Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

ΩΡΟΛΟΓΙΑΚΗ ΒΟΜΒΑ πέταξε ο Αβύδου Κύριλλος Κατερέλος! Ὁ Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας κι ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος βρῆκαν τὸν διάδοχο!


«Εμπιστεύομαι την Εκκλησία»
Του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου

Κρίμα καὶ πάλι κρίμα! Ὁ Ἐπίσκοπος καὶ καθηγητὴς Πανεπιστημίου Κύριλλος Κατερέλος, συμπληρώνει ὅ,τι δὲν κατάφεραν μὲ τὰ ἔργα τους τὸ αἱρετικὸ δίδυμο Ἰωάννη Ζηζιούλα καὶ Βαρθολομαίου Ἀρχοντώνη.   Ἀλλὰ τί νὰ περιμένει κανεὶς ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Πανεπιστημίου καὶ Ἐπίσκοπο Κύριλλο πού (ὡς Γενικὸς Ἀρχιερατικὸς Ἐπίτροπος Βάδης Βυρτεμβέργης, Στουτγάρδη Γερμανίας), προέβη σὲ μιὰ ἐξευτελιστικὴ καὶ σιχαμερὴ πράξη; Προσῆλθε σὲ αἴθουσα τοῦ συλλόγου «Ἅγιος Κοσμᾶς» καί, ἐνώπιον πάντων, ἔφτυσε τὸν προσκεκλημένο ὁμιλητὴ θεολόγο ἀείμνηστο Νικόλαο Σωτηρόπουλο!  Κάναμε μιὰ προσπάθεια νὰ σχολιάσουμε τὴν ὁμιλία του, ἀλλὰ σταματήσαμε, γιατὶ γιὰ τὸν σχολιασμό της χρειάζεται ὁλόκληρο βιβλίο ἀπὸ εἰδικὸ θεολόγο. Τὴν παραδίδουμε γιὰ σχολιασμὸ στοὺς εἰδικούς, παρουσιάζοντας μερικὰ δείγματα τῶν καινοτομιῶν ποὺ εἰσάγει στὴν ἑρμηνεία καὶ τὴν ὑπονόμευση τῶν Ἱερῶν Κανόνων, μὲ τρόπο μετα-πατερικὸ καὶ Οἰκουμενιστικό.

    Γράφει ὁ ἐπίσκοπος Κύριλλος Κατερέλος:
«Τίθεται τὸ ἐρώτημα, ἐὰν στὶς διατετμημένες καὶ ἀποσχισθεῖσες ὁμάδες μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν μυστήρια, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος. Οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἀποκλειστικότητας ἀρνούμενοι τὴν πνοὴ τοῦ Πνεύματος καὶ τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ ἀπαντοῦν κατηγορηματικὰ ἀρνητικὰ στὸ θέμα αὐτό, μιλώνας μεταξὺ ἄλλων καὶ γιὰ ταύτιση τῶν κανονικῶν μὲ τὰ χαρισματικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας».
  Δὲν ἦταν π.χ. εὔκολο πρᾶγμα γιὰ ἕνα Ρωμαιοκαθολικό, μὲ κυρίαρχη τὴν περὶ Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας ἀντίληψη, οὔτε τὴν Πενταρχία τῶν Πατριαρχῶν νὰ ἀποδέχεται, μὲ ὅ,τι αὐτὸ περαιτέρω σημαίνει, οὔτε τὴν καθολικότητα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας νὰ ἀναγνωρίζει, γιὰ νὰ ἀναχθοῦμε ἐνδεικτικὰ στὸ κείμενο τῆς Ραβέννας καὶ ἄλλα κείμενα ποὺ ἀποτελοῦν καρπὸ αὐτοῦ τοῦ διαλόγου. Εἶναι, λοιπόν, προφανὲς ὅτι τὰ σύγχρονα δεδομένα εἶναι τελείως διαφορετικὰ καὶ κατὰ συνέπεια διαφορετικὴ θὰ πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ἀντιμετώπιση τῶν ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένων, τῶν ὁποίων ἡ πίστη κατὰ τὰ ὀρθόδοξα κριτήρια ἀποτελεῖ κακοδοξία.
Τὰ ἐλάχιστα αὐτὰ παραδείγματα ἀρκοῦν γιὰ νὰ καταδείξουν ὅτι ναὶ μὲν οἱ ἱεροὶ κανόνες ἐξετέθηκαν ἀπὸ τίς «σάλπιγγες τοῦ Πνεύματος», μόνο ποὺ τὸ Πνεῦμα σήμερα ἠχεῖ διαφορετικά. Τὸ νὰ ξαναδοῦμε τοὺς ἱεροὺς κανόνες ποὺ τόσο κακοποιοῦνται στὶς ἡμέρες μας προβαίνοντας στὴ δέουσα ἀνακάθαρση ἀποτελεῖ ἐπείγουσα ἀναγκαιότητα ποὺ ὁπωσδήποτε χρειάζεται τὴν πανορθόδοξη συναίνεση. Ὁ συγκυριακὸς χαρακτήρας τῶν ἱερῶν κανόνων εἶναι ὅμως ἀδιαμφισβήτητος.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὸ σύνολό της οὐδέποτε μέχρι σήμερα καθόρισε τὶς σχέσεις της μὲ τοὺς σύγχρονους ἑτεροδόξους. Αὐτονόητα ὁ προβληματισμὸς αὐτὸς ὀφείλει νὰ ἑστιαστεῖ πρωτίστως στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, τὸ εἰσαγωγικὸ μυστήριο σὲ μιὰ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἐνδεχομένως ἀναγνωρισθεῖ ὁ ἐκκλησιαστικὸς χαρακτήρας μιᾶς τέτοιας κοινότητας δὲ θίγει σὲ τίποτα τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ποὺ διατηρεῖ τὴν αὐτοσυνειδησία ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια αὐτὴ τίποτα δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ ὀνομάσουμε αὐτὲς τὶς χριστιανικὲς κοινότητες Ἐκκλησία.
Ποιός ὅμως μπορεῖ νὰ προσδώσει ἐκκλησιαστικὸ χαρακτῆρα σὲ μιὰ συγκεκριμένη κοινότητα ποὺ δὲν ἀνήκει στὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἀναγνωρίζοντας πρωτίστως στὰ μέλη της βάπτισμα; Αὐτὸ ἀσφαλῶς μπορεῖ νὰ τὸ κάνει μόνο ἡ Ἐκκλησία ἐν συνόδῳ, οἱ ἐπίσκοποι ὡς διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁρατὲς κεφαλὲς τῶν ἀνὰ τὴν Οἰκουμένη τοπικῶν Ἐκκλησιῶν… Μὲ βάση αὐτὰ τὰ δεδομένα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἀναγνώριση τοῦ ὑποστατοῦ τοῦ βαπτίσματος ἑτεροδόξων, ὅταν πρωτίστως ἀποστῆ ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία τῆς ἀποκλειστικότητας.
Ἀφοῦ τὰ ἐκτὸς Ἐκκλησίας τελούμενα μυστήρια εἶναι οὐχί «πάντῃ ἀνυπόστατα», ἄρα διαθέτουν κάποια ὑπόσταση καὶ εἶναι ὑπαρκτὰ καὶ κατ᾽ ἐπέκταση ἔγκυρα.

Στοὺς νεώτερους αἰῶνες σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες μετὰ ἀπὸ ἀπόφαση τῆς κάθε μίας χωριστὰ τελοῦνται μικτοὶ γάμοι ὀρθοδόξων μὲ σύγχρονους ἑτεροδόξους. Ἡ τέλεση μικτοῦ γάμου δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ σημαίνει ad hoc ἀναγνώριση βαπτίσματος. Διαφορετικὰ ἡ τέλεση ἑνὸς τέτοιου γάμου δὲ θὰ ἦταν ἐφικτή. Εἶναι ἀντιφατικὸ καὶ ἀδιανόητο νὰ τελεῖται γάμος ὀρθοδόξων μὲ ἑτεροδόξους καὶ νὰ θεωρεῖται ἡ ἑτερόδοξη πλευρὰ ὅτι στερεῖται βαπτίσματος. Ἡ τέλεση μικτῶν γάμων στοὺς τελευταίους αἰῶνες ἀπὸ αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες συνιστᾶ μιὰ σιωπηρὴ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξωνΠλὴν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, οἱ ὑπόλοιπες αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες τελοῦν μικτοὺς γάμους μὲ συγκεκριμένες ὁμάδες ἑτεροδόξων. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἄκαμπτης στάσης εἶναι τὸ θλιβερὸ γεγονός, οἱ γεωργιανοὶ πιστοὶ νὰ προσφεύγουν στὶς ἄλλες ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες -ἰδιαίτερα στὸ ἐξωτερικό- γιὰ νὰ τελέσουν θρησκευτικό γάμο.


Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον
Του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Αβύδου κ. Κυρίλλου
Εἰσαγωγικὰ
Εἶναι κοινὸς τόπος ὅτι ὁ χριστιανικὸς κόσμος μετὰ ἀπὸ μιὰ περίοδο κοινῆς πορείας χιλίων ἐτῶν, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ μιὰ δεύτερη χιλιετία διχασμοῦ, ἀμοιβαίας ἀποξένωσης καὶ ἀλλοτρίωσης, στὸν τελευταῖο κυρίως αἰῶνα τῆς δεύτερης χιλιετίας αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη τοῦ διαλόγου καὶ τῆς προσέγγισης μὲ ἀπώτερο στόχο τὴν ἐπανάκτηση τῆς ἀπολεσθείσας κοινωνίας στὴν πίστη. [σ.σ: Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐξ ἀρχῆς, ἀμέσως μετὰ τὸ σχίσμα, διελέγετο μὲ τοὺς Παπικούς, ἀλλ’ Ὀρθόδοξα, μὲ σκοπὸ τὴν ἐπιστροφή τους στὴν ΜΙΑ Ἐκκλησία. ].
Εἶναι ἐπίσης κοινὸς τόπος ὅτι οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς ἐνεργοποιήθηκαν πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ μετὰ ἀπὸ τὶς πατριαρχικὲς Ἐγκυκλίους τῶν ἐτῶν 1902, 1904, καὶ 1920. Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς θεωροῦσαν καὶ θεωροῦν χρέος τους, προσευχόμενες «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» καὶ πιστὲς στὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ, «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν", νὰ ἐργαστοῦν διὰ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ διαλόγου καὶ γιὰ τὴν ἑνότητα, νὰ ἀναζητήσουν τὴν πορεία πρὸς τὴν εἰρήνη καὶ τὴν καταλλαγή, νὰ ὑπερβοῦν τὴν ὀδύνη καὶ τὸ σκάνδαλο τῆς διαίρεσης καὶ τοῦ διχασμοῦ. [σ.σ: Ὁμιλεῖ γιὰ ἀσύμετρα πράγματα. Τὸ «ἓν ὦσιν» ἔχει ἄλλη σημασία Ὀρθοδόξως, ὅπως ἀρκούντως ἔχει καταδειχθεῖ καὶ «καταλλαγὴ» ἄνευ μετανοίας εἶναι ἀδύνατη. Ἀλλ’ ὁ κ. Κύριλλος «οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι»].
 Ἡ ὀρθόδοξη πλευρὰ ποὺ ἐκινεῖτο καὶ κινεῖται στὴ διάσταση τοῦ ὀρθοῦ φρονήματος τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ἀγωνίζεται νὰ ἐκπληρώσει στὴν πράξη τὴν προτροπὴ τοῦ Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ: «Ὁ τέλειος ἐν ἀγάπῃ καὶ εἰς ἄκρον ἀπαθείας ἐλθών, οὐκ ἐπίσταται διαφορὰν ἰδίου καὶ ἀλλοτρίου, ἢ ἰδίας καὶ ἀλλοτρίας, ἢ πιστοῦ καὶ ἀπίστου, ἢ δούλου καὶ ἐλευθέρου, ἢ ὅλως ἄρσενος καὶ θηλείας· ἀλλ᾽ ἀνώτερος τῆς τῶν παθῶν τυραννίδος γενόμενος, καὶ εἰς τὴν μίαν φύσιν τῶν ἀνθρώπων ἀποβλεπόμενος, πάντα ἐξ ἴσον θεωρεῖ, καὶ πρὸς πάντας ἴσως διάκειται». [σ.σ: Πόση κακοποίηση τῆς σκέψεως τοὺ ἁγίου Μαξίμου! «Διάκειται ἴσως πρὸς πάντας» ὁ πιστός, ἀλλ’ ἀρνεῖται νὰ ἰσχυροποιήσει τὴν αἵρεση, ἀκριβῶς ἀπὸ ἀγάπη. Γράφει ὁ ἅγιος Μάξιμος: «Ο θέλων δ τος αρετικος θλίβεσθαι, οδ χαίρων τ κακώσει ατν γράφω τατα, μ γένοιτο, λλ τ πιστροφ μλλον χαίρων κα συναγαλλόμενος… Πρς μόνον τ καθοτιον αρετικος συνάρασθαι ες σύστασιν τς φρενοβλαβος ατν δόξης, σκληρος παντελς εναι μς κα μειλήκτους βούλομαί τε κα εχομαι. Μισανθρωπίαν γρ ρίζομαι γωγε κα γάπης θείας χωρισμν τ τ πλάν πειρσθαι διδόναι σχν ες περισσοτέραν τν ατ προκατειλημμένων φθοράν”. Πόποβιτς Ἰουστίνου, ὅπ. παρ., σελ. 228. –Κα σ σχέση μ τ κείμενο ατ γραφε π. Σπυρίδων Μπιλάλης: «στε δν νεπνέοντο π τς γάπης ο θεοφόροι Πατέρες… κα μπνέεται π τς γάπης μόνο θηναγόρας, ποος μνηστεύει τ "βλάσφημο δόγμα" το Filioque  κα νέχεται ν παραμένουν ες τ σκότος τς αρέσεως» κατομμύρια δυτικν; « νοχ κα μνηστία τς αρέσεως εναι κακέκτυπον γάπης κα συγκεκαλυμμένον μσος… Ες τν Οκουμενισμν …τν μνηστεύοντα τν παναιρετικν παπισμόν, κρύπτεται βαρυτέρα μορφ τς μισανθρωπίας», πως τοτο χαρακτηριστικ φαίνεται π τν (παραπάνω διακήρυξη) το γίου Μάξιμου (Μπιλάλη Σπ., αρεσις το Filioque, σ. 476-477).
Γιὰ νὰ ἀγαπᾶς καὶ νὰ ἀποδέχεσαι τὸν ἄλλο, νὰ ὑπερβαίνεις τὴν ἀδιαφορία, τὸ φανατισμὸ καὶ τὸ μίσος πρὸς τὸν ἄλλο, τὸ λέγει πολὺ ξεκάθαρα ὁ Ἅγ. Μάξιμος, πρέπει νὰ εἶσαι «ἀνώτερος τῆς τῶν παθῶν τυραννίδος». Χρειάζεται νὰ θυμηθεῖ κανεὶς ὅτι τὰ λόγια αὐτὰ τὰ λέγει κάποιος ποὺ γιὰ νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸ ὀρθόδοξο δόγμα καὶ φρόνημα, δηλ. τὴν αὐθεντικὴ καὶ ἀληθινὴ ζωή, διώχτηκε βάναυσα ἀπὸ τὴν πολιτικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία τοῦ καιροῦ του; Δὲν ἔκανε ὁ Ἅγ. Μάξιμος διάλογο μὲ τὴν κακοδοξία τῆς ἐποχῆς του; Καὶ μόνο ἡ συζήτηση μὲ τὸν αἱρετικὸ Πατριάρχη Πύρρο πέρα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἐπιστολῶν του εἶναι δεῖγμα καὶ ἀπόδειξη τῆς στάσης του ἀπέναντι στὸ μεῖζον τότε πρόβλημα. Τὸ ἴδιο δὲν ἔκανε ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συζητώντας μὲ Ἀρειανούς, Ἀνομοίους, Εὐνομιανούς, Πνευματομάχους; Ὅλοι αὐτοὶ καὶ πολλοὶ ἄλλοι διὰ μέσω τῶν αἰώνων, ἀναδειχθέντες πνευματοφόροι πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, δὲ διεῖδαν ποτὲ τὸ μάταιο τοῦ ἐγχειρήματος τοῦ διαλόγου, δὲν ἐγκατέλειψαν τὴν προσδοκία καὶ τὴν ἐλπίδα, δὲν αἰσθάνθηκαν κόπωση ἀπὸ τὴ μὴ εὐόδωση τῶν προσπαθειῶν τους. [σ.σ: Έδῶ βέβαια, πρόκειται γιὰ δολιότητα καὶ ὕβρη Ἁγίους, γιατὶ γνωρίζει ὁ κ. Κατερέλλος ὅτι οἱ παραπάνω Ἅγιοι ἐξορίστηκαν, βασανίστηκαν, ἀκρωτηριάστηκαν, γιατὶ ἀκριβῶς ἀρνήθηκαν νὰ κάνουν ὅτι κάνει αὐτὸς καὶ οἱ Οἰκουμενιστὲς πατρῶνες του: Ἀρνήθηκαν νὰ ἀνήκουν σὲ μιὰ «ἐκκλησία πονηρευομένων»! Ἀρνήθηκαν νὰ δημιουργήσουν μιὰ νέα αἵρεση (τὸν Οἰκουμενισμό), ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἑνωθεῖ μὲ κάποιες ἄλλες αἱρέσεις μὲ τελικὸ στόχο τὴν Πανθρησκεία].
