Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Ο Αντιστασιακός Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α' Κοτσώνης που πολέμησε σθεναρά την δικτατορία όταν οι άλλοι σιωπούσαν. - Μια ηχηρή απάντηση στους Εθνομηδενιστές. - Η Αλήθεια που αποκρύπτεται από το Εκκλησιαστικό και πολιτικό προσκυνημένο κατεστημένο. Β' μέρος

   - Οι Μαύρες σελίδες της Εκκλησιαστικής Ιστορίας- Η Σφαγή των 12 Μητροπολιτών 1974 - 2015.

 -Η αποσοβούμενη εναγώνια συνεχής  διαμαρτυρία του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Α' Κοτσώνη μέσα από Ιστορικές πηγές.

   -Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α' Κοτσώνης ο πολεμούμενος εν Ζωή και μετά θάνατον.

  -Μελέτη - Έρευνα - Δημοσιεύματα  του Εκδότου της Εφημερίδος «ΑΓΩΝΑΣ» Τριαντάφυλλου  Ιωαν. Τασιόπουλου.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Αποσπάματα Δημοσιευμάτων Εφημερίδος "Αγώνας"

                                         Β' μέρος

 Συνέχεια  Β'
 Για την ιστορία
Το δράμα των κρατούμενων στρατιωτών, που αντιτάχθηκαν στο δικτατορικό καθεστώς και βρίσκονταν σε διάφορες φυλακές της χώρας, τον απασχολούσε και πονούσε, γι' αυτό σαν Αρχιεπίσκοπος έδωσε εντολή το 1968 στον Πρωτοσύγκελο της Αρχιεπισκοπής να συγκεντρώσει πληροφορίες και αποδείξεις για την κακοποίηση κρατουμένων και να του το αναφέρει με συγκεκριμένα στοιχεία. Στις περιπτώσεις αυτές πήγαινε ο ίδιος στον Παπαδόπουλο και διαμαρτύρονταν.
Παράλληλα είχε δώσει εντολή όπως από το Ταμείο Αρωγής του Αρχιεπισκόπου και από τη Χριστιανική Αλληλεγγύη της Αρχιεπισκοπής να αντιμετωπίζονται ανάγκες των οικογενειών τους, οι οποίες υπέφεραν εξαιτίας της κράτησής τους στις φυλακές. Σε μερικές δε από αυτές, επί σειρά ετών, δίνονταν μηνιαία βοήθεια απ' την Αρχιεπισκοπή.
Σύγκρουση:
Οι δικτάτορες - όπως ήταν γνωστό - είχαν το σύνθημα: "πατρίς, θρησκεία, οικογένεια". Πάνω σ' αυτό στηρίχθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος και απαίτησε, με την έκδοση του Α.Ν. 320/1968 «περί συμπληρώσεως των διατάξεων του άρθρου 53 του Α.Ν. 833/1937 περί στελέχωσης εφέδρων αξιωματικών του κατά γην στρατού», στην Θρησκευτική Υπηρεσία του Στρατεύματος να είναι επικεφαλής μητροπολίτης που θα εκλέγεται από την Εκκλησία της Ελλάδος.
Το αιτιολογικό της απόφασής του αυτής ήταν, ότι: «Μία καλώς επανδρωμένη και μετά συστήματος λειτουργούσα θρησκευτική Υπηρεσία, δύναται να προσφέρη μεγίστην υπηρεσίαν και να βοηθήση αποτελεσματικώς την Νεολαίαν εις την κρισιμωτάτην περίοδον της ηλικίας της.
Άπασα η ελληνική νεότης διέρχεται, διαδοχικώς, από τας Ενόπλους μας Δυνάμεις και κατά την περίοδον αυτήν, εκπληρούσα τας στρατιωτικάς υποχρεώσεις της ευρίσκεται εις την πλέον κρίσιμον ηλικίαν. Όθεν η υπόθεσις της ηθικής και θρησκευτικής διαπαιδαγωγήσεως δεν αποτελεί μικράς σημασίας απασχόλησιν…».
Οι κρατούντες αντέδρασαν αλλ' ο Αρχιεπίσκοπος επέμεινε και έτσι είχαμε τον πρώτο μητροπολίτη στις Ένοπλες Δυνάμεις, με τον τίτλο "Πελαγονίας", που εξελέγη και χειροτονήθηκε στις 31 Μαρτίου 1968 ο Νικόλαος Ξένος ένα μεγάλο πνευματικό και ηθικό ανάστημα.
Ερχόμενη η "Δημοκρατία" του Σεραφείμ Τίκα, τον κατήργησε διότι δεν χρειάζονταν ο στρατός ειδική χριστιανική υπηρεσία!!
Σύγκρουση:
Η σύγκρουση με τα σκοτεινά κέντρα της Ελλάδας και του εξωτερικού ήταν πλέον ολοφάνερη. Δεν τον ήθελαν και ζητούσαν την κατάλληλη ευκαιρία.
Η επιτροπή για θέματα δογματικά, που είχε συστήσει, ασχολήθηκε και με τον Τεκτονισμό - Μασονισμό - στην Ελλάδα. Έγιναν πάνω από δέκα συνεδριάσεις γι' αυτό το θέμα και δύο φορές για το Ρόταρυ που είναι προθάλαμος της μασονίας.
Ακολούθησε η υπ' αριθμ. 2060/1-12-1969 ιστορική απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών που χαρακτήρισε την Μασονία «θρησκεία μυστική, μη γνωστή». Εν συνεχεία η Ιερά Σύνοδος, με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στη «Φωνή του Κυρίου», στηλίτευσε αυτήν ως θρησκεία ασυμβίβαστη με την Χριστιανική Ορθόδοξη πίστη. Και στις 28 Νοεμβρίου 1972, με πρόταση 12 μητροπολιτών, συγκλήθηκε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την Προεδρία του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, και ανανέωσε την καταδικαστική απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδας (12-10-1933) ως «αυθεντικό κείμενο αυτής». Γι' αυτό η Ιεραρχία «Εμμένει απολύτως εις τα εν τη πράξει οριζόμενα περί Μασονίας και διακηρύσσει αύθις ότι η Μασονία είναι αποδεδειγμένως θρησκεία μυστηριακής προέκτασις των παλαιών ειδωλολατρικών θρησκειών, όλως ξένη και αντίθετος προς την εξ αποκαλύψεως σωτηριώδη αλήθειαν της Αγίας ημών Εκκλησίας…».
Η αντίδραση του τότε μητρ. Ιωαννίνων Σεραφείμ Τίκα ήταν σφοδρότατη ζητώντας να μη το εγκρίνουν και να αποσυρθεί. Οι κρατούντες διεμήνυσαν ότι αυτό θα έχει κόστος. Και όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων οι δώδεκα υπογράψαντες αποκεφαλίστηκαν, ο δε Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος από την μεγάλη πολεμική που δέχονταν αναγκάστηκε σε παραίτηση.
Σύγκρουση:
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος «Δεν είχε ύπνο στους οφθαλμούς του ουδέ νυσταγμό στα βλέφαρά του» (Παπαδιαμάντης) διότι η πατρίδα μας ξέχασε την ιερή υπόσχεση που έδωσαν οι πρόγονοί μας αγωνιστές στον ναό του Αγίου Σώστη στα Δερβενάκια, ότι «Εάν με το καλό, με την βοήθεια του Σωτήρος Χριστού και της Παναγίας ελευθερωθούμε από τους Τούρκους και αποκτήσουμε δικό μας ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, θα χτίσουμε στην πρωτεύουσα του κράτους μας ένα μεγαλοπρεπή ναό - σαν την Αγιά Σοφιά της Πόλης - να φαίνεται σαν την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα από παντού, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης».
Έχοντας τις σκέψεις και τους πόθους αυτούς συγκρούστηκε με τους Κυβερνητικούς παράγοντες διότι η 150ετής χρονίζουσα ανεκπλήρωτη αυτή εθνική υποχρέωση δεν μπορεί να παραμένει στο αρχείο: «Μία τοιαύτη αθέτησις εκθέτει και εκείνην την γενεάν και τας επομένας και την ιδικήν μας και μας αποδεικνύει αγνώμονας και ασυνεπείς εις τας ιερωτέρας υποσχέσεις μας… το οποίον δεν είναι πλέον Τάμα μιας γενεάς, αλλά της ελληνικής φυλής εν τω συνόλω της».
Η μεγάλη εμμονή του έκαμψε τις δυνάμεις που δεν θέλουν Ορθόδοξους ναούς, αλλά τζαμιά, στοές, προτεστάντικα εντευκτήρια κ.α. και έτσι στις 5-1-69 συστήθηκε με Νόμο ειδική επιτροπή με Πρόεδρο τον εκάστοτε Πρωθυπουργό, τον Αρχιεπίσκοπο, υπουργούς Εσωτερικών, Παιδείας… και ένα "Γνωμοδοτικό Συμβούλιο" που το αποτελούσαν οι εκάστοτε: Πρόεδρος της Ακαδημίας, οι Πρυτάνεις του Πανεπιστημίου και του Ε.Μ.Π., ο Δήμαρχος Αθηναίων, … Στο μεγάλο αυτό Εγχείρημα μετείχε η ανώτατη πολιτική και πνευματική ηγεσία του τόπου.
Έτσι με το Νομοθετικό Διάταγμα 720/18-10-1969 ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΕΙΔΙΚΟΝ ΤΑΜΕΙΟΝ ΑΝΕΓΕΡΣΕΩΣ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ» και με σκοπό αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.Δ., την «ανέγερση εν Αθήναις Ιερού Ναού, αφιερωμένου εις τον Σωτήρα προς πραγματοποίησιν του τάματος του Έθνους, κατά το Η΄ ψήφισμα της 31-7-1829 της Δ΄ εν Άργει Εθνικής Συνέλευσης των Ελλήνων».
Η επιτροπή ασχολήθηκε κατ' αρχήν με την εξεύρεση πόρων και δεύτερο με την αναζήτηση κατάλληλου χώρου για την ανέγερση του Ναού-Μνημείον.
Ως προς τους πόρους διαβάζουμε στο περιοδικό «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» πεπραγμένα της Δ.Ι.Σ. 14-11-1972: «Εις τον σχετικόν έρανον, ο οποίος έγινεν, υπήρξεν αθρόα η προσφορά… Μέχρι της στιγμής αυτής συνεκεντρώθησαν περί τα 150.000.000 δραχμών, άπερ ευρίσκονται κατατεθειμένα εις ειδικόν λογαριασμόν…».
Ως προς τον χώρο διαβάζουμε στα πεπραγμένα «Δια την επισήμανσιν του χώρου του Τάματος έγιναν ειδικαί έρευναι… Αναζητήθησαν διάφορα σημεία της πρωτευούσης, μετά δε από επιτόπιον έρευναν και τας σχετικάς μετρήσεις εκρίθη ως καταλληλότερος ο λόφος των Τουρκοβουνίων… απαλλοτριουμένων των υπαρχουσών επ’ αυτών ιδιοκτησιών και διαμορφουμένου καταλλήλως του τοπίου».
Στην συνέχεια με κοινή υπουργική απόφαση Οικονομικών και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 227/Δ/9-9-1972, κηρύχθηκε η υπέρ του Ειδικού Ταμείου Ανεγέρσεως Ι.Ν. του Σωτήρος, αναγκαστική απαλλοτρίωση, λόγω «δημοσίας ωφελείας, ήτοι προς ανέγερσιν του Ιερού Ναού του Σωτήρος και διαμόρφωσιν του περιβάλλοντος τούτου», έκτασης συνολικού εμβαδού 114.402,84 τ.μ.
Η εφημερίδα του στρατού «Ηχώ των Ενόπλων Δυνάμεων» (3/6/73) έγραφε: «Ο Ναός του Σωτήρος Χριστού, αφ’ ενός μεν υλοποιεί την υπόσχεσιν που έδωσε το Έθνος προς τον Θεόν, και αφ’ ετέρου θ’ αποτελέση, μετά την οικοδόμησίν του, το τρίτο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα των Αθηνών, μετά τον κλασικό Παρθενώνα και τον βυζαντινό Λυκαβηττό».
Η έναρξη των εργασιών – διαμόρφωση χώρου – άρχισε και η θεμελίωση του «Τάματος του Έθνους» έγινε 28 Οκτωβρίου ’72 με μια μεγαλειώδη τελετή στη μονή του Προφήτου Ηλία. Τα έργα δεν προχώρησαν, διότι οι τρεις διαδοχικοί διαγωνισμοί (1970-1971/72-1973) κηρύχθησαν άγονοι και παρά τα χρηματικά “βραβεία” που τα συνόδευαν, η κοινότητα των 1857 Ελλήνων αρχιτεκτόνων δεν έδειξε ενδιαφέρον. Το βέβαιο ήταν ότι σαμποτάριζαν το έργο!!
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος τον Δεκέμβριο του 1973 παραιτείται και αποσύρεται. Μετά έρχεται ο “Δημοκράτης” αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ Τίκας κι αρχίζει να αποδομεί τα πάντα. Τα 453 εκατομμύρια, που είχαν συγκεντρωθεί, “ξεχάστηκαν” με την πτώση της δικτατορίας.
Ο Μάνος Ν. Χατζηδάκης, που απάντησε σε δημοσίευμα της εφ. “Ελευθεροτυπία” (25-7-2010) γράφει: «Όσο για το “Τάμα του Έθνους”, ας μην μας προκαλούν. Τα χρήματα μέχρι την “μεταπολίτευση” ήταν άθικτα. Κι ως δια μαγείας εξαφανίστηκαν, όταν τα “καρπώθηκαν” κάποιοι επιτήδειοι της μεταπολιτευτικής…» (Για τα αναφερόμενα υπάρχουν τα στοιχεία…).
Σύγκρουση:
Η πιο μεγάλη προσωπική σύγκρουση του Ιερωνύμου με τον ίδιο τον δικτάτορα Παπαδόπουλο έγινε όταν πληροφορήθηκε ότι στα τέλη Οκτωβρίου 1969 με “φωτογραφικό” νομοθετικό διάταγμα μιας χρήσης (27-10-1969) πήρε “συναινετικό” διαζύγιο από την γυναίκα του Νίκη Βασιλειάδη, με την οποία είχε αποκτήσει 2 παιδιά (Χρήστος και Χρυσούλα), για να παντρευτεί – όπως και έγινε 3/3/1970 – την Δέσποινα Γάσπαρη.
Αυτό ο Ιερώνυμος το θεώρησε προσβολή στο θεσμό του γάμου και ύβριν κατά του Δομήτορος Χριστού και της Εκκλησίας.
Πριν ένα χρόνο (1968), που ανακοινώθηκε το θέμα «Αυτόματο διαζύγιο», είχε γράψει στην κυβέρνηση Παπαδοπούλου: «Οι δια του γάμου συνδεόμενοι ορθόδοξοι Έλληνες αποτελούν πνευματικάς προσωπικότητας και ως πνευματικαί προσωπικότητες προσέρχονται εις το μυστήριον τούτο, δια να ζήσουν από κοινού εν ιερά ενότητι… Τοιούτος γάμος όμως, ούτω μονομερώς λυόμενος, δεν είναι γάμος και πάντως δεν είναι το μεγά μυστήριον, το οποίον ευλογεί η Εκκλησία… Δεν δύναται να γίνει ανεκτή τοιαύτη του ιερού γάμου ποδοπάτησις…».
Από τότε δεν παραβρέθηκε ποτέ σε τραπέζια δεξιώσεων, παρά μόνο σε εθιμοτυπικές εμφανίσεις, λόγω πρωτοκόλλου. Αντίθετα οι μετέπειτα “δημοκράτες” – “αντάρτες”: Σεραφείμ Ιωαννίνων (μετά Αρχιεπίσκοπος), ο Καστοριάς Δωρόθεος (μετά Αττικής), ο Σάμου Παντελεήμων (μετά Θεσσαλονίκης), ο Ζιχνών Νικόδημος (μετά Πατρών) και πολλοί άλλοι συνέτρωγαν, συνέπιναν με τον Παπαδόπουλο και τους υπόλοιπους στην υγειά και μακροημέρευση της “Εθνικής Κυβέρνησης”, γι’ αυτό και… αμείφθηκαν με την πτώση της δικτατορίας σε μεγάλες και πλούσιες μητροπόλεις!
Ο Παπαδόπουλος αυτό δεν το συγχώρησε ποτέ, ο δε δεύτερος τη τάξει δικτάτορας Δ. Ιωαννίδης περίμενε την κατάλληλη στιγμή να του πάρει το κεφάλι.
Πικραμένος και απογοητευμένος από την πολεμική εκ μέρους φανερών και αφανών μηχανισμών της δικτατορίας, τον Δεκέμβριο του 1973 υποβάλλει την παραίτησή του από τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο και αποσύρεται στην αγαπημένη του πατρίδα, τα Υστέρνια της Τήνου. Αλλά κι εκεί δεν σταματάει. Αναλαμβάνει να εξυπηρετήσει, σαν απλός παπάς, τις εφημεριακές ανάγκες ενός μικρού χωριού, της Καρδιανής Τήνου, Κυριακές και γιορτές.
(συνεχίζεται)


Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ Κοτσώνης, ήταν άνθρωπος της λατρείας του Θεού. Ύψωνε τα αρχιερατικά του χέρια για να προσφέρει την ευχαριστία, και την καρδιά για να πυρωθεί στη φωτιά της αγάπης των Μαρτύρων. Είχε ένα άδολο και ασταμάτητο διάλογο αγάπης με το Χριστό και μία διακριτική προσφορά διακονίας.
Ο μακαριστός Ιερώνυμος είχε έντονο το πνεύμα του νοικοκυριού, γι’ αυτό προσπάθησε, με την ανάληψη των Αρχιεπισκοπικών του καθηκόντων, να αναστηλώσει το πεσμένο κύρος της ιερωσύνης. Έτσι εμφανίσθηκε στο στίβο των μεγάλων αγώνων ατρόμητος και αποφασιστικός, έτοιμος να αντιπαραταχθεί με τα ηθικά σκάνδαλα και τα οικονομικά συμφέροντα, όπου μέχρι τότε ύψωναν τη σκυτάλη της επιτυχίας οι διεφθαρμένοι και οι άρπαγες τεχνοκράτες.
Ο ίδιος δεν ήταν οικονομολόγος ούτε ανέβηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο με τον αέρα του τεχνοκράτη ώστε να δαμάσει και να δρομολογήσει τις ατίθασες οικονομικές δυνάμεις.
Η ανήσυχη όμως ευρηματικότητά του και η φωτισμένη μεθοδικότητά του του έδινε πνοή στους σχεδιασμούς, τα ξενύχτια πάνω στους υπολογισμούς και τις συζητήσεις με φίλους και αντιπάλους. Και οι ανύστακτες προσπάθειές του, με τη βοήθεια του Θεού, έφεραν καρπούς.
Πρώτη του φροντίδα ήταν να βάλει τάξη στα οικονομικά νοικοκυρεύοντας τους πόρους της Αρχιεπισκοπής και των κεντρικών Νομικών Προσώπων της Εκκλησίας. Να σώσει τις οικονομίες των μεγάλων Μονών από την απόκρυψη και τη διαρροή. Να μπει σε τάξη ο ΟΔΕΠ και το ΤΑΚΕ. Να προστατέψει από τη λεηλασία τα χρήματα που οι πιστοί αφιερώνουν στα μικρά και μεγάλα προσκυνήματα με σκοπό τη χρησιμοποίησή τους σε έργα αγάπης και στοργής.
Δεύτερο μέλημά του ήταν η καταγραφή και η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας. Έργο, που δεν ήταν καθόλου εύκολο, γιατί η εκκλησιαστική περιουσία απαρτίζεται από χιλιάδες κομμάτια γης που βρίσκονται απλωμένα σε όλη την επικράτεια και πολλά απ’ αυτά έχουν καταλάβει καταπατητές αλλοιώνοντας τα σύνορά τους.
Ξεκίνησε με την κατάρτιση κτηματολογίου (πρωτόγνωρο, πριν 50 χρόνια, για την Ελλάδα). Η πρώτη πρόχειρη κτηματογράφηση που έγινε έδωσε βασικές πληροφορίες και στοιχεία για το κάθε κτήμα. Έτσι βγήκε στην επιφάνεια η ανάγκη να μετρηθούν ξανά και σωστά όλα τα κτήματα που πωλήθηκαν είτε από τον ΟΔΕΠ είτε από άλλο νομικό πρόσωπο της Εκκλησίας ώστε να διαπιστωθεί αν αυτοί που τα αγόρασαν κατείχαν ό,τι αγόρασαν ή άπλωσαν τα σύνορά τους, καταπατώντας κομμάτια από την γειτονική εκκλησιαστική περιουσία.
Σύγκρουση:
Το έργο αυτό έφερε τον Αρχιεπ. Ιερώνυμο άμεσα σε αντίθεση με πολλούς ισχυρούς. Τέτοιες περιπτώσεις καταπατήσεων βρίσκονταν στις πλαγιές του όγκου της Πεντέλης, στην Εκάλη, στη Νέα Μάκρη, στην Πολιτεία, και στις παραθαλάσσιες περιοχές της Βουλιαγμένης. Στις περιοχές αυτές δεν ήταν εγκατεστημένοι πτωχοί μεροκαματιάρηδες, αλλά Κροίσοι, που μπορούσαν εύκολα να κινήσουν όλους τους μηχανισμούς παραπληροφόρησης και κατασυκοφάντησης ενάντια σ’ εκείνον που θα τολμούσε να θίξει τα συμφέροντά τους.
Η κατασυκοφάντηση δούλεψε και ο λαός μάθαινε ότι ο Ιερώνυμος διώκει τους πτωχούς μεροκαματιάρηδες και όχι ότι θέλει να καταμετρήσει και καταγράψει την εκκλησιαστική περιουσία, γι’ αυτό πρέπει να αποσυρθεί από την ηγεσία της Εκκλησίας.
Σύγκρουση:
Στην περιοχή Παπάγου, μια έκταση περίπου δέκα χιλιάδων στρεμμάτων – περιουσιακό στοιχείο της Εκκλησίας εκτιμώμενο σε πολλές δεκάδες εκατομμύρια – το κατέλαβε αυθαίρετα ο στρατός με τον Οργανισμό ΑΟΟΑ.
Από τις πρώτες εβδομάδες της θητείας του προτάθηκε στον Αρχιεπίσκοπο να δώσει λύση. Ο Ιερώνυμος πρότεινε στην ηγεσία του στρατεύματος να λυθεί το ζήτημα με απ’ ευθείας συνεννοήσεις – είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση που δικαίωνε την Εκκλησία – διότι δεν ήταν εποικοδομητικό να διαπληκτίζονται στρατός και Εκκλησία στα δικαστήρια.
Αναγκάστηκε να έρθει σε σφοδρή αντιπαράθεση – πράγμα ιδιαίτερα επικίνδυνο κατά την διάρκεια της δικτατορίας – γιατί, ενώ στις 12 Ιουλίου 1969 έστειλε επιστολή διαμαρτυρίας στον Πρωθυπουργό (Γεώργιο Παπαδόπουλο) για το θέμα αυτό, στις 20 Ιουλίου τον επισκέφθηκε ο Υπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ κατ’ εντολή του και του διαβίβασε όρους του ΑΟΟΑ απαράδεκτους για την Εκκλησία, και ο Ιερώνυμος δεν τους έκανε δεκτούς.
Την ίδια ημέρα, στις 20 Ιουλίου, είχε οξύτατη αντιπαράθεση με τον Αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων.
Στις 4-1-1972 έγινε μια ευρεία σύσκεψη για το ίδιο θέμα στην οποία ο Πατακός απείλησε τον Αρχιεπίσκοπο λέγοντάς του ότι, αν δεν του δώσει το κτήμα δεν πρέπει να ξεχνά ότι ο στρατός διαθέτει την δύναμιν των όπλων, και συνεπώς η Εκκλησία δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Και ο Μακαρέζος προκαλώντας άφησε να πλανηθεί το «μολών λαβέ». Παρ’ όλα αυτά ο Ιερώνυμος έμεινε ανένδοτος.
Εκείνο που εξόργισε τον Ιερώνυμο ήταν η επίσκεψη του Β΄ Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης Δ. Πατίλη κατά την οποία εκβιάζοντάς τον ζήτησε να υπογράψει συμβιβασμό δεχόμενος ότι η Εκκλησία έχει έκταση λίγων στρεμμάτων και όχι δέκα χιλιάδων όπως κακώς αποφάσισε το δικαστήριο υπέρ της Εκκλησίας.
Το αίτημά του ασφαλώς το απέρριψε ασυζητητί.
Σύγκρουση:
Στη Δυτική Πελοπόννησο, στην περιοχή Στρομφαλιά, η Εκκλησία είχε ένα κτήμα 23 χιλιάδων στρεμμάτων παραθαλάσσιο, με ωραιότατη αμμουδιά μεγάλου πλάτους και μήκους 12 χιλιομέτρων. Η περιοχή καλύπτονταν με δάσος από πεύκα και κουκουναριές και διώρυγες γλυκού νερού. Ήταν κατά τη γνώμη των ειδικών το «Τουριστικό διαμάντι της Ελλάδας».
Οι διάφοροι “επιχειρηματίες” προσπαθούσαν να το αρπάξουν για ένα κομμάτι ψωμί εκμεταλλευόμενοι την άγνοια της εκκλησιαστικής ηγεσίας και την έλλειψη ενδιαφέροντός της. Παράλληλα η πολιτεία επιζητούσε το ξεπούλημα του κτήματος για το συμφέρον «της εθνικής οικονομίας» αδιαφορώντας σε ποιον ανήκει κι αν απογυμνώνονταν η εκκλησία από την περιουσία της.
Τις τελευταίες ημέρες του Ιουνίου 1967 – 43 ημέρες μετά την εκλογή του Ιερωνύμου στον Αρχιεπίσκοπο θρόνο – η δικτατορία αντιμετώπιζε μεγάλες συναλλαγματικές δυσκολίες λόγω του οικονομικού εμπάργκο εκ μέρους των “δημοκρατικών” κυβερνήσεων της Δύσης.
Αυτό το αντιλήφθηκε ένας ξένος “επιχειρηματίας” και εμφανίστηκε στα αρμόδια Κυβερνητικά Όργανα υποσχόμενος ότι, εάν του πωλούσαν το κτήμα, αυτός θα το αξιοποιούσε αμέσως και θα έφερνε στην Ελλάδα ένα μυθώδες ποσό σε συνάλλαγμα, ήτοι ένα δισεκατομμύριο διακόσια εκατ. δολάρια, που αντιστοιχούσε σε ένα ολόκληρο κρατικό ετήσιο προϋπολογισμό εκείνης της εποχής.
Η Κυβέρνηση θεώρησε την πρόταση θεόπεμπτη ευκαιρία και δεν έπρεπε επ’ ουδενί να χαθεί. Γι’ αυτό ζήτησε σύσκεψη, υπό την προεδρία του Ιερωνύμου, συμμετεχόντων των Παπαδόπουλου, Μακαρέζου, γραμματέα του ΕΟΤ, εκπροσώπου των “επιχειρηματιών” και, εκ μέρους του ΟΔΕΠ, τον αείμνηστο μητροπολίτη Τρίκκης Διονύσιο.
Ο Ιερώνυμος, που είχε ερευνήσει το θέμα και είχε διαμορφώσει ιδία γνώμη, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, δεν επρόκειτο για “θεόπεμπτη ευκαιρία” η πώληση αλλά για καμουφλαρισμένη αρπαγή, διότι η πραγματική τιμή ήταν τριπλάσια της προσφερόμενης.
Τότε ο Παπαδόπουλος, οργισμένος, κατηγόρησε την Εκκλησία ότι κωλυσιεργεί βάζοντας προσκόμματα στην προσπάθεια της Εθνικής Κυβέρνησης να αναπτύξει την Εθνική Οικονομία, και ως εκ τούτου το κράτος θα αναγκαστεί να το πάρει με Συντακτική Πράξη.
Ο Ιερώνυμος του απάντησε με έντονο ύφος: «Εκείνος που ληστεύεται δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί κωλυσιεργών, όταν αμύνεται δια την υπεράσπιση της περιουσίας του, και καθ’ ον χρόνον εγώ κάθημαι εις εκείνην την καρέκλαν (την αριχεπισκοπικήν), εγώ, ως Εκκλησία, δεν θα έδιδα το κτήμα αντί πινακίου φακής… Εφ’ όσον όμως διαθέτετε το ξίφος, μπορείτε να το πάρετε. Εγώ πάντως δεν πρόκειται ποτέ να το δώσω».
Τον Μάιο του 1970 επισκέφθηκε το χώρο και ο ίδιος με ειδικούς εμπειρογνώμονες προς διαμόρφωση ιδίας αντίληψης για το πώς μπορεί να αξιοποιηθεί.
Στις 19 Ιουλίου του 1973 έγινε μια ακόμα προσπάθεια εκ μέρους της δικτατορίας, αλλά η πρόταση που έκαναν ισοδυναμούσε με δήμευση της Εκκλησιαστικής περιουσίας. Συνεχίστηκε η προσπάθεια στις 2 Αυγούστου του 1972 αλλά και πάλι δεν βρέθηκε σημείο επαφής. Τότε είπε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος στους δικτάτορες: «Εγώ νεκροθάπτης της εκκλησιαστικής περιουσίας δεν εφιλοδόξουν να γίνω».
Σύγκρουση:
Οι αρπαγές της εκκλησιαστικής περιουσίας από μέρους του Κράτους ήταν συνεχείς, και γίνονταν πάντα κατά τον ίδιο τρόπο, πράγμα που έδειχνε ότι υπήρχαν εντολές άνωθεν. Η κατάσταση αυτή έφερε αρκετές φορές σε έντονη σύγκρουση την Εκκλησία και τον Υπουργό Γεωργίας και γενικότερα με την Κυβέρνηση. Μερικές φορές μάλιστα, ήταν τόσο εξοργιστικές οι αρπακτικές διαθέσεις των κρατικών οργάνων που ανάγκασε τον Αρχιεπίσκοπο να δώσει οδηγίες στα εκκλησιαστικά όργανα να αντιτάξουν βία στη βία.
Μία από τις πολλές περιπτώσεις είναι κι αυτή που έγινε στην περιοχή του Καρέα Αθηνών, όταν δασικοί υπάλληλοι άρχισαν να περιφράζουν αυθαίρετα κτήμα της Εκκλησίας. Μόλις το πληροφορήθηκε ο Αρχιεπίσκοπος προσπάθησε, μέσω κυβερνητικών παραγόντων, να τους σταματήσει αλλά στάθηκε αδύνατο. Τότε έδωσε εντολή στα αρμόδια όργανα του ΟΔΔΕΠ να εμποδίσουν, ακόμα και με τη βία, την κρατική αυθαιρεσία. Παράλληλα τηλεφώνησε στον Υπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ κ. Αγαθαγγέλου και, σε έντονο ύψος, ηξίωσε να δώσει εντολή να σταματήσουν πάραυτα οι παρανομούντες, λέγοντας: «Το Κράτος αυτό, όταν ενεργεί κατ’ αυτόν τον τρόπον, δεν είναι πλέον Κράτος Δικαίου αλλά γκάγκστερ».
συνεχίζεται 


Η μεγαλύτερη κληρονομιά που άφησε, τα πεντέμισι χρόνια αρχιερατίας του στο πηδάλιο της ελλαδικής Εκκλησίας ο Ιερώνυμος Κοτσώνης, ήταν η μισθολογική αναβάθμιση των ιερέων και συλλειτουργών αδελφών του, καθώς και η βελτίωση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης προσφέροντάς τους μια αξιοπρεπή σύνταξη και ανθρώπινη διαβίωση.
Για το θέμα αυτό διατυπώνονταν προτάσεις, γίνονταν συσκέψεις, εκφράζονταν φόβοι και πόθοι από την εποχή ακόμη του Κων/νου Οικονόμου εξ Οικονόμων, αλλά οι δεκαετίες περνούσαν και το πρόβλημα έμενε άλυτο.
Δεν μπόρεσε να το επιλύσει ούτε και ο τότε Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός που προΐστατο του ελληνικού κράτους (1944-1946) ως Αντιβασιλέας και Πρωθυπουργός. Και το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει το πρώτο βήμα, ώστε το Κράτος να αναλάβει την καταβολή μέρους της μισθοδοσίας με τον νόμο 536/1945 «Περί ρυθμίσεως των αποδοχών του Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου της Ελλάδος…».
Οι εφημερίδες για χρόνια στηλίτευαν την αναλγησία του Κράτους προς τους κληρικούς – παραθέτουμε αποσπάσματα – γράφοντας: «… Ιερείς με μισθούς πείνας 722 δραχμών το μήνα και την φιλανθρωπία των ενοριτών» (ΕΘΝΟΣ), «Ιερείς εργάζονται εις τους δρόμους και σπάζουν πέτρες ή εργάζονται εις τα μεταλλεία ή εις κοπάδια ως βοσκοί, δια να κατορθώσουν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην» (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ).
«Οι Ιερείς μας, εκατόν τριάκοντα οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821, μισθολογικώς, μένουν ακόμη εις την εποχήν της Τουρκοκρατίας» (“ΕΘΝΟΣ”, 19-11-1959).
«Επί γενεές ολόκληρες η συντήρησις του κλήρου έχει αφεθή εις την καλην προαίρεσιν των Χριστιανών, ή, διά να κυριολεκτούμε, στα φιλάνθρωπα και ελεήμονα αισθήματά των. Ως τις αρχές του αιώνος μας μάλιστα οι ιερείς αμείβονταν σε είδος. Κάθε πιστός έδιδε μέρος της παραγωγής του εις τον αντιπρόσωπον του Θεού, για να ζήση αυτός και η οικογένειά του» (εφ. “ΕΘΝΟΣ”).
«Οι ιερείς καλούνται να μιμηθούν τον Ιώβ. Δηλαδή να κάνουν υπομονήν δια την λύσιν του εφημεριακού των προβλήματος… Η Κυβέρνησις δεν επείγεται να τακτοποιήση το ζήτημα. Το αφήνει να “σιτέψει” ακόμη περισσότερον» (“Ανάπλασις” 1962, τ. 109).
Ο δε Δημ. Ψαθάς τα βάζει με τους δεσποτάδες, που σφύριζαν αδιάφορα, γράφοντας: «Πένεται η πλεμπάγια του κατωτέρου κλήρου, που εξαρτάται από το έλεος των ρασοφόρων φεουδαρχών, από τα γούστα και τις ιδιοτροπίες των οποίων εξαρτάται η τραγική τους μοίρα. Ποιος Θεός ευλογεί αυτή την τραγική ανισότητα και αδικία; Μήπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, την αγία εικόνα του οποίου κρεμάνε επάνω στις χονδρές κοιλιές τους οι άγιοι φεουδάρχαια;» (εφ. “Τα Νέα”).
«Είχενυποσχεθή η Κυβέρνησις, από μηνών μάλιστα, μίαν αύξησιν των λεγομένων μισθών των εφημερίων. Αλλ’ η αύξησις αυτή ουδέποτε εδόθη.
Δεν τιμά όμως την Κυβέρνησιν τοιαύτη τακτική έναντι του Κλήρου. Με αποδοχάς ολίγων εκατοντάδων μηνιαίως είναι διαπιστωμένον, ότι οι Ιερείς, οι πλείστοι των οποίων τυγχάνουν προστάται πολυμελών οικογενειών, δυστυχούν…» (“Ταχυδρόμος Βόλου”, 27/6/1962).
«Πριν ισχύση ο νόμος 536/1945, περίπου 2.500 Ιερείς αμείβονταν σε είδος (αγροτικά, κτηνοτροφικά…) και 3.000 περίπου, σύμφωνα με την επίσημη έκθεσι της Συνοδικής Επιτροπής, έπαιρναν σαν μηνιαίο μισθό 100-500 δραχμές, κρεμώντας δηλαδή τη ζωή τους και την υπόστασι της οικογενείας τους από την ευφορία των καρπών της Γης, την καλή διάθεσι των ενοριτών και την γενναιοδωρία των Επιτρόπων, οι οποίοι τους καταντούσαν υποτελείς και υποχειρίους» (“ΕΘΝΟΣ”, 19-1-1960).
Πριν ανεβεί στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο ο Ιερώνυμος Α΄ Κοτσώνης, οι Ιερείς ήταν καταδικασμένοι – όπως είδαμε πιο πάνω – σε μισθό πείνας. Ο ιερέας τετάρτης κατηγορίας είχε μισθό 722 δραχμές, και ο πτυχιούχος ιερέας, από την ημέρα της χειροτονίας του μέχρι την ημέρα που θα έβγαινε στη σύνταξη, έπαιρνε τον μισθό των δύο χιλιάδων δραχμών (2.000), δίχως επιδόματα, προαγωγές και αυξήσεις.
Αναλαμβάνοντας το τιμόνι του σκάφους της Ελλαδικής Εκκλησίας το “Παιδί της Παναγίας” – έτσι τον αποκαλούσαν – το μεγαλωμένο στη φτώχεια στο νησί της Μεγαλόχαρης την Τήνο, έκανε το όνειρο πολλών γενεών ταπεινών λειτουργών του Υψίστου πραγματικότητα.
Για το θέμα όμως αυτό κουράστηκε πολύ, αλλά δεν έχασε την υπομονή του και δεν υποβάθμισε την επιμονή του. Αγωνίστηκε και το πέτυχε. ΠΩΣ;
Σύγκρουση:
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ζήτησε από την Κυβέρνηση να αναλάβει εξ ολοκλήρου την μισθοδοσία των κληρικών εντάσσοντάς τους στην δημοσιοϋπαλληλική κλίμακα ως αντάλλαγμα της εκκλησιαστικής κτηματικής περιουσίας που απέσπασε το Κράτος με τη βία (1) σε διάφορα χρονικά διαστήματα αλλά και για τις υπηρεσίες που πρόσφερε η Εκκλησία στο Έθνος.
Οι συζητήσεις υπήρξαν μακρές και οι διαβουλεύσεις επίπονες. Η δικτατορική Κυβέρνηση αντιδρούσε γιατί θεωρούσε ότι το οικονομικό βάρος ήταν μεγάλο. Ο Αρχιεπίσκοπος ήταν ανένδοτος στην πρότασή του. Η χρυσή τομή βρέθηκε με τη συμφωνία ότι δεν θα εμπόδιζαν την Εκκλησία να αξιοποιήσει την περιουσία της, να αναπτύξει τους πόρους που ήδη είχε σχεδιάσει και να αναλάβει η ίδια την ευθύνη της μισθοδοσίας μετά από εύλογο χρονικό διάστημα. Έτσι έκλεισε η συμφωνία τον Ιούλιο του 1968 και δημοσιεύθηκε ο Α.Ν. 469/1968 «Περί μισθολογικής διαβαθμίσεως του εφημεριακού κλήρου της Εκκλησίας της Ελλάδος».
Η συμφωνία αποτέλεσε το μεγαλύτερο γεγονός για τα εκκλησιαστικά δεδομένα, καθόσον οι μισθοί διπλασιάστηκαν, μετά την ένταξη, συνοδευόμενοι από τις ανάλογες προαγωγές και επιδόματα.
Επίσης οι πανεπιστημιακής μορφώσεως ιερείς είχαν πλέον την δυνατότητα να προάγονται και στο Β΄ βαθμό της δημοσιοϋπαλληλικής μισθολογικής κλίμακος, φθάνοντας μέχρι τον Διευθυντή Α΄. Έτσι έβλεπαν συν τω χρόνω να βελτιώνονται οι αποδοχές τους.
Δεν ξέχασε όμως ούτε τους Ιεροκήρυκες οι οποίοι κοπίαζαν για τον ευαγγελισμό του λαού και αντιμετώπιζαν πολλές δυσκολίες στο έργο τους καθόσον λόγω των χαμηλών αποδοχών τους αδυνατούσαν να προμηθευτούν τα απαραίτητα βοηθήματα προς καταρτισμό τους και άρτια επιτέλεση του λετουργήματός τους. Σ’ όλους αυτούς χορηγήθηκε πάγια μηνιαία επιχορήγηση για έξοδα κίνησης και συγκρότησης βιβλιοθήκης.
Σύγκρουση:
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ βλέποντας ότι το θέμα της μισθοδοσίας προχωρούσε προς επίλυση έβαλε πλώρη για το συνταξιοδοτικό των κληρικών.
Είκοσι ημέρες μετά την ενθρόνισή του, και συγκεκριμένα στις 3-6-1967, συνεδρίασε το Δ/κό Συμβούλιο του Τ.Α.Κ.Ε. (Ταμείο Ασφαλίσεως Κληρικών Ελλάδος), και με την δική του συμμετοχή, να βρούνε λύση.
Το Ταμείο από πλευράς πόρων ήταν στάσιμο μέχρι το έτος 1954 και δεν υπήρχε ευχέρεια να ανταποκριθεί σε αυξήσεις. Η σύνταξη μέχρι τον Μάιο του 1967 υπολογίζονταν επί του βασικού μισθού μαζί με τα εορταστικά επιδόματα σε ποσοστό 80%, όμως οι μισθοί ήταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
Με συνεχείς πιέσεις, που έφθασαν σε σημείο να συγκρουστεί με τον τότε υπουργό Συντονισμού Νικ. Μακαρέζο ανταλλάσοντας λόγια θυμού, κατόρθωσε μετά τέσσερις μήνες, στις 20/9/1967, να εγκριθεί πράξη των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Παιδείας για αύξηση από 30/12/1967 φθάνοντας ο μέσος όρος στο ποσόν των 1439 δραχμών από 925 που ήταν μέχρι τότε.
Και δεν σταμάτησε. Οι ανησυχίες του, οι τολμηροί σχεδιασμοί και οι αναμετρήσεις του με το σκληρό δικτατορικό κατεστημένο κατόρθωσαν να κάμψουν τους κυβερνώντες συνταγματάρχες. Έτσι με την απόφαση υπ’ αρ. 60/5/938/24-8-1971, του Λαρισαίου Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών Γεωργ. Δουβαλόπουλου η μέση σύνταξη εκτινάχθηκε στο ποσόν των 2340 δρχ.
Αυτό είχε και ως συνέπεια να αλλάξει και το εφ’ άπαξ βοήθημα που έπαιρναν οι Ιερείς εξερχόμενοι των εφημεριακών καθηκόντων. Γι’ αυτό, ενώ το Μάιο του 1967 ο μέσος όρος βοηθήματος ήταν 40.000 δρχ., στις 31/12/1967 έφθασε στις 127.000 δρχ. Αυτό οφείλετο κυρίως στην αύξηση των αποδοχών με τον Α.Ν. 469/68 βάσει των οποίων υπολογίζονταν το βοήθημα.
Σύγκρουση:
Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, που για χρόνια διακονούσε ως εφημέριος Αρχιμανδρίτης το Νοσοκομείο «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ», είχε γνώση της οδυνηρής κατάστασης των ιερέων που νοσηλεύονταν στην 4η κατηγορία, σε θαλάμους 10-20 κρεβατιών, και πότε-πότε στους διαδρόμους, και, σαν να μην έφθαναν αυτά, δέχονταν και τη χλεύη, τις ειρωνείες, τα πειράγματα, τους χονδροειδείς και απρεπείς αστεϊσμούς και την ασέβεια των τόσων συνασθενών, που καθιστούσαν τη νοσηλεία τους πραγματικό μαρτύριο.
Για χρόνια διακαής του πόθος ήταν η βελτίωση της περίθαλψης των κληρικών και η αποκατάσταση του σεβασμού και του κύρους των. Γι’ αυτό δεν έχανε ούτε στιγμή να μην υπενθυμίζει στους κρατούντες αυτή τους την ανησυχία.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1970, με προσωπική παρέμβαση στον Γ. Παπαδόπουλο, απαίτησε την βελτίωση της περίθαλψης των κληρικών. Έτσι, ο Υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών Γ. Δουβαλόπουλος επανεξέτασε την Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου 282/1966 Π.ΥΣ. με Ν.Δ. βελτιώνοντας την θέση νοσηλείας των εφημερίων και των προστατευομένων μελών αυτών από τον Οκτώβριο ε.ε. εις την αξιοπρεπή Β΄ θέση.
Μια μεγάλη προσπάθεια που έκανε, αλλά δεν ευόδωσε, ήταν αυτή της επέκτασης της ασφάλισης σε όλους τους εργαζομένους στους ναούς. Στην προσπάθειά του αυτή βρήκε μεγάλη αντίδραση και έτσι έμεινε απραγματοποίητη.
Σύγκρουση:
Ηράκλειο άθλο αποτέλεσε η κατασκευή του Νοσοκομείου Κληρικών, που ξεκίνησε το 1969 και λειτούργησε το θέρος του 1972 (1/7).
Οι δικτάτορες τον έβλεπαν με “μισό μάτι” και παρακολουθούσαν όλες τις κινήσεις και ενέργειές του. Ο Αρχιεπίσκοπος όμως δεν κάμπτονταν. Το μάτι του οξύ, έπιανε τις κινήσεις και την αναταραχή τους και με ενέργειες διακριτικές, αλλά αποτελεσματικές αντιμετώπιζε κάθε περίπτωση.
Οι κόποι που κατέβαλε για να στήσει Νοσοκομείο 85 κρεβατιών σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα αποτελούν πραγματικό θαύμα (2) δεδομένου ότι στην προσπάθειά του αυτή συνάντησε εμπόδια και παρενοχλήσεις «ων ουκ έστι αριθμός».
Να πως περιγράφει ο ίδιος την κατάσταση:
«Ζήτημα, δια το οποίον ήλθα εις σφοδράν σύγκρουσιν πρώτον με τον Υπουργόν Παιδείας και έπειτα με το Υπουργείον Κοινωνικών Υπηρεσιών, ήταν κάτι που δεν μπορούσα ποτέ να φαντασθώ ότι θα συμβή: Πρόκειται δια την ίδρυσιν του Νοσοκομείου των Κληρικών μας. Οποίαν ανάγκην ήρχετο να θεραπεύση το Νοσοκομείο αυτό… Και όμως αυτή η προσπάθεια ετορπιλίζετο από την Κυβέρνησιν…». Και συνεχίζει από το ημερολόγιό του της 25-10-1968. «Το μεσημέρι εξηρεθίσθην φοβερά· η πίεσίς μου θα πρέπει να είχεν ανέβη πολύ. Αι φλέβες μου επάλλοντο μέχρι διαρρήξεως. Δεν ήτο δυνατόν ένα μεσημέρι να αναπαυθώ. Αίτιος ήταν ο Υπουργός Παιδείας, ο οποίος συνεχώς παρεμβάλλει προσκόμματα εις τον δρόμον μου. Τώρα δεν ενέκρινε την ίδρυσιν του Νοσηλευτικού Ιδρύματος Κληρικών Ελλάδος (του Ν.Ι.Κ.Ε.)! Τον συνάντησα εις το αεροδρόμιον, αλλά δεν μου ήταν δυνατόν να του ομιλήσω, διότι ήμουν τόσον εξηρεθισμένος, ώστε δεν θα του ομίλουνψυχραίμως…
Αι άλλαι δυσκολίαι δια το ίδιον ζήτημα προήλθον από το Υπουργείον Κοινωνικών Υπηρεσιών, που, πότε με τον έναν και πότε με τον άλλον λόγον το εμπόδιζαν, τάχα δια να δώση την άδειαν λειτουργίας του Ν.Ι.Κ.Ε. Ίσως δεν θα εδίδετο εν τέλει η άδεια, αν δεν διωρίζετο Υπουργός ο κ. Λαδάς, ο οποίος, μόλις επισκέφθη και είδεν ο ίδιος την τελειότητα της οργανώσεώς του και του εξοπλισμού του, έδωκεν αυθημερόν την άδειαν λειτουργίας του».
Όλη η δαπάνη του έργου αντιμετωπίσθηκε με χρήματα της Εκκλησίας και τις προσφορές δωρητών. Το αρμόδιο Υπουργείο, ενώ έδινε μεγάλα ποσά για παρόμοιους σκοπούς, για το Νοσοκομείο των Κληρικών δεν έδωσε ούτε δραχμή.
Το στολίδι της εποχής – έτσι ονομάστηκε – έπαψε να λειτουργεί όταν τα ηνία της Εκκλησίας ανέλαβε ο ακατέργαστος Σεραφείμ Τίκας που έλεγε: «Κλείστε το, δώστε το· τί το θέλουμε; Να πονοκεφαλιάζουμε…;». Και έκλεισε!
1. Με τους γνωστούς “αγροτικούς νόμους” 1072/1917 και 2050/1920 με τους οποίους επιβλήθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση εκκλησιαστικών κτημάτων για λόγους “προφανούς ανάγκης και δημοσίας ωφελείας”. Το υπ’ αρ. 976/780/18.4.1947 έγγραφο του ΟΔΕΠ προς το Υπουργείο Οικονομικών είναι αποκαλυπτικό όσον αφορά τις εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν από το 1917 έως 1930 και που το Κράτος καθόρισε την αξία τους σε ποσό άνω του 1.000.000.000 προπολεμικών δραχμών. Το Κράτος κατέβαλε στο Γενικό Εκκλ. Ταμείο τα 40 εκατ. και χρωστούσε ακόμα τα 960! Εάν υπολογίζονταν η οφειλή με τις ανάλογες προσαυξήσεις των τόκων, ήταν ικανό το ποσό να υπερκαλύψει την μισθοδοσία.
Με τον νόμο 4684/1931, το Κράτος εκποίησε ακόμα ένα μεγάλο τμήμα από την εκκλησιαστική περιουσία.
Το 1952 η Κυβέρνηση Πλαστήρα άσκησε μεγάλη πίεση στην Εκκλησία, και κατόρθωσε να υπογράψουν την σύμβαση [ΒΔ 26.9/8.10.1952 (ΦΕΚ 299 Α΄)] για δήθεν τους ακτήμονες: «Συμβάσεις περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων γεωργικών κτηνοτρόφων».
Με την σύμβαση αυτή άρπαξε το Κράτος από την Εκκλησία τα 4/5 (80%) της καλλιεργούμενης ή καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας της και τα 2/3 των βοσκοτόπων. Το αντάλλαγμα; Μόλις το 1/3 της πραγματικής αξίας, και με την δέσμευση να παρέχει το Κράτος κάθε αναγκαία υποστήριξη (ολική και τεχνική), ώστε να μπορέσει η Εκκλησία να αξιοποιήσει την ελάχιστη εναπομείνασα περιουσία της.
Δυστυχώς το Κράτος αποδείχθηκε και στη δέσμευσή του αυτή αναξιόπιστο. Και συνέχισε τις απόπειρες για διαρπαγή και της εναπομείνασαςπεριουσίας, αμφισβητώντας την κυριότητά την, και εμπόδιζαν την αξιοποίησή της.
Στην αρπαγή της εκκλησιαστικής περιουσίας πάτησε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος και πέτυχε να αμείβονται οι Κληρικοί από το Κράτος.
2. Συνεργάτης έγραφε: «Ακόμα κι αν ήταν απαλλαγμένος ο Αρχιεπίσκοπος από κάθε άλλη απασχόληση και αφιερωνόταν αποκλειστικά και μόνο στην οργάνωση του Νοσοκομείου δε θα κατάφερνε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να ολοκληρώσει τα σχέδιά του».
ΟΥΑΙ ΤΟΙΣ ΑΧΑΡΙΣΤΟΙΣ ΙΕΡΕΥΣΙ

