Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΑΣΚΕΙ ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ;;; ΣΕ ΔΙΩΓΜΟ ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΛΑΪΚΟΙ

Ἀ­πει­λούμαστε, ὅσοι ἀπό ἐμᾶς ἀντιδροῦμε, μέ κυρώσεις καί ποι­νές, καί ἐν τέλει θά χαρακτηρισθοῦμε καί σχισματικοί, καί ὡς δῆθεν προκαλοῦντες σχίσματα διότι θέλουμε νά παραμείνουμε Ὀρθόδοξοι καί «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι!!».

geron-savvas-lauriotis-700x435
Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης
Πραγματικά κάποιοι δεν περίμεναν κάτι διαφορετικό. Δυστυχώς οι εξελίξεις προχωρούν με μεγάλη ταχύτητα και η θρησκευτική αποστασία επελαύνει ακάθεκτη/
Τελευταίο κρούσμα η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους απαγόρευσε στον γνωστό Γέροντα, Σάββα τον Λαυριώτη, να εκφράσει την άποψη του για την επικειμένη Πανορθόδοξο Σύνοδο. Θλιβερό και απαράδεκτο για τον άλλοτε Φάρο της Ορθοδοξίας. Δεν χρειάζεται να πούμε περισσότερα παραπέμπομε στα παρακάτω :
Σέ τακτική Σύναξη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας, μετά ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ σταλέντος ὑπομνήματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου περί τῶν Προσυνοδικῶν Κειμένων τῆς ὀνομαζομένης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, κατέθεσα γνώμη δι” αὐτά, χωρίς νά ἀναγνωσθεῖ. Μάλιστα, ἐνῶ εἶχαν σταλεῖ ἀπό τήν Ἱερά Κοινότητα τέσσερεις σημαντικές γνῶμες τῶν Ἱερῶν Μονῶν Κουτλουμουσίου, Καρακάλλου, ὁσίου Φιλοθέου καί ἡ ὁσίου Γρηγορίου, (πρός παινόν τους) γι” αὐτό τό σημαντικό θέμα πού ἀπασχολεῖ τούς ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξους, δέν ἀνεγνώσθησαν. Καί ὄχι μόνον δέν ἔγινε ἀνάγνωση τῶν γνωμῶν αὐτῶν, ἀλλά παρανόμως ἀπαγόρευσαν νά διαβασθεῖ ἡ δική μου γνώμη καί νά διαβιβασθεῖ πρός τήν Ἱερά Κοινότητα, διότι δέν δέχονται δικά μου γράμματα καί γνῶμες.

Δι” αὐτόν τόν λόγο, ἐδήλωσα εἰς τήν Σύναξη, ὅτι ἄν δέν ἀναγνώσουν τήν γνώμη μου καί δέν τήν διαβιβάσουν πρός τήν Ἱερά Κοινότητα, πράγμα πού εἶναι στά δικαιώματα τοῦ κάθε προϊσταμένου, καί κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ κάθε μοναχοῦ (Ἐσωτερικός Κανονισμός, ἄρθρο 8 στ, καί ιγ),  τότε ναγκαστικά, μή  ἔχοντας ἄλλη πλέον ἐπιλογή  καί δυνατότητα, διά νά ἀσκήσω τά δικαιώματά μου καί νά ἐκφράσω τήν ἄποψή μου, κάνοντας τό αὐτονόητο καί ὑποχρεωτικό γιά τήν Ὀρθόδοξη συνείδησή μου, θά τήν δημοσιεύσω εἰς τόν Ἐκκλησιαστικό Τύπο, διότι τό θέμα εἶναι σημαντικότατο, ἐφόσον ἀφορᾶ τά τῆς Πίστεώς μας. Φαίνεται πώς ἡ προ­λη­πτι­κή λο­γο­κρι­σί­α καί ἡ φί­μω­ση κά­θε Ὀρ­θο­δό­ξου ἀν­τιρ­ρή­σε­ως σέ ἀν­τορ­θό­δο­ξες ἐπικείμενες ἀ­πο­φά­σεις τῆς Συ­νό­δου, ἤδη ἄρχισε ἀπό τήν Ἱερά Κοινότητα καί τά Μοναστήρια, τά ὁποῖα ὅμως ἀνέκαθεν ἦταν τά προπύργια πού κράτησαν τήν Πίστη μας ζωντανή καί ἀνόθευτη.

Ἀ­πει­λούμαστε, ὅσοι ἀπό ἐμᾶς ἀντιδροῦμε, μέ κυρώσεις καί ποι­νές, καί ἐν τέλει θά χαρακτηρισθοῦμε καί σχισματικοί, καί ὡς δῆθεν προκαλοῦντες σχίσματα διότι θέλουμε νά παραμείνουμε Ὀρθόδοξοι καί «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι!!». Δυστυχῶς τό περιστατικό ἔλαβε χώρα μετά τήν ἐπίσκεψη τοῦ αἱρεσιάρχη Πάπα στήν Λέσβο καί τίς συμπροσευχές πού παρανόμως γιά ἄλλη μιά φορά ἔγιναν. Ὅταν ἀνέφερα τό γεγονός, ὄχι μόνον δέν ἔτυχε σχολιασμοῦ, ἀλλά καί ἀμνηστεύθηκε διότι κατά τήν ρήση τῶν νεοπατέρων, «αὐτά γινόταν πάντοτε στήν Ἐκκλησία». Ὁ κάθε ἕνας ἄς βγάλει τά συμπεράσματά του ἀπό αὐτά τά λίγα κτεθέντα παρ’ μν.

Ἐνοχλοῦνται οἱ πατέρες διότι, ὄχι μόνον δέν συμφωνοῦμε μέ τά πραττόμενα ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἀλλά καί δέν ἀποδεχόμαστε τίς κατά καιρούς αἱρετίζουσες θέσεις καί πρακτικές του. Πῶς ὅμως νά συμφωνήσουμε μέ τίς θέσεις καί τίς πρακτικές αὐτές τοῦ Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος σέ μόνιμη βάση ἀποκαλεῖ τόν αἱρετικό Πάπα «ἀδελφό» του καί ἀναγνωρίζει στήν Παπική αἵρεση ἐκκλησιαστικότητα;  Ὁλόκληρες Σύνοδοι, ὅπως Η’ ἐπὶ Μ. Φωτίου (879-880), οἱ Ἡσυχαστικὲς Σύνοδοι τοῦ 1341, 1347, 1451 (Θ΄ Οἰκουμενική), οἱ νεότερες Πατριαρχικὲς Σύνοδοι τῆς ΚΠόλεως (1722, 1727, 1838 κ.ἄ), ἀλλὰ καὶ οἱ θεοφώτιστοι ἅγιοι Πατέρες ἅγιος Μάρκος Ἐφέσου, ἅγιος Ἀθανάσιος Πάριος, ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως μὲ εὐαγγελική, πατερικὴ καὶ ἁγιοσυνοδικὴ θεολογικὴ τεκμηρίωση καταδικάζουν ἀπερίφραστα ὡς αἱρετικούς τους Λατίνους ἢ τοὺς Λατινόφρονες.

