Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Ο ΑΕΤΟΣ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ Αθανάσιος Διάκος (1788 – 1821)

«Μάνα, σου λέω, δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω…

Δεν ημπορώ, δεν δύναμαι, εμάλλιασε η καρδιά μου…

Θα πάρω το ντουφέκι μου, να πάω, να γίνω κλέφτης…»

«Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,

παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή».


Αθανάσιος Διάκος (1788 – 1821)
Μέγα θαύμα το 1821! Θαύμα θαυμάτων! Και μεγάλη η Δόξα Κυρίου !!!
Μετά από τα τετρακόσια (400) χρόνια σκλαβιάς και το μαρτυρικό Γολγοθά της Τουρκοκρατίας, «πού όλα τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά», ήρθε και η Άγια Μέρα της Εθνικής Παλιγγενεσίας.
Η 25η Μαρτίου 1821 !
Ήλθε μετά τον Γολγοθά και τον Σταυρό, η Ανάσταση !
Ήρθε η Άγια Μέρα του Θεού ! «Όλη δόξα κι όλη χάρη»!
Οι ΄Ελληνες ξεσηκώθηκαν.
Εκείνος ο ξεσηκωμός δεν ερμηνεύεται με λόγια ανθρώπινα.
Δεν εξηγείται με την ανθρώπινη λογική.
Μόνο δυό λαοί στον κόσμο έζησαν αυτό το θαύμα:
Οι Εβραίοι όταν έφυγαν από τη δουλεία της Αιγύπτου μετά από τετρακόσια τριάντα (430) χρόνια κι εμείς, οι Έλληνες, όταν διώξαμε τον δυνάστη οθωμανό μετά από τετρακόσια (400) χρόνια και η Μακεδονία μετά από πεντακόσια (500) χρόνια.
Αυτά είναι τα θαύματα του αληθινού Θεού!
Το λέγει ο Γέρος του Μοριά:
«Ωσάν βροχή από τον ουρανό έπεσε σε όλους μας η επιθυμία να ξεσηκωθούμε». Και συνεχίζει:
«Όταν πιάσαμε τα άρματα για να ξεσηκωθούμε, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως και ύστερα υπέρ Πατρίδος» ! Και καταλήγει:
«Ο Θεός έβαλε την υπογραφή Του για τη λευτεριά της Ελλάδος και δεν την παίρνει πίσω»!
Μέσα όμως στο μεγάλο, το μέγιστο, στα δευτερόλεπτα και τις λεπτομέρειές του, αυτό θαύμα του ΄21, υπάρχουν κι άλλα μικρότερα θαύματα. Τα θαύματα των ηρώων και μαρτύρων μας.
Ναι, είναι βουνό γεμάτο δόξα το 1821!
Είναι Γαλαξίας με πλήθος, με σμήνος αστέρων φωτεινών που σελαγίζουν στο νοητό στερέωμα της Ελληνικής Πατρίδος και της Μάννας μας Εκκλησίας.
Ένας τέτοιο θαύμα τρανό – τρανότατο, διπλό – τριπλό και δοξασμένο είναι και ο Αητός της Ρούμελης, ο Θανάσις Διάκος, ο Διάκονος της Μητρός Εκκλησίας Αθανάσιος Μασσαβέτας ή Γραμματικός , μαζί με τον Εθνομάρτυρα Επίσκοπο της Εκκλησίας των Σαλώνων Ησαϊα (Παπαστάθη)!
Στον άγιο τόπο αυτό που ζούμε και βρισκόμαστε μνημονεύουμε συνολικά τρείς Κληρικούς μάρτυρες: Τον Διάκονο Αθανάσιο, τον Επίσκοπο Ησαϊα και τον πρεσβύτερο Ιωάννη Παπαστάθη, αυτάδελφο του προηγουμένου.
Έτσι για να μη λένε οι σκοταδιστές, ότι δεν υπάρχουν φώτα στην Ελληνική και Γαλανή Πατρίδα μας. Αυτοί δεν έχουν φώς και βρίσκονται στο σκοτάδι. Τρίφωτη λυχνία πατριωτισμού μας προσφέρει σήμερα η εκκλησιαστική ιστορική μνήμη.
Θανάσης Διάκος!
