Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΑΓΓΕΛΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. 2,14

a03

Ἡ Γέννησις τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ

Δύο ὁμιλίες τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου.

ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ, ἀγαπητοί μου, ἡ μεγάλη ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα. Πρέπει νὰ προετοιμασθοῦμε γι᾿ αὐτήν. Πῶς θὰ προετοιμασθοῦμε;
Ἂς ἀκούσουμε αὐτὸ ποὺ λέει ἡ Ἐκκλησία· «Πᾶσαν τὴν βιοτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν»· ἂς ἀποβάλουμε κάθε ματαία σκέψι. Ἂς ἐλαφρώσουμε τὴ σκέψι μας ἀπ᾿ ὅλα τὰ μάταια. Ἂς ἀπογειωθοῦμε. Ἂς ποῦμε κ᾿ ἐμεῖς ἐκεῖνο ποὺ εἶπαν οἱ βοσκοὶ τὴν ἀλησμόνητη νύχτα· «Διέλθωμεν ἕως Βηθλεέμ…» (Λουκ. 2,15). Ἂς πᾶμε μέχρι τὴ Βηθλεέμ. Νοερῶς ἐκεῖ θὰ δοῦμε τὸ θαῦμα. Θὰ δοῦμε τὸ σπήλαιο ὅπου ἐγεννήθη ὁ Κύριος. Θὰ δοῦμε τὴν Παρθένο Μαρία. Θὰ δοῦμε τὸ Θεϊκὸ βρέφος. Θὰ δοῦμε ἀκόμα τὰ ἀθῷα ζῷα, ποὺ μὲ τὴν ἀναπνοή τους προσπαθοῦσαν νὰ θερμάνουν τὴν ψυχρὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ χειμῶνος. Θὰ δοῦμε τὸν ἀστέρα τὸ λαμπρὸ ὑπεράνω τοῦ σπηλαίου. Θὰ δοῦμε τοὺς βοσκοὺς νὰ τρέχουν, τοὺς πρώτους προσκυνητὰς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Θὰ δοῦμε τοὺς μάγους νὰ ἔρχωνται ἀπὸ μακρινὲς ἀποστάσεις, γιὰ νὰ προσφέρουν ὡς ἐκπρόσωποι τῆς ἐπιστήμης τὰ πολύτιμά τους δῶρα. Ἀλλὰ θὰ δοῦμε καὶ τὸν Ἡρώδη, ν᾿ ἀκονίζῃ τὴν μάχαιρά του γιὰ νὰ σφάξῃ τὸ ἀθῷο Βρέφος.
Ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, τὰ τόσο διδακτικά, σᾶς παρακαλῶ τὴν ὥρα αὐτὴ νὰ καθαρίσουμε τ᾿ αὐτιά μας, γιὰ ν᾿ ἀκούσουμε ἕνα τραγούδι. Εἶνε τὸ γλυκύτερο ἀπ᾿ ὅλα. Μόλις, λέει, ὁ ἀρχάγγελος εἶπε στοὺς ποιμένας «Ἰδοὺ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην,… ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ» (Λουκ. 2,10-11), εὐθὺς ἀμέσως, ὄχι ἕνας, ὄχι δύο, ὄχι τρεῖς, ἀλλὰ σμῆνος, ἀναρίθμητος στρατιά, ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων σχημάτισαν κλίμακα οὐράνιον, τῆς ὁποίας τὸ ἕνα ἄκρον ἄγγιζε τὴ γῆ, τὸ δὲ ἄλλο ἄγγιζε τοὺς γαλαξίες τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ πάνω στὰ σκαλοπάτια τῆς θείας αὐτῆς κλίμακος ἀνέβαιναν καὶ κατέβαιναν οἱ ἄγγελοι μὲ χρυσὲς κιθάρες καὶ ἔψαλλαν. Καὶ οἱ αἰθέρες ἐδονοῦντο, καὶ οὐρανὸς καὶ γῆ συνηγάλλοντο. Τότε ἀκούστηκε τὸ πλέον ὑπέροχο ᾆσμα· «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (ἔ.ἀ. 2,14).
Κατὰ τὸν ὕμνο αὐτὸν τὸ Θεῖο βρέφος εἶνε «δόξα» τοῦ Θεοῦ, τὸ Θεῖο βρέφος εἶνε «εἰρήνη» ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ Θεῖο βρέφος εἶνε «εὐδοκία ἐν ἀνθρώποις».