Δέν εἶναι ἑπομένως ὁ Πατριάρχης ὑπόλογος ἐνώπιον τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῶν Ἁγίων αὐτῶν Συνόδων; Δέν ὁμιλεῖ καί πράττει ἀντίθετα απ” ὅσα οἱ προμνημονευθέντες  Ἅγιοι (καί πλῆθος ἄλλων) ἐδίδαξαν; Οἱ Ἱεροί Κανόνες δέν ἐπαπειλοῦν καθαίρεση πρός ὅσους συμπροσεύχονται μέ αἱρετικούς; Ἡμεῖς τί ἀπό αὐτά πράξαμε; Καταπατήσαμε μήπως κάποιον ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες καί δέν τό ξέρουμε; Αὐτοί πού τούς καταπατούν τυχγάνουν τιμῆς καί ἐμεῖς πού συμμορφούμεθα πρός αὐτούς (Ἱερούς Κανόνες) θά τύχουμε καταδίκης καί ὀνειδισμοῦ;
Στίς 5-2-2016  ἐτελέσθη Ἑσπερινός στόν παπικό καθεδρικό ναό τῆς Σμύρνης ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἀπό τόν Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο μέ τήν συγχοροστασία τοῦ παπικοῦ «Ἀρχιεπισκόπου» Σμύρνης κ. Λαυρεντίου, παρουσία καί δύο Ἁγιορειτῶν πατέρων, τοῦ π. Βαρνάβα καί τοῦ π. Εὐδοκίμου τῶν Βατοπαιδινῶν. Μάλιστα ὁ πατήρ Εὐδόκιμος μετά τήν ἀπόλυση καί, ἐνῶ ὁ Πατριάρχης μοίραζε εἰκονίδια στούς παρισταμένους, ἔψαλλε μαζί μέ ἕναν παπικό «ἱερέα» τό «Ἁγνή Παρθένε», ὅπως φαίνεται σαφέστατα στό βίντεο πού ἀναρτήθηκε σέ πολλούς ἱστότοπους. Καί αὐτό δέν εἶναι τίποτα; Θά τό ἀμνηστεύσουμε καί αὐτό; Κατά τά ἄλλα ζητᾶνε ἀπό τήν ἐλαχιστότητά μου και τούς λοιπούς πατέρες πού σκανδαλιζόμαστε μέ αὐτήν τήν προδοσία νά σιωπήσουμε;

Νομίζουν, λοιπόν, ὅτι θά κάμψουν τό φρόνημά μας, νομίζουν πώς θά φοβηθοῦμε τίς ἀπειλές τους καί τούς μεγαλαύχους καί μεγαλοσχήμους ἐκκλησιαστικούς ταγούς πού τούς λένε νά σιωποῡν καί νά ὑπακούουν σέ ὅ,τι καί ἄν ἀποφασίσουν, ἔστω καί ἀν προδίδουν τήν Πίστη μας. Ἕναν μόνον φοβόμαστε, Αὐτόν πού ὑπηρετοῦμε. Τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, Αὐτόν στόν Ὁποῖον θά ἀποδώσουμε λόγο, πρωτίστως ἐάν κρατήσαμε τήν Πίστη μας. Παρ΄ ὅλα αὐτά, προσευχόμαστε στόν Κύριο, νά δώσει φωτισμό καί μετάνοια στούς ἀδελφούς μας πού μᾶς πολεμᾶνε, ἔτσι ὥστε ἀπό κοινοῦ νά ἀντιμετωπίσουμε τόν κίνδυνο τῆς νοθεύσεως καί ἀλλοιώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας διά τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς πανθρησκείας πού αὐτός προετοιμάζει. Καί κυρίως νά δώσει σέ ὅλους μας, ἀνδρεία καί θάρρος νά ὁμολογήσουμε Χριστό καί Ὀρθοδοξία μέχρι τέλους. «Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται».
                                                         ν τ ερ Μον Μεγίστης Λαύρας, τ 5/18-4-2016
Γνώμη Γέροντος Σάββα διά τήν νομαζομένη  γία καί Μεγάλη Σύνοδο.
Κοινοποίηση ες τήν εράν Κοινότητα γίου ρους
           Ἀναγνόντες μετά πάσης προσοχῆς τά κοινοποιηθέντα περί τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, καί μελετήσαντες αὐτά, καθώς καί τίς ἀπαντήσεις  καί εἰσηγήσεις τῶν ἐγκρίτων θεολόγων Μη­τρο­πο­λιτῶν Ναυ­πά­κτου καί Ἁ­γί­ου Βλα­σί­ου κ. Ἱ­ε­ρο­θέ­ου, Λε­με­σοῦ κ. Ἀ­θα­να­σί­ου, κ. Δη­μη­τρί­ου Τσε­λεγ­γί­δου Κα­θη­γη­τοῦ Δογ­μα­τι­κῆς τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς Α.Π.Θ. καί πολλῶν ἄλλων,  προαγόμεθα ὅπως ἐκθέσωμεν ὑμῖν τά ἀκόλουθα.
Ἡ μέλλουσα ὀνομαζόμενη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἡ ὁποία θά πραγματοποιηθεῖ εἰς Κολυμβάριον Χανίων Κρήτης, πρόκειται νά λάβη σημαντικές ἀποφάσεις, καθοριστικές διά τό μέλλον τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἀ­πό τήν ἀρ­χή τῆς προ­πα­ρα­σκευ­ῆς της, ἡ Σύ­νο­δος αὐ­τή εἶ­χε ὡς ἀ­φε­τη­ρί­α της κοι­νω­νι­κά καί ὄ­χι δογ­μα­τι­κά ζη­τή­μα­τα, ὑ­πη­ρέ­τη­σε δέ ποικίλες σκο­πι­μό­τη­τες καί συν­δέ­θη­κε ἄρ­ρη­κτα μέ τόν Οἰ­κου­με­νι­σμό.
Ἐπιγραματικά ὡς πρός τό περιεχόμενο παρατηρεῖται ὅτι ἐπιχειροῦνται:
         Α.ον  ­ναί­ρε­ση τς πί­στε­ώς μας στήν «Μί­αν, ­γί­αν, Κα­θο­λι­κήν καί ­πο­στο­λι­κήν κ­κλη­σί­αν».  (ρθρο 6ο)
         Βον  νο­μι­μο­ποί­η­ση τν α­ρέ­σε­ων – ­να­γνώ­ρι­ση τν α­ρε­τι­κν ς  κ­κλη­σιν.        