-         Το παλληκάρι της Αλαμάνας δίπλα στο βασιλιά των Θερμοπυλών.
-         Ο Αθανάσιος μαζί με τον Λεωνίδα!
-         Η Αλαμάνα δίπλα στις Θερμοπύλες.
-         Η Γέφυρα δίπλα στο Πέρασμα.
«Ομπρός ολόρθοι ατρόμαχτοι,
 μαυρίλα, αστροπελέκι,
να, η Πατρίδα μία,
από την Κέρκυρα ως την Τένεδο
απ΄ την Κύπρο ως την Ορεστιάδα
να η γλυκειά Ελλάδα! Κι όλοι μαζί εμπρός!»
Αθανάσιος Διάκος, ο Ήρωας και Μάρτυρας.
Αυτός που άγιασε τα χώματα με τα αίματα.
Αυτός που ευλόγησε την Στερεά Ελλάδα και την έκανε Σταθερά Ελλάδα με τη θυσία του.
Για άλλη μια φορά την έκανε Ρούμελη, χώρα των Ρωμηών, Ρούμ – ιλή.
Θανάσις Διάκος: Εθνομάρτυρας και Ομολογητής.
Αυτό το Παλληκάρι του Χριστού τιμούμε σήμερα.
Αυτό το Παλληκάρι χρειαζόμαστε σήμερα να μας ξυπνήσει από το λήθαργο. Να φέρει το «κάτι άλλο» σε μια εποχή:
-         που γιορτάζει εξωφρενικά το ατομμικό σύμφέρον,
-         που θεοποιεί την απάτη,
-         που προσκυνά τη διπλωματία και την προπαγάνδα,
-         που υιοθετεί τη δειλία και την υπεκφυγή,
-         που φοβάται το θάνατο.
Αυτόν τον διάκονο χρειαζόμαστε σήμερα για να διακονήσει μέσα μας:
-         Την απόφαση της θυσίας
-         Το θάρρος της ομολογίας
-         Τη δόξα της μαρτυρικής θανής
Να μας οδηγήσει στους δικούς του αθάνατους δρόμους!
Ο Διάκος ξεκινά από την ησυχία του μοναστηριού.
Το ορθόδοξο μοναστήρι είναι το εκκολαπτήριο των μεγάλων μορφών!
Ανταλλάσσει τα κομποσχοίνια και τα θυμιατά της ιεράς Μονής Αγ. Ιωάννου Αρτοτίνας με τα καρυοφίλια και τα σπαθιά.
Αντικαθιστά το τιμημένο ράσο με τη λερή φουστανέλλα κι από την  ησυχαστική απραξία της μοναχικής ζωής περνά στον καθημερινό θάνατο της αθάνατης κλεφτουριάς.
Επαναλαμβάνει κι αυτός το άσμα της δικής του αποταγής:
«Μάνα, σου λέω, δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω…
Δεν ημπορώ, δεν δύναμαι, εμάλλιασε η καρδιά μου…
Θα πάρω το ντουφέκι μου, να πάω, να γίνω κλέφτης…»
Και ξεσπά αποφασιστικά με το θούριο του Ρήγα:
«Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή».
Ο Αθανάσιος έχει συνείδηση!
Συνείδηση χριστιανική και πατριωτική!
Ελληνορθόδοξη!
Δεν ανέχεται άλλο εξευτελισμούς και ντροπές.
Δεν μπορεί να ακούει αισχρές προκλήσεις.
Ούτε συνεχώς θρήνους και οιμωγές.
Ο Διάκος ξέρει πλέον του Τούρκους και επαναστατεί.
Δεν είναι μόνο η φρικτή ετυμηγορία του συμπυκνωμένου λαϊκού υποσυνειδήτου.
Είναι και η φωνή της προσωπικής του εμπειρίας.
Τους ξέρει τους Τούρκους.
Τους ξέρουμε κι εμείς:
-         Από την Άλωση και μετά.
-         Από την Γενοκτονία του Πόντου και μετά.
-         Από την Μικρασιατική Καταστροφή και μετά.
-         Από το 1955 και μετά
-         Από την Κύπρο και μετά.
Δυστυχώς τους ξέρουμε.
Μόνο τα μεγαλοκάναλα των Αθηνών τους αγνοούν και τους προβάλλουν με το μακιγιάζ του καθωσπρεπισμού, «στάχτη στα μάτια των Νεοελλήνων».