Κανέναν δεν βδελύσσεται ο Θεός περισσότερο, όσο τον αχάριστο ευεργετηθέντα.
Οι μέχρι το 1967 ορθόδοξοι κληρικοί μας, αιχμάλωτοι του συστήματος, αποτελούσαν τους φτωχούς και ταλαίπωρους συγγενείς τους ζώντας την εσχάτη πτωχεία και περιφρόνηση, μέχρι που στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ανέβηκε ο χαρισματούχος κυρός Ιερώνυμος Α΄ (Κοτσώνης) και τα πράγματα άλλαξαν άρδην.
Μετά από σκληρή αντιπαράθεση με τους δικτάτορες, αποκατέστησε το κύρος τους και εξισώνοντάς τους με τους δημοσίους υπαλλήλους, απολαμβάνουν έκτοτε των ιδίων προνομίων (μισθό, βαθμολογική προαγωγή, σύνταξη, περίθαλψη…).
Η επιτυχία υπήρξε ιστορική δεδομένου ότι οι πριν από τον Ιερώνυμο 17 αρχιεπίσκοποι ούτε καν τόλμησαν να σκεφθούν κάτι τέτοιο, αφήνοντας τον κλήρο στην λιμοκτονία και τη χλεύη.
Εύλογα θα περίμενε κανείς, ανθρωπίνως, μια μικρή αναγνώριση, έστω και μετά τον θάνατόν του μια επίσημη αποδοχή του ως ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΗ μια καθιέρωση ετήσιου μνημοσύνου του…
Σεις, όλως ακατανόητα, ξεχάσατε τον ευεργέτη, όχι όμως και την ευεργεσία. Και ο λόγος ποταπός για να μη χαρακτηρισθείτε «χουντικοί» όπως και τον ευεργέτης σας, ακολουθώντας τον αφέντη σας αρχ/πο Σεραφείμ Τίκα, που διέγραψε από την ιστορία της εκκλησίας την πενταετή συγκλονιστική παρουσία του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Κοτσώνη.
Για την αχαριστία σας αυτή η τιμωρία σας θα είναι μεγάλη και ο Θεός που βδελύσσετε τον αχάριστο ευεργετηθέντα, δε θ’ αργήσει να επιτρέψει την ημέρα που θ’ απλώνετε και πάλι το χέρι επαιτώντας ή θα παρακαλάτε τον Ύψιστο να καρπίσει η γη για να σας ζήσουν οι πιστοί με τα γεννήματά τους.

Συνεχίζεται

Στο προηγούμενο φύλλο (221) αναφερθήκαμε στον αγώνα που έδωσε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ για να αναβαθμίσει μισθολογικά – και όχι μόνο – τους ιερείς.
Γέροντας συνταξιούχος ιερέας των Ιωαννίνων μας έστειλε μακροσκελή επιστολή στην οποία περιγράφει πολλά από τη “δράση” του τότε δεσπότη Σεραφείμ Τίκα – προσεχώς θα αναφερθούμε – αλλά και την “αγάπη” και “συμπόνοια” που έτρεφε στους απλούς ιερείς, και που μικρό μέρος δημοσιεύουμε:
Το Κράτος με τις υπ’ αριθ. 281/66 και 37/67 Πράξεις Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) έδινε στους ιερείς τα επιδόματα, δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας επιλογιζόμενα επί του βασικού μισθού εξαιρώντας το ποσοστό προσαυξήσεων των πενταετιών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, στο διάστημα 1970-1975, οι ιερείς να χάσουν αρκετά χρήματα.
Ο δικηγόρος Κοζάνης Δημ. Κοντοδίνας σε συνεργασία με την μητρόπολη Κοζάνης κέρδισε τον δικαστικό αγώνα με δύο αποφάσεις (449/74 και 605/75) του Αρείου Πάγου που όριζε να δοθούν όλα τα χρήματα αναδρομικά που αδικαιολόγητα παρακρατήθηκαν από τους ιερείς επί μία πενταετία.
Το θέμα αυτό ο δικηγόρος το έκανε γνωστό σ’ όλες τις μητροπόλεις, ζητώντας να κινηθούν ανάλογα, στέλνοντας κατάσταση που θα περιελάμβανε όλα τα απαιτούμενα στοιχεία κάθε ιερέα. Όλες οι μητροπόλεις έστειλαν υπηρεσιακά τις καταστάσεις στο γραφείο του Νομικού Συμβουλίου του Υπουργείου Παιδείας, όπως αυτό ήταν διατυπωμένο στο 2067/21.11.75 έγγραφο του Νομικού Συμβουλίου του Υπουργείου.
Η μόνη μητρόπολη που κωλυσιεργούσε να στείλει τις καταστάσεις ήταν η μητρόπολη Ιωαννίνων (1), της οποίας μητροπολίτης ήταν ο “αντάρτης” Σεραφείμ Τίκας, που είχε ήδη γίνει αρχιεπίσκοπος αλλά κρατούσε παράνομα και τη μητρόπολη με “τοποτηρητή” τον γνωστό Θεόκλητο Σετάκη.
Οι ιερείς, όταν το πληροφορήθηκαν διαμαρτυρήθηκαν έντονα και στις 10 Δεκεμβρίου 1975 τρεις απ’ αυτούς (Κ. Τράντζας, Δ. Σιόντας και Κ. Μπαλωμένος) αναγκάστηκαν να αναλάβουν αυτοί τη σύνταξη της κατάστασης μέσα σε λίγες ημέρες. Η μητρόπολη και πάλι αρνήθηκε να την στείλει υπηρεσιακά αναγκάζοντάς τους να πάνε οι ίδιοι αεροπορικώς στην Αθήνα και να παραδώσουν στο δικηγόρο που χειρίζονταν την υπόθεση – διότι ο Νομικός Σύμβουλος του Υπουργείου δεν την παρελάμβανε – του Αρείου Πάγου κ. Μάρκο Νάτσινα.
Η καθυστέρηση αυτή (των 110 ημερών) της υποβολής των καταστάσεων με τα στοιχεία των ιερέων είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί εκπρόθεσμη και οι ιερείς της μητρόπολης Ιωαννίνων να χάσουν από 20.000 έως 30.000 δρχ. ο καθένας, ενώ όλες οι άλλες μητροπόλεις τα πήραν.
Οι ιερείς Ιωαννίνων έκαναν έφεση κατά της απόφασης αλλά η Κυβέρνηση Καραμανλή ψήφισε το νόμο 289/1976 με τον οποίο κηρύσσονταν παραγεγραμμένες οι κατά του Δημοσίου απαιτήσεις των ιερέων λόγω μη συνυπολογισμού του επιδόματος των πενταετιών επί των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας μέχρις του έτους 1974 (άρθρο 9).
Αυτός ήταν ο “φιλεύσπλαχνος”, ψεφτοαντάρτης Σεραφείμ Τίκας, του οποίου αγαπημένο σπορ ήταν οι ραδιουργίες και η καλοπέραση, δεδομένου ότι ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την Εκκλησία, το ποίμνιο και τους λειτουργούς του Υψίστου, ιερείς.
Αντίθετα ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ (Κοτσώνης) όλα τα χρόνια της Αρχιερατίας του έδινε μάχες με τους κρατούντες και τα σκοτεινά κέντρα και παρασκήνια, και, σχεδόν πάντα, κέρδιζε διότι ήταν ανύστακτος ιερουργός της Ευχαριστιακής τελετουργίας και είχε ένα ασταμάτητο διάλογο αγάπης με τον Κύριο.
Σύγκρουση:
Ο Αρχιεπ. Ιερώνυμος τόλμησε να βάλει το δάκτυλό του στη γάγγραινα, ψηλαφώντας τις πληγές που σάπιζαν και κατέτρωγαν τα οικονομικά της Εκκλησίας. Μετά έπιασε στο χέρι το νυστέρι και άρχισε να ξεκαθαρίζει:
α) Την μεγάλη κακοδιαχείριση στα εκτελούμενα έργα, που ενώ θά ’πρεπε να παραδίδονται εντός δύο-τριών χρόνων, αυτά τελείωναν σε οκτώ και δέκα χρόνια κοστίζοντας το τριπλάσιο απ’ όσο τα έργα σε ιδιώτη! – Αναφέρει περιστατικό πολυκατοικίας στην Αθήνα, που η ανοικοδόμηση άρχισε το 1962 και τελείωσε το 1970, και της οποίας την εργολαβία είχε αναλάβει ο ΚΛΗΤΗΡΑΣ του Εκκλησιαστικού Οργανισμού ΟΔΕΠ.
β)Δεν σταμάτησε εδώ, μπήκε μπροστά με σθένος και κονταροχτυπήθηκε με την οικονομική - τραπεζική εξουσία που λυμαινονταν το εκκλησιαστικό χρήμα.
Πληροφορηθείς ο Ιερώνυμος ότι τα διαθέσιμα εκκλησιαστικά χρήματα ήταν διάσπαρτα σε διάφορες Τράπεζες με επιτόκιο σχεδόν μηδενικό (0,75%), ενώ όσες φορές χρειάστηκε διάφοροι Οργανισμοί της Εκκλησίας να δανειοδοτηθούν πλήρωναν επιτόκιο 5,50 έως 12%, συγκέντρωσε όλες τις εκκλησιαστικές καταθέσεις (ναών, μοναστηρίων) σε μία Τράπεζα κάνοντας αναδιαπραγμάτευση και πετυχαίνοντας πρωτοφανή απόδοση των χρημάτων για τα χρονικά της Εκκλησίας.
γ) Άλλο σημαντικό κεφάλαιο που κανείς για δεκαετίες δεν ενδιαφέρθηκε, ήταν η σύμβαση που υπέγραψε η Εκκλησία της Ελλάδος επί αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου με την Εθνική Τράπεζα η οποία θα αναλάμβανε την κατάρτιση του κτηματολογίου της Εκκλησίας εντός διετίας – καταγραφή και οριοθέτηση των κτημάτων, ναών και μοναστηρίων ανά την Επικράτειαν – με αμοιβή της το 1% επί των καταθέσεων του ΟΔΕΠ (ποσόν δις δραχμών).
Έκτοτε πέρασαν δεκαετίες από το έτος σύμβασης (1933) και παρήλασαν οκτώ Αρχιεπίσκοποι· και όμως κανένας δεν υποψιάστηκε το πρόβλημα. Η Εθνική Τράπεζα εισέπραττε τα συμφωνηθέντα (1%) χωρίς όμως να προβεί στην κατάρτιση του κτηματολογίου.
Ο Ιερώνυμος ανακάλυψε την απάτη· κατήγγειλε την αμαρτωλή σύμβαση· σταμάτησε να πληρώνει το 1%· διαπραγματεύθηκε από την αρχή τη σύμβαση και υποχρέωσε την Τράπεζα να δώσει επιτόκιο 7%.
Όλοι αυτοί, που, χωρίς φόβο Θεού, λυμαίνονταν την προσφορά των πιστών θεώρησαν τον Ιερώνυμο εμπόδιο στα σχέδιά τους, και ως εκ τούτου, έπρεπε να απομακρυνθεί τάχιστα και να αντικατασταθεί από άλλον, αρχιεπίσκοπο μαριονέτα, που θα τα “τρώει” μαζί τους. Παράλληλα έπρεπε να διωχθούν και όσοι από τους μητροπολίτες διακρίνονταν για την αγνότητα, την παρρησία και το ακέραιο του χαρακτήρα τους αναπληρούμενοι από μεμπτούς, κουσουράτους, κενόδοξους, αδύναμους και δειλούς.
Και το κατάντημα το βλέπουμε σήμερα στην Εκκλησία!
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΦΥΛΛΟ

(1) Ο Νομικός Σύμβουλος του Υπουργείου, με επείγουσα επιστολή (22.11.75), ζητούσε τις καταστάσεις και μη ανταποκρινόμενος επανήλθε ο Γεν. Δ/ντής του Υπουργείου Βλ. Φειδάς με κατεπείγον έγγραφο που έλεγε: «… Όπως αποστείλητε κατεπειγόντως, απ’ ευθείας εις το γραφείο του κ. Νομικού Συμβούλου, τα δια του ως άνω εγγράφου αιτούμενα στοιχεία …».

