Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΙΕΡΕΩΣ ΓΕΩΡ. ΣΚΡΕΚΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ (11 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1947)

Ω, Θεέ μου, ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος;




(Η εφημερίδα μας, μετά από κάθε μεγάλη θρησκευτική και εθνική εορτή, αφιερώνει κάποιο σχετικό άρθρο μ’ αυτή. Φέτος, αντ’ αυτού, θα αναφερθούμε στο συγκλονιστικό γεγονός της σταύρωσης του παπα-ΓεώργηΣκρέκα, που συνδέεται με την απελευθέρωση της Ελλάδας από την Γερμανική κατοχή, τον εμφύλιο και τις συνέπειές τους).


Το μαρτύριο του Ιερέα π. Γεωργίου Σκρέκα από το χωριό Μεγάρχη Τρικάλων μοιάζει με το θείο δράμα.

Το χωριό Μεγάρχη, με τους 1100 κατοίκους, έχει την δική του τραγική ιστορία. Την έγραψε με την υπέρτατη θυσία του στο βωμό του καθήκοντος ο πολύτεκνος ιερέας (6 παιδιών, το μεγαλύτερο 12 χρόνων και το μικρότερο 6 μηνών) Γεώργιος Σκρέκας.


Γι’ αυτόν τον πολύτεκνο ιερέα, τον καλό λευίτη και στοργικό πατέρα, με το πλούσιο κοινωνικό και πολύπλευρο έργο του, έγραψε ο μητροπολίτης Λήμνου και μετέπειτα Τρίκης και Σταγών Διονύσιος στο βιβλίο του. «Εκτελεσθέντες και μαρτυρήσαντες κληρικοί 1941-1949» και με υπότιτλο «Πιστοί άχρι θανάτου».

Περιγράφοντας τον μακαριστό π. Γεώργιο μας λέγει: « Είχε ψυχή λεπτή, ευγενική και άγια. Πιστός, ενάρετος, γεμάτος δραστηριότητα, ολιγόστευε τον πόνο, εγλύκαινε την πικρία, εθεράπευε και ομόρφαινε τας ασχημίας».

«Με την προσωπική επέμβασή του εξηφανίζοντο αι έχθραι, τα μίση και αι αίριδες μεταξύ του ποιμνίου του.

Εκαλλιέργει ακούραστα τας ψυχάς των χριστιανών του και εφύτευεν εις αυτούς ελπίδα και χαρά και όνειρα και σκοπούς. Ήτο φάρος και οδηγός των χριστιανών του, πάντα πρόθυμος για κάθε εξυπηρέτηση.

Κι αυτά που συνιστούσε στους άλλους, τα ζούσε ο ίδιος πρώτα …».

Ήταν το καύχημα της Μητρόπολης και αγαπητός στην γύρω περιοχή. Φάρος και οδηγός των πιστών αποτελούσε παράδειγμα αφοσίωσης και αγάπης στον Κύριο, στην πατρίδα και την οικογένεια.

Αγωνιζόταν να θωρακίση τις ψυχές των απλών χωρικών ανθρώπων από την προπαγάνδα της αθεΐας και της παραπληροφόρησης.

Ο αγαθός λευίτης πληροφορήθηκε ότι οι αντάρτες έκαναν συμβούλιο και αποφάσισαν να τον απογυμνώσουν από κάθε περιουσιακό στοιχείο.

Οι φίλοι και συγγενείς του τον προέτρεπαν να εγκαταλείψει το χωριό (Μεγάρχη) για να μην του συμβεί κανένα κακό. Η απάντηση ήταν γενναία και θυμίζει Αποστολικούς Πατέρες: «Πώς να εγκαταλείψω το ποίμνιόν μου; Η ζωή μου δεν έχει τόσην αξίαν όσην οι Χριστιανοί μου… Τρεις φορές έως τώρα με έχουν συλλάβει, αλλ’ ο Παντοδύναμος Θεός μ’ έσωσε. Θα μείνω πλησίον των Χριστιανών ωσότου…»!