* * *

1. «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ». Πρῶτον εἶνε «δόξα» τοῦ Θεοῦ τὸ Θεῖο βρέφος. Διότι πρὸ Χριστοῦ πλὴν τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ποὺ εἶχε μία ἰδέα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ ἄλλη γῆ ἦτο βυθισμένη στὴν ἄγνοια τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Τὰ πάντα ἐλατρεύοντο, ὅπως λέει ἕνας ἀρχαῖος φιλόσοφος, πλὴν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ὦ Χριστέ, ἀπὸ τί σκοτάδι μᾶς ἔβγαλες!
Μᾶς δίδαξε τὸ Θεῖο βρέφος, ὅτι ὑπάρχει ἕνας Θεός, ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε οἰκτίρμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος. Μᾶς δίδαξε ἀκόμα, ν᾿ ἀπευθύνουμε σ᾿ αὐτὸν τὸ «Πάτερ ἡμῶν…» (Ματθ. 6,9-13). Μᾶς δίδαξε, ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε πατέρας, ὅτι ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ πλάσματά του· εἶνε Θεὸς φιλόστοργος, Θεὸς ποὺ ἐνδιαφέρεται καὶ γιὰ τὰ πιὸ μικρὰ ἀκόμη καὶ χωρὶς τὸ θέλημά του οὔτε ἕνα σπουργίτι οὔτε ἕνα φύλλο δὲν πέφτει κάτω στὴ γῆ. Μᾶς δίδαξε ἀκόμη τὸ ὑψηλότερο δίδαγμα, ὅτι «πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰωάν. 4,24). Καὶ ὄχι ἁπλῶς δίδαξε, ἀλλὰ ὑπῆρξε ὁ διος, ὅπως λέει ὁ θεῖος Παῦλος, ἡ «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 4,4· Κολ. 1,15), τὸ «ἀπαύγασμα τῆς δόξης» τοῦ Θεοῦ (Ἑβρ. 1,3). Ὑπῆρξε «φῶς ἐκ φωτός, Θεὸς ἀληθινός». Ὑπῆρξε «δόξα» τοῦ Θεοῦ τὸ Θεῖο βρέφος.
2. «Καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη». Ὑπῆρξε ἀκόμη τὸ Θεῖο βρέφος καὶ «εἰρήνη» ἐπὶ τῆς γῆς. Ἐδῶ ὅμως ἀκούω διαφωνίες.
―Εἰρήνη ἐπὶ τῆς γῆς; Ἐδῶ ἡ γῆ σείεται. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστὸς μέχρι σήμερα ἀκοῦμε διαρκῶς πολέμους. Ἡ γῆ ἔχει βαφῆ ἀπὸ ποταμοὺς αἱμάτων. Πῶς λοιπὸν ὁ Χριστὸς εἶνε «εἰρήνη» ἐπὶ τῆς γῆς;
Ναί, εἶνε εἰρήνη. Δὲν εἶνε εἰρήνη γιὰ τοὺς ἀπίστους, γιὰ τοὺς ἀθέους, γιὰ ᾿κείνους ποὺ δὲν πιστεύουν σ᾿ αὐτόν. Εἶνε εἰρήνη γι᾿ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν. «Εἰρήνη πολλὴ τοῖς ἀγαπῶσι τὸν νόμον σου» (Ψαλμ. 118,165).
Ποιά εἶνε αὐτὴ ἡ εἰρήνη ποὺ ἔφερε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο; Ἡ εἰρήνη αὐτὴ εἶνε ἐσωτερική. Εἶνε μία εἰρήνη ποὺ μπορεῖ νὰ τὴν ἀπολαύσῃ κάθε ἄνθρωπος ποὺ πιστεύει στὸν Κύριο. Διότι τί αἰσθάνεται ὁ κάθε ἄνθρωπος; Ὅλοι ἔχουμε μιὰ ἀγωνία. Ἡ ἀγωνία αὐτὴ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀνάμνησι τῶν ἁμαρτημάτων μας, ἀπὸ τὴν ἐνοχὴ ποὺ αἰσθανόμεθα, ἀπὸ τὴ φωνὴ ποὺ ἀπευθύνει κάποιος ἀόρατος εἰσαγγελεὺς στὸ κάθε βῆμα μας καὶ μᾶς λέει· Ἁμάρτησες, εἶσαι ἔνοχος!…
Καὶ ὁ ἄνθρωπος ζητεῖ συγχώρησι. Ποιός θὰ μᾶς δώσῃ συγχώρησι; Ἄνθρωπος; ἄγγελος; ἀρχάγγελος; Ἕνας μόνο μπορεῖ νὰ μᾶς δώσῃ συγχώρησι· ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὴν ἐξουσία «ἀφιέναι ἁμαρτίας» (Ματθ. 9,6· Μᾶρκ. 2,10· Λουκ. 5,24). Καὶ αὐτὸς εἶνε ὁ Κύριος.
Κοντὰ στὸ Χριστὸ βρίσκουν ἀνάπαυσι οἱ πιὸ μεγάλοι ἁμαρτωλοί. Ἄσωτοι, λῃσταί, τελῶνες, πόρνοι, ὅλοι ὅσοι ἁμάρτησαν καὶ ἐγκλημάτησαν, μόνο κοντὰ στὸ Χριστὸ μποροῦν νὰ βροῦν ἀνάπαυσι. Αὐτὸς εἶνε «ὁ αρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. 1,29).
Δόξα στὸ Θεό. Εἰρήνη μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἀποτέλεσμα τῆς εἰρήνης;
3. «Ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς εἰρήνης εἶνε ἡ «εὐδοκία» ἐν ἀνθρώποις. Τί θὰ πῇ «εὐδοκία»; Εἶνε μία φωνή. Ποιά φωνή; Ἕνας μεγάλος Ῥῶσος λογοτέχνης, ποὺ ἔζη βίον ἀθεΐας καὶ ἀπιστίας καὶ δοκίμασε τὰ πάντα στὸν κόσμο αὐτόν, λέει· «Μία φορὰ αἰσθάνθηκα γαλήνη μέσα στὴν καρδιά μου. Πότε; Ὅταν, βουτηγμένος μέσα στὰ ἁμαρτήματα τῆς Πετρουπόλεως, πῆγα σὲ κάποιο Ῥῶσο ἀσκητή, γονάτισα μπροστά του καὶ εἶπα τὰ ἁμαρτήματά μου. Δάκρυα ἔτρεξαν ἀπὸ τὰ μάτια μου καὶ ἡ καρδιά μου συνεκλονίσθη. Ὤ τότε, ὅταν ἐπάνω στοὺς ὤμους μου ἅπλωσε τὸ πετραχήλι καὶ μοῦ εἶπε “Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι”, παράδεισος ἄνθησε στὴν καρδιά μου».
«Ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Ὦ σὺ ποὺ μὲ ἀκοῦς, εἴτε ἄνδρας εἴτε γυναίκα, ποὺ ἔχεις 10 καὶ 20 καὶ 30 χρόνια νὰ ἐξομολογηθῇς, πῶς θὰ κάνῃς Χριστούγεννα; Ἂν θέλῃς νὰ αἰσθανθῇς «εὐδοκία», τὴ χαρὰ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ μιὰ φωνὴ νὰ σὲ πληροφορήσῃ ὅτι ἕνας καινούργιος κόσμος γεννήθηκε μέσα σου, σπεῦσε σ᾿ ἕνα πνευματικὸ πατέρα, ἄνοιξε τὰ φυλλοκάρδια σου, πὲς τ᾿ ἁμαρτήματά σου, καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Ἐσταυρωμένου φῶς καὶ εὐλογία καὶ «εὐδοκία» θὰ γεννηθῇ στὴν καρδιά σου.

