Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ 12 ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΩΝ (1974 - 2015) 12ο μέρος ΟΙ ΜΑΥΡΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

«Οι Ιερείς μας, εκατόν τριάκοντα οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821, μισθολογικώς, μένουν ακόμη εις την εποχήν της Τουρκοκρατίας» (“ΕΘΝΟΣ”, 19-11-1959).






(Συνεχίζουμε την ιστορική καταγραφή άγνωστων γεγονότων της δικτατορικής περιόδου όπου ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α’ (Κοτσώνης) άφησε πίσω του φως και δείγματα γνήσιου Ποιμένα άξιου μιμητή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, σ’ αντίθεση με τον αθεολόγιτο, άξεστο και βωμολόχο Σεραφείμ Τίκα που μας κληροδότησε συντρίμμια και σκοτάδι συνεχιζόμενα μέχρι σήμερα.  )

Η μεγαλύτερη κληρονομιά που άφησε, τα πεντέμισι χρόνια αρχιερατίας του στο πηδάλιο της ελλαδικής Εκκλησίας ο Ιερώνυμος Κοτσώνης, ήταν η μισθολογική αναβάθμιση των ιερέων και συλλειτουργών αδελφών του, καθώς και η βελτίωση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης προσφέροντάς τους μια αξιοπρεπή σύνταξη και ανθρώπινη διαβίωση.

Για το θέμα αυτό διατυπώνονταν προτάσεις, γίνονταν συσκέψεις, εκφράζονταν φόβοι και πόθοι από την εποχή ακόμη του Κων/νου Οικονόμου εξ Οικονόμων, αλλά οι δεκαετίες περνούσαν και το πρόβλημα έμενε άλυτο.

Δεν μπόρεσε να το επιλύσει ούτε και ο τότε Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός που προΐστατο του ελληνικού κράτους (1944-1946) ως Αντιβασιλέας και Πρωθυπουργός. Και το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει το πρώτο βήμα, ώστε το Κράτος να αναλάβει την καταβολή μέρους της μισθοδοσίας με τον νόμο 536/1945 «Περί ρυθμίσεως των αποδοχών του Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου της Ελλάδος…».


Οι εφημερίδες για χρόνια στηλίτευαν την αναλγησία του Κράτους προς τους κληρικούς – παραθέτουμε αποσπάσματα – γράφοντας: «… Ιερείς με μισθούς πείνας 722 δραχμών το μήνα και την φιλανθρωπία των ενοριτών» (ΕΘΝΟΣ), «Ιερείς εργάζονται εις τους δρόμους και σπάζουν πέτρες ή εργάζονται εις τα μεταλλεία ή εις κοπάδια ως βοσκοί, δια να κατορθώσουν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην» (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ).

«Οι Ιερείς μας, εκατόν τριάκοντα οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821, μισθολογικώς, μένουν ακόμη εις την εποχήν της Τουρκοκρατίας» (“ΕΘΝΟΣ”, 19-11-1959).

«Επί γενεές ολόκληρες η συντήρησις του κλήρου έχει αφεθή εις την καλην προαίρεσιν των Χριστιανών, ή, διά να κυριολεκτούμε, στα φιλάνθρωπα και ελεήμονα αισθήματά των. Ως τις αρχές του αιώνος μας μάλιστα οι ιερείς αμείβονταν σε είδος. Κάθε πιστός έδιδε μέρος της παραγωγής του εις τον αντιπρόσωπον του Θεού, για να ζήση αυτός και η οικογένειά του» (εφ. “ΕΘΝΟΣ”).

«Οι ιερείς καλούνται να μιμηθούν τον Ιώβ. Δηλαδή να κάνουν υπομονήν δια την λύσιν του εφημεριακού των προβλήματος… Η Κυβέρνησις δεν επείγεται να τακτοποιήση το ζήτημα. Το αφήνει να “σιτέψει” ακόμη περισσότερον» (“Ανάπλασις” 1962, τ. 109).

