Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

ΜΕΓΑΛΗ Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

 εορτολογιο
Ἀπόδοσις Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου
23 Αὐγούστου
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

a104-ceb9cf83cf84

ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, ἐννέα ἡμέρες ἀπὸ τὴν Κοίμησι τῆς Θεοτόκου, ἡ Ἐκ­κλησία μας τελεῖ τὴν ἀ­πόδοσι τῆς μεγάλης αὐτῆς ἑορτῆς. Εἶνε τὰ ἐνιάμερα τῆς Παναγίας. Καὶ ἡ ἡ­μέρα αὐτή, κατὰ τὴν ὁποία ὁλοκληρώνεται ὁ ἑορτασμὸς τῆς Κοιμήσεως, μᾶς δίνει πάλι ἀ­φορμὴ νὰ τιμήσουμε τὸ πρόσωπο τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

* * *

Ἡ Παναγία δὲν εἶνε μιὰ γυναίκα ὅπως οἱ ἄλλες. Ἑκατομμύ­ρια καὶ δισεκατομμύρια γυναῖκες γεννήθηκαν πάνω στὴ γῆ. Ἀλλ᾽ ὅπως τὸ διαμάντι διαφέρει ἀπὸ τὶς πέτρες, ἔτσι καὶ ἡ Παναγία μας διαφέρει ἀπ᾽ ὅλες τὶς ἄλλες γυ­ναῖκες. Ὑπάρχουν σπουδαῖες γυναῖκες ποὺ γέν­νησαν βασιλιᾶδες, αὐτοκράτορες, στρατη­γούς, σο­φούς. Ἡ Παναγία ὅμως γέννησε ὄ­χι ἁπλῶς ἄνθρωπο, γέννησε αὐτὸν τὸν Θεό. Γι᾽ αὐτὸ δὲν λέγεται Χριστοτόκος· λέγεται Θεοτόκος.