 Ἀσφαλῶς καὶ μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα κινούμενες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες αἰσθάνθηκαν τὴν ἀνάγκη ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ ᾽60 νὰ πορευτοῦν αὐτὲς τὴν πορεία τῆς συνάντησης μὲ τὸ λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο, μετὰ ἀπὸ τὶς γνωστὲς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων στὴ Ρόδο καὶ τὸ Σαμπεζὺ τῆς Ἑλβετίας. Εἶναι σαφὴς καὶ ἀδιαμφισβήτητη ἡ ἀξία αὐτῆς τῆς πρωτοβουλίας.
Μεταξὺ ἄλλων ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καλεῖται νὰ δώσει τὴ δική της μαρτυρία τῆς δικῆς της παράδοσης, τῆς ἀποστολικῆς παράδοσης, τῆς ἀποκεκαλυμμένης τοῦ Θεοῦ ἀλήθειας, τῆς καταγεγραμμένης στὴ Βίβλο καὶ τὶς Οἰκουμενικὲς συνόδους καὶ ἑρμηνευόμενης ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς πατέρες, μὲ ἀλάθητο ἔσχατο κριτήριο τὴ διαχρονικὴ συλλογικὴ συνείδηση τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ. Ὅταν διαλέγεσαι μὲ αὐτοὺς ποὺ κάποιοι καλοῦν αἱρετικούς, κάποιοι ἄλλοι τοὺς καλοῦν ἑτεροδόξους, οὐσιαστικὰ βάζεις ἀνάχωμα σὲ ὁποιαδήποτε προσηλυτιστικὴ διάθεση, διαφορετικὰ ὁ διάλογος γίνεται ἀκόμα πιὸ δύσκολος, ἂν ὄχι ἀδύνατος. Καλεῖσαι καὶ μπορεῖς νὰ ἀντιμετωπίσεις ἀπὸ κοινοῦ τὶς προκλήσεις τοῦ κόσμου τῆς ἀθεΐας καὶ ἡ ἀντιμετώπιση εἶναι γιὰ προφανεῖς λόγους ἀποτελεσματικώτερη. [σ.σ: Θὰ τρελαθοῦμε τελείως! α) Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ποὺ λίγο πρὶν ἐπικαλεῖται, δὲν ἀποκαλοῦσαν τοὺς αἱρετικοὺς ὡς αἱρετικούς; Δίδαξέ μας, σοφὲ Ἐπίσκοπε καὶ καθηγητά, πῶς τοὺς ἀποκαλοῦσαν; β) Ὥστε τὸ «πορευθέντες μαθητεύσατε» ἀποτελεῖ προσηλυτισμό; Ἢ ἐννοεῖ κάτι ἄλλο;].
Ἐπιζητᾶς νὰ δώσεις μιὰ πιὸ ἠχηρὴ ἀπάντηση στὰ ὀξύτατα σύγχρονα προβλήματα, γιὰ τὴ δικαιοσύνη, γιὰ τὴν εἰρήνη, γιὰ τὸ σεβασμὸ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, γιὰ τὰ οἰκολογικὰ προβλήματα, τὰ προβλήματα βιοηθικῆς ποὺ ὡς ποιμένες χειριζόμαστε πολλὲς φορὲς μὲ τόση ἀνευθυνότητα, ἀπερισκεψία καὶ ἄγνοια, καταστάσεις ἀσύγγνωστες γιὰ Ποιμένες. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ αὐτὰ ζητᾶς νὰ ἀνακαλύψεις στὸν ἄλλο τὸν ἑαυτό σου καὶ κάθε φορὰ ποὺ τὸ ἀποτυγχάνεις αὐτό, ὑπάρχει ἡ πιθανότητα νὰ ἀναζητήσεις καὶ τὴ δική σου εὐθύνη, νὰ συναισθανθεῖς τὴν δική σου ὑπαιτιότητα ἐγκαταλείποντας τὴν ἀλαζονεία τῆς αὐτοδικαίωσης. [σ.σ: Ὥστε ἡ ἐμμονὴ στὴν Πίστη, εἶναι «αὐτοδικαίωση» γιὰ τὸν κ. Κύριλλο].
Ἐάν, γιὰ παράδειγμα, ὁ Μιχαὴλ Κηρουλάριος πρὶν τὸ ἀνάθεμα στοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ἄκουγε τὶς σοφὲς ὑποδείξεις τοῦ Πέτρου Ἀντιοχείας καὶ κατόρθωνε νὰ διακρίνει τὴν οὐσία ἀπὸ τὰ «συμβεβηκότα» καὶ τὰ οὐσιώδη ἀπὸ τὰ ἐπουσιώδη, ἡ βιαία καὶ παρορμητική του ἀντίδραση θὰ εἶχε ἀποφευχθεῖ καὶ ἡ πορεία τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου θὰ ἦταν ἴσως σήμερα διαφορετική. [σ.σ: Τι ὡραῖα εἶναι νὰ κρίνει κανεὶς ἀπὸ τὸ Πανεπιστημιακὸ Γραφεῖο του τὶς πράξεις ἐκκλησιαστικῶν προσώπων μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς! Πόσο ἀστεῖο καὶ συνάμα ὑβριστικὸ νὰ θεωρεῖ ὅτι ὁ Θεός μας, οἱ Ὀρθόδοξοι Ἅγιοί μας ποὺ τὸν ἐπικαλοῦνταν, ἂν τὸ σφάλμα ἦταν τοῦ Κηρουλάριου, θὰ τὸ ἀκολουθοῦσαν, ὅτι δὲν θὰ τὸ διόρθωναν; Ἀλλὰ ὅποιος ἔχει ἐμπλακεῖ στὴν Οἰκουμενιστικὴ λογική, δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ θεοπρεπῶς καὶ θεολογικῶς τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία].
 Ἕνα ἀπὸ τὰ κείμενα ποὺ θὰ προσαχθοῦν πρὸς συζήτηση καὶ ἐπικύρωση στὴν προκείμενη Ἁγία καὶ Μεγάλη Πανορθόδοξο Σύνοδο τὸν προσεχῆ Ἰούνιο μετὰ ἀπὸ ἀπόφαση τῆς Ε´ Προσυνοδικῆς Πανορθόδοξης Διάσκεψης (Σαμπεζύ, 10-15 Ὀκτωβρίου 2015) ἀφορᾶ τὶς σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο, ἕνα κείμενο στὸ ὁποῖο συμπεριελήφθησαν καὶ τὰ τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως ποὺ ἀποτελοῦσαν ἰδιαίτερο κείμενο σύμφωνα μὲ τὴν Γ´ Προσυνοδικὴ Συνδιάσκεψη (28 Ὀκτωβ. - 6 Νοεμβρ. 1986).
Τὸ κείμενο ἐπισημαίνει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ἱδρυθεῖσα μέσα στὴν ὁποία διαφυλάσσεται ἡ καθολικότητα, δηλ. ἡ πληρότητα καὶ ἡ ἀκεραιότητα τῆς ἀποκεκαλυμμένης στὸν κόσμο ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ. (§ 1). Τὸ πόσο σημαντικὴ εἶναι γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ καθολικότητα καὶ ἡ ἀποστολικότητα τῆς πίστης καταδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν § 5, ὅπου ἐπισημαίνεται ὅτι οἱ θεολογικοὶ διάλογοι ὀφείλουν νὰ διεξάγωνται γιὰ νὰ ἀναζητηθεῖ ἡ πίστη καὶ ἡ παράδοση τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν ὁποία ἡ ᾽Ορθόδοξη Ἐκκλησία δὲ διαφοροποιεῖται καὶ ἀποτελεῖ συνέχειά της. [σ.σ: Ἡ Πίστη, γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους εἶναι δεδομένη. Δὲν ἀναζητεῖται. Διδάσκεται. Ὅποιος τὴν ἀναζητεῖ (καὶ εἴμαστε πολλοὶ ποὺ προσευχόμαστε «πρόσθες ἡμῖν πίστη» καὶ «βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ» μαθητεύοντες στοὺς Ἁγίους, παλαιοὺς καὶ συγχρόνους) δὲν μπορεῖ νὰ τὴν διδάξει. Ἀλλὰ οἱ αἱρετικοὶ Παπικοὶ καὶ Προτεστάντες δὲν τὴν ἀναζητοῦν. Ἐκεῖνο ποὺ ἀναζητοῦν εἶναι ἡ ἐπικράτηση, ἡ ἐπικυριαρχία. Δὲν τὸ ἔχει ὑποψιαστεῖ αὐτὸ ὁ κ. καθηγητής;].
Τὸ ζήτημα τῆς διατήρησης τῆς αὐθεντικότητας τῆς πίστης εἶναι θεμελιῶδες καὶ σοβαρό, ὥστε νὰ ἐπισημαίνεται στὸ κείμενο (§ 22) ὅτι ἡ γνησιότητα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται ὄχι ἀπὸ κάποιο μεμονωμένο πρόσωπο ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ καὶ τὸ φορέα τοῦ ἀλαθήτου, ἀλλὰ διὰ τῆς Ἐκκλησίας ἀποφαινομένης ἐν συνόδῳ, διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ συνοδικοῦ συστήματος ποὺ ἀποτελοῦσε στὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀποτελεῖ μέχρι σήμερα τὸν ἁρμόδιο κριτὴ περὶ τῶν θεμάτων πίστεως. Ἡ ὑψίστη σημασία ποὺ ἀποδίδεται ἀπὸ τὸ κείμενο στὴν καθολικότητα τῆς πίστεως καταδεικνύεται ἀπὸ τὴν καταληκτήριο § 24, ὅπου ἐπίσης τονίζεται ὅτι ἡ μαρτυρία καὶ ὁ διάλογος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μὲ τὸ λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο δίδεται καὶ ὀφείλει νὰ δίδεται «ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως καὶ πίστεώς μας». [σ.σ: α) Νά, ὅμως, ποὺ ἄλλα λένε καὶ ἄλλα κάνουν οἱ συντάξαντες αὐτὸ τὸ κείμενο; Νά, ποὺ ἤδη ἔχουν τορπιλίσει τὴν Συνοδικότητα καὶ τὴν ἀποστολικὴ παράδοση μὲ τὰ ἤδη κακοδόξως ψηφισθέντα καὶ ἀποφασισθέντα στὶς Προσυνοδικὲς Διασκέψεις τους! β) Νά, ὅμως, ποὺ ὁ Ἐπίσκοπος Κύριλλος, λέγει μισὲς ἀλήθειες, δηλαδὴ ψέματα. Ναί, ἡ Ἐκκλησία ἐν Συνόδῳ διασφαλίζει τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἀλλ’ ὅταν ἡ Σύνοδος αὐτὴ εἶναι Ὀρθόδοξη, συνέρχεται «ἑπομένη τοῖς ἁγίοις πατράσι» κι ὄχι ἀκολουθοῦσα τοὺς κακόδοξους Οἰκουμενιστές! Ὅταν ἡ Σύνοδος ὅπως διδάσκουν οἱ Ἅγιοί μας καὶ ὅπως μόλις πρόσφατα διεκήρυξη ἡ Ἁγιορείτικη Κοινότητα: «Ο «έσχατος κριτής» για θέματα πίστεως είναι η συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, που μπορεί να εκφράζουν ακόμα και μεμονωμένα πρόσωπα, αναφέρουν οι Αγιορείτες, και όχι μόνο οι Σύνοδοι όπως γράφει το κείμενο της Πανορθόδοξης. (Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός ανέτρεψε μόνος του τις αποφάσεις της Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας)». Ἐξ  ἄλλου γνωρίζουμε τόσες κακόδοξες ἢ ληστρικὲς Συνόδους, κάτι ποὺ ὁ κ. Κύριλλος ἀποσιωπᾶ].
 Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ μπορεῖ νὰ ἀμφιβάλλει κανεὶς ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία αὐτοκατανοεῖται σήμερα ὡς ἡ Μία, Καθολικὴ Ἐκκλησία ποὺ ἔχει ὡς κεφαλὴ τὸ Χριστὸ καὶ κατέχει τὸ πλήρωμα καὶ συνιστᾶ τὸ «ἑδραίωμα» τῆς ἀλήθειας; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀσφαλῶς καὶ μὲ βεβαιότητα ἀρνητική. [σ.σ: Ἡ Ἐκκλησία τὸ κατέχει, οἱ Οἰοκουμενιστὲς δὲν τὸ κατέχουν καὶ δὲν τὸ ἐπιδιώκουν].
 2. Ἡ Μία Ἐκκλησία καὶ ἡ ἀντίληψη περὶ ἀποκλειστικότητας
 Εἶναι γνωστὴ ἡ ἀντίληψη τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ Καρθαγένης ὅτι στὴ Μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ μόνο σ᾽ αὐτὴ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει Ἅγιο Πνεῦμα. Κατὰ συνέπεια ἐκτὸς αὐτῆς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει χάρις Θεοῦ, κατὰ συνέπεια, ὅ,τι τελεῖται ἐκτὸς αὐτῆς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει μυστηριακὸ χαρακτῆρα, γιατὶ προφανῶς ὅπου δὲν ὑπάρχει Ἅγ. Πνεῦμα, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν καὶ μυστήρια. [σ.σ: Ἂν τὰ πιστεύει αὐτά, τότε γιατί προηγουμένως, ἄραγε, ψέγει ὅσους καλοῦν τοὺς Παπικοὺς καὶ τοὺς Προτεστάντες αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι ὡς αἱρετικοὶ δὲν ἔχουν Χάρη Θεοῦ καὶ μυστήρια;].
Μὲ δεδομένες τὶς ἀποσχιστικὲς κινήσεις τοῦ Φηλικισσίμου, τοῦ Νοβατιανοῦ καὶ τοῦ Μαξίμου ποὺ ἐτάραξαν στὴν ἐποχή του τὴν Ἐκκλησία
τῆς Καρθαγένης καὶ τῆς Ρώμης, ὁ Ἅγ. Κυπριανὸς δὲν ἀνεγνώριζε οὔτε τὸ βάπτισμα ποὺ ἐτελεῖτο στὶς ὁμάδες αὐτές, ὅταν κάποιος ἀπὸ τὰ μέλη ἤθελε νὰ εἰσέλθει στὴν κανονικὴ καὶ ἀληθινὴ Ἐκκλησία. Κατὰ συνέπεια ἦταν ἀναγκαῖος ὁ ἀναβαπτισμός.
Οἱ θέσεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ γιὰ τὸ θέμα εἶναι διάχυτες σὲ πολλὲς ἀπὸ τὶς ἐπιστολές του. Δὲν προβληματίζει ὅμως σὲ ἕνα ὑπέρμαχο τῆς ἀκρίβειας ἡ θεώρηση ὅτι ὁ Ρώμης Στέφανος θὰ μποροῦσε νὰ διατηρήσει τὴν ἀντίληψή του γιὰ τὴ μὴ ἀναγκαιότητα τοῦ ἀναβαπτισμοῦ, δὲν ἦταν ὅμως αὐτὸ ἀναγκαῖο νὰ ὁδηγήσει στὴν διακοπὴ τῆς κοινωνίας μεταξὺ Ρώμης καὶ Καρθαγένης;
Ἦταν ἢ δὲν ἦταν οἱ ἀπόψεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ Καρθαγένης προϊὸν τῆς κρίσιμης κατὰ τὰ μέσα τοῦ 3ου αἰώνα ἐκκλησιαστικῆς συγκυρίας; Ἐὰν δὲν ἦταν, τότε γιατί ἡ Πενθέκτη ποὺ ἐπικυρώνει στὸ δεύτερο κανόνα της τοὺς κανόνες προγενεστέρων οἰκουμενικῶν καὶ τοπικῶν Συνόδων καὶ κανόνες ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων λέγει γιὰ τὸν κανόνα τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ: «ἔτι μὴν καὶ τὸν ὑπὸ Κυπριανοῦ, τοῦ γενομένου ἀρχιεπισκόπου τῆς Ἄφρων χώρας καὶ μάρτυρος, καὶ τῆς κατ᾽ αὐτὸν συνόδου ἐκτεθέντα κανόνα, ὃς ἐν τοῖς τῶν προειρημένων κανόνων τόποις, καὶ μόνον, κατὰ τὸ παραδοθὲν αὐτοῖς ἔθος, ἐκράτησε».