Δεν άργησε όμως να έλθει η ώρα της δοκιμασίας. Ήταν αργά, μεσάνυχτα της 27ης προς 28ην Μαρτίου, τότε που το χωριό κοιμότανε και ο ιερέας ξεκουράζονταν από την κοπιώδη αγροτική εργασία της ημέρας όταν χτύπησαν την πόρτα του σπιτιού του. Ο Ιερέας πετάχτηκε ανήσυχος, άνοιξε την πόρτα και βρέθηκε μπροστά σε μια ομάδα πενήντα οπλισμένων και αγριεμένων ανταρτών. Τότε ορμήσανε κατ’ επάνω του σαν αφιονισμένοι και δέρνοντάς του τον έσυραν στο στάβλο υποβάλλοντάς τον σε φρικτά μαρτύρια. Το σπίτι το έκαναν άνω-κάτω λεηλατώντας ό,τι βρήκαν (σιτάρι, καλαμπόκι, τρόφιμα, χρήματα). Πήραν και όλα τα ζώα, αναγκάζοντας τον γέρο πατέρα και το θείο του Ιερέα με την συνοδεία δύο οπλισμένων ανταρτών να τα οδηγήσουν στο χωριό Πρόδρομος.

Το μαρτύριο του παπα-Γεώργη κράτησε αρκετές ώρες. Κακοποιημένος απάνθρωπα και καταματωμένος, ζητάει λίγο νερό να σβήσει την δίψα του. Η άμοιρη παπαδιά που τον άκουσε έτρεξε και με το κανάτι προσπάθησε να τον ανακουφίσει. Εκείνοι της το άρπαξαν, το έχυσαν πάνω του, και ξυλοφόρτωσαν και τους δύο μέχρι αναισθησίας! Λέγεται ότι τον έδωσαν να πιει ξύδι αντί για νερό.

Πριν τα ξημερώματα τον πήραν ξυπόλυτο και ημίγυμνο, καταπληγιασμένο και καταματωμένο και μετά από μία οδυνηρή πορεία έφθασαν στο χωριό Γοργογύρι όπου τον έκλεισαν σε αχυρώνα, χωρίς να σταματήσουν τα βασανιστήρια.

Ο παπάς του χωριού, μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός, έτρεξε αμέσως κοντά στον κρατούμενο συλλειτουργό του, ζητώντας από τους αντάρτες να τον ελευθερώσουν. Μάταια όμως. Ο παπα-Γιώργης ευχαρίστησε τον ιερέα που τον επισκέφτηκε και τον παρηγόρησε, και με φανερή συγκίνηση, δακρύβρεχτος τον ασπάσθηκε λέγοντάς του: «Ο Θεός γνωρίζει τι θ’ απογίνω. Εάν ο Κύριος με καλέσει κοντά του δια του μαρτυρίου ας γίνει το θέλημά του».

Η παπαδιά πεζή και με την ψυχή στο στόμα έφθασε στο Γοργογύρι. Γονάτισε, έκλαψε, παρακάλεσε τους αντάρτες να λυπηθούν τα έξι ανήλικα παιδιά τους ελευθερώνοντας τον παπά, αλλ’ αυτοί παρέμειναν αγροίκοι, «σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι τη καρδία», Εκείνος βλέποντάς την, με συγκρατημένη συγκίνηση της είπε: «Εδώ είσαι κι εσύ παπαδιά; Έλπιζε στο Θεό! Εκείνος διευθύνει. Υπομονή».

