἐπιμένῃ εἰς τὴν πλάνην του, τότε εἶναι αὐτοκατάκριτος καὶ ἀναπολόγητος, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀπέχουν οἱ Χριστιανοὶ ἀπὸ αὐτόν» (Ἑρμηνεία εἰς τάς ΙΔ΄ Ἐπιστολάς Ἀπ. Παύλου, τόμος 3ος , σελ. 416).
     Ἀξιοσημείωτο εἶναι τό γεγονός, ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος ἀναφέρει ὅτι, ἀπό τόν ἀμετανόητο στήν πλάνη του αἱρετικό, πρέπει νά ἀπομακρύνωνται οἱ Χριστιανοί καί ὄχι φυσικά νά περιμένουν τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, σύμφωνα μέ τίς νεόκοπες θεωρίες τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν.  Εἶναι ὡς ἐκ τούτου γεγονός ὅτι, ἀναμένοντας τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου, ἀκυρώνουμε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί κατά συνέπεια, ὅπως εἶναι φυσικό, τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων καί ὡς ἐκ τούτου δρέπουμε τούς καρπούς τῆς συνυπάρξεως καί συνοδοιπορίας μέ τούς αἱρετικούς, βασικώτεροι τῶν ὁποίων εἶναι ὁ ἐθισμός στήν αἵρεσι καί ἡ ἄμβλυνσις τοῦ κριτηρίου τῆς πίστεως.
(Συνεχίζεται)