         Γον  μφισβήτηση τς νότητος τς ρ­θο­δό­ξου κ­κλη­σί­ας, κα­θώς γί­νε­ται λό­γος γιά «τήν ­πο­λε­σθε­σαν ­νό­τη­τα τν Χρι­στια­νν» (ρ­θρο 21)
        Δον  ­να­γνώ­ρι­ση τν ν­τορ­θό­δο­ξων καί α­ρε­τι­κν κει­μέ­νων το ΠΣΕ καί κα­το­χύ­ρω­σή τους ­πό Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δο
        Εον  ναγνώριση το Συνοδικο Συστήματος ς σχάτου Κριτο περί τν θεμάτων τς Πίστεως, ν στήν ρθόδοξη κκλησία σχατο κριτήριο εναι γρηγοροσα δογματική συνείδηση το πληρώματος τς κκλησίας. (Ο ποφάσεις τς Συνόδου θά εναι δεσμευτικές διά τό Πλήρωμα τς κκλησίας)
    ΣΤον ΘΕΣΜΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΣΥΝΟΔΟΥ.
   Ζον          ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕ­ΤΑ­ΠΑ­ΤΕ­ΡΙ­ΚΗΣ (ΑΙΡΕΤΙΚΗΣ) ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΙΑΣ.
            Τά ἑπτά αὐτά σημεῖα ἀναλύονται ἐν συντομίᾳ παρακάτω.

Ὅπως γνωρίζουμε πολύ καλά ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, ἡ σύγκληση μιᾶς Συνόδου ἀφορᾶ πρωτίστως στήν θέσπισιν καί τήν στερέωσιν τῶν  Δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας, καί τήν ὁριοθέτησίν της ἀπό τήν αἵρεσιν. Δηλαδή ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ ὡς καθῆκον της, ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, τήν καταπολέμησιν κάθε αἱρέσεως καί τήν ὀρθοτόμησιν τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας. Ἐδῶ ὅμως ἔχουμε τό ἀντίθετο. Νομιμοποίηση τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας, καί τῶν αἱρέσεων ὡς ἐκκλησιῶν τοῦ Χριστοῦ. Διά αὐτόν τόν λόγον ὡς Ἁγιορεῖτες μοναχοί πρέπει νά ἀπαιτήσουμε τά ἑξῆς:
          1ον. ν πρώτοις νά πικυρωθον λες ο προηγούμενες ρθόδοξες Σύνοδοι, πως γινόταν νέκαθεν στίς ρθόδοξες τοιατες, καί κυρίως νά ναγνωριστον ς Οκουμενικές το Μεγάλου Φωτίου ς 8η , καί ς 9η  το γίου Γρηγορίου το Παλαμ, πού καταδικάζουν τήν αρεση το παπισμο.
                 2ο ΝΑ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΕΙ Η ΠΑΝΑΙΡΕΣΙ ΤΟΥ ΔΙΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.
                 3ον  Νά ποσυρθε ρθόδοξος κκλησία πό τό Παγκόσμιο Συμβούλιο τν «κκλησιν» μλλον θεοστυγν αρέσεων, μέ δήλωση μάλιστα, πώς Μία, γία, Καθολική καί ποστολική κκλησία το Χριστο, εναι μόνον ρθόδοξη, καί τι δέν δύναται νά πάρξει διάλογος, παρά μόνο κατήχηση καί πιστροφή στούς Κόλπους τς Μητέρας κκλησίας.
                  4ον Νά πανέλθει τό παλαιόν ορτολόγιον σέ σες ρθόδοξες κκλησίες κολούθησαν τό ουλιανόν.
                  Ἀν θέλουμε ἅγιοι πατέρες νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς μέ τόν ἑαυτό μας καί κυρίως μέ τόν Σωτῆρα μας Ἰησοῦν Χριστόν, τόν Δομήτορα τῆς Ἐκκλησίας, αὐτά εἶναι τά θέματα πού ἔπρεπε ὡς Ἁγιορεῖται μοναχοί νά ἀπαιτήσουμε νά ψηφισθοῦν σέ αὐτήν τήν Σύνοδο, γιά νά εἶναι Ὀρθόδοξη, καί νά μήν δημιουργηθοῦν περαιτέρω σχίσματα εἰς τήν Ἐκκλησία. Αὐτά εἶναι τά προβλήματα πού ὁ πιστός λαός περιμένει νά δωθοῦν λύσεις. Ὄλα τά ἄλλα οἱ Ἅγιοι Πατέρες τά ἔχουν τακτοποιημένα. Στήν περίπτωση λοιπόν, πού ὑπερψηφισθοῦν οἱ ἀντορθόδοξες θέσεις τῶν πρός ψήφιση προσυνοδικῶν κειμένων καί κυρίως ἡ παροχή ἐκκλησιαστικότητας στήν αἵρεση τοῦ παπισμοῦ καί στήν πανσπερμία τῶν προτεσταντικῶν ὁμολογιῶν, ποὺ ἐκθεμελιώνουν τὸ ὀρθόδοξο δόγμα καὶ τὴν ἱερὰν Παράδοσιν, ὄχι μόνον δὲν πρέπει νά τίς ἀκολουθήσουμε, ἀλλὰ χρεωστικῶς κατὰ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας πρέπει νά διακόψουμε τὸ μνημόσυνον ὅλων αὐτῶν ποὺ θὰ συμμαχήσουν μὲ τίς αἱρετικές θέσεις καί τόν παναιρετικό οἰκουμενισμό.
Ταῦτα πάντα τ’ ἀνωτέρω λίαν φιλαδέλφως καταθέτω ὑμῖν, γνωρίζοντας ἐκ τῶν προτέρων ὅτι θά ἀντιμετωπίσετε τό σοβαρόν τῆς ὑποθέσεως μέ τήν διακρίνουσαν ὑμᾶς ὁμολογιακήν εὐθυκρισίαν τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος πού πρέπει νά συνέχει τόν κάθε Ἁγιορείτην μοναχόν.