Ἐὰν ἐκτὸς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει βάπτισμα, τότε γιατί ὁ κανόνας εἶχε μόνο τοπικὴ ἰσχύ; Ἐὰν ἐκτὸς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει βάπτισμα, μπορεῖ τὸ ὑποχρεωτικὸ βάπτισμα γιὰ τὴ θεολογικὴ ἀντίληψη τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ νὰ χαρακτηρίζεται ἔτσι ἁπλᾶ ὡς «ἔθος»; Μπορεῖ οἱ δογματικὲς θεωρήσεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, ἐὰν πράγματι εἶναι δογματικές, νὰ χαρακτηρίζωνται ἁπλᾶ ὡς «ἔθος», πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι κάποιοι ἄλλοι καὶ ἀλλοῦ μποροῦν νὰ ἀκολουθοῦν ἕνα διαφορετικό «ἔθος»;
Ἐπειδὴ προφανῶς οἱ ἀντιλήψεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ ποὺ διακηρύσσουν τὴν ἀποκλειστικότητα δὲν ἐγένοντο δεκτὲς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, οἱ ἱεροὶ κανόνες μὲ σαφήνεια προσδιορίζουν, πότε τὸ βάπτισμα ὡς ἀνυπόστατο χρειάζεται νὰ γίνει, ὅταν κανεὶς προσέρχεται στὴν Ἐκκλησία, πότε ἀπαιτεῖται χρῖσμα καὶ πότε ἀπαιτεῖται μόνο ὁ λίβελλος.
Μπορεῖ νὰ ὑπάρξει χάρις Θεοῦ ἐκτὸς Ἐκκλησίας; Ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐπισημαίνει χαρακτηριστικά: «Ἐκεῖνος καὶ πρὸ τῆς ἡμετέρας αὐλῆς, ἦν ἡμέτερος· εἰσεποίει γὰρ ἡμῖν ὁ τρόπος. Ὥστε γὰρ πολλοὶ τῶν ἡμετέρων οὐ μεθ᾽ ἡμῶν εἰσι, οὓς ὁ βίος ἀλλοτριοῖ τοῦ κοινοῦ σώματος· οὕτω πολλοὶ τῶν ἔξωθεν πρὸς ἡμῶν, ὅσοι τῷ τρόπῳ τὴν πίστιν φθάνουσι, καὶ δέονται τοῦ ὀνόματος, τὸ ἔργον ἔχοντες».
Ἐκτὸς δὲ τούτου, τὰ σημεῖα τῆς ὑπέρβασης τῆς Ἰουδαϊκῆς καὶ χριστιανικῆς ἀποκλειστικότητας εἶναι περαιτέρω πολλά. Ἐὰν ἀποδεχθοῦμε τὴν ἀποκλειστικότητα, πῶς μποροῦμε νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴ διδασκαλία τοῦ Ἰουστίνου γιὰ τὸ σπερματικὸ Λόγο καὶ τὴν πατερικὴ περὶ Ἀσάρχου Λόγου διδασκαλία; Πῶς μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῶ ὁ Ἐνώχ, ὁ Μελχισεδὲκ καὶ ὁ Ἰὼβ δὲν ἀνῆκαν στὀν Ἰσραηλιτικὸ λαό, ἐν τούτοις ἐγνώριζαν τὸν ἀληθινὸ Θεό; Τί σημαίνει ἡ φράση τοῦ Ἀπ. Παύλου στὰ Λύστρα «οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτὸν ἀφῆκεν (ὁ Θεός) ἀγαθοποιῶν...»;
Ἐὰν ἡ δημιουργία καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δὲ βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, τότε τί σημαίνει ἡ φράση τοῦ Ἀπ. Παύλου πρὸς τοὺς Ἀθηναίους «ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν»; Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἐπισημαίνει γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα: «...κατὰ πάντα ὅμοιον τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υϊῷ, ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον καὶ δι᾽ Υἱοῦ μεταδιδόμενον καὶ μεταλαμβανόμενον ὑπὸ πάσης τῆς κτίσεως καὶ δι᾽ ἑαυτοῦ κτίζον καὶ οὐσιοῦν τὰ σύμπαντα καὶ ἁγιάζον καὶ συνέχον...».
Τί σημαίνει ἡ φράση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη: «Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον;» Τί σημαίνει ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγ. Εἰρηναίου γιὰ τὶς 4 Διαθῆκες ποὺ συνῆψε ὁ Θεὸς μὲ τοὺς ἀνθρώπους, αὐτὴ μὲ τὸ Νῶε, αὐτὴ μὲ τὸν Ἀβραάμ, αὐτὴ μὲ τὸ Μωϋσῆ καὶ ἡ καινὴ διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; Γιατί ὁ Χριστὸς δὲν ἀρνήθηκε τὴ Χάρη του στὴ Χαναναία; Γιατὶ δὲν τὴν ἀρνήθηκε στὸ Ρωμαῖο Ἑκατόνταρχο; Γιατὶ δὲν τὴν ἀρνήθηκε στὸ Σαμαρείτη Λεπρό; Ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ Ἰωάννης παραπονέθηκε στὸ Χριστό, γιατὶ κάποιος ἄλλος ποὺ δὲν ἀνῆκε στὸν κύκλο τῶν μαθητῶν ἔβγαζε δαιμόνια στὸ ὄνομά Του: «διδάσκαλε, εἴδομεν τινα ἐν τῷ ὀνόματί σου ἐκβάλλοντα δαιμόνια, ὃς οὐκ ἀκολουθεῖ ἡμῖν καὶ ἐκωλύσαμεν αὐτὸν ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ ὑμῖν: Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· μὴ κωλύετε αὐτόν (Μάρκ. 9, 38, 29). Εἶναι δυνατὸν κάποιος ποὺ δὲν ἀκολουθεῖ τὸ Χριστὸ νὰ βγάζει δαιμόνια καὶ νὰ κάνει θαύματα ἐπικαλούμενος τὸν Ἰησοῦ; Ὁ Χριστὸς ἀπαντᾶ καταφατικά. Αὐτὸ γιὰ μᾶς σήμερα δὲ σημαίνει τίποτα σὲ σχέση μὲ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἀνήκουν στὴ δική μας «αὐλή», ὅπως μᾶς λέγει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος;
3. Ἡ ἀπολεσθεῖσα ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου
 Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι Μία, αὐτὸ δὲ σημαίνει ὅτι ὁ χριστιανικὸς κόσμος σήμερα δὲν εἶναι διχασμένος κατὰ παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Χριστοῦ, «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν». Εἶναι ἄλλο πρᾶγμα ἡ ὀντολογικὴ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔχει σωρευτικὰ τὶς ἰδιότητες τοῦ νὰ εἶναι μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολική, ὥστε νὰ εἶναι Μία καὶ ταυτόχρονα Καθολικὴ καὶ ἀντίστροφα ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία νὰ εἶναι μόνο Μία, καὶ ἄλλο πρᾶγμα τὸ ἱστορικὸ γεγονὸς νὰ ὑπάρχουν ἐκτὸς τῶν κανονικῶν της πλαισίων χριστιανικὲς ὁμάδες, αὐτὲς ποὺ ἀποκαλοῦμε σήμερα ὡς ἑτερόδοξες.
Ἡ ἑνότητα τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας δὲ θίγεται ἀπὸ τὴ διαίρεση τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Ὁ Μ. Βασίλειος ἐπισημαίνει: «οἶμαι προσήκειν μίαν ταύτην εἶναι σπουδὴν τοῖς γνησίως καὶ ἀληθινῶν δουλεύουσι τῷ Κυρίῳ, τὸ ἐπαναγαγεῖν πρὸς ἕνωσιν τὰς Ἐκκλησίας τὰς πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως ἀπ᾽ ἀλλήλων διατμηθείσας» (P.G. 32, 528B).
Ὁ Πατριάρχης Ταράσιος στὸν «Ἀπολογητικόν» πρὸς τὸ λαὸ λόγο του πρὶν ἀπὸ τὴ χειροτονία του σὲ Πατριάρχη εἶπε: «ὁρῶ καὶ βλέπω τὴν ἐπὶ τὴν πέτραν Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν τεθεμελιωμένην ἐκκλησίαν αὐτοῦ διεσχισμένην νῦν· καὶ διῃρημένην, καὶ ἡμᾶς ἄλλοτε ἄλλως λαλοῦντας, καὶ τοὺς τῆς ἀνατολῆς ὁμοπίστους ἡμῶν χριστιανοὺς ἑτέρως».
Ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς φθάνοντας στὴ σύνοδο τῆς Φερράρας ἐπέδωσε στὸν πάπα ἐπιστολή, ὅπου μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρει: «...σήμερον τὰ τοῦ Δεσποτικοῦ σώματος μέλη, πολλοῖς πρότερον χρόνοις διεσπασμένα τε καὶ διερρηγμένα, πρὸς τὴν ἀλλήλων ἐπείγεται ἕνωσιν· οὐ γὰρ ἀνέχεται ἡ κεφαλὴ Χριστὸς ὁ Θεὸς ἐφεστάναι διῃρημένῳ τῷ σώματι...». (Ὁ Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς ἀποκαλεῖ μάλιστα τὴ ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία ὡς ἀδελφὴ Ἐκκλησία).
Καὶ μόνο ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ ἀποσπάσματα, ἐνῶ θὰ μποροῦσαν νὰ καταγραφοῦν καὶ ἄλλα, προκύπτει ὅτι ἡ διάσπαση, ἡ κατάτμηση ἢ ἡ διάρρηξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ποὺ ἀποτελεῖ ὀδυνηρὸ πραγματικὸ γεγονὸς δὲ θίγει τὴν ὀντολογικὴ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένει Μία. Μία δὲ εἶναι αὐτὴ ποὺ μπορεῖ νὰ διαφυλάσσει καὶ διαφυλάσσει γενομένης τῆς διάσπασης, τὴν ἀποστολικότητα καὶ τὴν καθολικότητα τῆς ἀλήθειας.
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ αὐτό, τὴν κατάφαση δηλ. τῆς πραγματικότητας τῆς διάτμησης, ἀμφότερα τὰ παραπάνω χωρία μᾶς εἰσάγουν καὶ σὲ ἕνα περαιτέρω προβληματισμό.
Πῶς μπορεῖ ὁ Μ. Βασίλειος καὶ ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς νὰ χαρακτηρίζουν τὰ διεσπασμένα τμήματα τοῦ σώματος ὡς Ἐκκλησίες καὶ ὁ Πατριάρχης Ταράσιος νὰ ὁμιλεῖ γιά «ὁμοπίστους», νὰ προσδιορίζει δὲ τὸ σκοπὸ τῶν Πατέρων τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὸ «ἵνα τὴν τῶν ἐκκλησιῶν διάστασιν ἀποσεισάμενοι, τὰ διεζευγμένα πρὸς ἕνωσιν ἐφελκύσωμεν...;» Πῶς μπορεῖ νὰ λέγεται ὅτι στὰ διεσπασμένα τμήματα ἡ κεφαλὴ εἶναι μία, δηλ. ὁ Χριστός; Ὑπάρχουν καὶ ἄλλες Ἐκκλησίες πέρα ἀπὸ τὴ μία Ἐκκλησία ποὺ αὐτονόητα ἐμεῖς σήμερα θεωροῦμε ὅτι εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία;
 4. Ἐκκλησία καὶ Ἐκκλησίες
Εἶναι δεδομένο καὶ ἀπολύτως κατανοητὸ ὅτι γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ γίνει λόγος γιὰ Ἐκκλησία ἔξω ἀπὸ τὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, θὰ πρέπει νὰ ὑπερβεῖ κανεὶς τὴν ἀντίληψη τῆς ἀποκλειστικότητας καὶ νὰ παραδεχθεῖ τὴν ὕπαρξη τῆς χάριτος καὶ τὴν πνοὴ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ἐκτὸς αὐτῆς. Μὲ ἄλλα λόγια τίθεται τὸ ἐρώτημα, ἐὰν στὶς διατετμημένες καὶ ἀποσχισθεῖσες ὁμάδες μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν μυστήρια, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος. Οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἀποκλειστικότητας ἀρνούμενοι τὴν πνοὴ τοῦ Πνεύματος καὶ τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ ἀπαντοῦν κατηγορηματικὰ ἀρνητικὰ στὸ θέμα αὐτό, μιλώνας μεταξὺ ἄλλων καὶ γιὰ ταύτιση τῶν κανονικῶν μὲ τὰ χαρισματικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ πιὸ εὔκολο πρᾶγμα βεβαίως στὸ ἐρώτημα αὐτὸ εἶναι νὰ δώσει κανεὶς τὴν ἀπάντηση ποὺ δίνουν οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἀποκλειστικότητας. Ἡ ἀπάντηση ὅμως αὐτὴ ἔρχεται νὰ ἀποκρουστεῖ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν παράδοση τῶν Πατέρων μας τὴν καταγεγραμμένη στὶς Οἰκουμενικὲς συνόδους καὶ στοὺς ἱεροὺς κανόνες. Ἐξ ἀρχῆς βεβαίως θὰ πρέπει νὰ διευκρινιστεῖ ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τῆς ὕπαρξης χάριτος ἔξω ἀπὸ τὰ κανονικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας δὲ σημαίνει ἀπὸ μόνη τὴν ὕπαρξη σωστικῆς χάριτος ἐκτὸς Ἐκκλησίας.
Εὔκολα κατανοεῖ κανεὶς ὅτι, ἐὰν ἡ ἀδιαμφισβήτητη ἐνέργεια τοῦ Λόγου στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν σωστική, δὲν θὰ χρειαζόταν ἡ ἐνσάρκωσή Του καὶ ἡ κάθοδός Tου στὸν Ἅδη. Κατὰ συνέπεια ἡ ἀποδοχὴ τῆς ὕπαρξης καὶ πνοῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκτὸς Ἐκκλησίας μὲ ἀπόρριψη τῆς ἀντίληψης τῆς ἀποκλειστικότητας, ἡ ἀναγνώριση τοῦ ὑπαρκτοῦ μυστηρίου ἢ μυστηρίων ἐκτὸς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἀναγνώριση σωστικῆς δύναμης αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου ἢ αὐτῶν τῶν μυστηρίων εἶναι ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι συναφῆ, δὲν παύουν ὅμως νὰ εἶναι καὶ διαφορετικά. Γιὰ τὸν ὅλο προβληματισμὸ ἀξίζει νὰ ὑπογραμμιστοῦν τὰ ἑξῆς σημεῖα, ἀφορμὴ γιὰ τὰ ὁποῖα δίνουν τὰ πρακτικὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ἱεροὶ κανόνες καὶ ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, τῆς μόνης ἁρμοδίας νὰ ἀποφανθεῖ γιὰ τὸ θέμα.
Εἶναι ἀδιαμφισβήτητο ὅτι οἱ Ἐκκλησιαστικοὶ Πατέρες, ὅταν ἐθέσπισαν τοὺς κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ συγκεκριμένες κατηγορίες αἱρετικῶν τὶς ἔκαναν ἀποδεκτὲς στὴν Ἐκκλησία χωρὶς ἐκ νέου βάπτισμα, «ἐκαινοτόμησαν» σὲ σχέση μὲ τὴν ἀποκλειστικὴ Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ ποὺ σὲ ὅλες καὶ χωρὶς διάκριση τὶς περιπτώσεις ἐπέβαλλε τὸν ἀναβαπτισμό.
Ὅταν δὲ περαιτέρω διαβάζει κάποιος τὰ πρακτικὰ τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐκπλήσσεται, ἰδίως ὅταν ἐμφορεῖται ἀπὸ τὴν ἀντίληψη τῆς ἀποκλειστικότητας, γιὰ τὰ ἑξῆς: Εἶναι δεδομένο ἀπὸ τὰ Πρακτικὰ τῆς Α´ καὶ Γ´ Συνεδρίας τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅτι κατ᾽ αὐτὲς οἱ ἐπίσκοποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέδωσαν τὸ λίβελλο τῆς μετανοίας τους καὶ ἐξέφρασαν τὴν ἐπιθυμία ἐγκαταλείποντας τὴν κακοδοξία τους νὰ προσέλθουν στὴν Ἐκκλησία, τὸ αἴτημά τους ἐγένετο ἀποδεκτὸ καὶ ὄχι μόνο τοὺς ἀνεγνωρίσθη τὸ βάπτισμα καὶ τὸ χρίσμα, ἀλλὰ τοὺς ἀναγνωρίστηκε καὶ ἡ ἀρχιερωσύνη τους ποὺ εἶχαν λάβει κατὰ τὴν παραμονή τους στὴν κακοδοξία καὶ μάλιστα ἀδιάφορα ἀπὸ τὸ ἐρώτημα, ἐὰν οἱ χειροτονήσαντες αὐτοὺς εἶχαν λάβει τὴ δική τους χειροτονία, καθ᾽ ὃν χρόνον εὑρίσκοντο στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία ἢ εἶχαν ἤδη περιπέσει στὴν κακοδοξία.