Ο δε Δημ. Ψαθάς τα βάζει με τους δεσποτάδες, που σφύριζαν αδιάφορα, γράφοντας: «Πένεται η πλεμπάγια του κατωτέρου κλήρου, που εξαρτάται από το έλεος των ρασοφόρων φεουδαρχών, από τα γούστα και τις ιδιοτροπίες των οποίων εξαρτάται η τραγική τους μοίρα. Ποιος Θεός ευλογεί αυτή την τραγική ανισότητα και αδικία; Μήπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, την αγία εικόνα του οποίου κρεμάνε επάνω στις χονδρές κοιλιές τους οι άγιοι φεουδάρχαια;» (εφ. “Τα Νέα”).

«Είχενυποσχεθή η Κυβέρνησις, από μηνών μάλιστα, μίαν αύξησιν των λεγομένων μισθών των εφημερίων. Αλλ’ η αύξησις αυτή ουδέποτε εδόθη.

Δεν τιμά όμως την Κυβέρνησιν τοιαύτη τακτική έναντι του Κλήρου. Με αποδοχάς ολίγων εκατοντάδων μηνιαίως είναι διαπιστωμένον, ότι οι Ιερείς, οι πλείστοι των οποίων τυγχάνουν προστάται πολυμελών οικογενειών, δυστυχούν…» (“Ταχυδρόμος Βόλου”, 27/6/1962).

«Πριν ισχύση ο νόμος 536/1945, περίπου 2.500 Ιερείς αμείβονταν σε είδος (αγροτικά, κτηνοτροφικά…) και 3.000 περίπου, σύμφωνα με την επίσημη έκθεσι της Συνοδικής Επιτροπής, έπαιρναν σαν μηνιαίο μισθό 100-500 δραχμές, κρεμώντας δηλαδή τη ζωή τους και την υπόστασι της οικογενείας τους από την ευφορία των καρπών της Γης, την καλή διάθεσι των ενοριτών και την γενναιοδωρία των Επιτρόπων, οι οποίοι τους καταντούσαν υποτελείς και υποχειρίους» (“ΕΘΝΟΣ”, 19-1-1960).

Πριν ανεβεί στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο ο Ιερώνυμος Α΄ Κοτσώνης, οι Ιερείς ήταν καταδικασμένοι – όπως είδαμε πιο πάνω – σε μισθό πείνας. Ο ιερέας τετάρτης κατηγορίας είχε μισθό 722 δραχμές, και ο πτυχιούχος ιερέας, από την ημέρα της χειροτονίας του μέχρι την ημέρα που θα έβγαινε στη σύνταξη, έπαιρνε τον μισθό των δύο χιλιάδων δραχμών (2.000), δίχως επιδόματα, προαγωγές και αυξήσεις.

Αναλαμβάνοντας το τιμόνι του σκάφους της Ελλαδικής Εκκλησίας το “Παιδί της Παναγίας” – έτσι τον αποκαλούσαν – το μεγαλωμένο στη φτώχεια στο νησί της Μεγαλόχαρης την Τήνο, έκανε το όνειρο πολλών γενεών ταπεινών λειτουργών του Υψίστου πραγματικότητα.

Για το θέμα όμως αυτό κουράστηκε πολύ, αλλά δεν έχασε την υπομονή του και δεν υποβάθμισε την επιμονή του. Αγωνίστηκε και το πέτυχε. ΠΩΣ;

Σύγκρουση:

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ζήτησε από την Κυβέρνηση να αναλάβει εξ ολοκλήρου την μισθοδοσία των κληρικών εντάσσοντάς τους στην δημοσιοϋπαλληλική κλίμακα ως αντάλλαγμα της εκκλησιαστικής κτηματικής περιουσίας που απέσπασε το Κράτος με τη βία (1) σε διάφορα χρονικά διαστήματα αλλά και για τις υπηρεσίες που πρόσφερε η Εκκλησία στο Έθνος.