Α
πό την απελευθέρωση της Ελλάδας το 1821 την ευθύνη και τον προγραμματισμό της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης είχε το Κράτος. Ένα Κράτος με έντονα τα σημάδια της Βαυαροκρατίας. Κράτος μισούμενο ως ελληνικό και διωκόμενο ως Ορθόδοξο. Γι’ αυτό είχαν ανοίξει τις προπαγανδιστικές πύλες του αθεϊσμού για να κλονίσουν τα νεαρά βλαστάρια και τους υποψήφιους προς ιερωσύνη.
Εκατόν πενήντα (150) χρόνια το Υπουργείο Παιδείας συνέχιζε να εφαρμόζει ένα καταλυτικό πρόγραμμα στην εκκλησιαστική παιδεία, παρ’ ότι κατά καιρούς εκκλησιαστικοί παράγοντες ενοχλούσαν για κάποια βελτίωση. Το διδακτικό προσωπικό αποτελούνταν – εκτός ελαχίστων περιπτώσεων – από άσχετους, άθεους, ακόμα και αλλόθρησκους. Ήταν κάτι σαν να διδάσκονταν τα Ελληνόπουλα ιστορία από ΤΟΥΡΚΟΥΣ, ΑΛΒΑΝΟΥΣ ή ΣΚΟΠΙΑΝΟΥΣ. Εδώ χρειάζονταν νυστέρι για να κάνει βαθειές και σωστικές τομές απομακρύνοντας τους φαύλους και άθεους που μόλυναν το Ορθόδοξο νεανικό αίμα.
Δυστυχώς όμως μέχρι τότε οι ηγέτες της Εκκλησίας περιορίζονταν σε μια τυπική τελετουργική παρουσία στις εορταστικές εκδηλώσεις των Ιερατικών και Θεολογικών Σχολών.
ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ:
Το 1967 ανέλαβε το τιμόνι της εκκλησίας ο Ιερώνυμος Κοτσώνης – γνώστης του προβλήματος διότι ο ίδιος ήταν και πανεπιστημιακός δάσκαλος – και ασυμβίβαστος με αυτό που βρήκε, έβαλε το δάκτυλο στις γαγγραινώδες πληγές. Η προσπάθειά του ήταν επίπονη. Δύο ολόκληρα χρόνια κράτησε ο αγώνας. Δυναμικός και αποφασιστικός όπως ήταν, με σθένος στάθηκε μπροστά στη δικτατορική εξουσία και απαίτησε την ευθύνη για τον προγραμματισμό και τη στελέχωση των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων να την έχει η Εκκλησία.
Η μάχη ήταν σκληρή και η σύγκρουση σφοδρή, διότι η αντίπερα πλευρά των πολιτικών, εκκλησιαστικών κρατούντων και σκοτεινών παραγόντων, που είχαν παντοειδή συμφέροντα για να διαιωνίζεται η αθλιότητα που επικρατούσε στις Εκκλησιαστικές Σχολές, κατόρθωναν με τα ποικίλα μέσα που διέθεταν να προσεταιρίζονται τους αρμόδιους Κυβερνητικούς αξιωματούχους και συνεχώς να αναβάλλεται η δημοσίευση του σχετικού Νομοθετήματος για την μεταβίβαση της επιμορφωτικής ευθύνης στην Εκκλησία. Να πως περιγράφει ο ίδιος την κατάσταση:
«Αι συζητήσεις και αι συνεννοήσεις υπήρξαν μακραί. Εξάκις ανεμορφώθη και εξάκις συνεζητήθη εν τη Ιερά Συνόδω και μετά των εκπροσώπων του Υπουργείου Παιδείας το Σχέδιον του Ν. Διατάγματος. Υπήρξαν μάλιστα τόσαι αι αντιδράσεις και αι προσπάθεια ανακοπής της διαδικασίας …» (Πηδάλιον Εκκλησίας, σελ. 184).
«Δι’ όλας αυτάς τας καθυστερήσεις είχα πολλάκις διαμαρτυρηθή προς τας αρμοδίας Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας και οχλήσει και Υφυπουργόν και Υπουργόν και έκανα, και εγώ δεν ενθυμούμαι, πόσας εντόνους παραστάσεις προς τον Πρωθυπουργόν, μέχρι που του εδήλωσα, ότι θα παραιτηθώ, αν ο Νόμος δεν εκδοθή αμέσως. Μετά από αυτό εδημοσιεύθη επί τέλους ο υπ’ αριθ. 876/1971 Νόμος την 15/5/1971. Εχρειάσθη, δηλαδή να παρέλθουν δύο έτη παρά δέκα ημέρας αφ’ ότου είχε γίνει η πρώτη μας σύσκεψις …» (το δράμα ενός Αρχιεπ., σελ. 111).
Το θλιβερό και συγχρόνως κωμικό της υπόθεσης είναι, ότι, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος δεν είχε μόνο την κοσμική αντίδραση, αλλά και των Εκκλησιαστικών Σχολών με πρώτη τη ΡΙΖΑΡΕΙΟ ΣΧΟΛΗ, που δεν ήθελε να απαγκιστρωθεί από το Κράτος και να ενταχθεί στον έλεγχο της Εκκλησίας για τη μόρφωση και διαπαιδαγώγηση των νέων γενεών των Ιερέων.
Γιατί αντιδρούσαν; Ποια άραγε ήταν τα κίνητρα;
Ο μητρ. Ξάνθης Αντώνιος στην εισηγητική έκθεση προς την Ιεραρχία αναφέρει: «… Κατά το διάστημα των 125 ετών λειτουργίας της η Σχολή έδωκεν εις την Εκκλησίαν 45 μόνον κληρικούς, χειροτονηθέντες μετά την λήψιν του πτυχίου αυτών …».
Σ’ αντίθεση η διαθήκη του διαθέτη Μάνθου και Γεωργίου Ριζάρη καθόριζε στο άρθρο 72 τον σκοπό του Ιδρύματος τονίζοντας ότι: «Σκοπός της Εκκλησιαστικής ταύτης Σχολής είναι να χορηγή εις νέους, έχοντας τας απαιτουμένας προπαιδευτικάς γνώσεις, τοιαύτα διδακτικά μέσα, ώστε εις διάστημα πέντε ετών να είναι εις θέσιν να ενδυθώσι το ιερόν σχήμα της Ιερωσύνης, γινόμενοι ιερείς μετά την αποπεράτωσιν της πενταετούς σπουδής …». Και στο άρθρο 106 συνεχίζει:
«Αν δεν κάμωσι τούτο… η Σχολή θα αναμένη επί μίαν τετραετίαν, μετά το πέρας των σπουδών του υποτρόφου, την εκπλήρωσιν της υποσχέσεώς του. Εάν δε η τετραετία παρέλθη άπρακτος, η Σχολή υποχρεούται να αξιώση παρά του οικοτρόφου της την επιστροφήν των τροφείων του».
Τί γίνονταν όμως; Όλες οι διοικήσεις της Σχολής, δυστυχώς καταστρατηγούσαν τη διαθήκη και έγινε καθεστώς οι αποφοιτώντες να ακολουθούν άλλη επαγγελματική πορεία και όχι την ιερωσύνη.
Αποκαλυπτικά είναι τα διάφορα δημοσιεύματα εκείνης της εποχής:   «… Ως είχεν ανακοινωθή εις το συνελθόν Πανελλήνιον Συνέδριον των Θεολόγων, επί εκατόν αποφοίτων της Ριζαρείου, είς μόνον εχειροτονείτο κληρικός, άλλαι δε Σχολαί, λειτουργούσαν ως Ιεροδιδασκαλεία επί δεκαετίας ολοκλήρους μηδέ ένα κληρικόν είχον δώσει εις την Εκκλησίαν» (“ΕΘΝΟΣ”, 10-9-60).
Ο Υπουργός Παιδείας… δήλωσε: «Προτιμώ να κλείσουν αι Σχολαί αύται, εφ’ όσον με τα υπάρχοντα δεδομένα, δεν επιτυγχάνουν τον σκοπόν των και δεν προετοιμάζουν νέους δια την ιερωσύνην. Οι Αρχιερείς, κατέληξεν ο κ. Υπουργός, ας πράξουν εν προκειμένω το καθήκον των» (“ΕΘΝΟΣ”, 12-9-60).
Διοικήσεις, διδάσκοντες και μαθητές φοβούμενοι ότι ο Αρχιεπ. Ιερώνυμος θα επανέφερε τις της διαθήκης υποχρεώσεις των άρχισαν να αντιδρούν έντονα σε βαθμό να προσφύγουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπου και έχασαν!
Οι σκοτεινοί κύκλοι, με τα ποικίλα μέσα που διέθεταν, κατόρθωσαν να κλιμακώσουν τις αντιδράσεις και έξω από τον ελληνικό χώρο, με αποτέλεσμα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι το 1971 δεν ασχολήθηκε ποτέ με τέτοια θέματα γιατί ρύθμιζε αυθαίρετα αυτά (προγράμματα, διδακτικό προσωπικό, μόρφωση των ιερέων και νέων προς ιερωσύνην) το άθεο Κράτος, να ανησυχήσει (!) μόλις ανέλαβε την ευθύνη και την εποπτεία της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης η καθ’ όλα αρμόδια ελληνική ορθόδοξη Εκκλησία και να στείλει έγγραφο προς τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Θλίψη βαθύτατη προκάλεσε η ενέργειά του διότι εκφράζει την πλήρη έκπτωση του εκκλησιαστικού φρονήματος καθόσον ζητούσε να επανέλθει η φροντίδα των νέων κληρικών από την Εκκλησία στην άθεη πολιτεία.
Συγκεκριμένα γράφει:
«Η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Δημήτριος απηύθυνε προς υμάς από 1/2/1973 επιστολήν, δι’ ής, αναφερόμενος εις τας Εκκλησιαστικάς Σχολάς Αθωνιάδος, Πάτμου και Κρήτης, εκφράζει θερμήν παράκλησιν, όπως προέλθωμεν εις την έκδοσιν της απαιτουμένης πράξεως, προς επαναφοράν των ως άνω Εκκλησιαστικών Σχολών εις την Διοικητικήν αρμοδιότητα του καθ’ ημάς Υπουργείου …».
Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα των αντιδράσεων ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος με ένα εκλεκτό επιτελείο αποτελούμενο από κληρικούς, καθηγητές Πανεπιστημίου, Γεν. Επιθεωρητές Μ. Εκπαίδευσης, Παιδαγωγούς, ψυχολόγους και άλλων ειδικοτήτων επιστήμονες – εργαζόμενων αφιλοκερδώς και με ιερό ζήλο – συνέταξαν προγράμματα και συνέγραψαν συγγράμματα προσαρμοσμένα στις ανάγκες των σπουδαστών, γεγονός που για πρώτη φορά στα χρονικά της Εκκλησίας λάμβανε χώρα.
Τα αποτελέσματα ήταν θεαματικά. Το πρόγραμμα της οργάνωσης, λειτουργίας και ανάπτυξης των εκκλησιαστικών Σχολών άρχισε να προχωρεί συστηματικά και οι καρποί άρχισαν να φαίνονται.
Τα πρώτα βήματα αφορούσαν τη στέγαση των Σχολών σε ευπρεπή και κατάλληλα εκκλησιαστικά οικήματα, πραγματοποιώντας και σχετικές οικονομίες. Έτσι η Ιερατική Σχολή Λαμίας μεταστεγάσθηκε σε νέον κατάλληλον οίκημα. Η Ανωτέρα Εκκλησιαστική Σχολή Θεσσαλονίκης μεταφέρθηκε στο κτιριακό συγκρότημα του άλλοτε Ρωσικού Γηροκομείου και συμπληρώθηκε με νέα κτίρια. Το Ανώτερον Φροντιστήριον Θεσσαλονίκης μετακόμισε στο οίκημα του Οικοτροφείου της Ι.Μ. Αγίας Θεοδώρας, στο οποίο έγιναν και μεγάλες διαρρυθμίσεις. Στην επτατάξιο Ιερατ. Σχολή Ξάνθης, που στεγάζονταν στα κτίρια της Ι.Μ. Παμμεγ. Ταξιαρχών, προστέθηκαν νέα οικοδομήματα για κοιτώνες 160 ιεροσπουδαστών, αναγνωστήρια, αίθουσες τελετών κ.ά.
Την Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου ο Αρχιεπ. Ιερώνυμος την έκλεισε μετά τα σκάνδαλα Μητροπολίτη, Διευθυντή και Σπουδαστών μεταφέροντάς την αναβαθμισμένη στο νησί της Τήνου. Για το χάλασμα αυτής της διεφθαρμένης σφηκοφωλιάς, ο Κορίνθου και μια ομάδα της “πρεσβυτέρας” Ιεραρχίας συνεπικορούμενης από σκοτεινά κέντρα και διαπλεκόμενα μέσα επικοινωνίας, δεν συγχώρησαν ποτέ τον Αρχιεπ. Ιερώνυμο.
Δεύτερο μέλημα ήταν να γίνει ριζική εκκαθάριση σε όλες τις Εκκλησιαστικές Σχολές και Φροντιστήρια, με αποπομπή των ανεπίδεκτων μαθήσεως και ηθικώς παρεκτραπέντων, άσχετων προς την ιερωσύνη.
Τρίτη ενέργεια ήταν να θέσει η Κεντρική υπηρεσία σε εφαρμογή Κανονισμό για την άρτια οργάνωση και λειτουργία όλων των Σχολών (Μέσων, Επτατάξιων, Ανώτερων Ιερατικών, Μέσης Νυκτερινής, Κοινωνικής Πρόνοιας, Νοσοκόμων κ.α.) ως και γι’ αυτά που σχεδιάστηκαν να γίνουν.
Αποτέλεσμα της καινούργιας κατάστασης και της υπεύθυνης εργασίας που έγινε, ήταν να λειτουργήσουν το σχολικό έτος 1971-1972 πέντε επτατάξιες ιερατικές Σχολές, ως πλήρη Γυμνάσια κλασικής κατεύθυνσης, και με μία επί πλέον τάξη, την Ζ΄, εις την οποία διδάσκονταν κυρίως θεολογικά μαθήματα, αριθμούσες από το πρώτο έτος 1.123 ιεροσπουδαστές.
Δύο ανώτερα φροντιστήρια (στην Ριζάρειο και στην Θεσσαλονίκη) με 80 μαθητές το καθένα.
Δύο Ιεροδιδασκαλεία, του Βελλά στα Γιάννενα και άλλο στην Θεσσαλονίκη με 247 ιεροσπουδαστές συνολικά.
Μία τριτάξια επιμορφωτική Σχολή, για να φοιτήσουν οι πτυχιούχοι των επταταξίων ιερατικών Σχολών, που είχαν αποφασίσει να ιερωθούν, δίδοντάς τους το δικαίωμα να εγγραφούν στην Α΄ μισθολογική κατηγορία, διότι οι σπουδές τους είχαν διδακτορικό δίπλωμα.
Νυκτερινή ιερατική Σχολή – όντως καινοτόμος προσπάθεια – στην οποία φοιτούσαν 250 περίπου ευσεβείς νέοι το χρόνο, εργαζόμενοι την ημέρα σε διάφορα επαγγέλματα και σπουδάζοντες τις νυκτερινές ώρες.
Σχολή Κοινωνικής Πρόνοιας διακονισσών με 120 σπουδάστριες.
Σχολή Αδελφών Νοσοκόμων “Ολυμπιάς” για την επάνδρωση του Νοσοκομείου Κληρικών (Ν.Ι.Κ.Ε.) με 60 εθελόντριες.
Κέντρο Ιεραποστολικών Σπουδών με 40 μαθητές, πρωτοπόρο για την εποχή εκείνη.
Σχολή ιεροψαλτών στη Θεσσαλονίκη αναγνωρισμένη από την Εκκλησία με τετραετή κύκλο σπουδών επί συνόλου 170 μαθητών.
Εκτός των ανωτέρω Σχολών ίδρυσε “φροντιστήριο λειτουργικής επιμόρφωσης των κληρικών” για τους ιερείς που ανήκαν στην Δ΄, Γ΄ και Β΄ μισθολογική κατηγορία.
Παράλληλα, ίδρυσε και “Φροντιστήριο Εξομολόγων” για να μελετούν οι ιερείς βαθύτερα τις διαστάσεις της αποστολής τους.
Κίνησε τον μηχανισμό και πέτυχε την ίδρυση Ανώτερης Θεολογικής Ακαδημίας.
Μετεγκατέστησε και βελτίωσε το οικοτροφείο, και ξεκίνησε η μελέτη ανέγερσης κτιριακού συγκροτήματος – σε οικοπεδική έκταση 6 ½ στρεμμάτων που παραχώρησε η Ιερά Μονή Πετράκη με εισήγηση του ηγουμένου Επισκόπου Ευρίπου Βασιλείου στο προ της Καισαριανής Μετόχιον – 150 μονόκλινων δωματίων για τους ιερείς φοιτητές της Θεολογίας.
Από τον Μάιο του 1971, που δημοσιεύθηκε το Νομοθετικό Διάταγμα 876/71 «Περί υπαγωγής της Δημόσιας Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος και άλλων τινών συναφών διατάξεων», μέχρι το 1973 το τι έγινε είναι αδύνατον να καταγραφεί, διότι ο ίδιος πρωτοστατούσε και πίεζε προς κάθε κατεύθυνση ακόμα και για το κατάλληλο καθηγητικό προσωπικό που θα επάνδρωνε τις Σχολές και θα είχε πλήρη ισοτιμία της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας με τους λειτουργούς της Μέσης Εκπαίδευσης και τη δημιουργία μιας οργανικής θέσης θεολόγου Επιθεωρητού.
Ρύθμιζε ακόμα με κάθε λεπτομέρεια τη μορφή και τον τρόπο λειτουργίας των Σχολών. Έτσι για την κατάρτιση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων την διετία, εκδόθηκαν 41 συγγράμματα – 18 θεολογικά μαθήματα και 23 βοηθήματα – υψηλής μορφωτικής στάθμης.
Εάν θελήσουμε να αναζητήσουμε με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο, με τον οποίο αξιοποιήθηκε όλο αυτό το «εκπαιδευτικό πρόγραμμα», θα βρεθούμε μπροστά σε ένα θαύμα. Το άνοιγμα της ποιμαντικής πρακτικής και τα επιτεύγματα, που χαράχτηκαν κατά την πεντάχρονη ποιμαντορία του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Α΄ Κοτσώνη, αποτελούν άθλο.
Με την παραίτηση του Ιερωνύμου ήρθε ο ΛΙΒΑΣ – αφρικάνικος αέρας που απ’ όπου περνάει ξεραίνει τα πάντα – ο Σεραφείμ Τίκας, στο δεύτερο  μήνα της εκκλησιαστικής ηγεσίας ως αρχιεπίσκοπος έστειλε έγγραφο στο φίλο του – εκτελεστή και δήμιο των 12 μητροπολιτών – Υπουργό Παιδείας Π. Χρήστου ζητώντας να αναλάβει και πάλι το κράτος την ευθύνη της Εκκλησιαστικής Παιδείας.
Δακρύζει κανείς διαβάζοντας την παράδοξη αιτιολόγηση: «Αθήνησι τη 13-3-74 … Συν δ’ επί τούτοις και από απόψεως εξασφαλίσεως του καταλλήλου διδακτικού προσωπικού (η Εκκλησία) συναντά δυσχερείας, στερουμένη το γε νυν εκπαιδευτικών στελεχών εμφορουμένων υπό ακραιφνούς εκκλησιαστικού πνεύματος και δυναμένων ως εκ τούτου ίνα μεταλαμπαδεύωσι το γνήσιον τούτον εκκλησιαστικόν πνεύμα τοις μέλλουσιν ιεράσθαι».
Το έγγραφο αυτό ήταν η επικήδεια ακολουθία της Εκκλησιαστικής Παιδείας, της οποίας πομπής στο μνήμα προπορεύονταν οι υπογράψαντες 20 μιτροφόροι δεσποτάδες άδοντες το σεραφειμικό άσμα “δεν θέλω αγίους μέσα στην Εκκλησία”! Τα τραγικά αποτελέσματα τα βλέπουμε σήμερα.
Έχουν υποδυθεί σε ανύστακτο αγώνα – αντάξιο του θλιβερού Σεραφείμ Τίκα – να τοποθετήσουν στο Υπουργείο Παιδείας (και Θρησκευμάτων) ό,τι πιο άχρηστο, ακατάλληλο, αντεθνικό, αντιθρησκευτικό, αντιλαϊκό και ζημιογόνο μπορεί να φαντασθεί αρρωστημένο ανθρώπινο μυαλό, λες και οι κινούντες τα νήματα δεν είναι Έλληνες και χριστιανοί. Έτσι βλέπουμε να διδάσκουν “θεολόγοι” άθεοι, καιροσκόποι, γεννήματα του “Καιρού” και γενικά, εκπαιδευτικοί χριστιανοί αδιάφοροι – αθεόφοβοι, στρουθοκαμηλίζοντες, μη προσδοκώντες ανάστασιν νεκρών.
Συνεχίζεται

Ο Σεραφείμ Τίκας ως μητροπολίτης Ιωαννίνων κατασκόπευε και “κάρφωνε” τον Ιερώνυμο. Οι δικτάτορες από την πρώτη στιγμή δεν ήθελαν τον Ιερώνυμο για αρχιεπίσκοπο γι’ αυτό έβαζαν συνεχώς προσκόμματα στο έργο του. Έπρεπε όμως να βρεθεί άνθρωπος να τον παρακολουθεί από μέσα. Ο τότε υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου – τον βρίσκουμε τα δημοκρατικά χρόνια (1991-92) ως Γενικό Γραμματέα του συντοπίτη μας υπουργού Παιδείας Γεωρ. Σουφλιά (πρόσωπο όλων των καθεστώτων, πολέμιο του Ιερωνύμου, και το 1991-93, με τη δικαίωση του Θεολόγου, κυματοθραύστη σε κάθε νόμιμη διαδικασία) – έπεισε τον Αρχιεπ. Ιερώνυμο να βάλει ως μέλος στην διαρκή Ιερά Σύνοδο το δεσπότη Ιωαννίνων Σεραφείμ Τίκα, γιατί ήταν φίλος και καλός συνεργάτης του.
Ο Ιερώνυμος, αγαθός άνθρωπος, χωρίς να υποψιαστεί τον συμπεριέλαβε μεταξύ των ανθρώπων του στενού περιβάλλοντος και με πρότασή του τον όρισαν στην καίρια θέση του Προέδρου της Μόνιμης Συνοδικής Επιτροπής επί του Τύπου, θέση που αναλογούσε – στην πολιτική – ως υπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ.
Ήταν αδιανόητο για έναν Ιερώνυμο τέτοιου πνευματικού διαμετρήματος να φανταστεί ότι μπορεί να υπάρχουν κληρικοί και μάλιστα επίσκοποι να είναι καταδότες! Τον θεωρούσε φίλο, συνεπίσκοπο, αδελφό και συνεργαζόταν μαζί του “αρμονικά”.
Ο παμπόνηρος Σεραφείμ – γριά αλεπού – εμφανίστηκε συνετός, πράος, φιλειρηνικός, φιλενωτικός και κρύβοντας τον πραγματικό του εαυτό καραδοκούσε τη στιγμή που θα έχυνε το δηλητήριο της κόμπρας. Ήταν άνθρωπος με αβυσσαλέο ψυχικό κόσμο, γεμάτος εμπάθεια, κακότητα, ακατάλακτο φονικό πάθος και μίσος, και την κατάλληλη στιγμή και ευκαιρία εξόντωνε όποιον χαλούσε τα ανίερα σχέδιά του.
Εκείνο που παραπλάνησε και παγίδευσε τον καλοκάγαθο Ιερώνυμο ώστε να τον εμπιστευτεί (το Σεραφείμ) ακόμα πιο πολύ, ήταν η όλη του στάση μετά την ξαφνική παραίτησή του, αποτέλεσμα των συνεχών συγκρούσεων και διαφωνιών με τους δικτάτορες την οποία υπέβαλε στην συνεδρίαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου την 8η Μαρτίου 1969.
Με την παραίτηση του Ιερωνύμου ο Σεραφείμ βρέθηκε απροετοίμαστος, οι δικτάτορες ξαφνιάστηκαν και οι σκοτεινές δυνάμεις, που τον προωθούσαν για αρχιεπίσκοπο, βρέθηκαν σε αδιέξοδο, γιατί πίστευαν, ότι δεν ήταν η πλέον κατάλληλη στιγμή για την εκλογή του επειδή υπήρχαν μεγάλα και ηχηρά ονόματα υποψηφίων. Έπρεπε συνεπώς πάση θυσία να αποσυρθεί η παραίτηση Ιερωνύμου.
Αυτός, ο τραχύς στην όψη, την έκφραση και το λόγο Σεραφείμ Τίκας, είχε μεταβληθεί σε μεγάλο θεατρίνο καθ’ όσον υποκρίνονταν, κολάκευε, “έκλαιγε” ευκαίρως – ακαίρως μπροστά στον Ιερώνυμο. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα σταθεί με φρίκη και αποτροπιασμό μπροστά στο ραδιούργο και κενόδοξο αυτό πρόσωπο.
Να πώς περιγράφει ο ίδιος τον τρόπο με τον οποίο μετέπεισε τον Ιερώνυμο να αποσύρει την παραίτησή του: «Έπρεπε να είσθε εις την αίθουσαν δια να δήτε την ομόθυμον θέλησιν της Ιεραρχίας, όταν όλα τα μέλη της με έκδηλον συγκίνησιν και δάκρυα εις τους οφθαλμούς ανεκάλεσαν τον Αρχιεπίσκοπον. Απητήθη πολύς χρόνος, δια να πείσωμεν τον Μακαριώτατον να επανέλθη εις την αίθουσαν. Και όταν επανήλθε, τότε εξεφράσαμεν την χαράν μας! Επακολούθησε μία θριαμβευτική ψηφοφορία κατά της παραιτήσεως και υπέρ ανακλήσεως αυτής. Και το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήτο η παμψηφεί πρότασις προς ανάκλησιν».
Και ο Σεραφείμ, αμέσως μετά, προς τον Ιερώνυμο: «Επιτρέψατέ μου, Μακαριώτατε, να δώσω εγώ την απάντησιν. Ναι. Η ψήφος είχε την έννοιαν, ότι δεν θέλομεν να παραιτηθήτε και σας δεχόμαστε ως Προκαθήμενον». Η επάνοδός του επανηγυρίσθη (Περ. “Ενορία” τ. 1969, σελ. 79).
Με όλα αυτά ο Ιερώνυμος εξαπατήθηκε, νομίζοντας ότι ο Σεραφείμ, είναι ντόμπρος και ότι όσα λέγει και πράττει, τα πιστεύει.
Ο πραγματικός Σεραφείμ αποκαλύφθηκε (ποιος είναι, ποιοι κρύβονται πίσω του, ποιοι τον προωθούσαν, ποιοι τον στήριζαν και τί επεδίωκαν) όταν ο Ιερώνυμος έφερε τον Νοέμβριο του 1972 σε συνεδρίαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδας, μετά από πρόταση 12 μητροπολιτών, – μετά σφαγιασθέντων – το θέμα ΜΑΣΟΝΙΑ.
Από την ημέρα που έγινε μέλος της Αριστίνδην Συνόδου, ο Σεραφείμ παρακολουθούσε μεθοδικά κάθε κίνηση του Ιερωνύμου. Στενοί συνεργάτες του αρχιεπισκόπου προβληματίσθηκαν από τη στάση του Σεραφείμ και τον τρόπο που αντιδρούσε σε θέματα (κυρίως της Μασονίας).
Έτσι, ημέρες πριν την Σύνοδο, προσπαθούσε να μεταπείσει τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο να μην φέρει το θέμα προς συζήτηση γιατί δεν συνέφερε στην Εκκλησία (sic). Ο Ιερώνυμος ήταν ανένδοτος γιατί πίστευε ότι η Μασονία έπρεπε να καταδικαστεί επειδή είναι εχθρός της Εκκλησίας και του Έθνους. Είχε και το πόρισμα της Συνοδικής Επιτροπής για θέματα “Δογματικής και Κανονικής Τάξεως” που με πρότασή του συνεδρίασε 10 φορές γι’ αυτό το θέμα και 2 φορές για το ΡΟΤΑΡΥ υπό την Προεδρία του Μητροπολίτου Κασσανδρείας κ. Συνεσίου και με μέλη τους Δράμας Διονυσίου, Λαγκαδά Σπυρίδωνα και τους καθηγητάς Πανεπιστημίου Ιωαν. Καρμίρη, Χαρ. Φραγκίστα, Κων. Μουρατίδη, Ιωαν. Καλογήρου, Γεωρ. Ράμμου, Ανασ. Χριστοφιλοπούλου.
Σύγκρουση:
Τότε ο Σεραφείμ αποφάσισε να δώσει την μάχη μέσα στην Σύνοδο της Ιεραρχίας, συνεπικουρούμενος από μασονικά κυβερνητικά στελέχη που του υποσχέθηκαν ότι θα τον συμπαραστέκονταν και άλλοι μητροπολίτες.
Ο μόνος που αντιδρούσε με θρασύτητα και διακόπτοντας συνεχώς τους εισηγητές ζητώντας να μην πάρουν απόφαση για καταδίκη της Μασονίας, ήταν ο Ιωαννίνων (μετά αρχιεπίσκοπος) Σεραφείμ Τίκας. Όλοι οι άλλοι δεσποτάδες, παρ’ ότι είχαν την υποστήριξη των κυβερνώντων δικτατόρων, της μασονικής στοάς, των ξένων κύκλων και παραγόντων (αμερικανού πρέσβη Τόσκα, του Τομ. Πάπα κ.ά.) των Μέσων Ενημέρωσης, που εκείνες τις ημέρες είχαν οργιάσει στην παραπληροφόρηση και προπαγάνδα προς εξαπάτηση του λαού (έφθασαν σε σημείο να κυκλοφορήσουν μονταρισμένες φωτογραφίες, παρουσιάζοντας τον Ιερώνυμο με εμβλήματα μασονικά), κανείς από τους δεσποτάδες δεν ενίσχυσε την άποψη και προσπάθεια του Σεραφείμ.
Και η απόφαση που πάρθηκε αφορούσε την επαναδιατύπωση της απόφασης της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος 12/10/1993 που είχε αποφανθεί: «Η Μασονία αποδεδειγμένως τυγχάνει θρησκεία μυστηριακή, όλως διάφορος, κεχωρισμένη και ξένη της Χριστιανικής θρησκείας… Είναι ασυμβίβαστος ο αληθής και γνήσιος Χριστιανισμός προς την Μασονίαν».
Η σύγκρουση αυτή ήταν από τις πιο μεγάλες και σφοδρές γιατί είχε να κάνει με σκοτεινούς κύκλους, με μια μασονοποιούμενη στρατιωτική κυβέρνηση αλλά και με ανθρώπους της “Εκκλησίας” που δούλευαν υπογείως. Έτσι γράφτηκε ο επίλογος της καταδίκης του Ιερωνύμου και των 12 μητροπολιτών που υπέγραψαν την πρόταση περί Μασονίας.
Ο καθηγητής του Παν. Αθηνών Κων. Μουρατίδης γράφει: «Όπως είναι γνωστό, ο εκ των κορυφαίων ηγετών της χούντας της 21ης Απριλίου 1967 Στυλ. Παττακός, όχι μόνο δεν απέκρυπτε την ιδιότητά του ως κορυφαίου στελέχους της Μασονίας, αλλά και ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα κατά την περίοδο της δικτατορίας, προσπαθώντας να μυήσει όσο το δυνατό περισσότερους εις την σκοτεινή και λίαν επικίνδυνη αυτή οργάνωση.
Από την αναμφισβήτητη αυτή διαπίστωση καταφαίνεται, ότι η Μασονία ήταν οπωσδήποτε μεταξύ των σκοτεινών αυτών δυνάμεων, που προπαρασκεύασαν και έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο της μεγάλης συνωμοσίας κατά της Ελλαδικής Εκκλησίας, και συνεχίζεται δυστυχώς μέχρι σήμερα, αφού ο εκλεκτός της Χούντας Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, όχι μόνο ευρίσκεται ακόμα στο θρόνο του, αλλά και κατέστη παντοδύναμος με την ανεξήγητη για ένα χουντικό αρχιεπίσκοπο υποστήριξη όλων των κυβερνήσεων των τελευταίων 19 ετών ανεξαρτήτως πολιτικής προελεύσεως, επί των οποίων, όπως φαίνεται, ασκούν αποφασιστική επιρροή οι σκοτεινές εκείνες δυνάμεις που ανεβίβασαν με το ξίφος του δικτάτορα Ιωαννίδη τον κ. Σεραφείμ στον αρχιεπισκοπικό θρόνο.
… Τον κατέστησαν κυριολεκτικώς ασύδοτο μέχρι εξωφρενικού σημείου, η ατιμωρησία του για τα ανοσιουργήματα και εκκλησιαστικά εγκλήματα που διέπραξε… και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διαπράττη…» (Μεγ. Προδοσία 1993).
Τα θαρραλέα περιοδικά “ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ” και “ΕΚΚΛΗΣ. ΑΓΩΝ” έγραψαν τότε: “Η μασονία και άλλες σκοτεινές δυνάμεις, πέτυχαν τα εξής: 1ον. Έφεραν δια του δικτάτορα Ιωαννίδη τον κ. Σεραφείμ στον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Γιατί; Το είπε δημοσιογράφος «Για μας είναι τυμπανιαίο πτώμα». Και 2ον. Έδιωξαν τους δώδεκα Μητροπολίτες… Γιατί; Αφ’ ενός γιατί είχαν εναντιωθεί κατά της μασονίας και αφ’ ετέρου γιατί έπρεπε να φύγουν οι άξιοι και να έλθουν στις θέσεις τους ανάξιοι και διεφθαρμένοι, για να λέει σήμερα ανερυθρίαστα Μητροπολίτης, ότι «μπήκε στην Εκκλησία η αλητεία»”.
Και συνεχίζει σε ιστολόγιο:
«Όταν η Εφιαλτική χούντα του Ιωαννίδη (Νοέμβριος 1973-Ιούλιος 1974), με την συνεργασία των σκοτεινών δυνάμεων, εισέβαλε στα ενδότερα της Εκκλησίας με τον πιο βάρβαρο και αυθαίρετο τρόπο αναδεικνύοντας τον Σεραφείμ Τίκα Αρχιεπίσκοπο, είχε απώτερο σκοπό: πρώτον την εξόντωση των 12 επισκόπων, διότι με κοινό κείμενο ζητούσαν από την Ιεραρχία να καταδικάσει την Μασονία ως αντίχριστη θρησκεία (όπως έγινε και το 1933), και δεύτερον τη διεκπεραίωση, αντιχριστιανικών νομοσχεδίων που αφορούσαν το αυτόματο διαζύγιο, τη νομιμοποίηση της μοιχείας, των αμβλώσεων, τη μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, την κατάργηση του εκκλησιασμού και της προσευχής στα σχολεία κ.ά., χωρίς αντίσταση».
Για όλα αυτά και για πολλά άλλα που είχαμε προαναφέρει, ο Ιερώνυμος τους ήταν εμπόδιο και έπρεπε να φύγει ώστε να βάλουν άνθρωπο μαριονέτα που να μην φέρνει ποτέ αντίρρηση. Και το πιο κατάλληλο πρόσωπο αρκετά μυημένο, δεν ήταν άλλο από τον Σεραφείμ Τίκα.
[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]
(Ο Αρχ. Ιερώνυμος να συγκρούεται με το στρατιωτικό κατεστημένο, και άλλοι παραμόνευαν να αρπάξουν
το θρόνο)