Γιὰ τὸ θέμα περί «τῶν ζητουμένων δύο κεφαλαίων... περὶ τῶν προσερχομένων ἐξ αἱρέσεων τῇ ἁγίᾳ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ καὶ ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν χειροτονηθέντων» ἐλήφθη μετὰ ἀπὸ διεξοδικὴ συζήτηση καὶ ἀνάγνωση κειμένων ἀπὸ μεγάλους ἐκλησιαστικοὺς Πατέρες, ὅπως ὁ Μ. Ἀθανάσιος (ἐπιστ. πρὸς Ρουφινιακό) ὁ Μ. Βασίλειος (ἐπιστολὴ πρὸς Νικοπολίτας) καὶ χρήσεις ἐκ τοῦ Ἁγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, δοθείσης ἑρμηνείας στὰ κείμενα αὐτά, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα, ἡ κάτωθι ἀπόφασις: «...ἡ ἁγία σύνοδος ἀπεφήνατο, ὅτι τοὺς προσερχομένους ἐκ τῆς αἱρέσεως, ἀκολουθοῦσα τοῖς ἁγίοις πατράσιν ἡμῶν, προσδέχεσθαι χρή, ἐὰν ἑτέρα αἰτία οὐκ ἐκβάλλῃ τοὺς τοιούτους ἐκ τῆς ἱερατικῆς τάξεως». Κατὰ συνέπεια οἱ πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀνεγνώρισαν χωρὶς τὴν ὑποχρέωση τῆς ἐπανάληψης καὶ τὸ βάπτισμα καὶ τὴ χειροτονία τῶν εὑρισκομένων στὴν κακοδοξία, προσερχομένων στὴν Ἐκκλησία.
Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα τίθενται στοὺς ὀπαδοὺς τῆς ἀποκλειστικότητας τὰ ἑξῆς ἐρωτήματα:
• Μὲ ποιό δικαίωμα καὶ ποίᾳ ἐξουσίᾳ οἱ πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἔκαναν δεκτοὺς τοὺς εἰκονομάχους, χωρὶς νὰ ἀπαιτήσουν οὔτε βάπτισμα, οὔτε χρίσμα; Ποιούς ἱεροὺς κανόνες ἐφήρμοσαν γιὰ νὰ προβοῦν στὴν (κατ᾽ οἰκονομία) ἀναγνώριση αὐτῶν τῶν μυστηρίων ποὺ τελέστηκαν κατὰ τὴν περίοδο κατὰ τὴν ὁποία βαπτίζοντες καὶ βαπτιζόμενοι, χρίοντες καὶ χριόμενοι εὑρίσκοντο στὴν κακοδοξία; Ἀσφαλῶς οἱ πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου δὲν μποροῦσαν νὰ στηριχθοῦν σὲ κανένα κανόνα, γιατὶ οἱ κανόνες ποὺ προβλέπουν τὴν εἰσδοχὴ τῶν ρητῶς ἀναφερομένων αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν προηγοῦνται χρονικὰ καὶ ἱστορικὰ τῆς ἐποχῆς τῶν Εἰκονομάχων. Τί ἔπραξαν κατὰ συνέπεια, οἱ Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς συνόδου; Ἑρμήνευσαν προφανῶς τὴν προγενέστερη κανονικὴ παράδοση ἀναζητώντας τὸ «νοῦ» καὶ τὸ σκοπό της, τὴν ἑρμήνευσαν καὶ τὴν ἐφήρμοσαν ἀναλογικὰ καὶ διασταλτικά.
Ποιός μποροῦσε νὰ ἐμποδίσει τοὺς Πατέρες ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἐγχείρημα, ὅταν ἡ Ἐκκλησία συνέρχεται ἐν συνόδῳ, ἀπὸ τὸ νὰ λάβουν μιὰ τέτοια ἀπόφαση ποὺ νὰ ἀντιμετωπίζει νέα πραγματικότητα, ὥστε νὰ καλυφθεῖ ἕνα «κανονικὸ κενό»; Κατὰ συνέπεια, ποιός μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει σήμερα τὴν Ἐκκλησία συνερχομένη ἐν συνόδῳ νὰ ἀντιμετωπίσει μιὰ νέα πραγματικότητα;
Ἡ σύγχρονη πραγματικότητα ἀσφαλῶς καὶ εἶναι νέα, διότι οἱ ἐκτὸς Ἐκκλησίας σήμερα Χριστιανοὶ δὲν εἶναι οὔτε Μανιχαῖοι οὔτε Οὐαλεντιανοί, οὔτε Μαρκιωνιστές, οὔτε Σαβελλιανοί, οὔτε Μοντανιστές, οὔτε Παυλικιανοί, οὔτε Εὐνομιανοί, μὴ ἀποδεχόμενοι τὴν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἐκτὸς Ἐκκλησίας σήμερα Χριστιανοὶ δὲν εἶναι οὔτε Ἀρειανοί, οὔτε Ναυατιανοί, οὔτε Ἀπολλιναριστές. Ἐὰν οἱ ἱεροὶ κανόνες ἀναγνωρίζουν τὸ βάπτισμα καὶ τὸ Χρίσμα τῶν Νεστοριανῶν, τῶν Εὐτυχιανιστῶν καὶ τῶν Σεβηριανῶν μὲ βαρύτατες χριστολογικὲς κακοδοξίες, ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας σήμερα μπορεῖ νὰ εἶναι αὐστηρότερη;
Ὁ Θεόδωρος Στουδίτης παρέχει σαφέστατη τὴν ἑρμηνεία τοῦ ὅρου αἱρετικός: «...Τὸ δὲ εἰρηκέναι σε, μὴ διακρῖναι τὸν κανόνα, ἀλλ᾽ ὁριστικῶς ἀποφάναι, τοὺς ἀπὸ αἱρετικῶν χειροτονηθέντας, ἢ βαπτισθέντας, οὔτε κληρικοὺς δυνατόν, οὔτε πιστούς· ὅτι αἱρετικοὺς ὁ ἀποστολικὸς κανὼν ἐκείνους, ἔφη, τοὺς μὴ εἰς ὄνομα Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος βαπτισθέντας καὶ βαπτίζοντας. Καὶ τοῦτο ἐκ θείας φωνῆς τοῦ μεγάλου Βασιλείου διδασκόμεθα».
Ἐξ ἴσου σημαντικὰ εἶναι ὅσα ἐπισημαίνει περαιτέρω: «Εἰ δὲ φαίης· Καὶ πῶς λέγονται αἱρετικοὶ καὶ οὗτος καὶ πάντες οἱ μεταγενέστεροι; Τοῦτο λέγομεν καὶ νοοῦμεν· οἱ μὲν πρῶτοι κυρίως αἱρετικοί, διὰ τὸ εἰς αὐτὸ τὸ καίριον τῆς τριαδικῆς ἡμῶν πίστεως ἠσεβηκέναι. Οἱ δὲ δεύτεροι κατὰ κατάχρησιν, καὶ ὡς ἐκ τῶν πρώτων παρηγμένοι· ὁμολογοῦντες δ᾽ ὅμως εἰς Τριάδα καὶ πιστεύειν καὶ βαπτίζειν ἐν ἰδιώματι οἰκείῳ τῆς ἑκάστης ὑποστάσεως, καὶ οὐχὶ μιᾶς τῶν τριῶν ὑπαρχούσης· κἂν ἐν ἄλλοις ᾑρέτιζον».
Δὲ θὰ πρέπει καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἐκκλησία σήμερα νὰ ἀποφανθεῖ γιὰ τὴ νέα πραγματικότητα καὶ νὰ εἰπεῖ ξεκάθαρα σὲ ποιοὺς ἀπὸ τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένους ἀναγνωρίζει, ὅ,τι ἀναγνωρίζει, ἐὰν ἀναγνωρίχει, ὅταν μάλιστα ἡ νέα πραγματικότητα εἶναι τελείως διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς ἐποχῆς τῆς θεσπίσεως τῶν ἱερῶν κανόνων; Ὁ σύγχρονος χριστιανικὸς κόσμος, συνολικὰ θεωρούμενος, οὔτε τὶς βαρύτατες κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀσπάζεται, οὔτε ἐχθρικῶς πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διάκειται, οὔτε προσηλυτισμὸ ἀσκεῖ, οὔτε ἔχει καταδικασθεῖ συνοδικά, ὅπως ἐπιβάλλει ὁ στ´ κανόνας τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐκεῖνο ποὺ ἐπιζητᾶ εἶναι ὁ διάλογος, ὁ ὁποῖος ἀναμφισβήτητα ἀντιμετωπίζει δυσκολίες καὶ μάλιστα σοβαρές, γιατὶ ἡ ἀλλοτρίωση ἀπὸ τὴν ἀποξένωση καὶ μὲ τὴ δική μας εὐθύνη δὲν ὑπερβαίνεται μὲ μία ἢ δύο συναντήσεις τὸ χρόνο -ἐὰν γίνονται καὶ αὐτές.
Ἀναμφισβήτητη εἶναι ἀντίθετα ἡ ἐπιρροὴ ποὺ ἀσκήθηκε καὶ ἀσκεῖται ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη σκέψη στὸν ὑπόλοιπο χριστιανικὸ κόσμο μέσα στὰ πλαίσια τῆς οἰκουμενικῆς κίνησης, δηλ. μιᾶς πορείας ἀγάπης -πάντοτε ἐν ἀληθείᾳ- γιὰ τὴ συνάντησή μας μὲ τοὺς ἄλλους, ὅπως αὐτὸ ἐμφαίνεται καὶ σὲ κείμενα ἐπίσημα καὶ στὴ σκέψη μεμονωμένων Θεολόγων.
Δὲν ἦταν π.χ. εὔκολο πρᾶγμα γιὰ ἕνα Ρωμαιοκαθολικό, μὲ κυρίαρχη τὴν περὶ Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας ἀντίληψη, οὔτε τὴν Πενταρχία τῶν Πατριαρχῶν νὰ ἀποδέχεται, μὲ ὅ,τι αὐτὸ περαιτέρω σημαίνει, οὔτε τὴν καθολικότητα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας νὰ ἀναγνωρίζει, γιὰ νὰ ἀναχθοῦμε ἐνδεικτικὰ στὸ κείμενο τῆς Ραβέννας καὶ ἄλλα κείμενα ποὺ ἀποτελοῦν καρπὸ αὐτοῦ τοῦ διαλόγου. Εἶναι, λοιπόν, προφανὲς ὅτι τὰ σύγχρονα δεδομένα εἶναι τελείως διαφορετικὰ καὶ κατὰ συνέπεια διαφορετικὴ θὰ πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ἀντιμετώπιση τῶν ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένων, τῶν ὁποίων ἡ πίστη κατὰ τὰ ὀρθόδοξα κριτήρια ἀποτελεῖ κακοδοξία.
• Οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἀποκλειστικότητας ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ πρέπει πειστικὰ νὰ ἀπαντήσουν, πῶς ἡ ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Ταράσιο προεδρευομένη Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀσκηθείσης οἰκονομίας ἀποδέχεται προσδιορίζουσα τὴ σχέση της μὲ μιὰ ἐντελῶς νέα κακοδοξία τὸ βάπτισμα, τὸ χρίσμα καὶ τὴν ἱερωσύνῃ τῶν εἰκονομάχων προσερχομένων στὴν Ὀρθοδοξία, χωρὶς προγενέστερο κανονικὸ ἔρεισμα, ἀλλὰ ἑρμηνευομένου τοῦ «νοός» τῶν προγενεστέρων ἱ. κανόνων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως οὐδέποτε προβλέπουν σωρευτικὰ τὴν ἀναγνώριση τριῶν μυστηρίων (βαπτίσματος, χρίσματος καὶ ἱερωσύνης), ὥστε τὰ μυστήρια αὐτὰ νὰ μὴ τελοῦνται ἐκ νέου, ἀναγνωρισθείσης τῆς ἐγκυρότητας αὐτῶν, ἀκόμα καὶ ὅταν αὐτὰ τελέστηκαν ἀπὸ αἱρετικοὺς καὶ μὴ ἔχοντας ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου κατ᾽ αὐτοῦ ἀποστολικὴ διαδοχὴ καὶ σὲ ἕνα ἄλλο ἐρώτημα περισσότερο θεμελιῶδες: Τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ καθιστᾶ ἕνα -κατ᾽ αὐτούς- ἀνυπόστατο μυστήριο ὑποστατό, ὅταν ἀκολουθήσει ἡ προσέλευση στὴν Ἐκκλησία;
῾Η συνήθης ἀπάντηση εἶναι, ὅτι στὴν περίπτωση προσέλευσης στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες 1 καὶ 47 τοῦ Μ. Βασιλείου ἡ Οἰκονομία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλει τὸ ἀνυπόστατο σὲ ὑποστατό. Ἔτσι ἐδῶ τὸ ἐρώτημα μετατίθεται στό, πῶς ἡ Ἐκκλησία σὲ ἕνα γεγονὸς στὸ ὁποῖο ἡ ἴδια κατ᾽ ἀρχὴν καὶ καθ᾽ ἑαυτὸ δὲν ἀναγνωρίζει ὅτι τελεῖται διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στὴ συνέχεια τὸ ἀποδέχεται ὡς ἐγκύρως τελεσθὲν στὴν περίπτωση προσεύλεσης στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία.
Εἶναι ἡ ὁμολογία καὶ μόνο τῆς ὀρθῆς πίστης; Ἐὰν συνέβαινε μόνον αὐτό, τότε οἱ κατηχούμενοι ὅλων τῶν αἰώνων δὲ θὰ ἔπρεπε νὰ βαπτίζωνται, γιὰ νὰ καταστοῦν μὲ τὸν τρόπο μέλη τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ πρὶν τὸ βάπτισμα καὶ ὡς προϋπόθεση γιὰ τὸ βάπτισμα διαθέτουν τὴν ὀρθὴ πίστη. Πῶς μπορεῖ ἕνα μυστήριο ποὺ τελέστηκε ἀπὸ ἕνα αἱρετικὸ ἐπίσκοπο ποὺ δὲ διαθέτει ἀποστολικὴ διαδοχή, ὡς εὑρισκόμενος στὴν αἵρεση, νὰ ἀποκτᾶ διὰ μαγείας ἐγκυρότητα καὶ νὰ μὴ τελεῖται ἐκ νέου ἐγκύρως; Μήπως ὑπάρχει στὶς περιπτώσεις αὐτὲς μιὰ ad hoc μὴ δηλούμενη ἀναγνώριση τοῦ μυστηρίου;
Ἐνῶ βεβαίως ἡ μαγεία δὲν μπορεῖ νὰ δώσει ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα, ἀνατρέχει κανεὶς στὸν 1. κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ διαβάσει εἶναι ὅτι τὸ βάπτισμα ποὺ τελέστηκε ἀπὸ αἱρετικοὺς ἀναγνωρίζεται κατ᾽ οἰκονομία, ἐνῶ εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἐπίσημα παραπέμπει στὴν ἔννοια αὐτή. Αὐτὸ μόνο ἀναγράφεται, χωρίς νὰ παρέχεται καμιὰ ἄλλη ἑρμηνεία. Τὸ παράδοξο δὲν ἑρμηνεύεται. Ἁπλῶς ὀφείλει, ἢ μᾶλλον φαίνεται νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος κάποιος, νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀκριβῶς ἐκεῖ ποὺ προηγουμένως τὴν ἠρνεῖτο.
Εἶναι εὔκολο νὰ κατανοήσει κανεὶς ὅτι ἡ μὴ ἐπανάληψη τοῦ βαπτίσματος γίνεται «οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν» ἢ τὴ φράση, «Ἐάν μέντοι μέλλῃ τῇ καθόλου οἰκονομίᾳ ἐμπόδιον ἔσεσθαι τοῦτος (δηλ. ὁ ἀναβαπτισμός), πάλιν τῷ ἔθει χρηστέον καί τοῖς οἰκονομήσασι τὰ καθ᾽ ἡμᾶς Πατράσιν ἀκολουθητέον;» Πῶς μπορεῖ νά ἑρμηνεύσει κανεὶς τὴ φράση τοῦ Μ. Βασιλείου στὸν ἴδιο κανόνα, προκειμένου περὶ τοῦ βαπτίσματος τῶν Καθαρῶν, «ὅτι δεῖ τῷ ἔθει τῷ καθ᾽ ἑκάστην χώραν ἕπεσθαι, διὰ τὸ διαφόρως ἐνδιενεχθῆναι περὶ τοῦ βαπτίσματος αὐτῶν»;
Ἡ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν γίνεται διὰ μαγείας; Γίνεται θαυματουργικά; Γίνεται ἀναγνωριζόμενον σὲ συγκεκριμένες περιπτώσεις ὡς προϋπάρχον, γιὰ νὰ διευκολυνθοῦν οἱ πολλοὶ νὰ προσέλθουν στὴν Ἐκκλησία; Ἡ ἑκάστοτε τηρουμένη πρακτικὴ ἀποτελεῖ ἔθος ἢ ἅπτεται τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας ποὺ δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ παραβιάζεται;
Ἐὰν γίνει δεκτὸ ὅτι αὐτὸ ποὺ ἦταν ἀνυπόστατο ἢ ἄκυρο ἰσχυροποιεῖται καὶ ζωοποιεῖται διὰ τῆς εἰσόδου στὴν Ἐκκλησία, τότε ἀποδίδεται στὴ Θεία Χάρη, διὰ τῆς ὁποίας τελοῦνται τὰ μυστήρια, ἀναδρομικὴ ἰσχὺ καὶ ἐνέργεια(!), ἐφ᾽ ὅσον δὲν ἐπαναλαμβάνεται τὸ βάπτισμα. Ἡ Θεία Χάρις ὅμως εἴτε δὲν ὑπάρχει, εἴτε ὑπάρχει καὶ εἶναι ἀπολύτως ἐνεργός. Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία οὐδέποτε ἀπεδέχθη τὴν στὸν Ἱ. Αὐγουστίνο στηριζόμενη καὶ μετέπεια ὑπὸ τῆς σχολαστικῆς Θεολογίας προβληθεῖσα διάκριση τῶν μυστηρίων σὲ invalida (ἄκυρα) καὶ illicita (παράνομα), σὲ ἐνεργὰ καὶ ἀνενεργά.