Να γιατί χρειαζόμαστε το Διάκο σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε!
Ο Διάκος έρχεται δω, στην Αλαμάνα, να πολεμήσει και να πεθάνει.
Το ξέρει καλά.
Τόχει σπουδάσει καλά το μάθημα της ελληνικής φυλής.
Γεμάτοι οι  μαυρισμένοι τοίχοι του μικρού μοναστηριού από άσβηστες σελίδες ακατάλυτης μέσα στο χρόνο ιστορικής μνήμης.
Ξέρει το μέλλον του!
Γνωρίζει τη διακονία του.
Πρώτη διακονία του, η του Πνεύματος.
Δεύτερη, του αίματος.
Την ώρα που κουδούνιζε στα χέρια του το θυμιατό, η καρδιά του χτυπούσε ασταμάτητα στα πεδία στα τιμημένα πεδία των μαχών.
Και ακούει τη φωνή της καρδιάς του.
Αποθέτει ευλαβικά προς στιγμή το ράσο και αγκαλιάζει με φόβο Θεού τα ευλογημένα άρματα. Θέλει να πολεμήσει το οργανωμένο και προσωποποιημένο κακό.
Δυστυχώς η χιλιαστική άποψη και η μανιχαϊστική αντίληψη έχουν μολύνει πάλαι τε και επ΄ εσχάτων την φιλοπατρία, το στρατό, τη Σημαία…
Ο Διάκος όμως δεν πολεμά για τίτλους και επιγραφές.
Δεν μάχεται με εμπάθεια και μίσος.
Είναι «λευκή σαν όνειρο, γαλάζια, ωραία η ψυχή του».
Αγωνίζεται για τα ιδανικά της φυλής.
Προτάσσει τα στήθη του στις επερχόμενες ορδές των βαρβάρων.
Υπερασπίζεται το λαό μας.
Εκπαιδεύεται. Συνεργάζεται. Οργανώνεται.
Αγωνίζεται. Αμύνεται. Αντιστέκεται.
Πολεμά το κακό. Και πεθαίνει.
Ξέρει τι τον περιμένει.
Σαν τον Λεωνίδα.
Το αποτέλεσμα της Μάχης στην Αλαμάνα είναι γνωστό.
Οι ελληνικές δυνάμεις αισθητά υποδεέστερες νικιώνται.
Σπάει του λιονταρόψυχου το σπαθί.
Συλλαμβάνεται το Παλληκάρι: Ανήμερα του αγίου Μεγαλομάρτυρος
Γεωργίου του Τροπαιοφόρου 23 Απριλίου 1821.
Βασανίζεται φρικτά από τον Ομέρ Βρυώνη και τελειούται μαρτυρικά.
Όμως είναι διαχρονική πίστη της φυλής μας:
«Του αντρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δε λογιέται»
Αν και στην μάχη της Αλαμάνας οι Έλληνες δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους, η πεισματική αντίστασή τους και ιδίως ο μαρτυρικός μα και ηρωικός θάνατος του Αθανάσιου Διάκου έδωσε δύναμη στους Έλληνες να συνεχίσουν τον αγώνα και έπλασε έναν από τους πρώτους ηρωικούς θρύλους της Ελληνικής επανάστασης.
Ο Διάκος «εμελέτησε ίνα μαρτυρήση»
Σαν τον Χριστό.
«Εστήριξε το πρόσωπόν αυτού του πορεύεσθαι εις Ιερουσαλήμ…
Του πορεύεσθαι εις την αγίαν πόλιν».
-         Ανέβηκε τον προσωπικό του μαρτυρικό Γολγοθά.
-         Ανέβηκε στο σταυρό του ανασκολοπισμού.
-         Κέρδισε όμως το στεφάνι της Ομολογίας και του μαρτυρίου:
Στην σατανική ερώτηση – πρόκληση:
«Γίνεσαι Τούρκος Διάκε μου, την πίστη σου ν΄ αλλάξεις,
να προσκυνήσεις το τζαμί, την Εκκλησιά ν΄  αφήσεις;»
-         Αφού κοίταξε γύρο του την άνοιξη να οργιάζει στην κοιλάδα του Σπερχειού.