Η Αρχιεπισκοπή και η Μονή Πετράκη, που μέχρι την εκλογή του Ιερωνύμου Α΄ ήταν χώροι που πρόδιδαν την εγκατάλειψη, ζωογονήθηκαν και μεταβλήθηκαν σε σχεδιαστήρια από τις πρώτες ώρες της ανάδειξής του στην ηγεσία της Εκκλησίας. Δεν αναπαύτηκε ούτε μια στιγμή. Ευρύς ο οραματισμός του, εφευρετική η ανησυχία του και θυσιαστικές για το άτομο οι κινήσεις του.
•Τα κτίρια που ανυψώθηκαν, κατά την εξαετή θητεία του στην περιοχή της Αρχιεπισκοπής, αποτελούν αδιάψευστες μαρτυρίες της ευρύτητας των οραματισμών του, της οργανωτικής του ικανότητας και της ποιότητας του μόχθου του.
•Το Νοσοκομείο κληρικών υπήρξε το καμάρι της Αθήνας σε κτηριακά, τεχνικά και ιατρικά μέσα εκείνης της εποχής.
•Η προσθήκη των νέων κτισμάτων στη Μονή Πετράκη έδωσε τη δυνατότητα στέγασης της Ιεράς Συνόδου, που μέχρι τότε λειτουργούσε στο κτίριο της Αρχιεπισκοπής επί της Αγίας Φιλοθέης.
•Το Διορθόδοξο κέντρο, ένα πρωτότυπο έργο με σύγχρονο εξοπλισμό και 60 μικρά διαμερίσματα, εξασφάλιζε τη φιλοξενία ισάριθμων συνέδρων και με την αίθουσα συνεδριάσεων, το αυτόματο κέντρο μεταφράσεων, τη βιβλιοθήκη, το Αναγνωστήριο, την αίθουσα εστιάσεων… διευκόλυνε τις εργασίες.
•Το Εκκλησιαστικό Μουσείο.
•Η Ανακαίνιση της Μονής Πεντέλης.
•Η χρηματοδότηση για την ανοικοδόμηση της Ιεράς Μονής Νταού.
•Οι κατασκηνώσεις.
•Τα 64 σπίτια Γαλήνης Χριστού.
•Η οικονομική ενίσχυση για την επέκταση των εκπαιδευτηρίων “Η ΘΕΟΜΗΤΩΡ”.
•Η ανάληψη της υλικής και ηθικής φροντίδας 7 φιλανθρωπικών ιδρυμάτων υπό της Αρχιεπισκοπής.
•Εκτός των παραπάνω ιδρυμάτων υπήρχε ένας άλλος ευρύτερος κύκλος 14 ιδρυμάτων που ενισχύονταν οικονομικά κάθε χρόνο, και τους δίνονταν και ταμειακές διευκολύνσεις.
Ήταν έτοιμο προς ανέγερση Οικοτροφείο για φοιτητές Θεολογίας και ιερατικών σπουδών – με οικόπεδο δίπλα στην Πανεπιστημιούπολη – του οποίου η οικονομική δαπάνη ήταν κατατεθειμένη σε ειδικό λογαριασμό.
Χρηματοδότησε:
•Το μνημείο των αγωνιστών στην Αγία Λαύρα.
•Το μοναστήρι Σταυρονικήτα Αγ. Όρους.
•Το μοναστήρι Ζωοδόχου Πηγής Καρέα.
•Το μοναστήρι Αγίου Ιωάννου Πεντελικόν, και πολλά άλλα.
Όλες αυτές οι νέες, σύγχρονες οικοδομές, και οι παλιές που ανακαινίστηκαν ήταν ικανές να στεγάσουν όλες τις διοικητικές υπηρεσίες, αλλά και τις νέες εστίες πνευματικής φροντίδας και αγάπης.
Οι δικτάτορες δεν μπορούσαν να εξηγήσουν, πώς η μέχρι τότε φτωχή και ανενέργητη Εκκλησία, στις ημέρες Ιερωνύμου Κοτσώνη δραστηριοποιήθηκε με ταχύ και ανεξήγητο ρυθμό, βρήκε πόρους και υλοποιούσε ένα τεράστιο έργο.
Εάν κάποιος αποφασίσει να καταγράψει λεπτομερώς το έργο του Ιερωνύμου θα μείνει έκθαμβος και θα αναγνωρίσει τη μεγαλοσύνη αυτού του σιωπηλού, ταπεινού, αλλά και ταυτόχρονα, ακούραστου ηγέτη.
Όταν ανέλαβε το πηδάλιο της Εκκλησίας ο Ιερώνυμος δεν βρήκε χρήματα στα ταμεία ούτε στης Συνόδου και της Αρχιεπισκοπής. Παρ’ όλο που το Κράτος δεν του έδωσε δραχμή όλη την εξαετία, δεν επιβάρυνε τους Ναούς και τις Μητροπόλεις με κάποια φορολογία. Το μυστικό που του εξασφάλισε την ευχέρεια να στήνει οικοδομήματα, μνημεία αγάπης και εστίες πνευματικής τροφοδοσίας του λαού, ήταν η διακριτική διαχείριση των εκκλησιαστικών εσόδων μέχρι τελευταίας δραχμής.
Όταν εγκαταστάθηκε στην Αρχιεπισκοπή, βρήκε δύο δημοσιογράφους που το έργο τους ήταν να συλλέγουν και να ταξινομούν δημοσιεύματα που είχαν σχέση με την Εκκλησία και το πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου. Δεν ενέκρινε αυτή την πρακτική και τους απομάκρυνε αμέσως.
Ενώ οργάνωσε εξ αρχής όλες τις υπηρεσίες της Συνόδου και της Αρχιεπισκοπής, κατήργησε την υπηρεσία των δημοσίων σχέσεων που υπήρχε για τους εξής δύο λόγους: 1) Δεν ήθελε να γίνεται θόρυβος γύρω από το πρόσωπο και το έργο του διότι θεωρούσε αυτό αποτέλεσμα του Θεού και όχι της δικής του αναξιότητας και 2) θεωρούσε ανεπίτρεπτη πράξη τη διοχέτευση ιερού εκκλησιαστικού χρήματος στα αχόρταγα στόματα των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Αυτό το αγιασμένο χέρι, που ήξερε να νοικοκυρεύει, αξιοποιούσε όλες τις μικρές ή μεγάλες προσφορές των μελών της Εκκλησίας, και του δικού του μικρού αποθέματος. Χαίρονταν – όπως έλεγε – να βλέπει και το τελευταίο δικό του οβολό να μετουσιώνεται σε έργο αγάπης και μάκτο στοργής.
Μια μικρή ιστορική σύγκριση για παραλληλισμό.
Ο διάδοχος του Ιερωνύμου, Σεραφείμ Τίκας – ο “αγαπητός” της χούντας και πιστός φίλος του Ιωαννίδη – έμεινε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ΤΕΤΡΑΠΛΑΣΙΟ (25 χρόνια) χρόνο απ’ ότι ο Ιερώνυμος. Τί ΕΚΑΝΕ;;; Απολύτως τίποτα! Αντί για πρόοδο, εμπλουτισμό και συνέχιση του έργου που βρήκε, προτίμησε την αδράνεια, τη συρρίκνωση και την κατεδάφιση.
Το Νοσοκομείο των Κληρικών το έκλεισε και το παρέδωσε στο Κράτος. Οι μαθητικές κατασκηνώσεις εγκαταλείφθηκαν. Η εταιρεία ανάπτυξης της εκκλησιαστικής περιουσίας διέκοψε την λειτουργία. Διέλυσε την Εκκλησιαστική Παιδεία. Το Διορθόξο κέντρο, που παρέλαβε ολοκαίνουργιο, αποσαθρώθηκε. Το κτηματολόγιο της εκκλ. περιουσίας μπήκε στο χρονοντούλαπο. Όλα τα εκκλησιαστικά κτίρια ντύθηκαν το “σχήμα” της παρακμής.
Σύγκρουση
Αυτό το άθλιο αποτέλεσμα υπήρξε έργο της “ελίτ” κοινωνίας – πολιτικής, δημοσιογραφικής, δικαστικής, επιχειρηματικής… –, όλοι αυτοί βρέθηκαν να κατέχουν παράνομα εκκλησιαστικά κτήματα της Πεντέλης στην περιοχή Νέας Μάκρης. Ο Ιερώνυμος την υπόθεση αυτή την έστειλε στην Δικαιοσύνη.
Μετά από χρόνια ανακρίσεων και ερευνών, βρέθηκαν πάνω από 160 “ευυπόληπτα” άτομα μπλεγμένα.
Τρεις ανακριτές πέρασαν αλλά δίστασαν να βγάλουν πόρισμα διότι ένοιωθαν να συνθλίβονται κάτω από τις ισχυρές πιέσεις του κυκλώματος των ενόχων. Ο τέταρτος αναγκάστηκε να ομολογήσει: «Οι τρεις προηγούμενοι ανακριτές έδωσαν πάσα το φάκελο σε μένα. Θα ξεδιαλύνω εγώ την υπόθεση, για να βρω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου δολοφονημένα;».
Ο Ιερώνυμος ήταν ανυποχώρητος στις πιέσεις και με παραστάσεις ζητούσε το ξεκαθάρισμα της υπόθεσης. Η διαπλοκή και το σύστημα τον είχαν διαγράψει. Ο καιρός περνούσε, και ο Ιερώνυμος αηδιασμένος παραιτήθηκε και ανέλαβε Αρχιεπίσκοπος ο άνθρωπός τους Σεραφείμ Τίκας.
Πολύ σύντομα πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων, σε ένα μονόστυλο, ότι «όλο το ανακριτικό υλικό, από ΛΑΘΟΣ, πολτοποιήθηκε!».
Και δεν φθάνουν αυτά. Η ίδια ρεμούλα συνεχίστηκε και μετά… Θα θυμάστε εκείνον τον “χαριτωμένο” αλλά αξιολύπητο (είχαμε δημοσιεύσει στο φύλλο 213/15) διάλογο μεταξύ δημοσιογράφων σε μητρόπολη που πήγαν για συνέντευξη: «Τούτοι εδώ προσφέρουν καφέ ενώ οι άλλοι προσφέρουν οικόπεδο».
Και το μεγάλο ερώτημα είναι: Πού πήγε αυτός ο “πακτωλός” των χρημάτων μιας 25ετίας; Δεν θα έπρεπε κάποιοι, κάποτε να λογοδοτήσουν;
Όλα αυτά αφορούσαν τα άψυχα είδη. Το θλιβερό ήταν ότι, για την στελέχωση της Εκκλησίας με έμψυχο δυναμικό, ωρύονταν ο Σεραφείμ. «Δεν θέλω αγίους· φέρτε ποιος έχει χονδρό φάκελλο (με βρωμιές)… να τον κάνω δεσπότη».
Έρχεται η περίοδος της μετά Σεραφείμ εποχής, που αφορά τη νεότερη εκκλησιαστική ιστορία, περιόδου Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, εξίσου θλιβερή και αποκαρδιωτική.
Με την ανάληψη της αρχιεπισκοπικής καθέδρας, εξήγγειλε ένα μεγαλόπνοο σχέδιο που περιελάμβανε μεταξύ άλλων:
•50 νέους βρεφονηπιακούς σταθμούς εντός 3-5 ετών.
•Ίδρυση Πανεπιστημίου της Εκκλησίας.
•Ίδρυση νοσοκομείων κληρικών (το προηγούμενο το έκλεισαν).
•Ίδρυση (από την Εκκλησία) σχολείων Α/θμιας και Β/θμιας εκπαίδευσης.
•Ανέγερση νέου Συνοδικού Μεγάρου (όρισε μάλιστα και ημερομηνία θεμελίωσης το Πάσχα 1999).
•Ίδρυση τηλεοπτικού σταθμού. Ο υπάρχων ραδιοσταθμός θα γίνονταν παγκόσμιας εμβέλειας.
•Ίδρυμα για φιλοξενία γερόντων αρχιερέων, που είχαν παραιτηθεί.
•Σύσταση “οίκου ευεργέτη του Γένους”, και πολλά ακόμα!!!
Εξαγγελίες έργων, και ανακοινώσεις προγραμματισμού αράδιασε πολλές, τόσες που και ο ίδιος δεν τις θυμόταν και ούτε θα ήταν σε θέση να τις αριθμήσει. Όμως η οκταετία της αρχιεπισκοπικής πορείας δεν δρομολόγησε ούτε ένα έργο υποδομής. Δεν έβαλε ούτε μια πέτρα πάνω στην άλλη. Δεν έσκυψε καν να θεμελιώσει ένα στοιχειώδες οίκημα. Συνέχισε το Status quo του Σεραφείμ Τίκα.
Ο “πακτωλός” των ιερών χρημάτων της αρχιεπισκοπής έμεινε στο χώρο της απόρρητης διαπλοκής. Δε μετουσίωσε τις επαγγελίες σε πραγματικότητα. Τα λόγια έμειναν λόγια και τα έργα φυλάχθηκαν στο χρονοντούλαπο της αδράνειας.
Αντί το ιερό χρήμα να αξιοποιηθεί σε έργα πνοής και ανακούφισης πονεμένων ανθρώπων, αυτό κατασπαταλήθηκε σε πολυδάπανη και προκλητική χλιδή. Σκορπίστηκε στην ικανοποίηση συμπεριφοράς αρρωστημένου νεοπλουτισμού. Περπάτησε σαν ηγεμόνας της Ανατολής, σαν Σαουδάραβας διαχειριστκής πετρελαιοπηγών, σαν κροίσος του χρήματος. Όλες του οι κινήσεις και εκδηλώσεις είχαν τη σφραγίδα της έπαρσης και της σπατάλης.
Οι στολές του με τα αξεσουάρ – μίτρες, σταυροί, εγκόλπια, πατερίτσες, μανδύες, μπαστούνες κ.ά. – ήταν ανυπολόγιστες σε ποσότητα, πολυτέλεια και κόστος. Τα ταξίδια στο εξωτερικό, πυκνά και πολυέξοδα, συναγωνίζονταν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σε κάθε επίσκεψη τον συνόδευαν σαράντα δημοσιογράφοι για να καλύψουν το “σημαντικό” γεγονός, καθώς και ένα τσούρμο παρατρεχάμενοι. Έμεινε σε σουίτες των πολυτελέστατων ξενοδοχείων, όπου είχαν καταλύσει κάποτε η Μάργκαρετ Θάτσερ, ο Τσαουσέσκου, ο ΚουρτΒαλντχάιτ, η Σοφία Λώρεν κ.ά.
Όλα αυτά δεν τα λέμε εμείς, τα είπε, ο σημερινός αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος διαμαρτυρόμενος με επιστολή του στις 13-1-2001 για την τεράστια δαπάνη και την προκλητική και ηγεμονική εμφάνιση του Χριστοδούλου γράφοντας: «Μακαριώτατε…, βλέπω, μετά τις περίεργες συμπεριφορές στα ταξίδια σας και ανεξήγητες περιποιήσεις και αβροφροσύνες!… Αισθάνομαι ότι, παρακολουθώ θέατρο παραλόγου, ότι ζω σε σχιζοφρενική ατμόσφαιρα… Πολλοί είναι εκείνοι, που συνωθούνται για να έχουν μαζί σας ένα ταξίδι με το πρωθυπουργικό αεροπλάνο, διαμονή σε σουίτες, με συνοδεία σαράντα δημοσιογράφων…». Και μόνο το κόστος των δημοσιογράφων έφθανε τα 36.000 δολλάρια (sic).
Το διώροφο κτίριο στο Ψυχικό, το χρησιμοποιούμενο ως κατοικία του αρχιεπισκόπου, ο Ιερώνυμος – για λόγους οικονομίας – το μετέτρεψε σε γραφεία του εκκλησιαστικού οργανισμού ΟΔΔΕΠ, και ο ίδιος έμεινε στην αρχιεπισκοπή ή σε ένα μικρό κελί στην Μονή Πεντέλης. Ερχόμενος ο Σεραφείμ έδιωξε τον Οργανισμό και το έκανε πάλι κατοικία. Ο Χριστόδουλος για να μείνει, το ανακαίνισε εκ νέου και το κόστος – όπως έγραψε ο τύπος – έφτασε τα 700 εκατομμύρια δραχμές (δηλαδή διπλάσιο απ’ το εάν χτιζόταν από την αρχή). Αυτή μόνο η είδηση φανερώνει την διάθεση για κραιπάλη ενός κληρικού που είχε αναλάβει το βαρύ έργο να εκπροσωπήσει το σαρκωμένο Λόγο του Θεού, το δάσκαλο, που δεν είχε “που την κεφαλήν κλίνη” (Ματθ. η΄ 20).
Ως προς το έμψυχο δυναμικό ο ίδιος ομολογούσε: «… υπάρχουν κάποιοι κληρικοί, που έχουν προδώσει την ιερή αποστολή των… Δύο είναι τα βασικά: η φιληδονία και η φιλαργυρία… Είμαστε υπεύθυνοι… Μετατρέψαμε τις Μητροπόλεις μας σε θερμοκήπια αθλιοτήτων…» (Ομιλία του στην Ιεραρχία, 18-19 Φεβρουαρίου 2005).
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Β΄
Η κατρακύλα συνεχίστηκε. Ήρθε και κάθισε στην αρχιεπισκοπική καθέδρα (7-2-2006 μετά από βρώμικο παιχνίδι σε βάρος του μητροπολίτη Σπάρτης) ο Ιερώνυμος Β΄ (Λιάπης). Ακολούθησαν υποσχέσεις, ανακοινώσεις πολλές αλλά μέχρι στιγμής μένουν ανενέργητες – “αέρας κοπανιστός”. Και το χειρότερο ξεπέρασε τους προηγούμενους, όσον αφορά την εκλογή των “ποιμένων” στην Εκκλησία, δεδομένου ότι αδιαφόρησε ακόμα και ως προς τα ουσιαστικά προσόντα των προς αρχιερατεία υποψηφίων, αφού χειροτόνησε και χωρίς θεολογικό τίτλο επίσκοπο επειδή ήταν δικός του κι έτσι θα ενίσχυε την πλειοψηφία στην Ιεραρχία.
Δεν χρειάζονται λεπτομέρειες προκειμένου να ιχνογραφήσουμε το πορτραίτο του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Β΄. Και μόνο ότι, σε επίσκεψη καταυλισμού λαθρομεταναστών, έκρυψε τον εσταυρωμένο Κύριό μας για να μη δυσαρεστήσει τους μουσουλμάνους, αρκεί, διότι αυτό σημαίνει πολλά…
Δεν ήταν όμως μόνο αυτά.
Έτρεξε στο Κατάρ – χώρα φανατικά μουσουλμανική – και εκλιπαρούσε να αξιοποιήσει – ξεπουλήσει – την εκκλησιαστική περιουσία που ο προκάτοχός του Ιερώνυμος Α΄ (Κοτσώνης) κονταροχτηπήθηκε με διαπλοκές, καταπατητές, δικτατορία και συμφέροντα προκειμένου να την δημιουργήσει ανασταίνοντάς την εκ του μηδενός.
Επί των ημερών του όσες οικονομίες είχε η Εκκλησία εξαφανίστηκαν λόγω των κακών χειρισμών ανθρώπων άσχετων, με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή να κρατάει μόνο χαρτιά (ομόλογα – μετοχές) κι αυτά χωρίς καμία αξία.
Στα οκτώ χρόνια αρχιερατείας του έχουν ψηφιστεί πολλά αντιχριστιανικά και αντιεθνικά νομοθετήματα και δεν όρθωσε το ανάστημά του, ή και αν κάτι είπε, ήταν… χλωμό και ασθενές.
Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να σταματήσει ή να μειώσει αυτό το “Θέατρο του παραλόγου” ώστε οι γιορτές πολιούχων αγίων να παύσουν ν’ αποτελούν καλλιστεία δεσποτικών χρυσοποίκιλτων στολών.
Το ίδιο και στα ονομαστήρια μητροπολιτών, όπου μαζεύονται τσούρμο από δαύτους, μεταβάλλοντας την τιμή προς τον Άγιο σε πολυφωνική αίτηση προς το Θεό ν’ αυξήσει τα δεσποτικά έτη δίνοντας ιδιαίτερη αίγλη με τα πολυαρχιερατικά συλλείτουργα – καινούργιο κι αυτό – παρουσιάζοντας σκανδαλώδεις και πολυέξοδες φιέστες (τραπεζώματα, δωράκια, ξενοδοχεία…) σε εποχή πείνας, ανεργίας και απογοήτευσης.
Η αφωνία και απραξία του, τον μεν λαό έβαλε σε ανησυχία, ως προς το μέλλον της εκκλησίας μας, τους δε εχθρούς της χαροποίησε, με αποτέλεσμα να “αλωνίζουν” στην κυριολεξία μεταβάλλοντας ιερά και όσια, ήθη, έθιμα, παραδόσεις και καταστάσεις, γεγονός το οποίο ούτε να διανοηθούν μπόρεσαν οι δικτάτορες επί Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Α΄ (Κοτσώνη) γιατί είχαν να κάνουν με τον «καλόν ποιμένα, ο οποίος την ψυχήν του έδωσε υπέρ των προβάτων» (Ιωάν., 1-30).
Πράγματι, αφού στελέχωσε όλες τις διοικητικές υπηρεσίες με κατάλληλους ανθρώπους, συμπλήρωσε το επιτελείο με εθελοντές που είχαν φόβο Θεού, και παράλληλα ανέβασε στο επισκοπικό αξίωμα πνευματικά αναστήματα που κανείς δεν αμφέβαλε για την καταλληλότητά τους.
Αυτά δεν άρεσαν στον μισόκαλο και τα όργανά του γι’ αυτό και όλοι αυτοί αγωνίστηκαν να απομακρύνουν από το προσκήνιο τον Ιερώνυμο Α΄ και τους αγίους Επισκόπους ώστε να μην υπάρξει αγία διαδοχή. Ήταν το μένος τους τέτοιο που φρόντισαν, ακόμη και μετά τον θάνατο των αγίων, να εξαφανίσουν κάθε ίχνος από την αγία τους ζωή. Απέτυχαν όμως, γενόμενοι καταγέλαστοι, διότι ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται».
Συγκρίνετε και κάνετε παραλληλισμό.
Σύγκρουση
Οι δικτάτορες – όπως είναι γνωστό – από την πρώτη στιγμή, δεν είδαν με καλό μάτι την άνοδο του Ιερωνύμου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, και όσες φορές ήρθαν απ’ ευθείας σε σύγκρουση μαζί του, είχαν αποτύχει γιατί βρήκαν έναν γρανίτη μπροστά τους. Αλλάζοντας τακτική προσπάθησαν να του δημιουργήσουν εκ των έσω προβλήματα, και χρησιμοποιώντας την Ιεραρχία να κλονίσουν τις σχέσεις με το Πατριαρχείο ξεκινώντας από τον Καταστατικό Χάρτη. Η δικτατορική κυβέρνηση θέλησε να περάσει πρώτα ειδικό άρθρο με το οποίο να περιέλθουν στην ελλαδική εκκλησιαστική δικαιοδοσία όσες μητροπόλεις, ευρισκόμενες στο ελληνικό κράτος, υπάγονταν μέχρι τότε στο Πατριαρχείο (Κρήτη, Δωδεκάνησος, Ν. Χώρες).
Ο Ιερώνυμος έμαθε τις προθέσεις της κυβέρνησης, και με το οξύ του πνεύμα αντιληφθείς την παγίδα που του έστηναν, αντιτάχθηκε σθεναρά, γράφοντας: «Εγώ, πληροφορηθείς τούτο εγκαίρως, εδήλωσα ότι, εάν τοιαύτη τις διατάξις ετίθετο εις τον Καταστατικόν, θα παρητούμην αμέσως από Αρχιεπίσκοπος… και εφ’ όσον εγώ κατέχω τον θρόνον των Αθηνών, τοιούτον τι ουδέποτε είναι δυνατόν να συμβή. Τη επιμονή μου, δεν περιελήφθη εις το κείμενον του σχεδίου του Καταστατικού μας Χάρτου…».
Το δημοσιογραφικό όμως λόμπυ μαζί με άλλα κέντρα, που αγωνίζονταν εναντίον του Ιερωνύμου, με συνεχή δημοσιεύματα είχαν βάλει ως στόχο να του δημιουργήσουν προβλήματα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και παραπληροφορώντας τον κόσμο ότι δήθεν η προσθήκη αυτή του άρθρου ήταν πρόταση του Ιερωνύμου, να τον αποδυναμώσουν.
Εφημερίδα έγραφε: «Κατά παρασχεθείσας χθες πληροφορίας ο Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δεν θα διστάσουν να λάβουν σκληράν στάσιν έναντι παντός, ο οποίος θα επιχειρήση είτε να απεμπολήση είτε να καταστρατηγήση τα αναφαίρετα δικαιώματα της Μητρός Εκκλησίας».
Το μάτι του αρχιεπισκόπου οξύ, έπιανε τις κινήσεις των σκοτεινών κύκλων και τις αναταράξεις που ήθελαν να δημιουργήσουν. Αυτός με διακριτικές ενέργειες, αλλά αποτελεσματικές, τις αντιμετώπισε και έτσι δεν ήρθε σε σύγκρουση με το Πατριαρχείο που τόσο διακαώς όλοι αυτοί περίμεναν.
Όμως οι κρατούντες δεν απογοητεύτηκαν, και την κατάλληλη στιγμή, όταν πήγε για ψήφιση ο Καταστατικός χάρτης, τροποποίησαν την παράγραφο 3 του άρθρου 6 του νομοθετήματος αυθαίρετα και χωρίς καμία συνεννόηση πρόσθεσαν φράση, που θεσμοθετούσε την διάκριση των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας σε δογματικούς και διοικητικούς.
Αυτό δημιούργησε αναστάτωση στον Αρχιεπίσκοπο και σε όλο το σώμα της Εκκλησίας. Τότε πολλοί μητροπολίτες έκαναν δριμύτατη κριτική στον αρχιεπίσκοπο, διότι – όπως έλεγαν – πολλά άρθρα του Κ.Χ. ήταν παρμένα από τον καταστατικό Χάρτη της ρωσικής εκκλησίας και γενικώς του παραπετάσματος, – τον υποπτεύονταν ως φιλοκομμουνιστή – είχε δε και πολλές διατάξεις από την παπική Εκκλησία – άρα “φιλοπαπικός” – και του έριξαν ευθύνες γιατί δεν αντέδρασε στις κατηγορίες δυναμικά, ακόμα και με την παραίτησή του.
Η αλήθεια είναι ότι ο Ιερώνυμος διαμαρτυρήθηκε εντονότατα στην κυβέρνηση δηλώνοντας: «… ως κληρικός και ως θεολόγος, αισθάνομαι υποχρεωμένον εμαυτόν, ίνα και από τις θέσεως ταύτης διαμαρτυρηθώ και της αδοκίμου ταύτης διατυπώσεως και αποδοκιμάσω αυτήν…».
Η Ιεραρχία που συγκλήθηκε εκτάκτως γι’ αυτό το θέμα αποφάσισε ομόφωνα να γίνει δεκτός όπως είναι ο Καταστατικός Χάρτης και να γίνουν σχετικά διαβήματα και παραστάσεις προς την Κυβέρνηση για την απάλειψη των σχετικών άρθρων.
Το έγγραφο της Ιεραρχίας που στάλθηκε στον δικτάτορα Παπαδόπουλο είναι ένας “ΥΜΝΟΣ” προς την δικτατορία. Να τη έγραφε μεταξύ άλλων: «Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, επιδοκιμάσασα εν τω συνόλω τον άρτι υπό της Πολιτείας, τη συνεργασία της Εκκλησίας, εκδοθέντα νέον ΚαταστατικόνΧάρτην της Εκκλησίας της Ελλάδος, εκφράζει μεν την ευγνωμοσύνην της Εκκλησίας τω κ. Πρωθυπουργώ και τη Εθνική της Χώρας ημών Κυβερνήσει, δι’ όσα αγαθά προνοείται ούτος υπέρ της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος…
Όθεν, η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος ομοφώνως εισηγείται την τροποποίησιν της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. Δ/τος 126/1969… – επίσης – την απάλειψν της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. Δ/τος 126/1969».
«Δυστυχώς συναντήσαμε την άρνηση της Κυβέρνησης ως προς τα περί της διακρίσεως των Ιερών Κανόνων, διαβήματα άτινα ήταν άνευ οιουδήποτε αποτελέσματος…» (Ιερώνυμος Α΄).
Από τα πρακτικά της συνεδρίασης (σελ. 147/1969) της Ιεραρχίας διαβάζουμε επί λέξει τί είπε ο Σεραφείμ: «Ωμίλησεν… ΣεβασμιώτατοςΜητρ. Ιωαννίνων κ. Σεραφείμ, ταχθείς υπέρ της εφαρμογής του Καταστατικού Χάρτου, ούτινος πολλάς διατάξεις θεωρεί εποικοδομητικάς, άλλας δε διορθωτέας εν καιρώ…». Ενώ διατείνονταν ότι είναι πρόμαχος και υπέρμαχος των Ιερών Κανόνων, και εναντίον των επεμβάσεων της πολιτείας εις τα εσωτερικά της Εκκλησίας, από τη στιγμή που ανέλαβε την αρχιεπισκοπική καθέδρα με τον πιο δουλικό τρόπο, εφήρμοσε την άκρατη πολιτειοκρατία, δηλαδή την πλήρη υποταγή της Εκκλησίας εις την πολιτεία, παραβιάζοντας θεμελιώδεις Ιερούς Κανόνες που ανέτρεπαν όλη την κανονική τάξη της Εκκλησίας. Επιγραμματικά αναφέρουμε: 1) τα νομικά τερατουργήματα των 3 και 7/1974 Συντακτικών Πράξεων, 2) τις οδυνηρές βάρβαρες και βέβηλες επεμβάσεις με τον Ν. 1351/1983, 3) την προσθήκη στο άρθρο 34 του Ν. 590/1977 που θεωρήθηκε πέρα για πέρα φασιστική, 4) τον ν. 1700/1987 για την αρπαγή της μοναστηριακής περιουσίας κ.ά.
Οι δικτάτορες, που είχαν δρομολογήσει υπόγειες μεθοδεύσεις με ανθρώπους όπως: τον Ιωαννίνων Σεραφείμ, τον Κορίνθου Παντελεήμονα… και τα υποταγμένα Μ.Μ.Ε., προσπαθούσαν να προκαλέσουν φθορά στο μηχανισμό του σκάφους Ιερωνύμου, αλλά και εδώ απέτυχαν.
Εκείνο, που δεν τόλμησαν να θίξουν, ώστε να τον αναγκάσουν να αποσυρθεί από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο, ήταν η καθαρή σαν το διαμάντι ηθική του υπόσταση.
Σχημάτισαν ένα φράγμα, ώστε να μην προβάλλεται η δραστηριότητα του Ιερωνύμου, και προσπάθησαν να ανακόψουν τη δημιουργική του πορεία, κλείνοντας την κάνουλα των οικονομικών με το να βάλουν φορολογίες στα έσοδα των Ι. Ναών και Μονών, ευαγών Ιδρυμάτων, και Φιλανθρωπικών Σωματείων. Διότι – όπως είναι γνωστό – χωρίς χρήματα, τίποτα δεν θα μπορούσε να πραγματώσει: «Όπου το χρήμα προηγείται, όλες οι πόρτες τότε ανοίγουν» (έλεγε ο Σαίξπηρ). Αυτό πήγε να εφαρμόσει η δικτατορική κυβέρνηση προκειμένου να σταματήσει το τεράστιο δημιουργικό του έργο και την φήμη του σαν αποστολικού πατέρα στα ίχνη του Μ. Βασιλείου που άρχισε να επιβάλλεται στον ορθόδοξο ελληνικό λαό κυλώντας και έξω από τα στενά σύνορα της Ελλάδας.
Τρία οικονομικά αναχώματα ανόρθωσαν οι κυβερνώντες. Ο αρχιεπίσκοπος όμως με συνεχείς παραστάσεις και πιέσεις, κατόρθωσε στο ένα να διορθώσει το Ν. Διάταγμα 126/1969 και στο άλλο, με την απειλή της παραίτησής του, να εκδώσουν τον υπ’ αρ. 876/1971 σχετικό νόμο που αφορούσε τη χρηματοδότηση της εκκλησιαστικής παιδείας. Αυτό διαπιστώνουμε από τις σημειώσεις του ιδίου που λέγει: «… με τα δύο αυτά θέματα η κυβέρνηση διεξήγε επί έτη εναντίον μου ένα είδος πολέμου νεύρων…».
Το τρίτο μεγάλο ανάχωμα ήταν, η τροποποίηση του Νόμου περί φορολογίας, που εισηγήθηκε ο υπουργός Οικονομικών Ι. Κούλης και ζητούσε να φορολογηθούν Ευαγή και Φιλανθρωπικά Ιδρύματα, Ι. Ναοί και μοναστήρια – συμβάν για πρώτη φορά μετά την απελευθέρωση του 1821 – ενώ αντίθετα μείωνε την φορολογία σε επαγγελματίες, βιομηχανίες, ακόμα και σε λαϊκούς τραγουδιστές.
Μπαίνοντας σε εφαρμογή το νομοθέτημα αυτό ανέτρεπε όλο το οικονομικό πρόγραμμα του Ιερωνύμου, διότι η Εκκλησία, με το νοικοκύρεμα που είχε εφαρμόσει, άρχισε να αυξάνει τα έσοδά της, και με την αξιοποίηση της περιουσίας – το κτηματολόγιο ήταν σε εξέλιξη – σε σύντομο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να γίνει αυτάρκης οικονομικώς και η μισθοδοσία των κληρικών της να γίνεται από την ίδια, και να μην εξαρτάται πλέον από το Κράτος.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ

Μπαίνοντας σε εφαρμογή το νομοθέτημα αυτό ανέτρεπε όλο το οικονομικό πρόγραμμα του Ιερωνύμου, διότι η Εκκλησία, με το νοικοκύρεμα που είχε εφαρμόσει, άρχισε να αυξάνει τα έσοδά της, και με την αξιοποίηση της περιουσίας – το κτηματολόγιο ήταν σε εξέλιξη – σε σύντομο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να γίνει αυτάρκης οικονομικώς και η μισθοδοσία των κληρικών της να γίνεται από την ίδια, και να μην εξαρτάται πλέον από το Κράτος.
Σύγκρουση
Νά πως περιγράφει ο αρχιεπίσκοπος αυτή την σύγκρουση:
«Δεν θα πρέπει να παραλείψωμεν να αναφέρωμεν τους αγώνας, που υποχρεώθημεν να διεξαγάγωμεν εξ αφορμής της τροποποιήσεως του Νόμου περί Φορολογίας. Ο Νόμος αυτός έπληττε σοβαρώς και τα Ευαγή Ιδρύματα και την Εκκλησίαν… Δι’ αυτό και η αντίδρασίς μου κατά του μέτρου αυτού υπήρξεν ιδιαιτέρως σφοδρά και την εξωτερίκευσα με πολλήναγανάκτησιν εις μίαν σύσκεψιν, όπου ήσαν παρόντες… και ο τότε Αντιπ/ρος της Κυβερνήσεως κ. Παττακός. Παρασυρθείς από τα συναισθήματα, που αισθανόμην δια το κυβερνητικόν αυτό μέτρον, είπα ότι η Εκκλησία εις στιγμάς εθνικής ανάγκης είναι πρόθυμη και τα κανδήλια της ακόμα να προσφέρει εις το Κράτος, αλλά εις περιόδους οικονομικής ευημερίας, όπως μαρτυρεί το γεγονός, ότι το Κράτος ελαφρώνει την φορολογίαν των λαϊκών τραγουδιστών και των ομοίων των, είναι αίσχος δια την Κυβέρνησιν να φορολογή τα έσοδα των Ιερών Ναών και Μονών και των Ευαγών Ιδρυμάτων και των Φιλανθρωπικών Σωματείων.
… Δεν παρέλειψα να προβώ εις σχετικάς εντόνους παραστάσεις εις τον Πρωθυπουργόν… Εν τούτοις ο κ. Υπουργός, όσον και ο Υφ/πουργός Οικονομικών, εξακολούθησαν να επιμένουν εις την άποψίν των… Την 4ην Απριλίου 1972 είχα μίαν έντονη συνομιλίαν με το Υφυπουργόν Οικονομικών κ. Δημόπουλον, εις τον οποίο κατέστησα σαφές ότι η Εκκλησία δεν πρόκειται να συμμορφωθεί με τον αρπακτικόν εκείνον νόμον… Κατόπιν εισηγήσεώς μου, η Ιερά Σύνοδος έδωκεν οδηγίες εις τους Μητροπολίτας, να μη συμμορφωθούν προς τας προσκλήσεις των Εφόρων και να μην υποκύψουν εις τας απειλάς των. Μετά ένα ακριβώς μήνα, συγκεκριμένως την 6ην Μαΐου 1972, συνηντήθην επί του θέματος αυτού με τον Αντιπρόεδρον κ. Παττακόν. Ατυχώς, η υπόθεσις δεν είχεν ακόμα τακτοποιηθεί, δι’ αυτό σημειώνω εις το Ημερολόγιόν μου: “Ήμουν λυσσασμένος”… Δι’ αυτό την 7ην Ιουνίου παρεκλήθη ο κ. Παττακός να παραστή εις την συνεδρίασιν της Ιεράς Συνόδου, όπου δια μακρών συνεζητήσαμεν το ζήτημα. Μετά πολλούς αγώνας και πολλάς διαμαρτυρίας, μόλις την 19ην Ιουλίου, ο κ. Αντιπρόεδρος με επληροφόρησεν, ότι ελύθη το ζήτημα συμφώνως προς τας απόψεις της Εκκλησίας».
Όλο αυτό το οικονομικό “μποϊκοτάζ” της κυβέρνησης προς την Εκκλησία απέβλεπε να πλήξει τον αρχιεπίσκοπο και το επιτελούμενο έργο του. Η αντίδραση του κόσμου υπήρξε άμεση και αυθόρμητη. Ο πιστός λαός, σαν ορμητικός χείμαρρος, γκρέμισε το φράγμα που είχε στήσει η κυβέρνηση, συσπειρώθηκε γύρω από τον αρχιεπίσκοπο, άνοιξε το πορτοφόλι του, και, το πιο συγκινητικό, συμμετείχε στη στελέχωση των Φιλανθρωπικών και Ευαγών Ιδρυμάτων εθελοντικά. Ενδεικτικά αναφέρουμε: Τα 64 «Σπίτια Γαλήνης Χριστού» επανδρώθηκαν με πάνω από 2.000 εθελόντριες κυρίες και δεσποινίδες, προσφέροντας περιποίηση σε χιλιάδες υπερήλικα άτομα. Στην «Ομάδα ελευθέρως διαβιούντων υπερηλίκων» λειτουργούσαν 82 “ομάδες” που απαρτίζονταν από 410 εθελόντριες και πρόσφεραν διακονία σε πάνω από 1100 ανήμπορα άτομα. Οι “κινητές Μονάδες Περίθαλψης κατάκοιτων” με ειδικά εκπαιδευμένες εθελόντριες και εθελοντές γιατρούς είχαν πραγματοποιήσει εκατοντάδες επισκέψεις σε κατάκοιτους. Το «Γραφείο Ευρέσεως Εργασίας» λειτουργούσε με εθελοντικό προσωπικό, και τοποθέτησε σε διάφορες εργασίες εκατοντάδες άτομα. Το «Κίνημα Αγάπης» και η «Χριστιανική Αλληλεγγύη» λειτουργούσε με εθελοντές, ενισχύοντας τον κόσμο εκτός από οικονομική και ηθική υποστήριξη και με υλική δια ειδών ιματισμού, κλινοσκεπασμάτων κ.ά.
Εδώ πρέπει να σταθούμε με δέος και θαυμασμό στο ευρύ και διορατικό πνεύμα του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου. Αυτό, που τα τελευταία χρόνια εφαρμόζεται στην Ελλάδα, ο Ιερώνυμος το εγκαινίασε πριν 40 χρόνια με την εθελοντική «δράση συνεργατών», στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος, σε πρωτότυπη πρωτοβουλία. ΣΚΟΠΟΣ: Ό,τι άχρηστο και χωρίς καμία αντικειμενική αξία, να γίνει πηγή εσόδων. Έτσι σε όλη την Πρωτεύουσα τοποθέτησε ειδικά μεγάλα καλάθια τετράγωνα ή στρόγγυλα με πλέγμα – τότε κάδοι απορριμμάτων δεν υπήρχαν – και ο κόσμος έριχνε, αλλού εφημερίδες, περιοδικά, κούτες κ.ά. και αλλού ρουχισμό… μέταλλα… έπιπλα… σκεύη… κ.ά. Όλα αυτά, που άλλοτε πετιούνταν στο καλάθι των αχρήστων και γέμιζαν τις χωματερές πωλούνταν σε μάνδρες ανακύκλωσης και γίνονταν χρήματα.
Άλλα συνεργεία του “κινήματος” με εθελοντές γύριζαν σε εργοστάσια, βιοτεχνίες υφασμάτων και ετοίμων ενδυμάτων και συγκέντρωναν υφάσματα και λωρίδες που είχαν για πέταγμα ή κάψιμο, τα διοχέτευαν στα εριοκλωστήρια και μετατρέπονταν σε χρήμα.
Όλα αυτά και πολλά άλλα, για την Ελλάδα εκείνης της εποχής, φάνταζαν σαν «όνειρο θερινής νυκτός». Για το θέμα αυτό να τι έγραφε ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος.
«Η απόδοσις της δραστηριότητος του “Κινήματος Αγάπης” υπερέβη κατά πολύ τας προσδοκίας μας. Άχρηστα ή μηδαμινής αξίας είδη (ρουχισμός, χάρτης, μέταλλα, έπιπλα, ράκη κ.λ.π.), τα οποία άλλοτε ερρίπτοντο εις τον κάλαθον των αχρήστων, τώρα, η ευσέβεια και η φιλάδελφος διάθεσις του πληρώματος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, καταλλήλως διαφωτισθείσα και καθοδηγηθείσα, τα προσφέρει εις το “Κίνημα Αγάπης”.
Ταύτα, συλλεγέντα υπ’ αυτού κατά το διάστημα από 15ης Μαΐου 1970 μέχρι της 15ης Μαΐου 1971 απέδωκαν, αποτιμηθέντα, κατά τους μετριώτερους υπολογισμούς, εις το σεβαστόν ποσόν των 51.500.000 δραχμών περίπου, εις το ποσόν αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται η αξία των κατά την πρώτην δοκιμαστικήν εξόρμησιν της 10ης Μαΐου 1970 συλλεγέντων ειδών, δια την μεταφοράν των οποίων απητήθησαν χίλια (1.000) περίπου φορτηγά αυτοκίνητα».
Στις ομάδες, που δραστηριοποιούνταν, – μας πληροφορεί ο Αττικής και Μεγαρίδος Νικόδημος – για την συλλογή των αχρήστων αντικειμένων, συμμετείχε και ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος.
Ο πιστός λαός του Θεού, μαγνητίζονταν από τα κρυστάλλινα αρχιεπισκοπικά οράματα, θαύμαζαν το ήθος του – φτωχός ο ίδιος, πλούτιζε τους πάντες – έβλεπαν ότι διακονούσε με αφοσίωση και με πάθος ακοίμητο την αγάπη, βρίσκονταν εκεί που έσταζε ο ιδρώτας ή που κυλούσε το δάκρυ.
Το δικτατορικό κατεστημένο “άφριζε” διότι, όσους φραγμούς και εμπόδια προσπάθησε να βάλει, δεν στάθηκαν ικανά να ανακόψουν: 1) την χωρίς δισταγμούς οικονομική προσφορά του κόσμου, που ούτε προς στιγμήν αμφέβαλλε ότι και η τελευταία δεκάρα του θα πιάσει τόπο, και 2) τη μεγάλη εθελοντική προσφορά του που υπήρξε πρωτόγνωρη, και ίσως η μοναδική ακόμα μέχρι σήμερα.
Σε μια εξομολογητική αναφορά ο αρχιεπίσκοπος μας κάνει κι εμάς κοινωνούς αυτής της προσφοράς: «… Παραλείψαμε το σπουδαιότερον και πολυτιμότερον, το πραγματικώς ανεκτίμητον, την αξίαν εις χρήμα της εθελοντικής εισφοράς των κυριών και δεσποινίδων εις τα έργα της Αγάπης της Αρχιεπισκοπής. Αυτή, όμως, δεν είναι δυνατόν να αποτιμηθή. Διότι δεν είναι μόνον ο αριθμός των εθελοντικώς προσφερομένων ωρών εργασίας, αλλά και η ποιότης της… Εάν όμως, έστω και κατά προσέγγισιν, ήθελον με τας συνήθεις αμοιβάς αποτιμηθή αι ώραι εργασίας, αι οποίαι έχουν προσφερθή εθελοντικώς υπό των “συνεργών” της “Χριστιανικής Αλληλεγγύης” – και μόνον – θα έπρεπε να υπολογισθούν εις ποσόν ανερχόμενον εις 200.000.000 δραχμάς…».
Το πόσο εχθρική διάθεση είχαν οι κυβερνώντες και πόσο υπονόμευαν το έργο του θα αναφερθούμε σε δύο – από τα πολλά – άγνωστα περιστατικά, και πώς τα περιγράφει ο ίδιος ο Αρχ. Ιερώνυμος.
Το πρώτο αναφέρεται στον “έρανο της αγάπης”, και το δεύτερο, στο ότι ο κάθε “εθελοντής” ή συμπαθών τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο ήταν ύποπτος και εχθρός της επανάστασης.
α) «Εθεώρησα – γράφει – ότι έπρεπε να βοηθήσω, όσον μου ήταν δυνατόν, εις την επιτυχίαν του ετησίου Εράνου της Αρχιεπισκοπής. Το προϊόν του, ως γνωστόν, διατίθεται δι’ έργα Αγάπης. Είχα ζητήσει, λοιπόν, να μου δοθή η δυνατότης να απευθυνθώ προς τον Λαόν από της τηλεοράσεως. Προς τούτο μου παρεχωρήθη ώρα το βράδυ της 14ης Δεκεμβρίου εις το κανάλι της ΥΕΝΕΔ. Επειδή θα ήταν μαγνητοσκοπημένη η εκπομπή, εφρόντισα να γίνη τούτο εγκαίρως, ώστε και αν τυχόν παρουσιάζετο κάποια ανωμαλία, να υπάρχη καιρός δια την επανόρθωσίν της. Πράγματι, η μαγνητοσκόπησις έγινε κανονικά εις το στούντιο της ΥΕΝΕΔ και θα μεταδίδετο αύτη εις τας 14 Δεκεμβρίου. Την ημέραν όμως εκείνην, η ΥΕΝΕΔ ειδοποίησε την Αρχιεπισκοπήν, ότι η εκπομπή δεν ήταν δυνατόν να γίνη, διότι η ταινία της μαγνητοσκοπήσεως… είχε καταστραφή!
Το αξιοσημείωτον είναι, ότι εις την ομιλίαν αυτήν δεν υπήρχε τίποτε το αντικυβερνητικόν, ούτε καν έμμεσος αιχμή. Απλώς προσεπάθουν να εξηγήσω το διατί η Εκκλησία, ενώ έχει τεράστιαν περιουσίαν (τι έγινε αυτή η τεράστια εκκλησιαστική περιουσία; Στο προσεχές φύλλο θα δημοσιεύσουμε ένα ρεπορτάζ από την έγκαιρη εφημερίδα εκείνης της εποχής, θα διαβάσετε και θα φρίξετε… ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος τους χαλούσε τα σχέδια γιαυτό έπρεπε να φύγει), αναγκάζεται να ζητήση “τον οβολόν της χήρας”, δια να είναι εις θέσιν να εκτελή τα έργα Αγάπης…». Και το δεύτερο:
«… ενδεικτικόν στοιχείον – γράφει – των έναντί μου εχθρικών διαθέσεων της Κυβερνήσεως του κ. Γ. Παπαδοπούλου είναι και το γεγονός, ότι ο Υπουργός Παιδείας κ. Γκαντώνιας, κατ’ ασφαλείς πληροφορίας μου, ωνόμαζεν“ ιερωνυμικούς” τους υπαλλήλους εκείνους του Υπουργείου του, οι οποίοι τυχόν εφαίνετο ότι με συνεπάθουν και τους εθεώρει ως υπόπτους και τους εχαρακτήριζεν ως πρόσωπα, από τα οποία “έπρεπε να φυλάγεται”…» και συνεχίζει: «… εις ένα Υπουργείον, το οποίον εντελώς άσχετον προς τα εκκλησιαστικά θέματα, συνέβαινε το εξής: όταν επρόκειτο να κριθή ένας υπάλληλος αν έπρεπε να προαχθή ή όχι, ένα από τα στοιχεία, που εθεωρούντο επιβαρυντικά δι’ αυτόν, ήταν αν ούτος ήταν φιλικά διατεθειμένος απέναντί μου! Αν το “δελτίον ποιότητος” εσημείωνεν ότι ο υπό κρίσιν υπάλληλος ήταν φίλος μου, ούτος παρέμενε στάσιμος. Απίστευτον. Και όμως αληθές εκατόν τοις εκατόν… Αυτό το κλίμα εξέφραζε την εναντίον μου γραμμήν της δικτατορίας…».
[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]