Γέρων Σάββας Λαυριώτης
     Τό πε­ρι­ε­χό­με­νο καί θε­μα­το­λο­γί­α τς νομαζομένης ­γί­ας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου δέν ἐ­ξέ­φρα­σαν πο­τέ τό Ὀρ­θό­δο­ξο πλή­ρω­μα (κλη­ρι­κούς, μο­να­χούς καί λα­ϊ­κούς), τό ὁ­ποῖ­ο, ἄλ­λω­στε, οὐ­δέ­πο­τε πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε κά­τι σχε­τι­κό μέ τήν Σύ­νο­δο αὐ­τή, οὐ­δέ­πο­τε συμ­με­τεῖ­χε στήν δι­α­δι­κα­σί­α προ­πα­ρα­σκευ­ῆς της καί οὐ­δέ­πο­τε ἐ­νέ­κρι­νε τά πρός συ­ζή­τη­ση θέ­μα­τά της. Ὑπάρχει  δηλαδή  ­πο­κλει­σμός το πι­στο λα­ο, τν μο­να­χν καί τν κλη­ρι­κν. Ἐ­κτός, ὅ­μως, ἀ­πό τόν ἀ­πο­κλει­σμό τοῦ πι­στοῦ λα­οῦ, τῶν μο­να­χῶν καί τῶν κλη­ρι­κῶν, ­χου­με καί τόν ­πο­κλει­σμό καί τήν φί­μω­ση τν ­δί­ων τν ­πι­σκό­πων, ο ­πο­οι ο­δέ­πο­τε ­νη­με­ρώ­θη­καν γιά τά πε­πραγ­μέ­να τν Προ­συ­νο­δι­κν ­πι­τρο­πν καί γιά τά θέ­μα­τα πού συ­ζη­τή­θη­καν.
Ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Ναυ­πά­κτου κ. Ἱ­ε­ρό­θε­ος σέ Ἐ­πι­στο­λή του πρός τήν Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος: «Τά κεί­με­να τν θε­μά­των α­τν ­λο­κλη­ρώ­θη­καν ­πό τήν Ε­δι­κή Δι­ορ­θό­δο­ξη ­πι­τρο­πή καί πα­ρα­πέμ­φθη­καν ­δη στήν ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δο, χω­ρίς νά τά γνω­ρί­ζη ­ε­ραρ­χί­α τς κ­κλη­σί­ας μας.­.. Για­τί δέν ­τέ­θη­σαν πρός γ­κρι­ση ­πό τήν ­ε­ραρ­χί­α τά κεί­με­να α­τά καί πα­ρα­πέμ­φθη­καν στήν ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δο ν ­γνοί­ τν ­ε­ραρ­χν;».
Καί ὁ Καθηγητής κ. Τσελεγγίδης παρατηρεῖ ὅτι, «­.­.. κ­κλη­σί­α τς λ­λά­δος –­πό τό 1961, πού ρ­χι­σαν ο Πα­νορ­θό­δο­ξες Προ­συ­νο­δι­κές Δι­α­σκέ­ψεις γιά τήν πα­ρα­πά­νω Με­γά­λη Σύ­νο­δο – δέν ­σχο­λή­θη­κε μέ τίς ­πο­φά­σεις τν Δι­α­σκέ­ψε­ων α­τν σέ ­πί­πε­δο Συ­νό­δου τς ­ε­ραρ­χί­ας».
Ὁ ἀ­πο­κλει­σμός τῶν Ἐ­πι­σκό­πων συν­τε­λεῖ­ται, ἐ­πί­σης, καί ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅ­τι μό­νον 24 Ἀρ­χι­ε­ρεῖς ἀ­πό κά­θε Το­πι­κή Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α θά συμ­με­τέ­χουν στήν Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δο καί αὐ­τοί χω­ρίς νά ἔ­χουν δι­καί­ω­μα ψή­φου ὁ κα­θέ­νας ξε­χω­ρι­στά, ἀλ­λά μό­νον ὁ Προ­κα­θή­με­νος τῆς κά­θε Ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ ὁποῖος θά ψηφίζει μέ βάση τήν πλειοψηφία τῶν ἐκεῖ εἰκοσιτεσσάρων συμμετεχόντων.  Ὅπως το­νί­ζει καί ὁ Πα­νι­ε­ρώ­τα­τος Μη­τρο­πο­λί­της Λε­με­σοῦ κ. Ἀ­θα­νά­σιος, «κα­ταρ­γεῖ­ται ἡ πρα­κτι­κή ὅ­λων τῶν μέ­χρι τοῦ­δε Ἱ­ε­ρῶν Συ­νό­δων.­.. ὅ­που κά­θε ἐ­πί­σκο­πος ἔ­χει καί τή δι­κή του ψῆ­φο.­.. (καί) κα­θι­στᾶ τά μέ­λη τῆς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου, πλήν τῶν Προ­κα­θη­μέ­νων, δι­α­κο­σμη­τι­κά στοι­χεῖ­α, ἀ­φαι­ρε­θέν­τος ἀ­π’ αὐ­τῶν τοῦ δι­και­ώ­μα­τος τῆς ψή­φου».
Ὁ ἀ­πο­κλει­σμός αὐ­τός τῶν Ἐ­πι­σκό­πων, τῶν κλη­ρι­κῶν, τῶν μο­να­χῶν καί τοῦ πι­στοῦ λα­οῦ ἀ­πό τήν δι­α­δι­κα­σί­α προ­πα­ρα­σκευ­ῆς τῆς Με­γά­λης Συ­νό­δου ἀ­πο­σκο­πεῖ στό νά πε­ρι­στεί­λει κά­θε Ὀρ­θό­δο­ξη ἀν­τί­δρα­ση· ἀ­πο­σκο­πεῖ στό νά ἐ­πι­βά­λει οἰ­κου­με­νι­στι­κές ἀν­τι­λή­ψεις καί πρα­κτι­κές καί νά τίς ἐ­νι­σχύ­σει μέ τό κῦ­ρος τῆς ἀ­πο­φά­σε­ως μί­ας Πα­νορ­θο­δό­ξου Συ­νό­δου.
            Μέ τό κεί­με­νο: «Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας πρός τόν λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον» καί εἰ­δι­κό­τε­ρα μέ τό ἄρ­θρο 6, ὅ­που ση­μει­ώ­νε­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ὅ­τι: «ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἱ­στο­ρι­κήν ὕ­παρ­ξιν ἄλ­λων χρι­στι­α­νι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν καί Ὁ­μο­λο­γι­ῶν, μή εὑ­ρι­σκο­μέ­νων ἐν κοι­νω­νί­ᾳ με­τ’ αὐ­τῆς», ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται:
            Α.ον  ­ναί­ρε­ση τς πί­στε­ώς μας στήν «Μί­αν, ­γί­αν, Κα­θο­λι­κήν καί ­πο­στο­λι­κήν κ­κλη­σί­αν»
Ὁ Μητροπολίτης Λεμεσοῦ κ. Ἀθανάσιος θε­ω­ρεῖ ὅ­τι «θε­ο­λο­γι­κά καί δογ­μα­τι­κά καί νο­μο­κα­νο­νι­κά ἡ ἀ­πό­δο­ση τοῦ τί­τλου «Ἐκ­κλη­σί­α» σέ αἱ­ρε­τι­κές ἤ σχι­σμα­τι­κές κοι­νό­τη­τες εἶ­ναι παν­τε­λῶς λαν­θα­σμέ­νη για­τί μί­α εἶ­ναι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ.­.. Ἐ­άν εἶ­ναι ἐκ­κλη­σί­ες οἱ αἱ­ρέ­σεις, τό­τε ποῦ εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κή καί Μί­α Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ καί τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων;»
Καί ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος ἀναφέρει γιά τό ἴδιο κείμενο ὅτι «ὑ­πάρ­χουν με­ρι­κές ἀ­σά­φει­ες, ὡ­σάν νά «ἀ­να­γνω­ρί­ζων­ται» καί ἄλ­λες Ἐκ­κλη­σί­ες, ἐ­κτός τῆς Μί­ας, Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας».