Σὲ κάθε ὅμως περίπτωση ἡ ἄσκηση Οἰκονομίας ὑπὸ τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ ὑπὸ τῶν πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων σημαίνει ὅτι στὶς περιπτώσεις αὐτὲς δὲν παραβιάζεται ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, δηλ. ὑποδηλώνει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ὡς ἔθος χαρακτηριζόμενη ἀποκλειστικὴ Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ Καρθαγένης δὲν ἀνήκει στὴ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτὸ λέγουν οἱ Ἐκκλησιαστικοί μας Πατέρες καὶ μεταξὺ πολλῶν ἄλλων καὶ ὁ Ἱ. Φώτιος: «Ἔπειτα δὲ τότε τὰς οἰκονομίας ὁ ὀρθὸς λόγος μεταχειρίζεται, ὅτε τὸ δόγμα τῆς εὐσεβείας οὐδὲν παραβλάπτεται». Καὶ ἀλλοῦ ὁ Ἱ. Φώτιος ἐπισημαίνει: «Μέχρι γὰρ τούτου τὰ τῆς οἰκονομίας ὁ ὀρθὸς λόγος ἀνέχεται, μέχρις ἂν οὐδὲν καινοτομεῖται τῶν τῆς Ἐκκλησίας δογμάτων». Ἐὰν οἱ παραπάνω προτάσεις τοῦ Ἱ. Φωτίου, εἶναι σωστές -καὶ εἶναι ἀσφαλῶς σωστές, τότε ποῦ ἀναφέρεται ἡ ὑπὸ τοῦ Μ. Βασιλείου ἀσκούμενη Οἰκονομία;
Εἶναι λοιπὸν μιὰ ἡ θεώρηση περὶ αὐτομάτου μεταβολῆς τοῦ ἀνυποστάτου σὲ ὑποστατό, στὴν περίπτωση εἰσόδου στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἱκανοποιητική; Δὲν ἐμφανίζεται τότε ὁ Ἅγ. Κυπριανὸς Καρθαγένης συνεπέστερος ἀνάμεσα στὶς θεολογικές του θέσεις καὶ στὴν πρακτικὴ ποὺ υἱοθέτησε; Ἐὰν συνέβαινε ὅμως αὐτό, γιατὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀπεδέχθη τὶς ἐκκλησιολογικές του θεωρήσεις;
Θὰ μποροῦσε κανεὶς στὸ σημεῖο αὐτό, γιὰ νὰ γίνει μιὰ νοηματικὴ παρένθεση, νὰ ἐπαναλάβει αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Μ. Βασίλειος λέγει στὸν 21. Κανόνα του στὴν ὁριοθέτηση μεταξὺ πορνείας καὶ μοιχείας: «Τούτων δὲ ὁ λόγος οὐ ῥᾴδιος· ἡ δὲ συνήθεια οὕτω κεκράτηκεν».
Στὸν τελευταῖο αὐτὸ κανόνα ὁ Μ. Βασίλειος ἀκολουθώντας τὶς κοινωνικὲς ἀντιλήψεις τοῦ καιροῦ του καὶ τὴν τότε κρατικὴ νομοθεσία θεσμοθετεῖ σὲ ἱερὸ κανόνα τὴν ἄνιση μεταχείρηση μεταξὺ ἄνδρα καὶ γυναίκας λέγοντας ὅτι ἡ μὲν γυναῖκα τελεῖ μοιχεία εἴτε ἡ συνεύρεση γίνεται μὲ παντρεμένο εἴτε μὲ ἀνύπαντρο ἄνδρα, ἐνῶ ὁ ἄνδρας τελεῖ μοιχεία, μόνο ἐὰν ἡ συνεύρεση γίνει μὲ παντρεμένη γυναῖκα. Θὰ μποροῦσε ποτὲ ἡ Ἐκκλησία σήμερα νὰ ὑποστηρίξει τὴν ἰσχὺ καὶ τὸ κῦρος αὐτοῦ τοῦ κανόνα;
«Τούτων δὲ ὁ λόγος οὐ ῥᾴδιος». Θὰ ἀναφερθεῖ, ἐνδεικτικὰ ἀκόμα ἕνα παράδειγμα, γιὰ νὰ καταδειχθεῖ ἡ -σὲ ἄλλη συνάφεια βεβαίως- παραδοξότητα. Στὸν θ´ κανόνα τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διαβάζει κανείς: «Πάντα τὰ μειρακιώδη ἀθύρματα, καὶ μανιώδη βακχεύματα, τὰ ψευδοσυγράμματα, τὰ κατὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων γινόμενα, δέον δοθῆναι τῷ ἐπισκόπῳ Κωνσταντινουπόλεως, ἵνα ἀποτεθῶσι μετὰ τῶν λοιπῶν αἱρετικῶν βιβλίων...». Σημειωτέον ἐδῶ, ὅπως ἐπισημαίνει καὶ ὁ Βαλσαμών, γιὰ τὰ αἱρετικὰ συγγράμματα «οἱ νόμοι δὲ καίεσθαι ταῦτα ἐπιτρέπουσι... Ταὐτόν ἐστιν τὸ καυθῆναι καὶ τὸ ἀποτεθῆναι ἐν τῷ ἐπισκοπείῳ...».
Τί πρέπει νὰ κάνει λοιπὸν σήμερα ἡ Ἐκκλησία, νὰ προτρέπει τοὺς πιστούς της νὰ ἀναζητοῦν τὰ βιβλία «τῶν αἱρετικῶν» καὶ νὰ παραδίδωνται αὐτὰ στὸν Ἐπίσκοπο;
Τί πρέπει νὰ κάνουν, ὅσοι θεωροῦν τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ὡς σύγχρονους αἱρετικούς, νὰ καταστρέφουν καὶ νὰ καίουν τὰ βιβλία τους καὶ τὰ βιβλιοπωλεῖα τους; Ἢ μήπως θὰ πρέπει «τὰ ψευδῶς ὑπὸ τῶν ἀληθείας ἐχθρῶν συμπλασθέντα μαρτυρολόγια... πυρὶ παραδίδοσθαι», σύμφωνα μὲ τὸν 63. κανόνα τῆς Πενθέκτης; Εἶναι δυνατὸ σήμερα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ παρομοίου περιεχομένου κανόνες νὰ ἀντιμετωπίζει τὸ σύγχρονο κόσμο ποὺ ζῆ μὲ ἕνα διαφορετικὸ ἀξιακὸ σύστημα σὲ ἕνα ἐντελῶς διαφορετικὸ κοσμοείδωλο ἀπὸ αὐτὸ τῆς καταγραφῆς τῶν ἱερῶν κανόνων;
Εἶναι δυνατὸν ἱεροὶ κανόνες μὲ τέτοιο περιεχόμενο νὰ διεκδικοῦν σήμερα τὴν αὐθεντία καὶ τὸ κῦρος τῶν δογματικῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων; Μὲ τέτοιους καὶ ἄλλους παρομοίου καὶ ἀναλόγου περιεχομένου κανόνες ἀπευθυνόμαστε σήμερα στὴ σύγχρονη κοινωνία, προκειμένου ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐπιτελέσει τὸ σωτηριῶδες της ἔργο;
Τὰ ἐλάχιστα αὐτὰ παραδείγματα ἀρκοῦν γιὰ νὰ καταδείξουν ὅτι ναὶ μὲν οἱ ἱεροὶ κανόνες ἐξετέθηκαν ἀπὸ τίς «σάλπιγγες τοῦ Πνεύματος», μόνο ποὺ τὸ Πνεῦμα σήμερα ἠχεῖ διαφορετικά. Δύσκολα μπορεῖ σήμερα κάποιος νὰ ἀποδεχθεῖ ὅτι ἱεροὶ κανόνες μὲ τέτοιο περιεχόμενο, ὅπως ἐνδεικτικὰ κατεγράφη στὶς δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις, μποροῦν νὰ ἀσκήσουν τὴ θεραπευτική τους λειτουργία προάγοντας τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα «πρὸς ψυχῶν θεραπείαν καὶ ἰατρείαν παθῶν». Τὸ νὰ ξαναδοῦμε τοὺς ἱεροὺς κανόνες ποὺ τόσο κακοποιοῦνται στὶς ἡμέρες μας προβαίνοντας στὴ δέουσα ἀνακάθαρση ἀποτελεῖ ἐπείγουσα ἀναγκαιότητα ποὺ ὁπωσδήποτε χρειάζεται τὴν πανορθόδοξη συναίνεση. Ὁ συγκυριακὸς χαρακτήρας τῶν ἱερῶν κανόνων εἶναι ὅμως ἀδιαμφισβήτητος.
• Ἀνεξάρτητα ὅμως ἀπὸ τὸ πῶς θεωρεῖ κανεὶς τοὺς ἱεροὺς κανόνες γενικῶς -μὲ ἀφετηρία τὸ πνεῦμα τῶν ἱερῶν κανόνων ποὺ συγκεκριμένα ἀναφέρονται στὴν εἰσδοχὴ τῶν αἱρετικῶν στὴν Ἐκκλησία κατονομάζοντας τοὺς συγκεκριμένους αἱρετικοὺς ποὺ γίνονται δεκτοὶ χωρὶς βάπτισμα ἢ χωρὶς βάπτισμα καὶ χρίσμα, κατὰ πολὺ περισσότερο, ὅταν οἱ σύγχρονοι ἑτερόδοξοι γιὰ τοὺς λόγους ποὺ προαναφέρθηκαν δὲν μποροῦν νὰ ἐμπίπτουν στὶς κατηγορίες τῶν αἱρετικῶν ποὺ αὐτοὶ περιλαμβάνουν- εἶναι ἐπιβεβλημένο καὶ ἀπὸ τὰ πράγματα ἀναγκαῖο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ ὑπερβαίνουσα τὴν ἀποκλειστικότητα, προβληματιζόμενη, νὰ ἀποφανθεῖ, ἐὰν ἀναγνωρίζει μυστήρια ἐκτὸς αὐτῆς, ποιὰ εἶναι αὐτὰ καὶ ποίων ἑτεροδόξων συγκεκριμένα τὰ μυστήρια ἀναγνωρίζονται, ἐὰν ἀναγνωρίζονται. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὸ σύνολό της οὐδέποτε μέχρι σήμερα καθόρισε τὶς σχέσεις της μὲ τοὺς σύγχρονους ἑτεροδόξους. Αὐτονόητα ὁ προβληματισμὸς αὐτὸς ὀφείλει νὰ ἑστιαστεῖ πρωτίστως στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, τὸ εἰσαγωγικὸ μυστήριο σὲ μιὰ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἐνδεχομένως ἀναγνωρισθεῖ ὁ ἐκκλησιαστικὸς χαρακτήρας μιᾶς τέτοιας κοινότητας δὲ θίγει σὲ τίποτα τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ποὺ διατηρεῖ τὴν αὐτοσυνειδησία ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια αὐτὴ τίποτα δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ ὀνομάσουμε αὐτὲς τὶς χριστιανικὲς κοινότητες Ἐκκλησία, ὅπως τὸ κάνει ἄλλωστε καὶ ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς στὰ χωρία ποὺ ἀνωτέρω ἐπισημάνθηκαν ἢ οἱ πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ποὺ κάνουν λόγο γιά Ἐκκλησία τῶν «πονηρευομένων», ὄχι ἁπλᾶ ἐξ αἰτίας τῆς κακοδοξίας τῶν εἰκονομάχων, ἀλλὰ κυρίως ἐξ αἰτίας τῆς ἐχθρότητας καὶ τῶν δολίων μέσων ποὺ χρησιμοποιοῦσαν κατὰ τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι τυχαῖο καὶ θεολογικὰ δὲ σημαίνει τίποτα ἡ ἀπάντηση τοῦ Πατριάρχη Ταρασίου, ὅταν θὰ χρειαστεῖ νὰ ἀποφανθεῖ γιὰ τὴν ἐγκυρότητα τῆς χειροτονίας τοῦ Ἀνατολίου, τοῦ Προέδρου τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος εἶχε χειροτονηθεῖ παρουσίᾳ τοῦ εὐτυχοῦς «ὑπὸ Διοσκόρου τοῦ δυσσεβοῦς»; ῾Η ἀπάντηση εἶναι: «....ἐκ Θεοῦ ἐστιν ἡ χειροτονία». Ἐὰν ἡ περίπτωση τοῦ Ἀνατολίου δὲν εἶναι πειστική, πῶς μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει κανεὶς τὴν περίπτωση τοῦ Μελετίου Ἀντιοχείας ποὺ χειροτονήθηκε ἀπὸ Ἀρειανούς ἢ τοῦ Ἁγ. Κυρίλλου Ἱεροσολύμων ποὺ ἐπίσης χειροτονήθηκε ἀπὸ Ἀρειανούς; Πῶς μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἐπίσκοποι ποὺ μετεῖχαν στὴ Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο εἶχαν χειροτονηθεῖ ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς Μακεδόνιο καὶ Εὐδόξιο; Πῶς μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπίσκοποι ποὺ εἶχαν χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἀλεξανδρείας Πέτρο Μογγό, μονοφυσίτη αἱρετικό, ὁ ὁποῖος ἐφόνευσε τὸν κανονικὸ ποιμένα τῆς Ἀλεξάνδρειας Προτέριο, ὁ ὁποῖος προηγουμένως εἶχε καθαιρέσει τὸν Πέτρο, ἔγιναν δεκτοὶ στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία καὶ μάλιστα ὡς ἐπίσκοποι; Πῶς μπορεῖ καὶ στὶς περιπτώσεις αὐτὲς ἡ χειροτονία νὰ θεωρηθεῖ «ἐκ Θεοῦ» καὶ νὰ γίνει ἀποδεκτή;
Ποιός ὅμως μπορεῖ νὰ προσδώσει ἐκκλησιαστικὸ χαρακτῆρα σὲ μιὰ συγκεκριμένη κοινότητα ποὺ δὲν ἀνήκει στὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἀναγνωρίζοντας πρωτίστως στὰ μέλη της βάπτισμα; Αὐτὸ ἀσφαλῶς μπορεῖ νὰ τὸ κάνει μόνο ἡ Ἐκκλησία ἐν συνόδῳ, οἱ ἐπίσκοποι ὡς διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁρατὲς κεφαλὲς τῶν ἀνὰ τὴν Οἰκουμένη τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, τῶν ὁποίων ἐκφράζουν τὸ φρόνημα, οἱ ἔχοντες τὴν ἐξουσία τοῦ «δεσμεῖν καὶ λύειν» καὶ οἱ κατέχοντες «τὰς κλεῖς» τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἡ Ἐκκλησία ὑπὸ τὴν ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνερχομένη θέτοντας σταθερὰ κριτήρια, ἀποτιμώντας πρωτίστως τὴν ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθὴ πίστη. Ἡ Ἐκκλησία δὲ δεσμεύεται ἀπὸ κανονικὲς ρυθμίσεις ποὺ ἀναφέρονται σὲ δογματικὲς ἀποκλίσεις ἄλλων ἐποχῶν, προφανῶς δὲν ἀναφέρονται στὶς σύγχρονες ἐκτὸς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας χριστιανικὲς κοινότητες ποὺ οὐδέποτε συνοδικὰ ἐπισήμως ἔχουν καταδικασθεῖ, ἔχουν ποιμαντικὸ χαρακτῆρα καὶ ποιμαντικὴ σκοπιμότητα, ἐξ αὐτοῦ δὲ τοῦ λόγου δὲν παρουσιάζουν πάντα μιὰ ἑνιαία καὶ σταθερὴ στάση ἀπέναντι στοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένους, ὅπως κατωτέρω θὰ καταδειχθεῖ. Οἱ ἱεροὶ κανόνες οὕτως ἢ ἄλλως δὲν ἀπολυτοποιοῦνται ὡς πρὸς τὸ κῦρος καὶ τὴν ἰσχύ τους. Δὲν ἐντάσσονται στὴ σωτηριώδη δογματικὴ ἐμπειρία καὶ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελοῦν ἐκφρασή της ποὺ λειτουργεῖ μὲ διαφορετικὸ τρόπο στὴν ἑκάστοτε συγκυρία ὡς μέσο γιὰ τὴ σωτηρία στὸν ἄνθρωπο. Ἡ Ἐκκλησία τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες ἔζησε χωρὶς κανόνες, ἐπιτελῶντας στὸν κόσμο τὸ σωτηριολογικό της ἔργο. Ἡ Ἐκκλησία ἀσφαλῶς ὑπέρκειται τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ δὲν ὑπόκειται σ᾽ αὐτούς. Ἐκτὸς τούτου οὐδέποτε ἡ Ἐκκλησία ἐπίσημα καὶ μὲ συνοδική της ἀπόφαση -ἀνεξάρτητα ἀπὸ προσωπικὲς γνῶμες- κήρυξε expressis verbis ὅλα καὶ χωρὶς διάκριση τὰ ἐκτὸς αὐτῆς τελούμενα μυστήρια ὡς ἐντελῶς ἀνυπόστατα καὶ δὲν οἰκειοποιήθηκε τὸ ἀξίωμα: «Salus extra Ecclesiam non est». Αὐτὸ ὑποδηλώνει καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Πενθέκτη χαρακτηρίζει τὶς ἐκκλησιολογικὲς θεωρήσεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ ὡς «ἔθος». Δὲν ἐγνώριζε ὁ Μ. Βασίλειος τὶς ἐκκλησιολογικὲς θεωρήσεις τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, ὅταν λέγει ὅτι «δεῖ τῷ ἔθει τῷ καθ᾽ ἑκάστην χώραν ἕπεσθαι»; Ἁπλῆ ἀνάγνωση τοῦ πρώτου κανόνα ἀρκεῖ γιὰ τὴν ἀπάντηση.