Οι συζητήσεις υπήρξαν μακρές και οι διαβουλεύσεις επίπονες. Η δικτατορική Κυβέρνηση αντιδρούσε γιατί θεωρούσε ότι το οικονομικό βάρος ήταν μεγάλο. Ο Αρχιεπίσκοπος ήταν ανένδοτος στην πρότασή του. Η χρυσή τομή βρέθηκε με τη συμφωνία ότι δεν θα εμπόδιζαν την Εκκλησία να αξιοποιήσει την περιουσία της, να αναπτύξει τους πόρους που ήδη είχε σχεδιάσει και να αναλάβει η ίδια την ευθύνη της μισθοδοσίας μετά από εύλογο χρονικό διάστημα. Έτσι έκλεισε η συμφωνία τον Ιούλιο του 1968 και δημοσιεύθηκε ο Α.Ν. 469/1968 «Περί μισθολογικής διαβαθμίσεως του εφημεριακού κλήρου της Εκκλησίας της Ελλάδος».

Η συμφωνία αποτέλεσε το μεγαλύτερο γεγονός για τα εκκλησιαστικά δεδομένα, καθόσον οι μισθοί διπλασιάστηκαν, μετά την ένταξη, συνοδευόμενοι από τις ανάλογες προαγωγές και επιδόματα.

Επίσης οι πανεπιστημιακής μορφώσεως ιερείς είχαν πλέον την δυνατότητα να προάγονται και στο Β΄ βαθμό της δημοσιοϋπαλληλικής μισθολογικής κλίμακος, φθάνοντας μέχρι τον Διευθυντή Α΄. Έτσι έβλεπαν συν τω χρόνω να βελτιώνονται οι αποδοχές τους.

Δεν ξέχασε όμως ούτε τους Ιεροκήρυκες οι οποίοι κοπίαζαν για τον ευαγγελισμό του λαού και αντιμετώπιζαν πολλές δυσκολίες στο έργο τους καθόσον λόγω των χαμηλών αποδοχών τους αδυνατούσαν να προμηθευτούν τα απαραίτητα βοηθήματα προς καταρτισμό τους και άρτια επιτέλεση του λετουργήματός τους. Σ’ όλους αυτούς χορηγήθηκε πάγια μηνιαία επιχορήγηση για έξοδα κίνησης και συγκρότησης βιβλιοθήκης.

Σύγκρουση:

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ βλέποντας ότι το θέμα της μισθοδοσίας προχωρούσε προς επίλυση έβαλε πλώρη για το συνταξιοδοτικό των κληρικών.

Είκοσι ημέρες μετά την ενθρόνισή του, και συγκεκριμένα στις 3-6-1967, συνεδρίασε το Δ/κό Συμβούλιο του Τ.Α.Κ.Ε. (Ταμείο Ασφαλίσεως Κληρικών Ελλάδος), και με την δική του συμμετοχή, να βρούνε λύση.

Το Ταμείο από πλευράς πόρων ήταν στάσιμο μέχρι το έτος 1954 και δεν υπήρχε ευχέρεια να ανταποκριθεί σε αυξήσεις. Η σύνταξη μέχρι τον Μάιο του 1967 υπολογίζονταν επί του βασικού μισθού μαζί με τα εορταστικά επιδόματα σε ποσοστό 80%, όμως οι μισθοί ήταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Με συνεχείς πιέσεις, που έφθασαν σε σημείο να συγκρουστεί με τον τότε υπουργό Συντονισμού Νικ. Μακαρέζο ανταλλάσοντας λόγια θυμού, κατόρθωσε μετά τέσσερις μήνες, στις 20/9/1967, να εγκριθεί πράξη των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Παιδείας για αύξηση από 30/12/1967 φθάνοντας ο μέσος όρος στο ποσόν των 1439 δραχμών από 925 που ήταν μέχρι τότε.

Και δεν σταμάτησε. Οι ανησυχίες του, οι τολμηροί σχεδιασμοί και οι αναμετρήσεις του με το σκληρό δικτατορικό κατεστημένο κατόρθωσαν να κάμψουν τους κυβερνώντες συνταγματάρχες. Έτσι με την απόφαση υπ’ αρ. 60/5/938/24-8-1971, του Λαρισαίου Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών Γεωργ. Δουβαλόπουλου η μέση σύνταξη εκτινάχθηκε στο ποσόν των 2340 δρχ.