Βον  νο­μι­μο­ποί­η­ση τν α­ρέ­σε­ων – ­να­γνώ­ρι­ση τν α­ρε­τι­κν ς  κ­κλη­σιν
Κατά τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου: «Αὐ­τό ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­να­γνω­ρί­ζει τίς ἄλ­λες Χρι­στι­α­νι­κές Ἐκ­κλη­σί­ες καί Ὁ­μο­λο­γί­ες.­.­.­.­.Ὑ­πάρ­χουν Χρι­στι­α­νι­κές Ἐκ­κλη­σί­ες ἐ­κτός τῆς Μιᾶς, Ἁ­γί­ας Κα­θο­λι­κῆς καί Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας»;
Καί ὁ Μητροπολίτης Λεμεσοῦ δι­ε­ρω­τᾶται: «για­τί στό κεί­με­νο γί­νε­ται πολ­λα­πλή ἀ­να­φο­ρά σέ «Ἐκ­κλη­σί­ες» καί «Ὁ­μο­λο­γί­ες»; Ποι­ά εἶ­ναι Ἐκ­κλη­σί­α καί ποι­ά ἡ αἱ­ρε­τι­κή καί ποι­ά ἡ σχι­σμα­τι­κή ὁ­μά­δα ἤ ὁ­μο­λο­γί­α;  Ἐ­μεῖς ὁ­μο­λο­γοῦ­με μί­α Ἐκ­κλη­σί­α καί ὅ­λα τά ἄλ­λα αἱ­ρέ­σεις καί σχί­σμα­τα».
Ὁ δέ Καθηγητής κ. Τσελεγγίδης σημειώνει πώς «­.­…….ἕ­να κεί­με­νο πού προ­ω­θεῖ­ται πρός ἔγ­κρι­ση, .­..εἰ­ση­γεῖ­ται οὐ­σι­α­στι­κά τήν Προ­τε­σταν­τι­κή θε­ω­ρί­α τῶν «κλά­δων» – νο­μι­μο­ποι­ών­τας μέ τήν ἀ­πο­δο­χή του τήν ὕ­παρ­ξη πολ­λῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν μέ πο­λύ δι­α­φο­ρε­τι­κά δόγ­μα­τα».
            Γον  μ­φι­σβη­τε­ται ­νό­τη­τα τς ρ­θο­δό­ξου κ­κλη­σί­ας, κα­θώς γί­νε­ται λό­γος γιά «τήν ­πο­λε­σθε­σαν ­νό­τη­τα τν Χρι­στια­νν»
Στό τέ­λος τοῦ  ἄρ­θρου 6 τοῦ ἴδιου Κειμένου γρά­φε­ται ὅ­τι ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α μέ τήν συμ­με­το­χή της στήν Οἰ­κου­με­νι­κή Κί­νη­ση ἔ­χει ὡς «ἀν­τι­κει­με­νι­κόν σκο­πόν τήν προ­λεί­αν­σιν τῆς ὁ­δοῦ τῆς ὁ­δη­γού­σης πρός τήν ἑ­νό­τη­τα»­. Ἐπ’ αὐτοῦ, ὁ Κα­θη­γη­τής κ. Δη­μή­τριος Τσε­λεγ­γί­δης σημειώνει ὅτι: «Ἐ­φό­σον ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι δε­δο­μέ­νη, τό­τε τί εἴ­δους ἑ­νό­τη­τα Ἐκ­κλη­σι­ῶν ἀ­να­ζη­τεῖ­ται στό πλαί­σιο τῆς Οἰ­κου­με­νι­κῆς Κι­νή­σε­ως; .­.. δί­νε­ται ἡ ἐν­τύ­πω­ση, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει δε­δο­μέ­νη δι­αί­ρε­ση στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί οἱ προ­ο­πτι­κές τῶν δι­α­λε­γο­μέ­νων ἀ­πο­βλέ­πουν στήν δι­α­σπα­σθεῖ­σα ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας».
Ὁ δέ Μη­τρο­πο­λί­της Ναυ­πά­κτου κ. Ἱ­ε­ρό­θε­ος δι­ε­ρω­τᾶ­ται:  «Ἐ­πί­σης, μέ τήν ὑ­πεν­θύ­μι­ση τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων Κα­νό­νων τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων (ἄρθ. 20) ὑ­πο­νο­εῖ­ται ἡ «βα­πτι­σμα­τι­κή θε­ο­λο­γί­α» ὡς βά­ση τῆς ἑ­νό­τη­τας τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας καί τῶν ἄλ­λων «Ἐκ­κλη­σι­ῶν καί Ὁ­μο­λο­γι­ῶν»; .­..Μή­πως ἐμ­μέ­σως ἀ­να­κα­λεῖ­ται ἡ ἀ­πό­φα­ση τῶν Πα­τρια­ρχῶν τοῦ ἔ­τους 1756, μέ τήν ὁ­ποί­α ἀ­πο­δε­χό­μα­στε τούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α μέ βά­πτι­σμα; Καί ὅ­ποι­ος θά ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά πι­στεύ­η κα­τά τήν δι­δα­σκα­λί­α τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων θά δια­σπᾶ τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί θά εἶ­ναι «κα­τα­δι­κα­στέ­ος»; (ἄρθ. 22).