Μὲ βάση αὐτὰ τὰ δεδομένα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἀναγνώριση τοῦ ὑποστατοῦ τοῦ βαπτίσματος ἑτεροδόξων, ὅταν πρωτίστως ἀποστῆ ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία τῆς ἀποκλειστικότητας. Ἡ ἀποκλειστικότητα δὲν ἀποτελεῖ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μόνο μιὰ Ἐκκλησία ποὺ ξεπερνᾶ τὴ στατικότητά της, τῆς ὁποίας τὸ πλήρωμα αὐξάνει στὴ γνώση τῆς ἀλήθειας ποὺ ἀπεκάλυψε ὁ Θεὸς στὸν κόσμο, μπορεῖ νὰ συλλάβη τὴν οἰκουμενικότητα τῆς διάστασης τῆς ἐνανθρώπισης καὶ τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ προσδιορίσει μὲ σαφήνεια καὶ τὴν ἀπαιτούμενη διάκριση συγκεκριμένες της ἐκφάνσεις σὲ συγκεκριμένες περιπτώσεις, ἀντιμετωπίζοντας τὴ σύγχρονη πραγματικότητα.
Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἐξ ἄλλου καὶ ἡ σχετικὴ ἐπὶ τοῦ θέματος τοποθέτηση τοῦ Παναγιώτη Τρεμπέλα: «Ἀλλ᾽ ἐὰν τὰ ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν ἢ σχισματικῶν τελούμενα εἶναι ἄκυρα καὶ κατ᾽ ἀκρίβειαν δέον νὰ ἐπαναλαμβάνωνται, δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ χαρακτηρίσωμεν αὐτὰ πάντῃ ἀνυπόστατα». Περαιτέρω ἐπισημαίνει: «Εἶναι ἀτελῆ καὶ παραμεμορφωμένα, καθ᾽ ὃ μέτρον καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ διδασκαλία αὐτοῦ ἔχει παραμορφωθεῖ παρὰ τοῖς τελεσιουργοῖς καὶ μεταλαμβάνουσι τούτων ἢ τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας ἔχει καταληθῆ ὑπ᾽ αὐτῶν». Ἀφοῦ τὰ ἐκτὸς Ἐκκλησίας τελούμενα μυστήρια εἶναι οὐχί «πάντῃ ἀνυπόστατα», ἄρα διαθέτουν κάποια ὑπόσταση καὶ εἶναι ὑπαρκτὰ καὶ κατ᾽ ἐπέκταση ἔγκυρα. Στηριζόμενος κανεὶς στὴν ἐπιχειρηματολογία τοῦ ἀειμνήστου Καθηγητοῦ διωρωτᾶται, τί ἐμποδίζει σήμερα τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀποδεχθεῖ κατὰ περίπτωση τὰ μυστήρια τῶν ἑτεροδόξων ὡς οὐχί «πάντῃ ἀνυπόστατα»; Εἶναι ὅμως δυνατὸν ἡ Ἐκκλησία, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Καθηγητὴς Π. Τρεμπέλας, τὰ οὐχί «πάντῃ ἀνυπόστατα» μυστήρια νὰ τὰ θεωρεῖ ἄκυρα; Ἡ Θεία Χάρις δηλ. εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ λειτουργεῖ ἀκύρως; Ἡ Θεία Χάρις εἴτε ὑπάρχει καὶ εἶναι ἐνεργός, εἴτε δὲν ὑπάρχει.
Θὰ εἶναι ὅμως ἡ ἀναγνώριση γιὰ συγκεκριμένες περιπτώσεις τοῦ μὴ ἀνυποστάτου τοῦ βαπτίσματος κάτι τὸ ἐντελῶς καινούργιο γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Ἀσφαλῶς καὶ δὲ θὰ εἶναι κάτι τὸ καινούργιο. Στὶς περιπτώσεις ἐκεῖνες ποὺ ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑποχρεώνει στὸ «ἀναβαπτίζεσθαι» δὲν ἀναγνωρίζει προϋπάρχον βάπτισμα; Πῶς ὑποκαθίσταται ἡ ἀναγκαιότητα τοῦ βαπτίσματος, μαγικῶς ἢ θαυματουργικῶς; Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ἀριστηνοῦ στὸ 47. κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείουποὺ μᾶς προσγειώνει περισσότερο ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἀνάλογα κείμενα στὴν πραγματικότητα: «Πλὴν ὁ ἕβδομος κανὼν τῆς ἐν Λαοδικείᾳ συνόδου καὶ ὁ ἕβδομος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ ὁ ηε´ (95.) τῆς ἐν Τρούλλῳ ἕκτης συνόδου, τῶν Ναυατιανῶν, καὶ Καθαρῶν, καὶ Τεσσαρασκαιδεκατιτῶν τὸ βάπτισμα δέχεται προσερχομένων τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ ἀναθεματιζόντων πᾶσαν αἵρεσιν καὶ τὴν ἑαυτῶν». Ὅταν λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία «δέχεται τὸ βάπτισμα», δὲν τὸ ἀναγνωρίζει ὡς προϋπάρχον; Ἤ, μήπως δέχεται τὸ βάπτισμα ἐξ αἰτίας τῆς προσέλευσης στὴν Ἐκκλησία ἀποδίδοντας στὴ Θεία Χάρη ποὺ τὸ τελεῖ ἀναδρομικὴ ἰσχύ; Ἤ, μήπως ἡ ὀρθὴ πίστη καθιστᾶ πλέον περιττὸ τὸ βάπτισμα; Εἶναι προφανές ὅτι στὰ δύο τελευταῖα ρητορικὰ ἐρωτήματα ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀρνητική.
Στοὺς νεώτερους αἰῶνες σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες μετὰ ἀπὸ ἀπόφαση τῆς κάθε μίας χωριστὰ τελοῦνται μικτοὶ γάμοι ὀρθοδόξων μὲ σύγχρονους ἑτεροδόξους. Ἡ τέλεση μικτοῦ γάμου δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ σημαίνει ad hoc ἀναγνώριση βαπτίσματος. Διαφορετικὰ ἡ τέλεση ἑνὸς τέτοιου γάμου δὲ θὰ ἦταν ἐφικτή. Εἶναι ἀντιφατικὸ καὶ ἀδιανόητο νὰ τελεῖται γάμος ὀρθοδόξων μὲ ἑτεροδόξους καὶ νὰ θεωρεῖται ἡ ἑτερόδοξη πλευρὰ ὅτι στερεῖται βαπτίσματος. Ἡ τέλεση μικτῶν γάμων εἶναι ἕνας παγιωμένος στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση θεσμὸς καὶ τὸ πρόβλημα ἀσφαλῶς δὲν ὑπάρχει στὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίας ποὺ τοὺς τελοῦν, ἀλλὰ στοὺς ὀπαδοὺς τῆς ἀποκλειστικότητας ποὺ εἴτε ὡς ἐπίσκοποι ἐκδίδουν τὶς σχετικὲς ἄδειες γάμου, εἴτε ὡς πρεσβύτεροι τοὺς ἱερολογοῦν, συμπροσευχόμενοι μάλιστα μὲ τοὺς ἑτεροδόξους «αἱρετικούς».
Δὲν ἀποτελεῖ ἡ τέλεση μικτοῦ γάμου συμπροσευχή; Θὰ ἦταν εὐχῆς ἔργο, οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἀποκλειστικότητας ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα νὰ ἀποκτήσουν τὴ δέουσα συνέπεια πεποιθήσεων καὶ πράξεων, νὰ ἀναγνώσουν καὶ τὸν θ´ κανόνα τοῦ Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας ποὺ κατόπιν ὑποβληθείσης σ᾽ αὐτόν ἐρωτήσεως ἀσφαλῶς ἐπιτρέπει τὴν παρουσία «ἀρειανῶν ἢ ἄλλων αἱρετικῶν» στὴ Θ. Λειτουργία μέχρι τοῦ ἀσπασμοῦ καὶ τῆς Ἀναφορᾶς καὶ ἑρμηνεύει τὴν ἔννοια τοῦ «συνεύχεσθαι» καὶ στοὺς ἄλλους κανόνες ποὺ ἀπαγορεύουν τὴ συμπροσευχή, παρότι αὐτοὶ δὲν μποροῦν νὰ συμπεριλαμβάνουν αὐτονόητα καὶ τοὺς σύγχρονους ἑτεροδόξους.
Διαφορετικὰ ἡ ἀντίφαση μεταξὺ τῶν ἱερῶν κανόνων ποὺ ἐπικυρώθηκαν ὅλοι ἀπὸ τὸ 2ο κανόνα τῆς Πενθέκτης εἶναι προφανής.
Ἡ τέλεση μικτῶν γάμων στοὺς τελευταίους αἰῶνες ἀπὸ αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες συνιστᾶ μιὰ σιωπηρὴ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων, ἐνῶ οἱ παλινδρομήσεις ποὺ ἑνίοτε παρουσιάζονται στὸ θέμα αὐτὸ μὲ τὴν ἀπαγόρευσή τους δείχνει ὅτι ἡ ἀντιμετώπισή τους δὲν εἶχε θεολογικὰ κριτήρια, διότι ἐὰν αὐτὰ συνέτρεχαν ἀπαγορευτικά, δὲ θὰ εἶχαν ποτὲ συναφθεῖ μικτοὶ γάμοι, ἀλλὰ κριτήρια συγκυριακὰ προσδιοριζόμενα ἀπὸ ἱστορικὲς παραμέτρους καὶ ἔχουν σχέση μὲ τὴν ποιότητα τῆς στάσης τῶν ἑτεροδόξων ἀπέναντι στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Αὐτὸ δὲν καταδεικνύεται ἱστορικὰ ἀπὸ τὴν ἀτυχῆ προσπάθεια τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου νὰ ἐπιβάλει τὸ 1755 τὸν ἀναβαπτισμὸ τῶν Λατίνων, παρὰ τὴν ἀπόφαση τῆς Μεγάλης Συνόδου τοῦ 1484 στὴν Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἀπαιτεῖτο μόνο Χρίσμα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Μεγάλη Σύνοδος τοῦ 1484 ἐρύθμισε αὐστηρότερα τὴν εἰσδοχὴ τῶν Μονοφυσιτῶν ἀπαιτήσασαι ἀντὶ τοῦ λιβέλλου, ὅπως ὅριζε ὁ 95. κανὼν τῆς Πενθέκτης, τὴν τέλεση καὶ χρίσματος.
Παράλληλα τὸ γεγονὸς ὅτι μετὰ ἀπὸ Πανορθόδοξες ἀποφάσεις διεξάγεται θεολογικὸς διάλογος μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, Λουθηρανούς, Ἀγγλικανούς, Μεταρρυθμισμένους, Παλαιοκαθολικοὺς καὶ Προχαλκηδονίους συνδέεται ἄμεσα μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι μὲ αὐτοὺς ὁ μικτὸς γάμος εἶναι δυνατὸς καὶ ὑπάρχει σιωπηρὴ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματός τους καὶ ἐκκλησιολογικὴ ἀναγνώριση τῶν κοινοτήτων τους, ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ ἀνωτέρω ἀνεπτύχθη καὶ δὲν καταργεῖ ἢ ἀμφισβητεῖ τὴν καθολικότητα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ἡ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος οὐδόλως κατ᾽ ἀνάγκη σημαίνει ὅτι ὑπάρχει ἀπὸ Ὀρθοδόξου πλευρᾶς καὶ ἀναγνώριση ἄλλων μυστηρίων, παρότι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει τὴν ἐξουσία νὰ προβεῖ σὲ κάτι τέτοιο ἐν Συνόδῳ, μὴ ὑπαρχούσης ἀσφαλῶς τῆς δυνατότητας γιὰ πληρότητα τῆς κοινωνίας διὰ τῆς Θ. Εὐχαριστίας, καθ᾽ ὅσον χρόνο θὰ ὑπάρχουν διαφορὲς περὶ τὴν πίστη.
Ἐκτιμᾶται ὅτι ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Ἀγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος ὀφείλει νὰ προσδιορίσει τὶς κοινότητες τῶν ἑτεροδόξων μὲ τὶς ὁποῖες διεξάγεται ὁ διάλογος, ὅπως τὸ ἔκανε ἡ ἀπόφαση τῆς Γ´ Προσυνοδικῆς Διάσκεψης τοῦ 1986, προσδιορίζοντας αὐτονόητα ταυτόχρονα -ὄχι συγκεκαλυμμένα, ἀλλὰ ξεκάθαρα- καὶ τὶς κοινότητες τῶν ἑτεροδόξων, στὶς ὁποῖες προφανῶς ἀναγνωρίζει ἐκκλησιολογικὴ ὑπόσταση καὶ τὶς θεωρεῖ ὡς Ἐκκλησίες πάντα ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ προαναφέρθη, κάτι τὸ ὁποῖο προφανῶς ὅμως ἐμπεριέχει τὴν ἁπλῆ ἀναγνώριση τῆς ἱστορικῆς τους ὕπαρξης. Γιὰ ὅσες χριστιανικὲς κοινότητες δὲ συμβαίνει αὐτό, τὸ κείμενο κάνει λόγο γιὰ Ὁμολογίες, μὲ τὶς ὁποῖες μπορεῖ μὲν νὰ ὑπάρχει ἢ νὰ ἀρχίσει διάλογος, δὲν τοὺς ἀναγνωρίζεται ὅμως ἐκκλησιαστικός χαρακτήρας.
5. Οἱ κανόνες 7 τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ 95 τῆς Πενθέκτης καὶ ὁ ποιμαντικός τους χαρακτήρας.
 Στὴν § 20 τοῦ κειμένου γίνεται λόγος γιὰ τὶς προοπτικὲς τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες καὶ Ὁμολογίες ποὺ προσδιορίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεων ποὺ θέτουν οἱ κανόνες 7 τῆς Β´ Οἰκ. Συνόδου καὶ 95 τῆς Πενθέκτης. Κατ᾽ ἀρχήν, ὅταν γίνεται λόγος γιὰ προοπτικές, γίνεται ἀναφορὰ σὲ κάτι ποὺ ἀφορᾶ στὸ μέλλον καὶ ἡ προοπτικὴ τῶν θεολογικῶν διαλόγων εἶναι μία καὶ μοναδική: Ἡ ἑνότητα στὴν πίστη ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, ὅπως ὑποδηλώνει καὶ ἡ § 3 τοῦ κειμένου καὶ ἡ ἐπίτευξη αὐτῆς συνιστᾶ τὸ σκοπὸ τῶν θεολογικῶν διαλόγων. Γι᾽ αὐτὸ ἡ λέξις «προοπτικαί» θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε τεθεῖ καὶ στὸν ἑνικὸ ἀριθμό. Ἄλλωστε, ὅπως ἐπισημαίνει καὶ ἡ § 12 τοῦ κειμένου στοὺς θεολογικοὺς διαλόγους δὲν ὑπάρχει διαφοροποίησις σκοποῦ, «διότι ὁ σκοπὸς εἶναι ἐνιαῖος εἰς πάντας τοὺς διαλόγους».