Μὰ τί ἔκανε ἡ Παναγία, θὰ ρωτήσετε, ὥστε ὁ Θεὸς ἀ­πὸ τὰ ἑκατομμύρια τῶν γυναικῶν νὰ διαλέ­ξῃ αὐτὴν νὰ γίνῃ μητέρα του; Εἶχε πολλὲς ἀρετές. Ἀλλὰ οἱ πιὸ μεγάλες ἀ­­ρετές της ἦταν δύο. Ἡ μία εἶνε ἡ ἁ­γνότης καὶ παρθενία· ἦταν κρίνο ἀμόλυν­το, «καθαρω­τέρα λαμπηδό­νων ἡλιακῶν», ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας (Παρακλ. καν.), πιὸ καθαρὴ κι ἀπὸ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου. Καὶ ἡ ἄλλη μεγάλη ἀρετή της ἦταν ἡ ταπείνωσις· ἦταν ταπεινή.
Σήμερα οἱ ἄνθρωποι εἶνε ὑπερήφανοι. Βλέ­πετε καὶ τὰ μικρὰ παιδάκια; Εἶνε ἀκόμα ἀπονήρευτα, παίζουν χαρούμενα καὶ ξένοιαστα, τὰ θεωροῦμε ἀγγελούδια. Βάλτε τα ὅμως στὴ γραμμή, δέκα – εἴκοσι – τριάντα παιδάκια, καὶ ρω­τῆστε τα· Ποιό ἀπὸ σᾶς εἶνε τὸ καλύτερο παιδί;… Θὰ δῆτε, ὅτι κανένα δὲν θὰ δείξῃ κάποιο ἄλλο· τὸ καθένα θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του πιὸ καλὸ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὑπερηφανεύον­ται τὰ παιδιά, ὑπερηφανεύ­ονται οἱ μεγάλοι καὶ μάλιστα οἱ ἄντρες. Ὑπερηφανεύονται ὅμως καὶ οἱ γυναῖκες. Ἄλλες γιὰ τὴν ὀμορφιά τους, ἄλλες γιὰ τὸν ἄντρα τους, ἄλλες γιὰ τὴν καταγωγή τους, ἄλλες γιὰ τὰ παιδιά τους.
Καὶ εἶνε μικρὴ ἁμαρτία ἡ ὑπερηφάνεια; Ἂν σᾶς ρωτήσῃ κανείς, ποιά εἶνε ἡ πιὸ μεγάλη ἁ­μαρτία, τί θ᾽ ἀπαντήσετε; Σοβαρὲς ἁμαρτίες εἶνε ἡ πορνεία, ἡ μοιχεία, ἡ βλαστήμια, ἡ ψευ­δορκία, τὸ μῖσος, ἡ ἐκδίκησι…. Ἡ πιὸ μεγάλη ὅ­μως ἁ­μαρτία, λέει ἡ Ἐκκλησία μας, εἶνε ἡ ὑ­περηφά­νεια. Μεγάλο κακό. Αὐτὴ γκρέμισε τὸν πρῶ­το ἄγγελο ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν ἔκανε διάβολο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτω­λὸς ἔ­λεγε· «Ὅταν ἰδοῦμέν τινα ταπεινόν, τὸν βλέπο­­μεν ὡς ἄγγελον, μᾶς φαίνεται ν᾽ ἀνοίξωμεν τὴν καρδίαν μας νὰ τὸν βάλωμεν μέσα· καὶ ὅ­ταν ἰδοῦμέν τινα ὑπερήφανον, τὸν βλέπομεν ὡς τὸν διάβολον, γυρίζομεν τὸ πρόσωπόν μας εἰς ἄλ­λο μέρος νὰ μὴ τὸν βλέπωμεν» (ἡμ. βιβλ., σελ. 116-7).
Εἶχε λοιπὸν ταπείνωσι καὶ ἁγνότητα ἡ Παν­αγία μας, καὶ ἔτσι τὴ διάλεξε ὁ Θεὸς νὰ γίνῃ ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό, ἐσεῖς γυναῖκες ποὺ μ᾽ ἀκοῦτε, προσπα­θῆ­στε νὰ μιμηθῆτε τὴν Παναγία μας. Μιμηθῆτε την στὴν ταπείνωσι, μιμηθῆτε την καὶ στὴν ἁγνότητα. Ὅσες εἶ­στε κορίτσια, σ᾽ αὐτὴ τὴν κατηραμένη ἐποχὴ μείνετε κρίνα ἀμόλυν­τα, μακριὰ ἀπὸ τὴν ἁ­μαρτία. Εἶνε μεγάλο πρᾶ­γμα νὰ κρατηθῇ τὸ κορί­τσι ἁγνὸ ὅπως ἡ Παν­α­γία. Ὅσες εἶστε παν­τρε­μένες, κοιτάξτε νὰ φυ­λάξετε τὴν ὑπόσχε­σι ποὺ δώσατε τὴν ἡ­μέρα τοῦ γάμου σας. Ἦρ­θε στὴ μητρόπολι κά­ποιος πολὺ πληγωμέ­νος. Ἐργαζόταν στὴ Γερμανία. Μὲ κόπο ἔβγαζε τὰ μάρκα καὶ ἔστελνε ὅλο τὸν ἱδρῶτα του ἐδῶ στὴ γυναῖκα του. Ὅ­ταν ὅ­μως γύρισε στὸ χωριό, ἄκουσε ἀπὸ πρό­σω­πα φι­λι­κὰ καὶ ἔμπιστα, ὅτι ἡ γυναίκα του τὸν ἀ­πατοῦ­σε. Κόντεψε νὰ τρελλαθῇ. Τί νὰ κάνω, δέσπο­τα; ἔ­λεγε. Εἶ­δα κ᾽ ἔπαθα νὰ τὸν παρηγορήσω.
Δὲν ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει πιὸ μεγάλη ἁμαρ­τία μέσα στὴν οἰκογένεια ἀπὸ τὴ συζυγικὴ ἀ­πιστία, τὴ μοιχεία! Προτιμότερο νὰ γκρεμίσῃς μία ἐκκλησία παρὰ νὰ διαλύσῃς ἕνα σπίτι. Αὐτὸ κάνουν οἱ ἀνδροχωρίστρες, αὐτὲς ποὺ μπαίνουν ἀνάμεσα στὰ ζευγάρια καὶ χωρίζουν ἀντρόγυνα. Ἄλλοτε στὸν ἅγιο τόπο μας διαζύ­γιο δὲν ὑ­­πῆρχε· τώρα ὁ διάβολος ἄνοιξε «φάμπρικα». Δύο τέτοιες «φάμπρικες» ὑπάρχουν· μία αὐτὴ ποὺ μέρα – νύχτα σκοτώνει παιδιὰ στὰ ἰατρεῖα, μὲ τὶς ἐκτρώσεις ποὺ κάνουν ἀσυ­νείδητοι γιατροί, καὶ ἡ ἄλλη αὐτὴ ποὺ διαλύει οἰκογένειες στὰ δικαστήρια, μὲ τὰ διαζύγια ποὺ ὑποστηρίζουν φιλάργυροι δικηγόροι.
Γυναῖκες! Μπροστά σας νὰ ἔχετε ἕνα καθρέφτη, καὶ ὁ καθρέφτης αὐτὸς εἶνε ἡ ὑπερ­α­γία Θεοτόκος. Οἱ κοπέλλες νὰ εἶνε ἁγνὰ κρίνα ὅπως ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος. Οἱ παντρεμένες νὰ μένουν πιστὲς καὶ ἀφωσιωμένες στοὺς συζύγους τους· νὰ προτιμήσουν νὰ πεθάνουν καλύτερα παρὰ νὰ ἀτιμάσουν τὰ στεφάνια ποὺ τοὺς ἔδωσε ἡ Ἐκκλησία.