Αυτό είχε και ως συνέπεια να αλλάξει και το εφ’ άπαξ βοήθημα που έπαιρναν οι Ιερείς εξερχόμενοι των εφημεριακών καθηκόντων. Γι’ αυτό, ενώ το Μάιο του 1967 ο μέσος όρος βοηθήματος ήταν 40.000 δρχ., στις 31/12/1967 έφθασε στις 127.000 δρχ. Αυτό οφείλετο κυρίως στην αύξηση των αποδοχών με τον Α.Ν. 469/68 βάσει των οποίων υπολογίζονταν το βοήθημα.

Σύγκρουση:

Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, που για χρόνια διακονούσε ως εφημέριος Αρχιμανδρίτης το Νοσοκομείο «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ», είχε γνώση της οδυνηρής κατάστασης των ιερέων που νοσηλεύονταν στην 4η κατηγορία, σε θαλάμους 10-20 κρεβατιών, και πότε-πότε στους διαδρόμους, και, σαν να μην έφθαναν αυτά, δέχονταν και τη χλεύη, τις ειρωνείες, τα πειράγματα, τους χονδροειδείς και απρεπείς αστεϊσμούς και την ασέβεια των τόσων συνασθενών, που καθιστούσαν τη νοσηλεία τους πραγματικό μαρτύριο.

Για χρόνια διακαής του πόθος ήταν η βελτίωση της περίθαλψης των κληρικών και η αποκατάσταση του σεβασμού και του κύρους των. Γι’ αυτό δεν έχανε ούτε στιγμή να μην υπενθυμίζει στους κρατούντες αυτή τους την ανησυχία.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1970, με προσωπική παρέμβαση στον Γ. Παπαδόπουλο, απαίτησε την βελτίωση της περίθαλψης των κληρικών. Έτσι, ο Υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών Γ. Δουβαλόπουλος επανεξέτασε την Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου 282/1966 Π.ΥΣ. με Ν.Δ. βελτιώνοντας την θέση νοσηλείας των εφημερίων και των προστατευομένων μελών αυτών από τον Οκτώβριο ε.ε. εις την αξιοπρεπή Β΄ θέση.

Μια μεγάλη προσπάθεια που έκανε, αλλά δεν ευόδωσε, ήταν αυτή της επέκτασης της ασφάλισης σε όλους τους εργαζομένους στους ναούς. Στην προσπάθειά του αυτή βρήκε μεγάλη αντίδραση και έτσι έμεινε απραγματοποίητη.

Σύγκρουση:

Ηράκλειο άθλο αποτέλεσε η κατασκευή του Νοσοκομείου Κληρικών, που ξεκίνησε το 1969 και λειτούργησε το θέρος του 1972 (1/7).

Οι δικτάτορες τον έβλεπαν με “μισό μάτι” και παρακολουθούσαν όλες τις κινήσεις και ενέργειές του. Ο Αρχιεπίσκοπος όμως δεν κάμπτονταν. Το μάτι του οξύ, έπιανε τις κινήσεις και την αναταραχή τους και με ενέργειες διακριτικές, αλλά αποτελεσματικές αντιμετώπιζε κάθε περίπτωση.

Οι κόποι που κατέβαλε για να στήσει Νοσοκομείο 85 κρεβατιών σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα αποτελούν πραγματικό θαύμα (2) δεδομένου ότι στην προσπάθειά του αυτή συνάντησε εμπόδια και παρενοχλήσεις «ων ουκ έστι αριθμός».