Ὅταν διαβάζει κανεὶς τοὺς κανόνες 7 τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς καὶ 95 τῆς Πενθέκτης Συνόδου ἀντιλαμβάνεται ὅτι οἱ κανόνες αὐτοὶ ἀναφέρονται σὲ συγκεκριμένες κατηγορίες αἱρετικῶν ὁμάδων, οἱ ὁποῖες εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθουν στὴν Ἐκκλησία κατὰ διαφορετικοὺς τρόπους, εἴτε διὰ τοῦ (ἀνα)βαπτισμοῦ, μὴ ἀναγνωριζομένου τοῦ βαπτίσματος ποὺ ἔλαβαν ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκόμενοι, εἴτε διὰ χρίσματος μὴ ἐπαναλαμβανομένου τοῦ βαπτίσματος, εἴτε ἁπλῶς διὰ λιβέλλου. Βεβαίως σὲ σχετικὴ συνάφεια εὑρίσκονται καὶ ἄλλοι Κανόνες, ὅπως ὁ 8´ τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς, ποὺ κάνει λόγο γιὰ τοὺς καθαρούς (Ναυατιανούς), οἱ ὁποῖοι ἐγίνοντο δεκτοὶ δι᾽ ἐγγράφου ὁμολογίας, ἐνῶ οἱ κληρικοί τους δὲν ἐχειροτονοῦντο ἐκ νέου (ἀρκούσης τῆς χειροθεσίας), ὁ 19. κανόνας τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς ποὺ κάνει λόγο γιὰ Παυλικιανοὺς (τοῦ Παύλου τοῦ Σαμοσατέως / Μοναρχιανιστές) ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀναβαπτίζωνται, ὁ κανὼν 7 τῆς Λαοδίκειας ποὺ ὁρίζει ὅτι οἱ Ναυατιανοὶ (Φωτεινιανοί – Τεσσαρεσκαιδεκατίτες) θὰ ἔπρεπε νὰ γίνωνται δεκτοὶ διὰ χρίσματος, ὁ κανὼν 8 τῆς Λαοδίκειας ποὺ ἐπιβάλλει τὸν ἀναβαπτισμὸ τῶν Φρυγῶν (Μοντανιστῶν), ὁ Κανὼν 66 τῆς Καρθαγένης ποὺ μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρεται στοὺς Δονατιστὲς ποὺ ἐγίνοντο δεκτοὶ μόνο δι᾽ ἐγγράφου ὁμολογίας («ἐπινεύσαντος καὶ ἐνηχήσαντος τοῦ πνεύματος τοῦ Θεοῦ, ἐπιλεξάμεθα ἠπίως καὶ εἰρηνικῶς διαπράξασθαι μετὰ τῶν μνημονευθέντων ἀνθρώπων»), ὁ 1. κανόνας τοῦ Μ. Βασιλείου ποὺ ἐπιβάλλει γιὰ τοὺς Μανιχαίους, τοὺς Οὐαλεντινιανούς, τοὺς Μαρκιωνιστὲς καὶ Πεπουζηνοὺς τὸ βάπτισμα, γιὰ τοὺς Καθαροὺς (Ἐγκρατίτες, Ἀποτακτίτες, Ὑδροπαραστάτες) τὸ βάπτισμα, ἐνῶ ταυτόχρονα μέσα σὲ πνεῦμα οἰκονομίας δέχεται ὅτι οἱ Ἐγκρατίτες, παρότι παραχάραξαν τὴν παράδοση τοῦ βαπτίσματος («ἐπεχείρησαν λοιπόν, ἰδίῳ προκαταλαμβάνειν βαπτίσματι, ὅθεν καὶ τὴν συνήθειαν τὴν ἑαυτῶν παρεχάραξαν»), μπορεῖ νὰ γίνωνται δεκτοὶ μόνο διὰ Χρίσματος, ὅπως αὐτὸ ἐγίνετο στὶς Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας καὶ τέλος ὁ Κανὼν 47 τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅπου ὁ ἴδιος διορθούμενος, ὁρίζει ὅτι οἱ Ἐγκρατίτες (Ναυατιανοί) πρέπει νὰ ἀναβαπτίζωνται. Θεωρεῖ δὲ ὅτι γιὰ τὴν ἀμφιλεγόμενη αὐτὴ πρακτικὴ θὰ πρέπει νὰ συνέλθει σύνοδος γιὰ νὰ ἐπιβληθεῖ ὁ ἀναβαπτισμός τους. Παρότι μιὰ τέτοια σύνοδος δὲ συνῆλθε ποτέ, ὁ δεύτερος κανόνας τῆς Πενθέκτης ἐπικύρωσε καὶ τοὺς δύο αὐτοὺς κανόνες τοῦ Μ. Βασιλείου ποὺ ἐπιβάλλουν διαφορετικὴ ρύθμιση γιὰ τὸ ἴδιο θέμα. Πῶς ὅμως ὁ Μ. Βασίλειος στὸν 1. κανόνα του ἐνδίδει στό «ἔθος» ποὺ ἐτηρεῖτο στὴν Ἀσία καὶ ἀπαλλάσσει τοὺς Ἐγκρατίτες ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση τοῦ βαπτίσματος, ἐὰν γίνει ἀποδεκτὸ ὅτι ἐκτὸς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει Ἅγ. Πνεῦμα καὶ συνεπῶς δὲν ὑπάρχει καὶ βάπτισμα; Ἡ ἀναγνώριση τῆς ἐγκυρότητας τοῦ βαπτίσματος ἐπαφίεται στὴν ἀναγνώριση ἢ ὄχι ἑνὸς ἐθίμου;
Ἀπὸ τὴν ἁπλῆ ἀνάγνωση τῶν προαναφερθέντων κανόνων μπορεῖ κανεὶς νὰ συναγάγει τὰ ἑξῆς συμπεράσματα:
• Ἡ βαρύτητα τῆς πλάνης τῶν ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένων ἀποτελεῖ θεμελιῶδες κριτήριο -ὄχι βεβαίως τὸ ἀποκλειστικό- γιὰ τὴν ἀντιμετώπισή τους ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία (π.χ. Μοναρχιανιστές, Μαρκιωνιστές, Μοντανιστές).
• Γιὰ τὴν ἴδια κατηγορία τῶν ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένων ὁμάδων ἐπιβάλλεται διαφορετικὴ ρύθμιση. Ἐνῶ ὁ 8. Κανόνας τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου κάνει δεκτοὺς τοὺς Καθαροὺς μόνο δι᾽ ἐγγράφου ὁμολογίας (ἀναγνωρίζοντας μάλιστα τὴ χειροτονία ποὺ ἔλαβαν ἀπὸ τὴ σχισματική τους ὁμάδα), ὁ 8. Κανὼν τῆς Λαοδίκειας ποὺ κάνει δεκτοὺς διὰ χρίσματος. Ἐδῶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Πῶς μποροῦν οἱ κανόνες νὰ ἐπιβάλλουν διαφορετικὴ ρύθμιση γιὰ τὸ ἴδιο θέμα; Ὁ ἴδιος ὁ Μ. Βασίλειος, ἐνῶ στὸν πρῶτο του κανόνα ὑποχρεώνει τοὺς Ἐγκρατίτες (Καθαρούς) νὰ τελέσουν ἐκ νέου Βάπτισμα, στὸν ἴδιο κανόνα γιὰ λόγους οἰκονομίας καὶ ἀκολουθώντας τὸ ἔθιμο ποὺ ἴσχυε στὴν Ἀσία τοὺς κάνει δεκτοὺς μόνο μὲ χρίσμα, παρότι παρεχάραξαν τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος. Μὲ ἕνα ἄλλο κανόνα (47) ὁ ἴδιος ὁ Μ. Βασίλειος ἐπιβάλλει τὸν ἀναβαπτισμὸ τῶν Ἐγκρατιτῶν, ἐνῶ ταυτόχρονα ὁ ἴδιος δὲν ἀποδίδει στὴν προσωπική του γνώμη ἀπόλυτο κῦρος, ἀφοῦ ἐπιζητᾶ τὴ σύγκληση συνόδου, γιὰ νὰ ἐπικυρωθεῖ ἀπὸ ἐκείνη ἡ τελευταία του ἄποψη. Τίθεται τὸ ἐρώτημα: Δικαιοῦται ἕνας μεγάλος ἐκκλησιαστικὸς Πατέρας νὰ ἀλλάζει γνώμη γιὰ τὸ ἴδιο θέμα; Γιατὶ ζητᾶ νὰ ἀποφασίσει συνοδικὰ ἡ Ἐκκλησία καὶ δὲν ἐπιζητᾶ νὰ ἐπιβάλει τὴ δική του γνώμη; Ἐὰν ἔτσι σκέφτεται ὁ Μ. Βασίλειος, τὶ θὰ πρέπει νὰ κάνει ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς σήμερα; Δικαιοῦται νὰ προβάλει τὴ γνώμη του ὡς ἀλάθητο κανόνα;
Μὲ τὰ δεδομένα αὐτὰ προκύπτει ἕνα ἀσφαλὲς συμπέρασμα: Ἡ Ἐκκλησία σὲ διαφορετικοὺς χρόνους ἔκρινε ὅτι εἶχε τὴν ἐξουσία νὰ ρυθμίζει τὴ σχέση της μὲ τὶς ἐκτὸς αὐτῆς αἱρετικὲς ἢ σχισματικὲς ὁμάδες, ἐπιβάλλοντας κάθε φορὰ τὴ δέουσα στὴν περίπτωση ρύθμιση μὲ προέχοντα κάθε φορὰ τὸ ποιμαντικὸ σωτηριολογικὸ σκοπό της.
Μήπως τὸ ἴδιο συμπέρασμα δὲν προκύπτει καὶ ἀπὸ τοὺς κανόνες 7 τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ 95 τῆς Πενθέκτης;
Σύμφωνα μὲ τὸν 7. Κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου οἱ Ἀρειανοί, οἱ Μακεδονιανοί, οἱ Ναυατιανοί (Καθαροί), οἱ Τεσσαρεσκαιδεκατίτες καὶ οἱ Ἀπολλιναριστὲς γίνονται δεκτοὶ στὴν Ἐκκλησία διὰ Χρίσματος. Ἐδῶ παρατηρεῖ κανεὶς μιὰ ἐκπλήσσουσα ἰσοπέδωση μεταξὺ Ἀρειανῶν, Μακεδονιανῶν καὶ Ἀπολλιναριστῶν ποὺ εἶχαν ὑποπέσει σὲ σοβαρὲς τριαδολογικὲς καὶ χριστολογικὲς κακοδοξίες μὲ τοὺς Καθαροὺς καὶ Τεσσαρεσκαιδεκατίτες ποὺ δὲν ἑόρταζαν τὸ Πάσχα ἡμέρα Κυριακὴ ἢ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἐδέχοντο σὲ κοινωνία τοὺς πεπτωκότες καὶ τοὺς διγάμους. Πῶς μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ αὐτὴ ἡ ἰσοπέδωση καὶ ἐξομοίωση; Κατὰ τὸν ἴδιο κανόνα 7 τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς οἱ Εὐνομιανοί (ἀκραῖοι Ἀρειανοί), οἱ Μοντανιστὲς καὶ οἱ Σαβελλιανοὶ ὑποχρεοῦνται σὲ βάπτισμα. Ἀπὸ τὶς δύο κατηγορίες ποὺ διακρίνει ὁ κανόνας 7 (μὲ ἐξαίρεση τοὺς Καθαροὺς καὶ τοὺς Τεσσαρεσκαιδεκατίτες) ὁ κανόνας ρυθμίζει τὴ σχέση του μὲ αὐτὲς λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψιν τὴ βαρύτητα τῆς κακοδοξίας, τὴ βαρύτερη πλάνη στὴν τριαδολογική τους διδασκαλία. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου οἱ εὐνομιακοὶ ἐντάσσονται σ᾽ αὐτὴ τὴν κατηγορία καὶ ὄχι διότι δὲν τηροῦσαν τὸν τύπο τοῦ βαπτίσματος.
Σύμφωνα μὲ τὸν 95. Κανόνα τῆς Πενθέκτης οἱ Ἀρειανοί, οἱ Μακεδονιανοί, οἱ Ναυατιανοί (Καθαροί), οἱ Τεσσαρεσκαιδεκατίτες καὶ οἱ Ἀπολλιναριστὲς γίνονται δεκτοὶ διὰ λιβέλλου καὶ χρίσματος. Μιὰ δεύτερη κατηγορία, ὅπως οἱ Παυλιανιστές, οἱ Εὐνομιανοί, οἱ Μοντανιστές, οἱ Μανιχαϊστές, οἱ Οὐαλεντιανοὶ καὶ οἱ Μαρκιωνιστὲς ὑποχρεοῦνται σὲ βάπτισμα. Οἱ Νεστοριανοί, οἱ Εὐτυχιανοί, οἱ Διοσκορῖται, οἱ Σευηριανοὶ καὶ οἱ Μονοθελῆτες γίνονται δεκτοὶ ἁπλῶς διὰ λιβέλλου.
Παρατηρητέα ἐδῶ ὄχι μόνο ἡ διαφορετικὴ ἀντιμετώπιση τῶν Καθαρῶν ποὺ ὑποχρεοῦνται σὲ χρίσμα, ἐνῶ σύμφωνα μὲ τὸν 8. κανόνα τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γίνονται δεκτοὶ ἁπλῶς διὰ λιβέλλου, ἀλλὰ ἡ ἐπιεικέστατη μεταχείριση τῶν ὀπαδῶν σοβαροτάτων χριστολογικῶν κακοδοξιῶν, ὅπως οἱ Νεστοριανοί, οἱ Μονοφυσίτες καὶ οἱ Μονοθελῆτες σὲ σχέση μὲ τὴ δυσμενέστερη μεταχείριση τῶν Καθαρῶν καὶ τῶν Τεσσαρεσκαιδεκατιῶν. Πῶς δικαιολογεῖται αὐτό; Πῶς μπορεῖ νὰ δικαιολογήσει κάποιος τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ὀπαδοὶ σοβαρῶν χριστολογικῶν αἱρέσεων, ὅπως οἱ Νεστοριανοί, οἱ Μονοφυσίτες καὶ οἱ Μονοθελῆτες, γίνονται δεκτοὶ ὡς παρασυνάγωγοι σύμφωνα με τὴν τριμερῆ διάκριση τοῦ Μ. Βασιλείου στὸν 1. κανόνα του γιὰ τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας σὲ αἱρετικούς, σχισματικοὺς καὶ παρασυναγώγους, ἀπαιτεῖται δηλ. μόνο ὁ λίβελλος; Πῶς παραθεωροῦνται καὶ ὑποβαθμίζονται οἱ ἀποφάσεις τριῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ποὺ κατεδίκασαν τὴν κακοδοξία τῶν ἀνωτέρω;
Εὔλογα διερωτᾶται περαιτέρω κανείς, γιατὶ θεωροῦνται ἐπιεικέστερα οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Εὐτυχοῦς, ὁ ὁποῖος μιλοῦσε γιὰ μία φύση τοῦ Χριστοῦ «μετὰ τὴν ἕνωση», οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Διοσκόρου Ἀλεξανδρείας καὶ τοῦ Σευήρου Ἀντιοχείας καὶ δυσμενέστερα ὁ πρόδρομός τους Ἀπολλινάριος; Εἶναι διαφορετικὸ τὸ νὰ μιλᾶς γιὰ μία φύση τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν ἕνωση (Εὐτυχής) ἀπὸ τὸ νὰ μιλᾶς γιὰ τὴν ἔλλειψη τῆς λογικῆς ψυχῆς στὴν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ (Ἀπολλινάριος), ὥστε νὰ ἀντιμετωπίζεσαι διαφορετικά; Δὲ ναρκοθετεῖται καὶ στὶς δύο περιπτώσεις τὸ μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας μὲ τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Χριστοῦ; Εἶναι διαφορετικὸ νὰ ἀποδέχεσαι ὄχι πραγματικὴ ἕνωση, ἀλλὰ συνάφεια τῶν φύσεων, ὄχι ἕνα, ἀλλὰ δύο πρόσωπα (δύο πρόσωπα – δύο υἱούς) ἑνωμένα «ταυτότητι γνώμης» καὶ ἠθικὴ προκοπὴ τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκανε ὁ Νεστόριος, ἀπὸ τὸ νὰ δέχεσαι ὅτι ὁ Χριστὸς ἔλαβε ἄψυχο σῶμα (Ἄρειος); Δὲν ἀποτελοῦν καὶ τὰ δύο σοβαρότατες κακοδοξίες, διὰ τῶν ὁποίων καταργεῖται ἡ δυνατότητα τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ; Εἶναι τὸ ἴδιο νὰ ἀποστερεῖς τὴν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ φυσικό της θέλημα ποὺ κατὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ καὶ στὴ συνέχεια τὴ σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ (649) καὶ τὴν ΣΤ´ Οἰκουμενικὴ ἀποτελεῖ ἱκανότητα - ἰδιότητα τῆς φύσεως πηγάζουσα καὶ ἀπορρέουσα ἀπὸ αὐτή, μὲ τὸ νὰ σφάλλεις γιὰ τὴν ἡμέρα ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα ἢ νὰ ἀποδέχεσαι τὶς θέσεις τῶν Καθαρῶν γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν πεπτωκότων; Ἐπειδὴ ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ ποὺ νὰ εἶναι πειστικὴ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει, ὑπάρχει αὐτὸ ποὺ προανεφέρθη καὶ συνάγεται ἀβίαστα ἀπὸ τὴ μελέτη τοῦ 95. Κανόνα:
Ἡ Ἐκκλησία λαμβάνουσα σοβαρὰ ὑπ᾽ ὄψιν της τὴν ἑκάστοτε συγκυρία οἰκονομεῖ στὸ πλαίσιο τῆς ποιμαντικῆς της πρόνοιας τὴ σχέση της μὲ τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένους κατὰ διαφορετικοὺς τρόπους, χωρὶς ἀκόμα καὶ ὁ βαθμὸς τῆς κακοδοξίας νὰ ἀποτελεῖ τὸ ἀποκλειστικὸ καὶ ἀπόλυτο κριτήριο, ἔχουσα τὴν πρὸς τοῦτο ἐξουσία καὶ ἀναζητοῦσα κατὰ περίπτωση τὴ δέουσα λύση.