* * *

Ἡ γυναίκα, ἀγαπητοί μου, ἔχει μεγάλο ῥόλο καὶ σπουδαία ἀποστολὴ στὸν κόσμο. Ἡ γυναίκα ἢ χαλάει ἢ σῴζει τὴν κοινωνία. Ἀπὸ τὴ γυναῖκα προέρχονται ὅλα τὰ καλὰ ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ κακά. Θέλετε μία ἀπόδειξι;
Ἂν στὴ ῾Ρωσία σῴζεται σήμερα ἡ πίστι, αὐ­τὸ ὀφείλεται στὴ ῾Ρωσίδα γυναῖκα καὶ ἰδιαιτέρως τὴ γιαγιά. Μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια διω­γμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ ἄθεο κράτος, ὁ λαὸς πα­ραδό­ξως πιστεύει. Ξέρετε πόσο πιστεύει; Περισσότερο ἀπὸ μᾶς. Ἂν παρατη­ρήσῃ κάποιος ἐδῶ ἐ­κείνους ποὺ μπαίνουν στὴν ἐκ­κλησία, σπανίως θὰ δῇ χριστια­νὸ νὰ κάνῃ σωστὰ τὸ σταυρό του. Στὰ χωριὰ ποὺ πηγαίνω, παρατηρῶ ὅτι δὲν κάνουν σταυρὸ κανονικά. Πῆγαν λοιπὸν καὶ στὴ ῾Ρωσία, στὴ Μόσχα, Ἕλ­λη­νες δημοσιογράφοι. Ἦ­ταν Κυριακὴ καὶ μπῆ­καν στὴν ἐκκλησία, στὸ μη­τροπολιτικὸ ναὸ τῆς Μόσχας. Τί παρατήρη­σαν· ἡ ἐκκλησία ἦταν γεμάτη, ἐ­πικρατοῦσε ὅμως ἄ­κρα ἡσυχία. Σὲ ὡρισμένες στι­γμὲς ὅλοι ἔψαλλαν τὸ «Κύριε, ἐλέησον», εἶπαν τὸ «Πάτερ ἡ­μῶν…», τὸ «Πιστεύω…». Στὸ εὐαγγέλιο ἔσκυ­βαν τὰ κεφάλια τους, στὰ ἅγια προσ­κυνοῦ­σαν, οἱ γυναῖκες ἦταν ὅλες σκεπασμένες. Τί ἄλλο εἶδαν· πῶς ἔκαναν οἱ ῾Ρῶσοι τὸ σταυρό τους. Τὸν ἔκαναν ἀρ­γὰ καὶ κανονικά, φέρνον­τας τὸ χέρι ἀπὸ πάνω, κάτω, δεξιά, ἀριστερά. Συνε­χῶς προσεύχονταν. Καὶ γεννᾶται ἕνα μεγάλο ἐρώτημα. Στὰ σχολεῖα θρησκευτικὰ δὲν διδά­σκονταν, στὰ πανεπιστήμια θεολογικὲς σχο­λὲς δὲν ὑπῆρχαν, κηρύ­γματα καὶ κατηχητικὰ δὲν ἐπιτρέποντο· ποιός λοιπὸν κρα­τάει ἐκεῖ τὴ θρησκεία; Ἡ γυναίκα! Οἱ ῾Ρωσίδες, οἱ γιαγιάδες, οἱ ἅγιες αὐτὲς γυναῖκες. Ἔ­πιασαν οἱ δημο­σιογράφοι ἕνα μικρὸ ῾Ρῶσο καὶ τὸν ρωτᾶνε· ―Πιστεύεις; ―Πιστεύω. ―Ποῦ πιστεύεις; ―Στὸ Χριστό, στὴν Παναγιά…. ―Ἀπὸ ποῦ τά ᾽μαθες αὐτά; τ᾽ ἄκουσες στὸ σχολειό, στὸ ῥάδιο, στὴν τηλεόρασι; ―Ὄχι. ―Ἀπὸ ποῦ λοιπόν; ―Ἀπὸ τὴ γιαγιά μου. Μὲ βάζει νὰ γονατίζω καὶ νὰ κάνω προσευχή….
Αὐτὰ στὴ ῾Ρωσία. Ἐμεῖς τί κάνουμε; Ἀσεβεῖς καὶ ἄπιστοι γίναμε. Δὲν εἶνε ντροπή μας; Ἀπὸ μᾶς πῆγε ὁ χριστιανισμὸς στὴ ῾Ρωσία, ἀ­πὸ μᾶς ἔ­γιναν οἱ ῾Ρῶσοι Χριστιανοί. Τώρα αὐ­τοὶ νὰ μᾶς διδάσκουν; Οἱ δημοσιογράφοι ποὺ βρέθηκαν στὴ Μόσχα ἔγραψαν κατόπιν στὴν ἐφημερίδα τους «Ντρεπόμεθα…».
Καὶ πράγματι ἡ λατρεία μας δὲν συγκρίνεται μὲ τὴ λατρεία ἐκείνη. Λείπει ἐδῶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Οὔτε τὸ σταυρό μας δὲν ξέρουμε νὰ κάνουμε. Δὲν εἴδαμε ποτὲ πρωθυπουργό, ὑ­πουργό, στρατηγὸ κ.τ.λ., ὅταν πηγαίνουν στὴ μητρόπολι τῶν Ἀθηνῶν γιὰ ἐπίσημη δοξολογία, νὰ κάνουν σωστὰ τὸ σταυρό τους· κάνουν μιὰ κίνησι σὰ νὰ παίζουν μαντολῖνο· ντρέπονται νὰ τὸν κάνουν σωστά. Εἴμαστε Χριστιανοί; Ἔ­γιναν ὅλα μόδα· μόδα τὰ παπούτσια, μόδα τὰ ροῦχα, μόδα τὰ μαλλιά, μόδα καὶ στὴν Ἐκκλησία; Αὐτὸ δὲν γίνεται· εἶνε ἀντίθετο μὲ τὴν ἱερὰ παράδοσί μας, παράδοσι αἰώνων.
Ὦ ῾Ρωσίδες γυναῖκες! μέσα στὸ καμίνι τῆς ἀθεΐας διδάξατε τὰ ἐγγόνια σας. Ἐδῶ τὰ παιδιὰ ἔμειναν πλέον ἀφρόντιστα, ἀκατήχητα. Δὲν ὑπάρχει μάνα, δὲν ὑπάρχει γιαγιά. Πῆγα σ᾽ ἕνα χωριὸ αὐτὲς τὶς μέρες. Ἦταν Κυριακὴ καὶ δὲν ὑπῆρχε παιδὶ νὰ κρατήσῃ τὴ λαμπάδα! Ποῦ εἶνε τὰ παιδιά; Εἶσαι μάνα – πατέρας; Φέρε τὸ παιδί σου στὴν ἐκκλησία. Θὰ πεθάνῃς, τὸ παιδὶ μπορεῖ νὰ ξεχάσῃ ὅλα τὰ ἄλλα, θὰ θυμᾶται ὅμως ὅτι τὸ ἔφερνες στὴν ἐκκλησία.