Κατόπιν τον παρέλαβαν έφιπποι αντάρτες σέρνοντάς τον – την δε παπαδιά δεν επέτρεψαν να τους ακολουθήσει – και μετά από μια εξαντλητική πορεία ωρών έφθασαν στην Τύρνα κι από κει στο Ξυλοπάροικον. Συνέχισαν, και με τον παπαγιώργη ξυπόλυτο και ημίγυμνο, κατέληξαν στο Νεραϊδοχώρι. Εκεί, ημιθανή τον έριξαν σε ένα σκοτεινό μπουντρούμι βασανίζοντάς τον καθημερινά – από το Σάββατο του Λαζάρου ως τη Μ. Πέμπτη (10 Απριλίου 1947).

Την Μ. Παρασκευή ο επικεφαλής των ανταρτών καπετάν Φ… – τον  οποίο, κατ’ επανάληψη είχε βοηθήσει ο Ιερέας οικονομικά – μπήκε στο μπουντρούμι, τον άρπαξε και τον έσυρε βίαια έξω, κάνοντας ειρωνικό «χριστιανικό» χιούμορ:

- Ε, παπά, δεν σου λέει τίποτα αυτή η ημέρα;

Ο ιερέας προσευχόμενος δε μίλησε.

- Δεν μιλάς ε; Δε θέλεις να σου κάνουμε την τιμή να πεθάνης την ίδια μέρα με τον αρχηγό σου;

- «Μη τους καταλογίσεις Κύριε αυτή τους την αμαρτία» ψιθύρισε ο π. Γεώργιος.

- Εμπρός πάμε – φώναξε ο καπετάνιος.

Οι δήμιοι περιπαίζοντάς τον έλεγαν:

- Γιατί δεν προσεύχεσαι στο Χριστό να έρθει να σε σώσει;

Ο ταπεινός λευίτης κατάλαβε τί τον περίμενε! Σε λίγο εκεί κοντά θα επαναλαμβάνονταν οι σκηνές της καταδίκης του Χριστού στο Πραιτώριο του Πιλάτου, μόνο που σε τίποτα το μέρος αυτό δεν θύμιζε εκείνο το καταραμένο ανάκτορο ούτε τον “Κρανίου τόπο”. Εδώ ήταν μια ανοιξιάτικη μαγευτική φύση, ένα απέραντο δάσος από έλατα και ρεματιές με όμορφη βλάστηση, καμωμένα για ζωή. Εδώ θα επαναλαμβάνονταν η απάνθρωπη σκηνή του Γολγοθά.

Ο καλοκάγαθος, σεμνός παπα-Γιώργης Σκρέκας, σταυρώθηκε κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, την ίδια ημέρα και επαναλαμβάνοντας την ίδια παράκληση «άφεςαυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», μόνο που αντί για ξύλινο σταυρό τον σταύρωσαν σε έναν έλατο που τα μεγαλύτερα κλαδιά της βάσης του είχαν το σχήμα σταυρού, για την έκταση των χεριών.

Ο δήμιος ήταν Έλληνας, βαπτισμένος “χριστιανός” και ευεργετημένος από τον ιερέα!

Ο θάνατός του υπήρξε μαρτυρικός. Θέλησαν να τον ποτίσουν γάλα με μια παλιοκονσέρβα. Του τρύπησαν τη δεξιά πλευρά με ξιφολόγχη. Του άνοιξαν πληγές στο μέτωπο με πιρούνια. Του έσπασαν τα πόδια και του έβγαλαν τα μάτια. Επειδή όμως αργούσε να ξεψυχήσει, του φύτεψαν τρεις σφαίρες στο κεφάλι.

Η ΦΡΙΚΤΗ πράξη έκλεισε με την αποκαθήλωση. Το γυμνό σώμα του το έριξαν σε μια χαράδρα άταφο, σκεπάζοντάς το με πέτρες και κλαδιά, αφενός για να μη βρεθεί από τους ανθρώπους κι αφετέρου – γενόμενος βορά των αγρίων ζώων – να εξαφανιστούν εντελώς τα ίχνη του.