Να πως περιγράφει ο ίδιος την κατάσταση:

«Ζήτημα, δια το οποίον ήλθα εις σφοδράν σύγκρουσιν πρώτον με τον Υπουργόν Παιδείας και έπειτα με το Υπουργείον Κοινωνικών Υπηρεσιών, ήταν κάτι που δεν μπορούσα ποτέ να φαντασθώ ότι θα συμβή: Πρόκειται δια την ίδρυσιν του Νοσοκομείου των Κληρικών μας. Οποίαν ανάγκην ήρχετο να θεραπεύση το Νοσοκομείο αυτό… Και όμως αυτή η προσπάθεια ετορπιλίζετο από την Κυβέρνησιν…». Και συνεχίζει από το ημερολόγιό του της 25-10-1968. «Το μεσημέρι εξηρεθίσθην φοβερά· η πίεσίς μου θα πρέπει να είχεν ανέβη πολύ. Αι φλέβες μου επάλλοντο μέχρι διαρρήξεως. Δεν ήτο δυνατόν ένα μεσημέρι να αναπαυθώ. Αίτιος ήταν ο Υπουργός Παιδείας, ο οποίος συνεχώς παρεμβάλλει προσκόμματα εις τον δρόμον μου. Τώρα δεν ενέκρινε την ίδρυσιν του Νοσηλευτικού Ιδρύματος Κληρικών Ελλάδος (του Ν.Ι.Κ.Ε.)! Τον συνάντησα εις το αεροδρόμιον, αλλά δεν μου ήταν δυνατόν να του ομιλήσω, διότι ήμουν τόσον εξηρεθισμένος, ώστε δεν θα του ομίλουνψυχραίμως…

Αι άλλαι δυσκολίαι δια το ίδιον ζήτημα προήλθον από το Υπουργείον Κοινωνικών Υπηρεσιών, που, πότε με τον έναν και πότε με τον άλλον λόγον το εμπόδιζαν, τάχα δια να δώση την άδειαν λειτουργίας του Ν.Ι.Κ.Ε. Ίσως δεν θα εδίδετο εν τέλει η άδεια, αν δεν διωρίζετο Υπουργός ο κ. Λαδάς, ο οποίος, μόλις επισκέφθη και είδεν ο ίδιος την τελειότητα της οργανώσεώς του και του εξοπλισμού του, έδωκεν αυθημερόν την άδειαν λειτουργίας του».

Όλη η δαπάνη του έργου αντιμετωπίσθηκε με χρήματα της Εκκλησίας και τις προσφορές δωρητών. Το αρμόδιο Υπουργείο, ενώ έδινε μεγάλα ποσά για παρόμοιους σκοπούς, για το Νοσοκομείο των Κληρικών δεν έδωσε ούτε δραχμή.

Το στολίδι της εποχής – έτσι ονομάστηκε – έπαψε να λειτουργεί όταν τα ηνία της Εκκλησίας ανέλαβε ο ακατέργαστος Σεραφείμ Τίκας που έλεγε: «Κλείστε το, δώστε το· τί το θέλουμε; Να πονοκεφαλιάζουμε…;». Και έκλεισε!

1. Με τους γνωστούς “αγροτικούς νόμους” 1072/1917 και 2050/1920 με τους οποίους επιβλήθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση εκκλησιαστικών κτημάτων για λόγους “προφανούς ανάγκης και δημοσίας ωφελείας”. Το υπ’ αρ. 976/780/18.4.1947 έγγραφο του ΟΔΕΠ προς το Υπουργείο Οικονομικών είναι αποκαλυπτικό όσον αφορά τις εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν από το 1917 έως 1930 και που το Κράτος καθόρισε την αξία τους σε ποσό άνω του 1.000.000.000 προπολεμικών δραχμών. Το Κράτος κατέβαλε στο Γενικό Εκκλ. Ταμείο τα 40 εκατ. και χρωστούσε ακόμα τα 960! Εάν υπολογίζονταν η οφειλή με τις ανάλογες προσαυξήσεις των τόκων, ήταν ικανό το ποσό να υπερκαλύψει την μισθοδοσία.

Με τον νόμο 4684/1931, το Κράτος εκποίησε ακόμα ένα μεγάλο τμήμα από την εκκλησιαστική περιουσία.

Το 1952 η Κυβέρνηση Πλαστήρα άσκησε μεγάλη πίεση στην Εκκλησία, και κατόρθωσε να υπογράψουν την σύμβαση [ΒΔ 26.9/8.10.1952 (ΦΕΚ 299 Α΄)] για δήθεν τους ακτήμονες: «Συμβάσεις περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων γεωργικών κτηνοτρόφων».