-         Αφού είδε και μέσα του την άνοιξη της νιότης του που θάσβηνε σε λίγο…
-         Αφού ένιωσε βαθιά μέσα του την Άνοιξη της Πατρίδας νάρχεται…
-         Αφού είδε πλέον και άκουσε Το κύμα να τρώει το βράχο:
Μέριασε, βράχε, να διαβώ, το κύμ΄ ανδρειωμένο
Λέγει στην πέτρα του γυαλού, θολό, μελανιασμένο.
Μέριασε, μές στα στήθη μου πούσαν νεκρά και κρύα
Μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι΄ άρματα, κούφια βοή γι΄ αντάρα
Εχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα…
Μέριασε, βράχε, να διαβώ. Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό…Εξύπνησα λιοντάρι !
Αφού θαύμασε τη δόξα και την ομορφιά του Θεού, όπως καθρεπτιζόταν στα ματωμένα νερά του ποταμού και μυστικά ατένισε τα ουράνια φωτοπάλατα…
Μετά από ένα γλυκό – ανθρώπινο παράπονο:
 «Για δες μωρέ καιρό που διάλεξε, ο Χάρος να με πάρει,
τώρα π' ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γης χορτάρι» .
Ομολόγησε την καλή ομολογία των αγίων και των μαρτύρων:
«Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας, μουρτάτες να χαθήτε,
Εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός και θα πεθάνω».
Ο διάκονός μας σε μια εποχή καθολικής Ανάστασης και Άνοιξης: φύσεως, νεότητος, καρδίας, Πατρίδας και Εκκλησίας, καλείται να διαλέξει τη θυσία, ν΄ αφήσει τη σκλαβιά της γης και να πετάξει στη λευτεριά του ουρανού. Και το κάνει!
Πως;
Επαναφέροντας στο προσκήνιο τη βαπτισματική του Ομολογία Πίστεως.
Την ξεκάθαρη Ομολογία της Ελληνοορθοδοξίας!
Μέσα από φρικτά βασανιστήρια…
Καιόμενος με ζεματιστό λάδι…
Τρυπημένος από τα καρφιά των δημίων του…
Και με σουβλισμένο το ιερό διακονικό σώμα…
Φανερώνει περίτρανα την μεγάλη ιδέα της ευλογημένης συνύπαρξης, στο ίδιο και το αυτό, του Χριστιανισμού και του Ελληνισμού.
Καταρρίπτει με την μαρτυρία του κάθε ιδέα διάσπασης αυτού του ευλογημένου διδύμου, που τόσο αρμονικά ένωσε ο Θεός διά των Αποστόλων και των Πατέρων στην ιερή Πατρίδα μας…
 «Ούς ο Θεός συνέζευξε δια θαυμάτων,
Την Εκκλησία δηλαδή  και την Πατρίδα
Άθεος και ψευτοεκσυγχρονιστής της σήμερον
Ντόπιος ή αλλογενής, άρχων εξουσιαστής,
Ή απλός πολίτης, μαρξιστής,
Μη χωριζέτω, εις τον αιώνα τον άπαντα…»
Έλα, κατέβα, Θανάση Διάκε, από τον ουρανό, και βάλε μας μυαλό!
Δόσε μας αυταπάρνηση και θανάτωσε το μικρόβιο της φυλής μας.
Δίδαξέ μας πώς να ζούμε θεάρεστα και να πεθαίνουμε τιμημένα.
Εμπόδισε τον Εφιάλτη, να μη φέρει ξανά τους Πέρσες…
Ο Λεωνίδας δεν μπόρεσε.
Σύ όμως ως χριστιανός μάρτυρας μπορείς!
Ο Αθανάσιος μένει πιστός στο Βάπτισμά του.
Πιστός στην παράδοση της οικογενείας του
Ξέρει τι είναι.
Ξέρει γιατί πολεμά. Δεν αρνείται καμμιά από τις δύο ιδιότητες.
Έλληνας και Ορθόδοξος.
Χρονολογικά πρώτα Έλληνας!
Αξιακά πρώτα Χριστιανός!
Κουβαλάει μαζί του συνεχώς το διφυές της ψυχής του
Δεν αρνείται τίποτε, ούτε από Χριστό ούτε από Ελλάδα.