Ω, Θεέ μου, ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος;

Όταν απελευθερώθηκε το Νεραϊδοχώρι από τον ελληνικό στρατό, ο αξιωματικός Νικ. Χόνδρος αναζήτησε και βρήκε το λείψανο του μάρτυρα τελείως αναλλοίωτο, χωρίς καθόλου σημεία σήψης παρ’ ότι είχαν περάσει αρκετές ημέρες από το θάνατό του. Η ιατροδικαστική εξέταση που έγινε, απέδειξε ότι σταυρώθηκε ζωντανός… είχε πυροβοληθεί στο μέτωπο και στους κροτάφους.

Η κηδεία του σταυρωθέντος π. Γεωργίου Σκρέκα έγινε στα Τρίκαλα, δημοσία δαπάνη, συνοδεύοντας το φέρετρό του 60 ιερείς, ψάλλοντας το “εγώ τα στίγματα του Κυρίου εν τω σώματί μου βαστάζω” (Γαλ. 6,17) καθώς και πολιτικές, στρατιωτικές αρχές και πλήθος κόσμου που αυθόρμητα προσήλθαν να τιμήσουν τον Εθνομάρτυρα Ιερέα.

Το συγκλονιστικό αυτό γεγονός το επιβεβαίωσε και ο μακαριστός Μητροπολίτης Φλώρινας π. Αυγ. Καντιώτης, λέγοντας:

«Όταν ήμουν Ιεροκήρυκας – σας ομιλώ με παραδείγματα που αντλώ από μία ιστορία πενήντα ετών, μισού αιώνα – έφθασα σ’ ένα χωριό των Γρεβενών. Βρίσκω τον Ιερέα θλιμμένο, πονεμένο, κλαμένο.

- Τι έχεις, τον ρωτώ.

- Το χωριό μου δεν πιστεύει πια στο Χριστό – απάντησε.

- Μην απογοητεύεσαι, λέω, έχε θάρρος γιατί κάτω από τη στάχτη υπάρχει η σπίθα κρυμμένη.

- Πάτερ μου, έλα να δεις.

Και μ’ οδήγησε στο Νεκροταφείο, που στην θέση του σταυρού είχαν τοποθετήσει τις “γροθιές” και το σφυροδρέπανο σ’ απόδειξη της απιστίας και τους μίσους προς τον σταυρό, τον οποίο όμως δεν ξέχασαν να τον χρησιμοποιήσουν προκειμένου να σταυρώσουν τον π. Γεώργιο.

- Ήταν ένας ευσεβής ιερέας του Υψίστου – συνέχισε – ευλαβής, πιστός και πολύτεκνος ο π. Γεώργιος Σκρέκας και εφημέριος του χωριού Μεγάρχη-Τρικάλων. Άθεοι και άπιστοι τον άρπαξαν από την αγία Τράπεζα που ιερουργούσε, τον οδήγησαν σαν άκακο αρνίο έξω από το χωριό κι εκεί τον σταύρωσαν πάνω σ’ ένα δένδρο Μεγάλη Παρασκευή του έτους 1947».

Συγκλονιστική είναι η αφήγηση του Γιάννη Σιδεράκη, οικονομολόγου – πρώην Δ/ντη ΟΤΕ – σε δημοσίευμά του στο “ΠΑΝΕΥΒΟΪΚΟΝ ΒΗΜΑ”τον Οκτώβριο του 2011. Να πως το περιγράφει ο ίδιος: «Πριν λίγα χρόνια είχα επισκεφθεί τα Εξωτερικά Ιατρεία του Νοσοκομείου Συγγρού. Στην αίθουσα αναμονής είχα καθίσει δίπλα σ’ ένα συμπαθή, μεγαλύτερό μου σε ηλικία, μικρόσωμο άνδρα.