           Δον  ­να­γνώ­ρι­ση τν ν­τορ­θό­δο­ξων καί α­ρε­τι­κν Κει­μέ­νων το ΠΣΕ καί κα­το­χύ­ρω­σή τους ­πό Πα­νορ­θό­δο­ξη Σύ­νο­δο
Στό ἄρ­θρο 21 ση­μει­ώ­νε­ται, ὅ­τι «ἡ Ὀρ­θό­δο­ξος Ἐκ­κλη­σί­α.­.. ἐ­κτι­μᾶ θε­τι­κῶς τά ὑ­π’ αὐ­τῆς (ἐνν. τῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς «Πί­στις καί Τά­ξις») ἐκ­δο­θέν­τα θε­ο­λο­γι­κά κεί­με­να.­.. διά τήν προ­σέγ­γι­σιν τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν». Ὁ Μητροπολίτης Λεμεσο σχολιάζει ἐπ’ αὐτοῦ: «Ἡ ἀ­να­φο­ρά τοῦ κει­μέ­νου στό «Παγ­κό­σμιο Συμ­βού­λιο Ἐκ­κλη­σι­ῶν» μοῦ δί­νει τήν εὐ­και­ρί­α νά δι­α­τυ­πώ­σω τήν ἔν­στα­σή μου ἀ­πέ­ναν­τι σέ κα­τά και­ρούς δι­ά­φο­ρα συγ­κρη­τι­στι­κά ἀν­τι­κα­νο­νι­κά γε­γο­νό­τα πού ἔ­γι­ναν σ᾽ αὐ­τό, ἀλ­λά καί σ᾽ αὐ­τήν ταύ­την τήν ὀ­νο­μα­σί­αν του, ἀ­φοῦ σ᾽ αὐ­τό ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α θε­ω­ρεῖ­ται ὡς «μί­α ἐκ τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν» ἤ κλά­δος τῆς μί­ας Ἐκ­κλη­σί­ας, πού ψά­χνει καί ἀ­γω­νί­ζε­ται γιά τήν πραγ­μά­τω­σή της στό Παγ­κό­σμιο Συμ­βού­λιο Ἐκ­κλη­σι­ῶν».
               ΕΟΝ  ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥ­ΝΟ­ΔΙ­ΚΟΥ ΣΥ­ΣΤΗ­ΜΑΤΟΣ ΩΣ ΕΣΧΑΤΟ ΚΡΙΤΗ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ,  ΕΝΩ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΣΧΑΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΕΙΝΑΙ Η ΓΡΗΓΟΡΟΥΣΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Στό ἄρ­θρο δέ 22 τοῦ ἰ­δί­ου Κει­μέ­νου ἀ­να­φέ­ρε­ται συγ­κε­κρι­μέ­να ὅ­τι: «Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξος Ἐκ­κλη­σί­α θε­ω­ρεῖ κα­τα­δι­κα­στέ­αν πᾶ­σαν δι­ά­σπα­σιν τῆς ἑ­νό­τη­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὑ­πό ἀ­τό­μων ἤ ὁ­μά­δων, ἐ­πί προ­φά­σει τη­ρή­σε­ως ἤ δῆ­θεν προ­α­σπί­σε­ως τῆς γνη­σί­ας Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Ὡς μαρ­τυ­ρεῖ ἡ ὅ­λη ζω­ή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, ἡ δι­α­τή­ρη­σις τῆς γνη­σί­ας ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως δι­α­σφα­λί­ζε­ται μό­νον διά τοῦ συ­νο­δι­κοῦ συ­στή­μα­τος, τό ὁ­ποῖ­ον ἀ­νέ­κα­θεν ἐν τῇ Ἐκ­κλη­σί­ᾳ ἀ­πε­τέ­λει τόν ἁρ­μό­διον καί ἔ­σχα­τον κρι­τήν πε­ρί τῶν θε­μά­των πί­στε­ως».
Πα­ρα­τη­ρεῖ σχε­τι­κά ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Ναυ­πά­κτου κ. Ἱ­ε­ρό­θε­ος:«Δη­λα­δή, ἄν τε­λι­κῶς λη­φθοῦν ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δο τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πο­φά­σεις, τίς ὁ­ποῖ­ες οἱ Ἀρ­χι­ε­ρεῖς, οἱ μο­να­χοί καί θε­ο­λό­γοι τίς ἀ­γνο­οῦν, καί οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀν­τι­βαί­νουν σέ πα­τε­ρι­κές θέ­σεις, θά ἔ­χουν εὐ­θύ­νη καί θά ὑ­πό­κειν­ται σέ κρί­σεις καί κα­τα­κρί­σεις, ἄν ἀρ­νη­θοῦν νά τίς ἐ­φαρ­μό­σουν;».
Προ­βάλ­λε­ται, ἐ­πί­σης, στό ἴ­διο ἄρ­θρο, ὡς ἀ­πό­λυ­τος ἐκ­φρα­στής καί ἐγ­γυ­η­τής τῆς δογ­μα­τι­κῆς ἀ­λη­θεί­ας τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ώς μας μό­νον τό Συ­νο­δι­κό Σύ­στη­μα. Πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται, ἔ­τσι, καί ὑ­πο­τι­μᾶ­ται ὁ κλῆ­ρος, οἱ μο­να­χοί καί ὁ εὐ­σε­βής λα­ός, πού ὑ­πῆρ­ξαν πάν­το­τε οἱ ὑ­πε­ρα­σπι­στές καί οἱ φύ­λα­κες τῆς ἀ­κε­ραι­ό­τη­τας τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ώς μας, ἔ­ναν­τι κα­κο­δό­ξων ἀ­πο­φά­σε­ων λη­στρι­κῶν Συ­νό­δων.
Ὅ­πως πα­ρα­τη­ρεῖ γιά τό ἴ­διο θέ­μα ὁ Κα­θη­γη­τής κ. Δη­μή­τριος Τσε­λεγ­γί­δης σέ σχε­τι­κή Ἐ­πι­στο­λή του πρός ὅ­λους τούς Ἱ­ε­ράρ­χες: «Στό ἄρ­θρο 22 δί­δε­ται ἡ ἐν­τύ­πω­ση, ὅ­τι ἡ Μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος προ­δι­κά­ζει τό ἀ­λά­θη­το τῶν ἀ­πο­φά­σε­ών της.­.. Στό ἄρ­θρο αὐ­τό πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται τό ἱ­στο­ρι­κό γε­γο­νός, ὅ­τι στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἔ­σχα­το κρι­τή­ριο εἶ­ναι ἡ γρη­γο­ροῦ­σα δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α στό πα­ρελ­θόν ἐ­πι­κύ­ρω­σε ἤ θε­ώ­ρη­σε λη­στρι­κές ἀ­κό­μη καί Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Τό Συ­νο­δι­κό Σύ­στη­μα ἀ­πό μό­νο του δέν δι­α­σφα­λί­ζει μη­χα­νι­στι­κά τήν ὀρ­θό­τη­τα τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως. Αὐ­τό γί­νε­ται μό­νο, ὅ­ταν οἱ συ­νο­δι­κοί Ἐ­πί­σκο­ποι ἔ­χουν μέ­σα τους ἐ­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα καί τήν Ὑ­πο­στα­τι­κή Ὁ­δό, τό Χρι­στό δη­λα­δή, ὁ­πό­τε ὡς συνο­δι­κοί εἶ­ναι στήν πρά­ξη καί «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι».