* * *

Ἔχει, ἀγαπητοί μου, μεγάλο ῥόλο ἡ γυναίκα ἂν σταθῇ σωστά. Μιὰ γυναίκα σεμνή, λιγό­λογη, νοικοκυρά, ποὺ γεννάει παιδιά, ἀγαπάει τὸν ἄντρα της, περιποιεῖται τὸ σπίτι της· μιὰ γυ­ναίκα ποὺ ὅταν χτυπάῃ ἡ καμπάνα δακρύζει, ἀνάβει τὸ καντήλι, παίρνει τὸ θυμιατὸ καὶ θυμιατίζει τὸ σπίτι· μιὰ γυναῖκα ποὺ προσ­εύχε­ται, ἐκκλησιάζεται, νηστεύει, ἐξομολογεῖται, κοινωνεῖ, εἶνε εὐλογία Θεοῦ, εἶνε σὰν τὴν Παναγία, μιὰ μικρὴ Παναγία. Ἀντιθέτως μιὰ γυναίκα ποὺ δὲν σέβεται τὸν ἑαυτό της, ντύνε­ται ἔξαλλα καὶ δείχνει τὶς σάρκες της, εἶνε ἕ­νας δαίμονας ἐπὶ τῆς γῆς. Ὅση ζημιὰ κάνει μιὰ τέτοια γυναίκα, δὲν κάνουν ἑκατὸ δαίμονες.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου Περδίκκα – Ἑορδαίας 5-8-1976)