Με την σύμβαση αυτή άρπαξε το Κράτος από την Εκκλησία τα 4/5 (80%) της καλλιεργούμενης ή καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας της και τα 2/3 των βοσκοτόπων. Το αντάλλαγμα; Μόλις το 1/3 της πραγματικής αξίας, και με την δέσμευση να παρέχει το Κράτος κάθε αναγκαία υποστήριξη (ολική και τεχνική), ώστε να μπορέσει η Εκκλησία να αξιοποιήσει την ελάχιστη εναπομείνασα περιουσία της.

Δυστυχώς το Κράτος αποδείχθηκε και στη δέσμευσή του αυτή αναξιόπιστο. Και συνέχισε τις απόπειρες για διαρπαγή και της εναπομείνασαςπεριουσίας, αμφισβητώντας την κυριότητά την, και εμπόδιζαν την αξιοποίησή της.

Στην αρπαγή της εκκλησιαστικής περιουσίας πάτησε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος και πέτυχε να αμείβονται οι Κληρικοί από το Κράτος.

2. Συνεργάτης έγραφε: «Ακόμα κι αν ήταν απαλλαγμένος ο Αρχιεπίσκοπος από κάθε άλλη απασχόληση και αφιερωνόταν αποκλειστικά και μόνο στην οργάνωση του Νοσοκομείου δε θα κατάφερνε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να ολοκληρώσει τα σχέδιά του».

Συνεχίζεται





ΟΥΑΙ ΤΟΙΣ ΑΧΑΡΙΣΤΟΙΣ ΙΕΡΕΥΣΙ



Κανέναν δεν βδελύσσεται ο Θεός περισσότερο, όσο τον αχάριστο ευεργετηθέντα.

Οι μέχρι το 1967 ορθόδοξοι κληρικοί μας, αιχμάλωτοι του συστήματος, αποτελούσαν τους φτωχούς και ταλαίπωρους συγγενείς τους ζώντας την εσχάτη πτωχεία και περιφρόνηση, μέχρι που στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ανέβηκε ο χαρισματούχος κυρός Ιερώνυμος Α΄ (Κοτσώνης) και τα πράγματα άλλαξαν άρδην.

Μετά από σκληρή αντιπαράθεση με τους δικτάτορες, αποκατέστησε το κύρος τους και εξισώνοντάς τους με τους δημοσίους υπαλλήλους, απολαμβάνουν έκτοτε των ιδίων προνομίων (μισθό, βαθμολογική προαγωγή, σύνταξη, περίθαλψη…).

Η επιτυχία υπήρξε ιστορική δεδομένου ότι οι πριν από τον Ιερώνυμο 17 αρχιεπίσκοποι ούτε καν τόλμησαν να σκεφθούν κάτι τέτοιο, αφήνοντας τον κλήρο στην λιμοκτονία και τη χλεύη.

Εύλογα θα περίμενε κανείς, ανθρωπίνως, μια μικρή αναγνώριση, έστω και μετά τον θάνατόν του μια επίσημη αποδοχή του ως ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΗ μια καθιέρωση ετήσιου μνημοσύνου του…

Σεις, όλως ακατανόητα, ξεχάσατε τον ευεργέτη, όχι όμως και την ευεργεσία. Και ο λόγος ποταπός για να μη χαρακτηρισθείτε «χουντικοί» όπως και τον ευεργέτης σας, ακολουθώντας τον αφέντη σας αρχ/πο Σεραφείμ Τίκα, που διέγραψε από την ιστορία της εκκλησίας την πενταετή συγκλονιστική παρουσία του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Κοτσώνη.

Για την αχαριστία σας αυτή η τιμωρία σας θα είναι μεγάλη και ο Θεός που βδελύσσετε τον αχάριστο ευεργετηθέντα, δε θ’ αργήσει να επιτρέψει την ημέρα που θ’ απλώνετε και πάλι το χέρι επαιτώντας ή θα παρακαλάτε τον Ύψιστο να καρπίσει η γη για να σας ζήσουν οι πιστοί με τα γεννήματά τους.