Ἀ­νά­λο­γη κρι­τι­κή ἀ­σκεῖ καί ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Λε­με­σοῦ κ. Ἀ­θα­νά­σιος: «Ἡ ἄ­πο­ψη ὅ­τι ἡ δι­α­τή­ρη­ση τῆς γνη­σί­ας ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως δι­α­σφα­λί­ζε­ται μό­νο διά τοῦ συ­νο­δι­κοῦ συ­στή­μα­τος, ὡς τοῦ μό­νου «ἁρ­μο­δί­ου καί ἐ­σχά­του κρι­τοῦ τῶν θε­μά­των τῆς πί­στε­ως», ἔ­χει δό­ση ὑ­περ­βο­λῆς καί ἐκ­φεύ­γει τῆς ἀ­λη­θεί­ας, κα­θό­τι στήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ἱ­στο­ρί­α πολ­λές σύ­νο­δοι ἐ­δί­δα­ξαν καί ἐ­νο­μο­θέ­τη­σαν λαν­θα­σμέ­να καί αἱ­ρε­τι­κά δόγ­μα­τα καί ὁ πι­στός λα­ός τίς ἀ­πέρ­ρι­ψε καί δι­ε­φύ­λα­ξε τήν ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη καί ἐ­θρι­άμ­βευ­σε τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ὁ­μο­λο­γί­α. Οὔ­τε σύ­νο­δος ἄ­νευ τοῦ πι­στοῦ λα­οῦ, τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, οὔ­τε λα­ός ἄ­νευ συ­νό­δου Ἐ­πι­σκό­πων μπο­ροῦν νά θε­ω­ρή­σουν ἑ­αυ­τούς σῶ­μα Χρι­στοῦ καί Ἐκ­κλη­σί­αν Χρι­στοῦ καί νά ἐκ­φρά­σουν σω­στά τό βί­ω­μα καί τό δόγ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας».
              Μέ τόν τρόπο ατό:  πιχειρεται προ­λη­πτι­κή λο­γο­κρι­σί­α καί φί­μω­ση κά­θε ρ­θο­δό­ξου ν­τιρ­ρή­σε­ως σέ ν­τορ­θό­δο­ξες ­πο­φά­σεις τς Συ­νό­δου. ­πει­λον­ται ο ρ­θό­δο­ξοι πού θά ν­τι­δρά­σουν μέ ποι­νές. Κιν­δυ­νεύ­ουν νά χα­ρα­κτη­ρι­σθον ς α­ρε­τι­κοί ­σοι ρ­θο­δο­ξον καί πα­ρα­μέ­νουν «­πό­με­νοι τος ­γί­οις Πα­τρά­σι».
             ΣΤΟΝ ΘΕΣΜΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΣΥΝΟΔΟΥ
Σύμ­φω­να μέ τήν συ­νο­λι­κή κρί­ση, ἐ­πί τοῦ κει­μέ­νου: «Σχέ­σεις τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας πρός τόν λοι­πόν χρι­στι­α­νι­κόν κό­σμον», τοῦ Κα­θη­γη­τῆ κ. Τσε­λεγ­γί­δη, «οἱ ἐμ­πνευ­στές καί οἱ συν­τά­κτες του ἐ­πι­χει­ροῦν μιά θε­σμι­κή νο­μι­μο­ποί­η­ση τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ συγ­κρη­τι­σμοῦ – οἰ­κου­με­νι­σμοῦ μέ μιά ἀ­πό­φα­ση πα­νορ­θο­δό­ξου Συ­νό­δου. Αὐ­τό ὅ­μως θά ἦ­ταν κα­τα­στρο­φι­κό γιά τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α. Γι’ αὐ­τό προ­τεί­νω, τα­πει­νῶς, τήν κα­θο­λι­κή ἀ­πό­συρ­σή του».
             ΖΟΝ  ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕ­ΤΑ­ΠΑ­ΤΕ­ΡΙ­ΚΗΣ (ΑΙΡΕΤΙΚΗΣ) ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΙΑΣ
Τό κεί­με­νο: «Ἡ ἀ­πο­στο­λή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας ἐν τῷ συγ­χρό­νῳ κό­σμῳ» κυ­ρι­αρ­χεῖ­ται ἀ­πό τήν ἀν­τι­πα­τε­ρι­κή ἀν­τί­λη­ψη πε­ρί προ­σώ­που, ὅ­πως τήν ἐκ­φρά­ζει ὁ Σε­βα­σμι­ώ­τα­τος Μη­τρο­πο­λί­της Περ­γά­μου κ. Ἰ­ω­άν­νης. Στήν κρι­τι­κή πού ἀ­σκεῖ ὁ Σε­βα­σμι­ώ­τα­τος Μη­τρο­πο­λί­της Ναυ­πά­κτου κ. Ἱ­ε­ρό­θε­ος ἀ­να­φέ­ρει, ὅ­τι ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Περ­γά­μου «πα­ρερ­μή­νευ­σε τήν δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Με­γά­λου Ἀ­θα­να­σί­ου, τῶν Καπ­πα­δο­κῶν Πα­τέ­ρων καί τοῦ Ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου τοῦ Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ γιά τόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό καί πρέ­πει ἡ ἀν­τι­πα­τε­ρι­κή αὐ­τή ἄ­πο­ψη νά ἀ­πο­βλη­θῆ, δε­δο­μέ­νου μά­λι­στα, ὅ­τι τό συγ­κε­κρι­μέ­νο κεί­με­νο τοῦ Περ­γά­μου Ἰ­ω­άν­νου δι­δά­σκε­ται στίς Θε­ο­λο­γι­κές καί Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές Σχο­λές, μέ κίν­δυ­νο νά με­γα­λώ­ση μιά γε­νιά θε­ο­λό­γων καί Κλη­ρι­κῶν μέ ἀ­νορ­θό­δο­ξες ἀ­πό­ψεις γιά τό δόγ­μα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος».