Ακολουθεί τους ήρωες.
Μιμείται τους αρχαίους μάρτυρες.
Το ερώτημα των αγάδων του Ισλάμ είναι περί πίστεως.
Η απάντηση του Διάκου είναι υπέρ πίστεως.
Είναι απάντηση Έλληνος ορθοδόξου χριστιανού και δή κληρικού.
Επέχει θέση μαρτυρικής ομολογίας και μετέχει μαρτυρίου και αγιότητος.
Ο Θεός διά του λαού Του κάποτε θα αποφασίσει επίσημα για τη θέση που θα πάρει το τίμιο όνομά του.
Εξάλλου μόνο 191 χρόνια πέρασαν από τότε.
Ο Διάκος πεθαίνει στο σταυρό της σούβλας στην Πλατ. Λαού της Λαμίας.
-         Σατανικός ο τρόπος του θανάτου!
-         Βδελυκτός και αποτρόπαιος.
-         Επώδυνος και επονείδιστος.
Τους ξέρουμε τους Τούρκους πλέον…
Ξέρουμε όμως πλέον και τους Έλληνες. Τους εαυτούς μας.
Ο διάκος Αθανάσιος πεθαίνει χωρίς να βγάλει άχνα.
«Ο δε Ιησούς εσιώπα, ώστε θαυμάζειν τον ηγεμόνα λίαν».
Ένας «ευγνώμων ληστής», ένας πονετικός τούρκος ιππέας από την οδό Όθωνος ερχόμενος καλπάζοντας πυροβολεί και λυτρώνει τον ήρωα από τη ντροπή και τον πόνο… και χάνεται…
Ο Διάκος πεθαίνοντας μας μαθαίνει πώς να πεθαίνουμε:
Λεβέντικα, ηρωϊκά, σπαρτιατικά, Ελληνικά και Ορθόδοξα…
Το δαιμονικό κακό νίκησε.
Φαίνεται ότι κάποτε νικάει.
Όπως στο Γολγοθά.
Φαίνεται όμως.
Και τα φαινόμενα απατούν.
Τελικά δεν  νικάει.  
Το καταπληγωμένο σώμα του Διάκου, έχοντας δίπλα του, αγκαλιά και τα κεφάλια των αυταδέλφων Κληρικών Ησαϊου και Ιωάννου, επισκόπου και πρεσβυτέρου αντίστοιχα, - «ου πολύ το μέσον», λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, κι άλλα ογδόντα (80), σπέρνεται στην ιστορική και από τότε συνάμα ιερή γη της Λαμίας.
-         Είναι σπόρος.
-         Σπέρνεται και ανθίζει.
-         Και καρποφορεί.
-         Και ριζώνει.
-         Και σπάει τα βράχια.
«Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην  αποθάνη, αυτός μόνος μένει. Εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει». 
Θανάνατα λόγια του μοναδικού Διδασκάλου Ιησού.
Τα είπε όταν τον επισκέφτηκαν Έλληνες…
Και οι Έλληνες τον κράτησαν τον λόγο του Κυρίου.
Μπορεί στις πτώσεις τους να σκέφτονται οι Έλληνες το ατομικό συμφέρον…
Στα δύσκολα όμως εγκολπώνονται τη θυσία.
-         Η θυσία του.
-         Η ομολογία του.
-         Το μαρτύριό του.
Του διακόνου – οπλαρχηγού Αθανασίου Μασσαβέτα…
Έγινε φλάμπουρο, ιδέα, σημαία…
Έγινε αητός, χρυσάετος καιμ πέταξε ψηλά.
Εκεί συνάντησε ο διακοθανάσης τον παπα Γιάννη, το δεσπότη Ησαϊα και τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄.
Τη θριαμβεύουσα Εκκλησία!
Κι από κεί φώτισε τον μικρόκοσμο των ψυχών και τον μακρόκοσμο του σύμπαντος κόσμου.
Με το θάνατό του έγινε ισόβιος, αιώνιος, αθάνατος υπερασπιστής αυτού εδώ του περάσματος, στο οποίο πάντα θα υπάρχουν στήθη και κορμιά ηρωϊκά, αντιτασσόμενα, για να μη μαγαρίσει η φοράδα του Ισλάμ τον τόπο μας και πάψει ο Νοητός Ήλιος της Δικαιοσύνης και η Δοξαστική Μυρσίνη,
 Ο Χριστός και η Παναγιά μας,  
να φωτίζουν μέρα και νύχτα τη φλούδα αυτή που λέγεται Ελλάδα.