Η εκλογή του Ιερωνύμου Α΄ (Κοτσώνη) στην Αρχιεπισκοπική καθέδρα ξάφνιασε το «εκκλησιαστικό κατεστημένο» τόσο, που τον θεώρησαν μη αποδεκτό μόσχευμα στο άρρωστο εκκλησιαστικό σώμα, γι’ αυτό και θέλησαν να το αποβάλουν όσο μπορούσαν πιο γρήγορα.
Η διοίκηση της Ελλαδικής Εκκλησίας, κατά την ροή των 180 νεοτέρων χρόνων, λειτουργούσε ως ένας κοσμοποιημένος θεσμός δεδομένου ότι οι δεσποτάδες – στην συντριπτική τους πλειοψηφία – δεν ασκούσαν ποιμαντική, αλλά, τυφλά όργανα, αρκούνταν στο να απολαμβάνουν τις τιμές και τα προνόμια του αξιώματός τους, να προεξάρχουν σε εκκλησιαστικές – πανηγυρτζίδικες τελετές περιάγοντες τον φόρτο των αυτοκρατορικών εξαρτημάτων, να ζουν σε κλειστό κλαμπ συνευωχούμενοι με την φθορά και την διαφθορά που λειτουργούσε ως τρωκτικό, χωρίς να λογοδοτούν σε καμία υπέρτατη ελεγκτική αρχή.
Το «εκκλησιαστικό κατεστημένο» προσπαθούσε με όλους τους τρόπους – με νύχια και δόντια – να διαιωνίσει την μονοκρατορία του. Είναι γνωστό – έχει γραφεί κατ’ επανάληψη – το ιστορικό: «Εμείς θα κάνουμε δεσποτάδες κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν δική μας. Θα είναι σαρξ εκ της σαρκός μας και οστούν εκ των οστών μας. Καταλάβατε;».
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ ήρθε αντιμέτωπος με ένα πολυκέφαλο τέρας διαφθοράς – ηθικής, οικονομικής, πνευματικής – που γαλουχήθηκε και ανδρώθηκε εν μέσω σήψης και διαφθοράς.
Σύγκρουση:
Οι εκπρόσωποι του «κατεστημένου» (δεσποτάδες…) είχαν ξεπεράσει τα όρια της ντροπής και περιφέρονταν στη δημόσια ζωή χωρίς αναστολές, περιφρονώντας το «κράξιμο», ακόμα κι όταν είχε τη μορφή της ανοικτής πρόκλησης. Εκμεταλλευόμενοι το επιτραχήλιο ή το ωμοφόριο, δεν έβαζαν φραγμούς και δεν σκέφτονταν ούτε υπολόγιζαν τα σκάνδαλα. Είχαν εξοικειωθεί με το σκοτάδι. Είχαν συνηθίσει την διψυχία και τη διπλοπροσωπία, και πρόβαλλαν την πλαστή και υποκριτική εικόνα της ευπρέπειας και της ευσέβειας προς το Ποίμνιο. Και απαιτούσαν διασαλπίζοντας προς κάθε κατεύθυνση ότι: «Δεν έχετε δικαίωμα να ελέγξετε την ιδιωτική μας ζωή. Δεν είναι επιτρεπτό να σμικρύνετε τις συμβατικές αποστάσεις, να υπερπηδήσετε το φράγμα του σεβασμού της προσωπικότητάς μας και της Ιερωσύνης μας και να ασχοληθείτε με ο,τιδήποτε αποτελεί προσωπική μας υπόθεση».
Επικαλούνταν οι ένοχοι το κοσμικό αξίωμα για να δικαιολογήσουν το δικαίωμα της ελευθερίας της προσωπικότητας. Απαιτούσαν να μην αναμιγνύονται στην ιδιωτική τους ζωή, να σέβονται τις προτιμήσεις των και τις επιλογές, τις όσο “παράξενες” κι αν είναι αυτές. Ύψωναν μάλιστα τα δάκτυλο στα χείλη και συνιστούσαν την αποσιώπησή τους.
Οι εκτροπές ήταν τέτοιες – σας θυμίζουμε μερικές ενδεικτικά της εποχής εκείνης (Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος Βαβανάτσος, Δράμας Φίλιππος, Καρδίτσης Κύριλλος, Πρωτ/λος Λάρισας Γεννάδιος…) – που αποτελούσαν οδύνη για ολόκληρο το εκκλησιαστικό σώμα. Δεν τολμούσαν οι κληρικοί να κυκλοφορήσουν στους δρόμους φοβούμενοι τη χλεύη.
Σ’ αυτή την εκκλησιαστική κατάπτωση ήρθε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ (Κοτσώνης) και με το νυστέρι άρχισε να καθαρίζει τις πληγές που για δεκαετίες πυορροούσαν. Αλλά τότε έγινε το ανεπανάληπτο, δηλαδή παλιοί και νέοι, με τα ίδια κουσούρια, συνασπίσθηκαν, έκαναν μέτωπο, φώναζαν, διαμαρτύρονταν, συγκρότησαν ομάδες κρούσης, κυκλοφορούσαν μέσα στους κρατικούς μηχανισμούς, άνοιγαν φιλίες, ζητούσαν αίμα, ορκίζονταν εκδίκηση.
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ περιγράφει στο βιβλίο του “ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ” το εξής περιστατικό: «… Θα μου επιτραπή να το διατυπώσω με τας λέξεις, που είπε κάποτε ο αείμνηστος και σεβάσμιος προκάτοχός μου Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων: “Σ’ όλη μου τη ζωή πάλαιψα με πολλούς· δεν φοβήθηκα ποτέ μου και κανέναν. Τους κ…. όμως του φοβήθηκα”». Πόσον είχε δίκαιον ο ατρόμητος εκείνος αγωνιστής των εκκλησιαστικών και εθνικών μας αγώνων φαίνεται και από τα αποτελέσματα, τα οποία… επέτυχαν και εξακολουθούν να επιτυγχάνουν οι κληρικοί αυτοί και οι ομοϊδεάται των. Αδίστακτοι εις τα μέσα, τα οποία χρησιμοποιούν, κατώρθωσαν να αλώσουν (με ποίου είδους λόγχας μην ερωτάτε) ικανόν αριθμόν στηλών εφημερίδων, ώστε το μαύρο να παρουσιάζεται εις το κοινόν ως άσπρον και το άσπρον ως μαύρο. Ένας από αυτούς, λέγεται, ότι κάποτε είπεν, ότι από τα πολλά διαμερίσματα που είχεν αποκτήσει “με τον τίμιον ιδρώτα του”, θα διαθέση τα έξ, δια να εξοντώση τον Ιερώνυμον! Έτσι και αι στήλαι μιας καθημερινής εφημερίδος, η οποία θέλει να εμφανίζεται ως σοβαρά, ενηγκαλίσθησαν τόσον περιπαθώς τους 300 καταδικασθέντας υπό των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων δι’ ακατανομάστους πράξεις, ώστε να τους παρουσιάσουν εις το αναγνωστικόν της κοινόν ως… “οσιομάρτυρας”. Ως “μεγαλομάρτυρα” δε να στέψουν πρόσωπον, το οποίον ήδη από το 1943, δηλαδή εικοσιπέντε έτη προτού εγώ αναλάβω το πηδάλιον της Εκκλησίας της Ελλάδος, ελάμπρυνεν επανειλημμένως… τα εδώλια των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων. Αυτά ισχυρίζετο ο συντάκτης της εφημερίδος (σελίδα 115, Ε΄ έκδοσις, 1976).
Όλους αυτούς τους δακτυλοδεικτούμενους που βεβήλωσαν την Ιερωσύνη και ντρόπιασαν τον ανδρισμό τους, ήρθε ο Σεραφείμ, ως άλλος…, και τους επανέφερε «εν τιμή» και τους κόσμησε με το παράσημο των εξαιρέτων πράξεων. Τους ονομάτησε αντιστασιακούς, αντιιερωνυμικούς, αντιευσεβιστές… και δεν συμμαζεύεται, και μια μεγάλη μάζα απ’ αυτούς έγιναν δεσποτάδες για να μην χαθεί η φύτρα και χαλάση το γενεαλογικό δένδρο.
Ήρθε ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος και το χριστεπώνυμο πλήρωμα που είχε λαχτάρα για αλλαγή, τον είδε ως “σωτήρα”. Ο Χριστόδουλος στον ενθρονιστήριο λόγο του έπαιξε τη δική του θεατρική παράσταση. Έσταξε ένα υποκριτικό δάκρυ συντριβής, υποσχέθηκε αλλαγές στο σύστημα διοίκησης ώστε να μπορέσουν να σταθούν ανάχωμα στην διαφθορά και να επαναφέρει το εκτροχιασμένο σώμα των Ελλήνων Επισκόπων στην παράδοση των αγίων Πατέρων.
Δεν άργησε όμως να δείξει την εύνοιά του στους “κραγμένους”. Με αίτησή τους, η Εκκλησία της Ελλάδας απαιτούσε από την “Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα” την κάλυψη των δεσποτικών ομοφυλοφιλικών ιδιαιτεροτήτων και την υπαγόρευση στα όργανα της λαϊκής ενημέρωσης της σιωπής, διότι, όπως δήλωναν: «Ο Μητροπολίτης δεν είναι… δημόσιο πρόσωπο…». « Ειδικώς ως προς τα προσωπικά δεδομένα του Μητροπολίτου… εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να θεωρηθούν ότι “συνδέονται με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος”, διότι πρόκειται περί δεδομένων αναφερομένων εις αυστηρώς προσωπικήν (ομοφυλοφιλικήν) συμπεριφοράν (!!) άσχετον προς την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος…».
Έρχεται η υπ’ αρ. 25/12-4-2005 απάντηση καταπέλτης από την “Αρχή Προσωπικών Δεδομένων”, της οποίας χαρακτηριστικά αποσπάσματα παραθέτουμε: «Η δημόσια γνώμη δικαιούται να γνωρίζει, αν ένας μητροπολίτης, που προβάλλει εαυτόν ως στερούμενο προσωπικής ζωής και ως παράδειγμα αρετής, αγνότητας, αγαμίας, πενίας κτλ και ζητεί από το ποίμνιό του να μιμηθεί το παράδειγμά του, διάγει πράγματι βίο άκρως αντίθετο και σκανδαλώδη. Με άλλες λέξεις, οι προπαρατεθείσες εκδηλώσεις ιεραρχών δεν υπάγονται στην προσωπική ζωή τους, αλλά συνιστούν τμήμα ελεγχόμενου από τον Τύπο δημοσίου βίου τους… Εκδηλώσεις μητροπολίτη, οι οποίες, ανεξάρτητα απ’ τον τρόπο και το χρόνο που γίνονται (ακόμα δηλαδή και αν δε γίνονται σε δημόσιο χώρο), δεν καλύπτονται από την ιδιαίτερη προστασία της προσωπικής ζωής…».
Η απόφαση καθαρή και ξάστερη, ήταν απόλυτα εναρμονισμένη με το γράμμα και το πνεύμα της Γραφής, των Κανόνων και της Εκκλησιαστικής μας Παράδοσης.
Ο Χριστόδουλος δεν το έβαλε κάτω. Έτσι η Εκκλησία της Ελλάδας υπό την επίσημη ιδιότητά της υπέβαλε στις 2/6/2005 «ΑΙΤΗΣΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ» στην ίδια Αρχή, ζητώντας την ανάκληση της 25/12-4-2005 απόφασης και απαιτώντας να καλύπτονται όλες οι ομοφυλοφιλικές διαστροφές των ρασοφόρων δεσποτάδων και παπάδων και να τιμωρούνται οι δημοσιογράφοι, που παραβιάζουν την απαγόρευση και φέρνουν στην κοινή αποδοκιμασία και κατακραυγή τα ηθικά παρατράγουδά τους.
Η ανακλητική αίτηση της Εκκλησίας (γράψτε Χριστόδουλος) απερρίφθηκε παταγωδώς: «Περαιτέρω – λέγει η απόφαση – δεν συντρέχει λόγος επανεξέτασης της υπόθεσης στην ουσία της, δεδομένου ότι με την αίτηση της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν προσκομίζονται νέα στοιχεία.
Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση θεραπείας πρέπει να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς. Εμμένει στην με αριθμό 25/2005 απόφαση και απορρίπτει την αίτηση θεραπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος».
Μετά απ’ όλα αυτά θάπρεπε ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος και οι 12 Συνοδικοί Μητροπολίτες να λογοδοτήσουν ενώπιον της Εκκλησιαστικής Δικαιοσύνης, διότι: 1) Πρόδωσαν την άμωμη Πατερική Παράδοση, 2) Καταπάτησαν τους Ιερούς Κανόνες, 3) Στραγγάλισαν το Νομικό Πλαίσιο, που προσδιορίζει τη νομική υπόσταση της Εκκλησίας, και κήρυξαν νέα ήθη που έρχονταν σε αντίθεση με την διδασκαλία της Εκκλησίας του Χριστού. Η προβλεπόμενη ποινή ήταν η ΚΑΘΑΙΡΕΣΗ.
Τί έγινε για όλα αυτά;;; ΤΙΠΟΤΑ!!!
Η εκτροπή του Σεραφείμ Τίκα κι εδώ πήρε διαστάσεις θεομηνίας.
Με αυτά τα κοινωνικά… πάλεψε ο Ιερώνυμος Α΄ Κοτσώνης.
Σύγκρουση:
Το διαφθαρμένο “εκκλησιαστικό κατεστημένο” είχε συμπράξει με την πολιτική και οικονομική ελίτ και καταπατούσαν, ξεπουλούσαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, και σαν αρουραίοι κατέτρωγαν το εκκλησιαστικό χρήμα. Μοναδικός τους στόχος ήταν ο πλούτος και η δόξα. Αυτά προσπάθησε ο Ιερώνυμος Α΄ (Κοτσώνης) να σταματήσει μόλις ανέλαβε την πρωτοκαθεδρία της Εκκλησίας. Η προσπάθειά του ήταν μια μάχη τιτάνια, διότι αντιμετώπιζε καθημερινά μεγάλες δυσκολίες και παγιωμένα συμφέροντα. Το κατεστημένο είχε τους τρόπους του να καμουφλάρεται και να παγιδεύει τις προσπάθειες του αρχιεπισκόπου. Ο ίδιος όμως δεν κάμπτονταν καθόσον το μάτι του οξύ, έπιανε τις κινήσεις των, και αντιμετώπιζε αποτελεσματικά την καθεμία περίπτωση.
Ξεκίνησε από την κατάρτιση του ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ – ένα έργο άγνωστο εκείνη την εποχή – που δεν ήταν καθόλου εύκολο, γιατί η εκκλησιαστική περιουσία απαρτίζονταν από χιλιάδες κομμάτια γης ή κτισμάτων που βρίσκονταν απλωμένα σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο, πολλά των οποίων είχαν καταπατηθεί ή είχαν αλλοιωθεί τα σύνορά τους.
Οργάνωσε τις οικονομικές και διοικητικές υπηρεσίες – ΟΔΕΠ, ΤΑΚΕ, ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ – ίδρυσε τον “Οργανισμό Διοίκησης και Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας” όπου μέσα από τον Οργανισμόν αυτόν ιδρύθηκαν τρεις μεγάλες ενιαίες Εκκλησιαστικές Υπηρεσίες: α) Νομική Υπηρεσία της Εκκλησίας, β) Τεχνική Υπηρεσία και γ) Γενική Οικονομική Επιθεώρηση. Με τον τρόπο αυτό παρέμβαιναν άμεσα σε δικαστηριακές υποθέσεις, σε τεχνικά προβλήματα καθώς και η Οικονομική Επιθεώρηση που έλεγχε οικονομικές ατασθαλίες.
Το νοικοκύρεμα άρχισε να φαίνεται. Και εκεί που για δεκάδες χρόνια πριν παρουσίαζαν όλα τα νομικά πρόσωπα σταθερά ελλειμματικούς απολογισμούς και κανένα αναπτυξιακό πρόγραμμα, άρχισαν να εμφανίζουν ξαφνικά περισσεύματα και άρχισε η χρηματοδότηση μεγάλων προγραμμάτων με έργα πνοής.
Το κατεστημένο άρχισε την κατασυκοφάντηση. Ο λαός δεν μάθαινε, ότι ο Ιερώνυμος ήθελε και αγωνίζονταν να νοικοκυρέψει και να καταμετρήσει την εκκλησιαστική περιουσία. Μάθαινε όμως, από διαπλεκόμενα δημοσιογραφικά συγκροτήματα, ότι ο Αρχιεπίσκοπος δεν σέβεται το οικουμενικό Πατριαρχείο και τους Ιερούς Κανόνες. Και ότι γι’ αυτούς τους λόγους πρέπει να παραιτηθεί και να αποσυρθεί.
Ο Ιερώνυμος παραιτήθηκε. Ήρθε ο Σεραφείμ Τίκας – άνθρωπος διαπλεκόμενος – και σάρωσε τα πάντα. Όλο το προηγούμενο έργο το κατήργησε σε μια ημέρα και επανήλθε η εκκλησία σε χειρότερη κατάσταση από εκείνη πριν της εποχής του Ιερωνύμου.
Η λεηλασία που άρχισε να γίνεται, θύμιζε εποχή Σταυροφοριών. Η τεράστια εκκλησιαστική περιουσία συρρικνώθηκε. Ακόμα και εφημερίδες που πολέμησαν με μίσος τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο Α΄, βλέποντας το όργιο σπατάλης και διαφθοράς αγανάκτησαν – παρ’ ότι έτρωγαν από τον Σεραφείμ με διπλές μασέλες – και τα άρθρα τους έγιναν φωτιά.
Ένα απ’ αυτά – όπως σας αναγγείλαμε – θα αναδημοσιεύσουμε στο αμέσως προσεχές φύλλο, και θα συνεχίσουμε, φέρνοντας στο φως άγνωστα έργα και ημέρες του Σεραφείμ Τίκα. Τότε θα γνωρίσετε πράγματα, που για δεκαετίες τα διαπλεκόμενα μέσα τα έκρυβαν για τους γνωστούς λόγους.
Όταν κάτι πήγαινε να βγει στην επιφάνεια, φώναζε ο Σεραφείμ: «Τι γαυγίζει το κ…σκυλο; Ρίξτο κανένα κόκαλο να ησυχάση». Αυτό όμως δεν ήταν κόκαλο αλλά… μπον φιλέ.
Συνεχιζεται