Γιά τό ἴ­διο κεί­με­νο πα­ρα­τη­ρεῖ, ἐ­πί­σης, ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Ναυ­πά­κτου: «Ἀν­τί στό κεί­με­νο νά γί­νε­ται λό­γος γιά τήν ἀ­ξί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, γί­νε­ται λό­γος γιά τήν «ἀ­ξί­α τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που» (Ἐ­πι­κε­φα­λί­δα καί κεφ. Α΄, ἄρ­θρ. 4), τήν «ἱ­ε­ρό­τη­τα τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που» (κεφ. Α΄, ἄρ­θρ. 3), τήν «ὕ­ψι­στη ἀ­ξί­α τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που» (κεφ. Α΄, ἄρ­θρ. 5) ­.­..Στό ἄρ­θρο αὐ­τό (Β΄, ἄρθ. 1) γί­νε­ται λό­γος γιά «κοι­νω­νί­α θεί­ων προ­σώ­πων», ἐ­νῶ.­.. στόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό ὑ­πάρ­χει κοι­νω­νί­α φύ­σε­ως καί ὄ­χι κοι­νω­νί­α προ­σώ­πων.­.. Ἀ­κό­μη, εἶ­ναι προ­βλη­μα­τι­κή ἡ φρά­ση ὅ­τι, «τό πρό­σω­πον συν­δέ­ε­ται μέ τήν ἐ­λευ­θε­ρί­αν καί τήν μο­να­δι­κό­τη­τα, αἱ ὁ­ποῖ­αι ἐκ­φρά­ζουν σχέ­σιν καί κοι­νω­νί­αν» (Κεφ. Α΄,1) καί ὅ­τι ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α εἶ­ναι «ὀν­το­λο­γι­κό στοι­χεῖ­ον τοῦ προ­σώ­που» (Κεφ. Β΄, 3). Ἄν ἴ­σχυ­ε αὐ­τό τό­τε στόν Θε­ό κά­θε πρό­σω­πο θά εἶ­χε τήν δι­κή του ἐ­λευ­θε­ρί­α καί ἑ­πο­μέ­νως θά δι­ε­σπᾶ­το ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος… Ἄν μεί­νουν αὐ­τές οἱ φρά­σεις πού ἐκ­φρά­ζουν μιά σύγ­χρο­νη θε­ο­λο­γι­κή κα­τεύ­θυν­ση με­ρι­κῶν νε­ω­τέ­ρων θε­ο­λό­γων, πού δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ­ται ἀ­πό τήν ὀρ­θό­δο­ξη πα­τε­ρι­κή δι­δα­σκα­λί­α, τό­τε τά κεί­με­να πού θά προ­έλ­θουν ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δο.­..θά στη­ρί­ξουν μιά θε­ο­λο­γί­α πού εἶ­ναι ξέ­νη πρός τήν πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, θά στη­ρί­ξουν τήν λε­γο­μέ­νη με­τα­πα­τε­ρι­κή θε­ο­λο­γί­α καί θά φα­νεῖ ὅ­τι αὐ­τός ἦ­ταν ὁ σκο­πός αὐ­τῶν πού συ­νέ­τα­ξαν τά κεί­με­να αὐ­τά».
Τά Σύμπεράσματα πού ἀβίαστα ἐξάγονται ἀπό τά παραπάνω εἶναι ὅτι ἡ Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, Θά εἶναι:
Μία Σύνοδος μέ ἀντορθόδοξη θε­μα­το­λο­γί­α καί πρα­κτι­κές
Μία Σύνοδος πού ἀποκλείει τούς Ἐπισκόπους καί καταλύει τήν συνοδικότητα
Μία Σύνοδος χωρίς τήν ἐνημέρωση τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος
Μία Σύνοδος μέ θεολογικές ἀσυνέπειες καί ἀντιφάσεις
Μία Σύνοδος μέ ἀποκλειστικό ρόλο «ἁρμοδίου καί ἐσχάτου κριτοῦ»σέ θέματα πίστεως
Μία προσπάθεια ἐπιβολῆς καί κατοχυρώσεως «ἀλαθήτων» ἀποφάσεων
Μία προσπάθεια δημιουργίας ἀλλοιωμένης ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας
Μία προσπάθεια καθιερώσεως τῆς μεταπατερικῆς Θεολογίας
Μί­α προ­σπά­θεια θεσμικῆς νο­μι­μο­ποιή­σε­ως τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ
Μία προσπάθεια ἐκκλησιαστικοποιήσεως τῶν αἱρέσεων
Μία Σύνοδος πού ὑ­πο­βι­βά­ζει τόν χρι­στι­α­νι­σμό στό ἐ­πί­πε­δο τοῦ κοι­νω­νι­σμοῦ
Μία Σύνοδος πού δέν ἐκ­φρά­ζει τήν ἁγιοπνευματική ἐμ­πει­ρί­α τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ σώ-­            ματος
Μία Σύνοδος πού δέν ἀ­κο­λου­θεῖ τήν ἁ­γι­ο­πατερι­κή Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας,
Σύμ­φω­να καί μέ τόν Ἅ­γιο Ἰ­ου­στῖ­νο Πό­πο­βιτς: «Τό ρ­θο­δο­ξό­τε­ρον ε­ναι νά μή συγ­κλη­θε κα­θό­λου Ο­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος νά μή συμ­με­τά­σχει κά­ποι­ος σ’ α­τήν».
Δι­ό­τι, «Τί δύ­να­ται νά πε­ρι­μέ­νει κα­νείς ἀ­πό μί­αν τοια­ύτην Οἰ­κου­με­νι­κήν Σύ­νο­δον;­ ἕν μό­νον: σχί­σμα­τα καί αἱ­ρέ­σεις καί δι­α­φό­ρους ἄλ­λας συμ­φο­ράς. Αὐ­τό εἶ­ναι ἡ βα­θεῖ­α μου αἴ­σθη­σις καί  ἡ πλή­ρης ὀ­δύ­νης ἐ­πί­γνω­σις. Δι’ αὐ­τό πα­ρα­κα­λῶ καί ἱ­κε­τεύ­ω τήν Ἱ­ε­ράν Σύ­νο­δον τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας νά ἀ­πό­σχει ἀ­πό τήν συμ­με­το­χήν εἰς τήν προ­ε­τοι­μα­σί­αν τῆς Συ­νό­δου καί ἀ­πό τήν συμ­με­το­χήν εἰς τήν Σύ­νο­δον».
«Στά δογ­μα­τι­κά θέ­μα­τα, ὡς γνω­στόν, ἡ ἀ­λή­θεια δέν βρί­σκε­ται στήν πλει­ο­νο­ψη­φί­α τῶν Συ­νο­δι­κῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων. Ἡ ἀ­λή­θεια κα­θε­αυ­τήν εἶ­ναι πλει­ο­ψη­φι­κή, για­τί στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι Ὑ­πο­στα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα». Ἡ Ἀλήθεια εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός. Γι’ αὐτό καί ἕ­νας ἀκόμη, ὅ­ταν τήν ἐκ­φρά­ζει, αὐ­τή πλει­ο­ψη­φεῖ ἔ­ναν­τι ὅλων τῶν ἄλλων, ὅσοι κι ἄν εἶναι ἐκεῖνοι. ποιαδήποτε, λλη, λοιπόν, κατασκευασμένη καί τεχνητή πλειοψηφία πιβληθε στήν μέλλουσα γία καί Μεγάλη Σύνοδο, θά τήν καταδείξει ληστρική. Κι ατό γιατί δέν θά γίνει ποδεκτή πό τήν γρηγοροσα δογματική συνείδηση το ρθοδόξου πληρώματος.
ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
www.nikosxeiladakis.gr