Δε θα σώσουμε εμείς τον τόπο.
Χριστός εστιν ο Σωτήρ ημών.
Εμείς απλώς με αρχηγό τον Διάκο, τον Πανουργιά και το Δυοβουνιώτη, «φυλάμε τον τόπο».
-         Πολλοί μιλούν για την Ελλάδα
-         Μερικοί ζούν στην Ελλάδα.
-         Άλλοι πηγαινοέρχονται…
-         Κάποιοι ζούν από την Ελλάδα.
-         Κάμποσοι ζούν… και την απομυζούν.
-         Ελάχιστοι ζούν για την  Ελλάδα.
-         Ακόμη πιο λίγοι, πεθαίνουν, για την Ελλάδα.
Ο Διάκος είναι ένας από τους τελευταίους αυτούς, ο Πρώτος όμως!
Πεθαίνει για την Ελλάδα. Και για την Πίστη!
Και είναι δικός μας. Ρουμελιώτης.
Γνήσιος, συμπατριώτης μας.
Με το αίμα του ευλόγησε τη γη μας, την πόλη μας, τα ποτάμια μας, τα βουνά μας, τα σπίτια μας, τις πλατείες μας, τους ναούς και τα μοναστήρια μας, τους στρατώνες μας, τις φυλακές μας.
Προηγείται ΑΥΤΟΣ και μείς ακολουθούμε. Είναι ο μπροστάρης στο αγώνα μας. Μας εμπνέει στον σύγχρονο αγώνα μας για να διώξουμε τη νέα αιχμαλωσία. Ούτε λεπτό δεν πρέπει να τον χάσουμε από τα μάτια μας.
Δε ζούμε στη Λαμία και στη Ρούμελη χωρίς το Διάκο.
Αν θέλουμε να ζήσουμε τίμια, ας μη ξεχάσουμε ποτέ το θάνατό του.
Ο θάνατός του είναι η ζωή μας.
Κι ας τον καλέσουμε λοιπόν και τώρα να θυμιατίσει ξανά στο εικονοστάσι της φυλής μας όλους τους τιμημένους νεκρούς της ματωμένης Ιστορίας μας.
Και ας του πούμε:
Ξύπνησε, Διάκε μ΄, ξύπνησε
απ΄ το βαθύ σου μνήμα
και στο σκιαγμένο πέλαγος
φέρε καινούριο κύμα!
Ξύπνησε, Διάκε μ΄, ξύπνησε
και η στεριά προσμένει,
το ακρογυάλι καρτερεί
και όνειρα υφαίνει!
Για να συντρίψεις της σκλαβιάς
Διάκε μ΄ την αλυσίδα,
ύψωσε τη θυσία σου
της λευτεριάς ασπίδα.
Και σώσε την Πατρίδα! ΑΜΗΝ! ΓΕΝΟΙΤΟ!




Ο ΔΙΑΚΟΣ (1788 – 1821)
Τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαριά
και τραγουδούν τ΄ αηδόνια.
Τώρα που χτίζουν τις φωλιές
στους βράχους τα τρυγόνια.
Π΄ ανθίζει ο γαύρος κι η οξυιά
κι ισκιώνουν τα λημέρια…
Ποιος ξέρει πόσες άνοιξες
και πόσα καλοκαίρια
θλιμμένα θα σας βρίσκουνε
βαριόμοιρα παιδιά μου…
Ποιος ξέρει πόσες άνοιξες
θε να θρηνεί η καρδιά μου.
Ξύπνησε, Διάκε μ΄, ξύπνησε
απ΄ το βαθύ σου μνήμα
και στο σκιαγμένο πέλαγος
φέρε καινούριο κύμα!
Για να συντρίψεις της σκλαβιάς
Διάκε μ΄ την αλυσίδα,
ύψωσε τη θυσία σου
της λευτεριάς ασπίδα.
Ξύπνησε, Διάκε μ΄, ξύπνησε
και η στεριά προσμένει,
το ακρογυάλι καρτερεί
και όνειρα υφαίνει!