Τί προσφέρουν ὅμως αὐτοὶ οἱ δύο κανόνες (7. τῆς Β´ Οἰκ. καὶ 95 τῆς Πενθέκτης) σὲ μᾶς σήμερα (χωρὶς νὰ ἀγνοοῦνται οἱ ἄλλοι σχετικοὶ κανόνες καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ πράξη) καὶ γιατὶ ἀναφέρονται στὸ κείμενο, ἐνῶ ἀφοροῦν τοὺς προσερχομένους ἀπὸ τὴν αἵρεση ἢ τὸ σχίσμα στὴν Ἐκκλησία ὁμάδων ποὺ δὲν ὑπάρχουν σήμερα (μὲ ἐξαίρεση κυρίως τοὺς Προχαλκηδόνιους); Τὸ τελευταῖο δεδομένο ἐπιβάλλει νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ «νοῦς» τῶν κανόνων καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ μποροῦν νὰ γίνουν οἱ κάτωθι παρατηρήσεις – διαπιστώσεις, λαμβανομένων ὑπ᾽ ὄψιν καὶ ἄλλων ἐπισημάνσεων τοῦ κειμένου:
• Ἀνήκει στὴν ἀποκλειστικὴ ἁρμοδιότητα τῆς Ἐκκλησίας νὰ ρυθμίζει τὶς σχέσεις της μὲ τοὺς ἐκτὸς τῶν κανονικῶν της ὁρίων Χριστιανοὺς κατὰ τὴν κρίση της, ἔχουσα τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἀποκλειστικὴ ἁρμοδιότητα ὡς πρὸς αὐτό.
• Οἱ κανόνες ἐξυπηρετοῦν μέσα σὲ πνεῦμα φιλανθρωπίας τὴ σωτηριολογικὴ προοπτικὴ τῶν ἐκτὸς αὐτῆς, οὐδέποτε ὅμως expressis verbis τὴν ἀρνοῦνται, ὅταν αὐτοὶ παραμένουν ἐκτὸς τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴ βεβαία καὶ ἀσφαλῆ ὁδὸ σωτηρίας. Ἄλλωστε, ὅπως διαβεβαίωσε ὁ Χριστός, «ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Πατρός μου πολλαὶ μοναί εἰσι» (Ἰω. 14, 2). ῾Η μὴ σωτηρία τῶν ἐκτὸς Ἐκκλησίας εὑρισκομένων ἀπετέλεσε διδασκαλία τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ὄχι ὅμως καὶ τῆς Ὀρθόδοξης.
• Ἡ βαρύτητα τῆς ἀπόκλισης ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἕνα θεμελιῶδες κριτήριο γιὰ τὸν προσδιορισμὸ τῆς ποιότητας καὶ τοῦ εἴδους τῶν σχέσεων αὐτῶν, χωρὶς ὅμως ἀπολυτοποιούμενο νὰ εἶναι τὸ μοναδικό, ἐμφιλοχωρούντων καὶ ἄλλων παραγόντων ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἑκάστοτε ἱστορικὴ συγκυρία. Ὀφείλει νὰ γίνει συνειδητὸ καὶ κατανοητὸ ὅτι οἱ ἱεροὶ κανόνες, σὲ διαφορετικὲς ἱστορικὲς περιόδους θεσπισμένοι, ἀποτελοῦν ἔκφραση τῆς μιᾶς αἰώνιας ἀλήθειας, ἡ ἔκφραση ὅμως αὐτὴ δὲν εἶναι ἑνιαία στὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας ποικίλουσα κατὰ τὶς χρονικὲς συγκυρίες.
Οἱ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας εὑρισκόμενοι ἑτερόδοξοι ποικίλοντες ὡς πρὸς τὴ βαρύτητα τῆς ἀπόκλισης, ἀφοῦ καταστεῖ ἡ εὐχαριστιακὴ μαζί τους κοινωνία δυνατὴ μετὰ τὴν ἀποδοχὴ ἐκ μέρους των τῆς κοινῆς πίστεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, εἴτε σήμερα κεῖνται «ἐγγύς», εἴτε κεῖνται «μακράν», ὅταν θὰ ὁμολογοῦν μαζί μας τὴν κοινὴ πίστη, θὰ ἀνήκουν στὴ μία καὶ καθολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς πάντα νὰ ἀπαιτηθεῖ οὔτε βάπτισμα, οὔτε χρίσμα.
• Ἡ Ἐκκλησία ἐν συνόδῳ -αὐτὸ μᾶς ὑποδεικνύει καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Μ. Βασιλείου- καὶ μόνον αὐτὴ ἔχει τὴν ἀποκλειστικὴ ἐξουσία, τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἁρμοδιότητα ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς κανονικὲς ρυθμίσεις ποὺ ἄλλωστε δὲν ἀφοροῦν τοὺς σύγχρονους ἑτεροδόξους νὰ ἀναγνωρίσει ἢ μὴ τὸ ὑποστατὸ μυστηρίων συγκεκριμένων κατηγοριῶν ἑτεροδόξων καὶ πρίν ἀκόμα τὴν ὁμολογία τῆς κοινῆς πίστεως, ἐὰν αὐτὴ αὐτὸ κρίνει. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία καὶ ἐρείδεται -ἀναγκαία ἡ ἐπανάληψη- στὴν ἴδια τὴν πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ ἐρύθμισε τὶς σχέσεις της μὲ τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς.
• Ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, χωρὶς φυσικὰ νὰ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει κανόνας ποὺ νὰ ἀναφέρεται στοὺς εἰκονομάχους, τοὺς ἔκανε δεκτοὺς χωρὶς βάπτισμα καὶ χρίσμα, μόνο μὲ τὴν ἀπόδοση ἐκ μέρους τους τῆς ὁμολογίας τῆς ὀρθῆς πίστεως. Ποίᾳ ἐξουσίᾳ ἐγένετο αὐτό;
• Ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος –χωρὶς κανονικὸ ἔρεισμα- ἔκανε δεκτοὺς στὴν Ἐκκλησία εἰκονομάχους ἐπισκόπους χωρὶς νὰ ζητήσει τὴν ἐπανάληψη ὄχι μόνο τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ χρίσματος, ἀλλὰ οὔτε τῆς χειροτονίας. Ἔγιναν μάλιστα καὶ ἐπίσκοποι δεκτοὶ ποὺ εἶχαν χειροτονηθεῖ ἀπὸ ἐπισκόπους ποὺ δὲ διέθεταν ἀποστολικὴ διαδοχή, ἡ ὁποία -κατὰ τὴ γνώμη τῆς ἀποκλειστικῆς Ἐκκλησιολογίας- διακόπτεται σὲ ὅποιον εὑρίσκεται ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Πῶς δικαιολογεῖται ἡ εὑρεῖα χρήση τῆς Οἰκονομίας; Ποίᾳ ἐξουσίᾳ ἐγένετο αὐτό;
• Ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὸν 8. κανόνα δὲν ἔκανε μόνο δεκτοὺς στὴν Ἐκκλησία χωρὶς βάπτισμα τοὺς καθαρούς, ἀλλὰ ἀναγνώρισε καὶ τὴ χειροτονία ποὺ εἶχαν λάβει οἱ κληρικοί τους, ὅταν εὑρίσκοντο στὴ σχισματικὴ ὁμάδα. Δικαιολογεῖται καὶ ἐδῶ ἡ ἀναγκαιότητα τῆς εὑρείας χρήσεως τῆς Οἰκονομίας;
• Σύμφωνα μὲ τὸν ἴδιο 8. Κανόνα τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου οἱ ἐκ τῶν καθαρῶν προσερχόμενοι ἐπίσκοποι, γίνονται μὲν δεκτοὶ ὡς ἐπίσκοποι, ἀλλά, ἐὰν στὸν ἴδιο τόπο ὑπάρχει ἄλλος ἐπίσκοπος κανονικός, τότε, ἐὰν μὲν συμφωνεῖ ὁ τελευταῖος, ὁ προσερχόμενος στὴν Ἐκκλησία ἐπίσκοπος διατηρεῖ τὸ ἀξίωμα (τιμή) τοῦ Ἐπισκόπου, χωρὶς νὰ ἔχει διοικητικὴ ἐξουσία, ἐὰν ὅμως δὲ συμφωνεῖ, γίνεται δεκτὸς καὶ ὡς πρεσβύτερος. Ποίᾳ ἐξουσίᾳ ἡ Ἐκκλησία καθιέρωσε αὐτὲς τὶς παράξενες ρυθμίσεις, ἐὰν δὲ τὸ ἔκανε ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ; Εἶναι δυνατὸν ἡ γνώμη ἑνὸς ἐπισκόπου νὰ καθορίζει τὸ ἐὰν κάποιος ἔχει τὴ χάρη τῆς ἱερωσύνης ἢ τῆς ἀρχιερωσύνης μὲ κριτήριο τὴ δική του διάθεση; Ποιὸ θεολογικὸ ὑπόβαθρο ἔχει καὶ ἡ τελευταία αὐτὴ ρύθμιση; Ἐὰν δὲν ἰσχύει τὸ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, τότε ἡ ρύθμιση εἶναι ἀδικαιολόγητη παντελῶς ἀκατανόητη, θεολογικὰ ἕωλη καὶ πολὺ ἁπλᾶ παράλογη. Εἶναι δυνατὸν ὁ βαθμὸς τῆς ἱερωσύνης ἑνὸς κληρικοῦ νὰ προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν προσωπικὴ κρίση ἑνός (τοῦ ἐπισκόπου);
Πλὴν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας, οἱ ὑπόλοιπες αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες τελοῦν μικτοὺς γάμους μὲ συγκεκριμένες ὁμάδες ἑτεροδόξων. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἄκαμπτης στάσης εἶναι τὸ θλιβερὸ γεγονός, οἱ γεωργιανοὶ πιστοὶ νὰ προσφεύγουν στὶς ἄλλες ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες -ἰδιαίτερα στὸ ἐξωτερικό- γιὰ νὰ τελέσουν θρησκευτικό γάμο. Εἶναι δυνατὸ νὰ γίνωνται χιλιάδες παρόμοιοι γάμοι ἀνὰ τὴν Οἰκουμένη καὶ νὰ μὴ γίνεται δεκτὸ τὸ βάπτισμα τοῦ ἑτεροδόξου ποὺ τελεῖ γάμο μὲ Ὀρθόδοξο; Ἐὰν συμβαίνει αὐτό, τότε πῶς μπορεῖ νὰ γίνεται αὐτὸς ὡς γάμος; Ἐὰν ὅμως γίνει δεκτὸ τὸ βάπτισμα, δὲ γίνεται δεκτὴ μιὰ ἄλλη Ἐκκλησία, ἐκτὸς τῆς Καθολικῆς, ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ προαναφέρθη;
Σὲ τελευταία ἀνάλυση ἡ μέλλουσα Σύνοδος θὰ προσδώσει, ἐὰν αὐτὸ κρίνει, μείζονα κανονικότητα σὲ ἀποφάσεις τῶν κατὰ τόπους αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες μέχρι σήμερα τελοῦν μικτοὺς γάμους μὲ βάση κατάλογο ποὺ διαθέτει ἀπὸ μόνη της ἑκάστη ἐξ αὐτῶν, στὸν ὁποῖο ἀναγράφονται οἱ κατηγορίες τῶν ἑτεροδόξων, μὲ τοὺς ὁποίους εἶναι ἡ δυνατὴ ἡ σύναψη γάμου.
Αὐτὸ δὲ φαίνεται νὰ προκρίνει καὶ τὸ ἄλλο κείμενο ποὺ ὑποβάλλεται στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο πρὸς ἔγκριση, ὅπου κατ᾽ οἰκονομία ἐπιτρέπει τὸ γάμο μὲ ἑτεροδόξους, ἐὰν αὐτοὶ πρὸ τοῦ γάμου δηλώσουν ὅτι προτίθενται νὰ βαπτίσουν τὰ ἐκ τοῦ γάμου τέκνα τους ὀρθόδοξα, ἐνῶ σύμφωνα μὲ τὸν κανόνα 72 τῆς Πενθέκτης, στὸν ὁποῖο παραπέμπει, ἕνας τέτοιος γάμος κατ᾽ ἀκρίβεια ἀπαγορεύεται. Εἶναι δυνατὸ μιὰ τέτοια δήλωση ποὺ εὔλογα μπορεῖ νὰ ἀμφιβάλει κανείς, ἐὰν θὰ τηρηθεῖ στὴν πράξη, νὰ μεταβάλει τὸ βάπτισμα τοῦ ἑτεροδόξου ἀπὸ ἀνυπόστατο σὲ ὑποστατό, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ γίνει ὁ γάμος; Τὶ γίνεται στὶς περιπτώσεις, ὅπου εἴτε ἐκ φυσικῆς ἀδυναμίας ἢ ἐκ βουλήσεως τῶν συζύγων δὲν ὑπάρξουν τέκνα ἐκ τοῦ γάμου; Εἶναι ἀναγκαία καὶ χρήσιμη ἡ παραπομπὴ στὸν 72. κανόνα τῆς Πενθέκτης, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει χωρὶς διάκριση τὸ γάμο μὲ ὁποιοδήποτε ἐκτὸς Ἐκκλησίας αἱρετικό, ὅταν μάλιστα οἱ σημερινοὶ ἑτερόδοξοι δὲν ταυτίζονται μὲ τοὺς αἱρετικοὺς τῆς ἐποχῆς τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων;
Γιὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἡ ᾽Εκκλησία ἐν συνόδῳ καὶ ὄχι ἐν γηπέδῳ ἔχουσα τὴν πρὸς τοῦτο ἐξουσία ὀφείλει μὲ σαφήνεια νὰ προσδιορίσει τὶς συγκεκριμένες κατηγορίες ἑτεροδόξων, στὶς ὁποῖες ἀναγνωρίζει τὸ βάπτισμα, ἐὰν θεωρεῖ ὅτι πρέπει νὰ πράξει τοῦτο.
6. Θεολογικοὶ Διάλογοι – Συνοδικὸς Θεσμὸς καὶ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας
Ἕνα ἄλλο σημεῖο, τὸ ὁποῖο τελευταῖα ἐπικρίθηκε, τοῦ κειμένου εἶναι ἡ § 22, ἡ ὁποία καταδικάζει κάθε διάσπαση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ ἄτομα ἢ ὁμάδες μὲ τὴν πρόφαση τῆς προάσπισης τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας. Ἐπικρίνεται ἐντονότερα ἡ δεύτερη πρόταση τῆς ἰδίας παραγράφου ποὺ ἐπισημαίνει ὅτι διατήρηση τῆς γνήσιας ὀρθόδοξης πίστης διασφαλίζεται μόνο ἀπὸ τὸ συνοδικὸ σύστημα ποὺ ἀνέκαθεν στὴν Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸν ἀρμόδιο, ἀλλὰ καὶ τὸν ἔσχατο κριτὴ περὶ τῶν θεμάτων τῆς πίστεως. Σχετικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀντίρρηση ὅτι στὴ σύνοδο μετέχει ἕνας περιορισμένος ἀριθμὸς ἐπισκόπων ἀπὸ κάθε Ἐκκλησία.
Ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν τελευταία ἔνσταση θὰ πρέπει κανεὶς νὰ ...