Οταν κάτι πήγαινε να βγει στην επιφάνεια, φώναζε ο Σεραφείμ: «Τι γαβγίζει το κ...σκυλο;» Ρίξτο κανα κόκκαλο να ησυχάσει». Αυτό όμως δεν ήταν κόκκαλο αλλά... μπον φιλε.
Οι «Άγιοι» οικοπεδοφάγοι
(Ετσι τους ονόμασε ο Κ. Σακκελλαρίου στην εγκριτη εφημερίδα «το Βήμα» στις 4 Δεκεμβρίου του 1988. Το δε σκίτσο του είναι ενδεικτικό πως λυμαίνονταν οι άγιοι πατέρες την εκκλησιαστική περιουσία).
«ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΑ τσακάλια και κοράκια, άγρια και πεινασμένα, είναι έτοιμα να εισβάλουν μέσα στον χώρο της Ελλαδικής Εκκλησίας με σκοπό να αρπάξουν, όχι βέβαια τα άκακα αρνάκια του ποιμνίου της, αλλά, στην κυριολεξία, να κατασπαράξουν τεράστιες οικοπεδικές εκτάσεις που έχουν πελώρια αξία και ανήκουν σε μοναστήρια της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Οι άγριοι επίδοξοι επιδρομείς συγκροτούν διάφορες ομάδες, η καθεμία από τις οποίες θα δράσει για λογαριασμό της με σκοπό οι αρχηγοί τους να προλάβουν και να λεηλατήσουν το ψαχνό της μοναστηριακής περιουσίας, τουτέστι να φάνε τα ανεκτίμητα σε αξία οικόπεδα που βρίσκονται στη Βουλιαγμένη, στην Πεντέλη, στη Στροφυλιά και αλλού.
Ανάμεσα στα τσακάλια και τα κοράκια διακρίνεται η όντως «αγγελική» και «βιβλική» μορφή ενός «άγιου» μητροπολίτη της Ελλαδικής Εκκλησίας, που έχει αρχαγγελικό όνομα και είναι φίλος και προστατευόμενος του αρχιεπισκόπου κ. Σεραφείμ. Πρόκειται για τον «άγιο», όντως, μητροπολίτη που ασχολείται ιδιαίτερα με τα μέγαρα, γιατί ο ίδιος κατασκευάζει πολυτελή μητροπολιτικά μέγαρα και αγοράζει πανάκριβες επαύλεις και από αλλόθρησκους με απώτερο σκοπό να τις απολαμβάνει όταν, όπως ελπίζει, μετατεθεί σε πλούσια μητρόπολη πολύ κοντά στην Αθήνα και γίνει - γιατί όχι - και αρχιεπίσκοπος Αθηνών!
ΣΤΙΣ ΟΜΑΔΕΣ των προετοιμαζόμενων εισβολέων εμφανίζονται και κάτι σύγχρονοι Αννίβες προ των πυλών της Ιεράς Συνόδου και μερικοί λαϊκοί με αρχιερατικά ονόματα ή θλιβεροί αχθοφόροι βαρύγδουπων τίτλων και κοσμητικών επιθέτων, που ήδη άρχισαν να συνωστίζονται στους διαδρόμους και στα γραφεία του κτιρίου της Ιεράς Συνόδου και της αρχιεπισκοπής και συζητούν με διάφορους «ειδικούς» και μη συμβούλους για το ποια μορφή πρέπει να πάρει η «οικονομική υπηρεσία» της Ιεράς Συνόδου, ώστε να ικανοποιηθούν πιο γρήγορα και αποτελεσματικά οι αρπακτικές τους διαθέσεις...
Όπως δείχνουν τα πράγματα, οι επίδοξοι εισβολείς προετοιμάζονται συστηματικά και προκλητικά, γιατί γνωρίζουν πολύ καλά ότι η Εκκλησία της Ελλάδος αποτελεί σήμερα ένα ξέφραγο αμπέλι, όπου επικρατεί χάος και αναρχία και ο καθένας «άγιος» ξεπουλάει ό,τι θέλει και όσο θέλει. Άλλωστε οι προετοιμαζόμενοι καταδρομείς ακολουθούν τα ίχνη του «αγίου» Ιωαννίνων κ. Θεόκλητου Σετάκη, ο οποίος συνέστησε και αφανή εμπορική εταιρεία και εκμεταλλεύθηκε άγρια την πελώρια περιουσία της δημόσιας εκκλησιαστικής σχολής Βελλάς. Και όλα αυτά με τις ευλογίες και την κάλυψη του αρχιεπισκόπου κ. Σεραφείμ!...
Το πράσινο φως για την προετοιμασία της επικείμενης επιδρομής των ανθρωπόμορφων τσακαλιών και κορακιών εναντίον της μοναστηριακής περιουσίας το έχουν δώσει αρκετοί από τους ταγούς της Ελλαδικής Εκκλησίας, οι οποίοι από αυστηροί φύλακες και ακοίμητοι φρουροί των περιουσιακών της στοιχείων έχουν μεταμορφωθεί σε υπονομευτές τους.
ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ κατάντημα οφείλεται και στο γεγονός ότι ο αρχιεπίσκοπος κ. Σεραφείμ και αρκετοί «άγιοι» μητροπολίτες έχουν συνεργήσει και συμφωνήσει στη διατύπωση των διατάξεων του νόμου 1811/88, που κυρώνει τη σύμβαση για την παραχώρηση στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των ιερών μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Συγκεκριμένα, ο νόμος 1811 που ισχύει από τη 13η Οκτωβρίου 1988, ορίζει ότι καταργείται ο ΟΔΕΠ και μετά την κατάργησή του η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αναλαμβάνει τη διοίκηση και διαχείριση της ρευστοποιητέας αστικής και της απομένουσας αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας των 149 μονών, που έχουν προσχωρήσει στη σύμβαση.
Με αυτή την πονηρή διάταξη οαρχιεπίσκοπος παίρνει στα χέρια του δικτατορικές εξουσίες, αφού ο νόμος δίνει στον αρχιεπίσκοπο υπερεξουσίες και αρμοδιότητες, τις οποίες, προφανώς, δεν έχουν αντιληφθεί ή προσποιούνται ότι τις αγνοούν τα ηγουμενοσυμβούλια των μοναστηριών, που δεν έχουν προσχωρήσει στη σύμβαση πολιτείας και Εκκλησίας για την παραχώρηση της μοναστηριακής περιουσίας.
Συγκεκριμένα, πρόκειται για τη διάταξη του δεύτερου άρθρου, παράγραφος 3 του νόμου 1811, που ρητά καθορίζει τα εξής:
«Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού η διοίκηση και διαχείριση της αστικής εν γένει περιουσίας των ιερών μονών, που δεν συμβάλλονται στη σύμβαση, περιέρχεται στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος».
Έτσι, απόλυτος κυρίαρχος στα θέματα της περιουσίας όλων των μοναστηριών καθίσταται ο κ. Σεραφείμ.
ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ προμήνυμα για τον χαμό που θα επακολουθήσει με την επιδρομή των τσακαλιών και των κορακιών στα οικόπεδα των μοναστηριών, αποτελούν οι καταγγελίες του «Βήματος» (Κυριακή 13 Νοεμβρίου 1988) σχετικά με το πανάκριβο οικόπεδο του ΟΔΕΠ, που έχει αξία πάνω από 25 εκατομμύρια δραχμές, έχει έκταση 63,60 τετραγωνικών μέτρων και βρίσκεται στην καλύτερη περιοχή της Βουλιαγμένης. Ωστόσο αυτό το πανάκριβο και προνομιούχο οικόπεδο η Ιερά Σύνοδος, δηλαδή στην πραγματικότητα ο αρχιεπίσκοπος κ. Σεραφείμ, αποφάσισε να το πωλήσει σε έναν ιδιώτη, στον κ. Α. Καρέλλα, αντί του εξευτελιστικού ποσού των 6.740.656 δραχμών!
Σε αυτές τις καταγγελίες του «Βήματος» κανείς από τους λαλίστατους πολυθεσίτες της αρχιεπισκοπής ή της Ιεράς Συνόδου δεν τόλμησε να απαντήσει. Η μόνη αντίδραση εκδηλώθηκε από τον αρχιεπίσκοπο κ. Σεραφείμ, ο οποίος, μη μπορώντας να κρατήσει την οργή του για την αποκάλυψη του «Βήματος» και τραβώντας τα γένια του μέσα στο γραφείο του, φώναξε:
«Μα πώς, βρε παιδί μου, όλα τα μαθαίνει το “Βήμα”; Ποιος τα λέειχαρτί και καλαμάρι στον Σακελλαρίου;».
ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ. «Το Βήμα» σήμερα προσθέτει και τα ακόλουθα, για τα οποίο ασφαλώς θα εκμανεί ο εορτάζων σήμερα αρχιεπίσκοπος.
1. Η οικονομική εφορία Γλυφάδας, σύμφωνα με προχθεσινούς υπολογισμούς, αποφαίνεται ότι η αξία του άρτιου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, που πώλησε ο αρχιεπίσκοπος στον κ. Καρέλλα αντί 6.740.656 δραχμών, δεν ανέρχεται πια στο ποσό των 19.379.386 δραχμών, το οποίο η ίδια είχε υπολογίσει, αλλά πλησιάζει τα 30.000.000 δραχμές, γιατί μπροστά σ’ αυτό το οικόπεδο διανοίγεται μεγάλος δρόμος!..
2. Το εξευτελιστικό ποσό των 6.740.656 για την αγορά του οικοπέδου δεν το καθόρισαν ούτε η«υπηρεσία» του ΟΔΕΠ ούτε ο αρχιμανδρίτης κ. Λεόντιος Μαρκόπουλος, τον οποίο ο κ. Σεραφείμ έχει ορίσει απόλυτο κυρίαρχο στα οικονομικά της Εκκλησίας και του έχει πει πως θα τον κάνει και δεσπότη. Αυτό το ποσό καθορίσθηκε με εντολή του κ. Σεραφείμ! Έτσι θέλησε, έτσι διέταξε...».
Μας ξάφνιασε με τις τελευταίες δηλώσεις για την εκκλησιαστική περιουσία ο Αρχιεπίσκοπός μας Ιερώνυμος Β΄ «Δυστυχώς, κάποιοι φρόντισαν τα ασημικά και τα χρυσά της Εκκλησίας σε δύσκολες στιγμές να μην υπάρχουν. Όλα τα άλλα είναι ιστορίες. Η Εκκλησία έχει μία συγκεκριμένη περιουσία, μικρή, η οποία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί. Αυτό προϋποθέτει έναν ειλικρινή διάλογο με το κράτος, μια συζήτηση που θα βασίζεται σε διακριτούς και καθαρούς ρόλους. Χρειάζεται, λοιπόν, ειλικρίνεια και προσπάθεια χωρίς φωνές».
Μακαριώτατε ποιοι είναι αυτοί που αφαίρεσαν τα ασημικά και τα χρυσά από την Εκκλησία; Γιατί δεν τους ονομάζετε; Μην μας πήτε ότι δεν τους γνωρίζετε; Διότι είναι γνωστό τοις πάσι, ότι: από το 1971 έως 1977 ήσασταν Πρωτοσύγκελος, μετά προηχθήκατε (1978-1981) σε Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου – δεξί χέρι του Σεραφείμ σε εποχές που αντί να κεράσουν καφέ τους δημοσιογράφους τους κερνούσαν οικόπεδα, – έπειτα ο Σεραφείμ, σας προήγαγε σε μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας το 1981, και από τότε μείνατε ο πιστός συνεργάτης του, ο άνθρωπος για δύσκολες αποστολές – δεν ξεχνάμε την “δύσκολη” αποστολή στη Λάρισα ως έξαρχος –. Μήπως δύσκολο δεν ήταν το οικονομικό θέμα, που εξαιτίας του χάσατε τις αρχιεπισκοπικές εκλογές το …..;
Αφού Μακαριώτατε θέλετε να μιλήσετε με ειλικρίνεια, τότε πέστε στον ελληνικό λαό πού σπαταλήθηκε η Τεράστια Εκκλησιαστική Περιουσία και σήμερα είναι μικρή, όπως ομολογείτε;
Στην Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, που έγινε από 15-30 Νοεμβρίου 1972, ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄ - που φέρετε και το όνομά του – κατέθεσε α) έκθεση εκ 437 σελίδων “ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΩΝ ΤΗΣ Δ.Ι.Σ.”, από 15/5/1967 έως 14/11/1972 και β) έκθεση των Σεβ. Προέδρων και Μονίμων Συνοδικών Επιτροπών από 11/3/1969 έως 14/11/1972. Εκεί περιγράφονται – όπως γνωρίζετε – τα πάντα. Όσον αφορά την ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας, την προσδιόρισε – κατά μεγίστην προσέγγισιν – στα 30.300.000.000 δρχ., εάν γίνονταν η αξιοποίησή της. Βάσει μελετών που είχαν γίνει, μπορούσε άνετα η Εκκλησία να καλύψει τις μισθολογικές και συνταξιοδοτικές δαπάνες του κλήρου, που ανέρχονταν στο 1 δις, την ιεραποστολή στο μισό δις, και τα έργα αγάπης άλλο μισό δις.
Μόνο η αξία του κτήματος Στροφυλιάς«Το τουριστικό διαμάντι της Ελλάδος», που είχε έκταση – όπως γράψαμε παλαιότερα – 23 χιλιάδων στρεμμάτων και ήταν παραθαλάσσιο (με μεγάλο πλάτος αμμουδιάς και 12 χιλιόμετρα παραλία) είχε υπολογιστεί στο διπλάσιο του κρατικού προϋπολογισμού εκείνης της περιόδου. Αν είχε αξιοποιηθεί πάνω στις μελέτες που είχε εκπονήσει ο οραματιστής Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α΄, θα απέδιδε σε ετήσια βάση, 340 εκατομμύρια, ήτοι 1/7 του συνόλου των εξόδων της Εκκλησίας.
Θα πρέπεινα φέρετε – αφού θέλετε την ειλικρίνεια – έναν απολογισμό της Εκκλησίας τη σχετική εποχή για να διαπιστωθεί:
α) Πού χάθηκαν τόσα χρήματα, όταν η Εκκλησία, από την πρώτη στιγμή που ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα, ήταν ο μεγαλύτερος μέτοχός της ξεπερνώντας το 5% των καταθέσεων και συμμετείχε στο Δ.Σ. της Τράπεζας μόνιμα ένας μητροπολίτης και ο οικονομικός διευθυντής της Εκκλησίας; β) Τί απέγιναν οι οικοπεδικές εκτάσεις γύρω από την Μονή Πεντέλης, στη Νέα Μάκρη, στην τεράστια παραθαλάσσια έκταση της Βουλιαγμένης – μελέτη Αραβαντινού – στη Νέα Πολιτεία, Εκάλη, στο Καβούρι, ή περιοχή Φασκομηλιάς, μέσα στην καρδιά της Αθήνας (Λ. Αλεξάνδρας, Θουκυδίδου, Δεινοστράτους…) καθ’ όλη την Ελληνική Επικράτεια;
Έξι χρόνια μόνο έμεινε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ο Ιερώνυμος Α΄ (Κοτσώνης), και το έργο του υπήρξε τεράστιο, χωρίς καμία κρατική ή ξένη οικονομική συμπαράσταση αφενός και αφ’ ετέρου, με σφοδρή πολεμική από όλες τις πλευρές, και με μια κρατική φορολόγηση 35% επί των ακαθαρίστων εσόδων– αυτή η φορολογία καταργήθηκε το 2004 –. Με την σοφή και έντιμη διαχείριση, όχι μόνο κράτησε ό,τι βρήκε από τους προκατόχους του αλλά και αύξησε αγοράζοντας ακίνητα και πολλαπλασιάζοντας τις καταθέσεις στις Τράπεζες.
Μετά τον Ιερώνυμο Α΄ (Κοτσώνη) όχι μόνο δεν μπήκε ούτε μια πέτρα ή κάποιο τούβλο, παρ’ ότι εισέπραττε τεράστια ποσά από διάφορα Κοινοτικά Προγράμματα, αλλά και λεηλατήθηκε η εκκλησιαστική περιουσία.
Θα αναφερθούμε σε ενδεικτικές περιπτώσεις (λεηλασίας, κακοδιαχείρισης, απάτης…) για να καταλάβουν οι Έλληνες πολίτες, τι συμβαίνει με τους «Αγίους» (δεσποτάδες) και γιατί βγάλαν στο περιθώριο τους 12 έντιμους καθαρούς και αγίους επισκόπους!
α) Αναφέρει το δημοσίευμα της εφημερίδας“ΤΟ ΒΗΜΑ” 4/12/1988, ότι ο αρχιε/πος Σεραφείμ Τίκας πώλησε στον κ. Καρέλλα ένα πανάκριβο οικόπεδο στην Περιοχή της Βουλιαγμένης αντικειμενικής αξίας πάνω από 30.000.000 δρχ. στην εξευτελιστική τιμή των 6.740.656 δρχ.
β) Στις 23 Μαΐου 1989 πώλησε οικόπεδο στο Σούνιο με το υπ’ αρ. 46.486 συμβόλαιο σε ιδιώτη στην τιμή των 18.500.000 δρχ. και την ίδια ημέρα, την ίδια στιγμή, στον ίδιο συμβολαιογράφο και με υπ’ αρ. 46.487, ο ιδιώτης μεταπωλεί το οικόπεδο σε άλλο “ιδιώτη” προς 43.500.000 δρχ. βάζοντας στην τσέπη (χέρι με χέρι) 25.000.000 δρχ.
γ) Όπως έγραψε η εφημερίδα “ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ” (1/6/1968) πωλήθηκε μεγάλη έκταση στην Πολιτεία με πολύ χαμηλό τίμημα – χάρισμα – στον… συνεταιρισμό των βουλευτών για να γίνουν προσεχώς βίλες με ιδιοκτήτες τους εθνοπατέρες μας, και για να δικαιολογήσουν το φθηνό – δωρεά – τίμημα χαρακτήρισαν την περιοχή ως πετρώδη. Και γι’ αυτό όλες οι διώξεις έμπαιναν στο αρχείο, ακόμα και το Υπουργικό Συμβούλιο ασχολήθηκε και ανέστειλε με νόμο ποινικές και κακουργηματικές πράξεις για να μην διαταραχθούν οι… διεθνείς σχέσεις της χώρας…».
Μέχρι εδώ σας παρουσιάσαμε πώς “χάριζαν”“δώριζαν” οικόπεδα ή άλλα ακίνητα. Τώρα σας παρουσιάζουμε πώς σπαταλούσαν – τσέπωναν – τα ιερά χρήματα!
δ) Η Μονή Πεντέλης, όταν ηγούμενος ήταν ο Χρυσόστομος, αγόρασε ένα οροφοδιαμέρισμα από τον γνωστό τότε κατασκευαστή κ. Βωβό στη Λεωφόρο Κηφισιάς. Η εκτίμηση της αγοραστικής αξίας, ενώ ανέρχονταν στα 27 εκατομμύρια δρχ. το Μοναστήρι έδωσε – όπως δήλωσε – 140 εκατομμύρια!!!
Για την πράξη αυτή είχε ασκηθεί δίωξη κατά του ηγουμένου, αλλά για χρόνια η υπόθεση έμεινε στα αζήτητα.
ε) «Σάλος στη Μονή Π…. – Να επέμβει Εισαγγελέας», «Μ… “έκλεψε” κειμήλια μονής», έγραφε σε πρωτοσέλιδο η εφημερίδα “Star” και συνέχιζε: «Σκάνδαλο μεγατόνων στους κόλπους της Εκκλησίας… Είναι αλήθεια ή όχι ότι όλα τα ιερά κειμήλια της Μονής Π… είναι πιστά αντίγραφα των κανονικών;
Είναι αλήθεια ή όχι ότι όλα τα original ιερά κειμήλια της Μονής μεταφέρθηκαν νύχτα, με κοντέινερ που έφυγε από την πίσω πλευρά της Μονής;
Είναι αλήθεια…; Οι ίδιοι κύκλοι μιλούσαν για μεγάλο κύκλωμα αρχαιοκαπήλων που δρα στους κόλπους της Εκκλησίας… Οι κληρικοί αυτοί που βρίσκονται στο κύκλωμα αυτό, είναι ουσιαστικά δέσμιοι των αρχαιοκαπήλων, οι οποίοι τους κρατούν στο χέρι με φωτογραφίες και βίντεο…».
Υπάρχουν δεκάδες παρόμοια δημοσιεύματα, και εκατοντάδες που κυκλοφορούν μεταξύ σας και στα δημοσιογραφικά στέκια, που σ’ αυτά θα αναφερθούμε σε ανάλογη στιγμή.
Δεν πιστεύουμε ότι δεν ακούσατε τίποτα για τον “φόνο”, Μακαριώτατε Ιερώνυμε, διότι από 1981 υπήρξατε αρκετές φορές συνοδικός και επί πλέον ήσασταν και για χρόνια μέλος της Διοικούσης Επιτροπής της Οικονομικής Υπηρεσίας με Πρόεδρο τον μακαρίτη ΚερνίτσηςΛεόντιο (Μαρκόπουλο).
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