Πιάσαμε συζήτηση, κατά τα συνηθισμένα των χώρων αναμονής, κι εκείνος έφερε στη συζήτησή μας αναμνήσεις του από τον Εμφύλιο στον οποίο είχε λάβει μέρος. Του άρεσε να διηγείται, ιδίως όταν είδε ότι εγώ τον άκουγα με ενδιαφέρον.

Η διήγησή του έφθασε κάποια στιγμή σε ένα γεγονός που, παλαιότερα, με είχε συνταράξει. Την εκτέλεση του παπά-Σκρέκα! Ανατρίχιασα. Ήταν ο πατέρας του φίλου μου του Στέφανου! Είπε αρκετά για το θέμα αυτό και έκρινε άδικη την εκτέλεση εκείνη.

Συνειρμικά ανέφερε και ένα άγνωστο, για μας τους πιο πέρα, περιστατικό, που είχε συναρπάσει τον ίδιο και που ακόμα του βασάνιζε τη μνήμη:

Στην πρώτη μάχη, είπε, που είχαμε με το αντίθετο στρατόπεδο, μετά το γεγονός της σταυρώσεως, ο σταυρωτής του παπα-Σκρέκα σκοτώθηκε. Επάνω του μέτρησαν 33 πλήγματα βλημάτων!... Μάλιστα. Τριάντα τρεις τρύπες βλημάτων!...

Αυτό το σημαδιακό γεγονός αποτελούσε άραγε θείο μήνυμα; Ή μήπως ήταν απίθανο, γεγονός συμπτώσεως της ηλικίας των 33 ετών του Θεανθρώπου κατά τη σταύρωσή του, με τον αριθμό των βλημάτων, που δέχθηκε ο φρικτός δήμιος, που ενέπαιξε ακόμα και το Θείο Δράμα, προκειμένου να βασανίσει στο έπακρο το άμοιρο θύμα;». Και συνεχίζει:

«Παρά την έντονη εσωτερική μου ταραχή – τον διέκοψα για να τον ρωτήσω να μου πει, ποίος ήταν ο σταυρωτής εκείνος. Υπολόγισα ότι τώρα, αφού ήταν πλέον νεκρός και είχαν περάσει χρόνια, δεν θα πρέπει να υπήρχαν αναστολές ως προς την αποκάλυψη του ονόματός του. Παράλληλα έκανα το λάθος να του αποκαλύψω ότι γνώριζα τον γιο του τον Αεροπόρο.

Ο λαλίστατος, μέχρις εκείνη τη στιγμή συνομιλητής μου, κατάπιε τη γλώσσα του. Ούτε λέξη δεν ξανάπε. Έμεινε άφωνος. Σε λίγο τον έχασα από δίπλα μου. Είχε… λακίσει κυριολεκτικά! Του ξύπνησα, τις οίδε τι φόβους και έχασα την ευκαιρία να μάθουμε τον τραγικό φονιά από μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα, γνήσιο!...».

Η Πατρίδα τίμησε το μάρτυρα ιερέα αναγνωρίζοντας ότι υπήρξε πρωτοπόρος και πρωτεργάτης της διατήρησης της Αγάπης προς την ελληνική πατρίδα, την πίστη και την θρησκεία, το δε Γενικό Επιτελείο Στρατού του έστησε προτομή στα Τρίκαλα ως φωτεινό λαμπρό μετέωρο της νεώτερης Ελλάδας.

Η Ακαδημία Αθηνών, σε πανηγυρική Συνεδρίαση του απένειμε Χρυσό Μετάλλιο, το οποίο επιδόθηκε στην τραγική πρεσβυτέρα του, αείμνηστη Ευθυμία».

Η Εκκλησία τι έκανε τα εβδομήκοντα (70) χρόνια που πέρασαν για τον μάρτυρα ιερέα που δεν εγκατέλειψε τον ποίμνιό του; Ω Θεέ μου! ΤΙΠΟΤΑ, ΤΙΠΟΤΑ!

Εμείς τους το υπενθυμίσαμε και αναμενουμε.