* * *

Μὲ λίγες λέξεις προσπάθησα νὰ σᾶς δώσω μία ἀνάλυσι τοῦ ὑπερόχου ἀγγελικοῦ ὕμνου τῶν Χριστουγέννων. Ὁ ὕμνος αὐτὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ψάλλεται μέχρι σήμερα. Γεννᾶται ὅμως τὸ ἐρώτημα· Ἁρμόζει στὰ δικά μας χείλη; Ἁρμόζει στὰ χείλη τῶν ἱερέων μας, τῶν ἀρχιερέων μας, τῶν ψαλτῶν μας, τῶν ἱεροκηρύκων μας; Εμεθα ἄξιοι νὰ τὸν ψάλλουμε; Πρέπει νὰ πλένουμε τὰ χείλη μας μὲ ῥοδόσταγμα γιὰ νὰ ἐπαναλάβουμε ἐμεῖς ὅ,τι εἶπαν οἱ ἄγγελοι· «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».
Καὶ ἐρωτῶ, ἀδελφοί μου· Ὁ Κύριος ἦταν δόξα Θεοῦ· ἐμεῖς εμεθα δόξα Θεοῦ; Ὁ Χριστὸς ἦταν εἰρήνη τοῦ κόσμου· ἐμεῖς ἔχουμε μέσα στὴν καρδιά μας τὴν εἰρήνη, ποὺ ἐξεπήγασε ἀπὸ τὴ φάτνη τοῦ Χριστοῦ μας; Ὁ Χριστὸς ὑπῆρξε ἡ εὐδοκία καὶ ἡ χαρά· ἔχουμε ἐμεῖς τὴν ἐσωτερικὴ αὐτὴ χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι;
Ἂς φτερουγίσουμε πάνω ἀπὸ τὴν ὕλη καὶ τὰ ἐγκόσμια κι ἂς φθάσουμε ψηλὰ πολὺ ψηλά, ἐπάνω στοὺς οὐρανούς, ὥστε ν᾿ ἀκούσουμε ἐκεῖ τὸν ἀγγελικὸ ὕμνο τῶν Χριστουγέννων.
Τί ζητάει ὁ Χριστός; Τὴν καρδιά μας. Παιδί μου, λέει, «δός μου τὴν καρδιά σου» (Παροιμ. 23,26). Τὴν καρδιά σου, μὲ τὰ ἐλαττώματά της, μὲ τὰ ἁμαρτήματά της, μὲ τοὺς πόθους της, μὲ τὰ ὄνειρά της. «Δός μου τὴν καρδιά σου», λέει. Καὶ ἂν τοῦ δώσουμε αὐτὴ τὴν καρδιά, ἡ καρδιά μας θὰ γίνῃ φάτνη, σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, κ᾿ ἐκεῖ θὰ γεννηθῇ ὁ Χριστός. Κι ὅταν ἐκεῖνος γεννηθῇ στὴν καρδιά μας, τότε ἄγγελοι θὰ κατεβοῦν πάλι στὴ γῆ, καὶ θ᾿ ἀκούσουμε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ οἱ ἁμαρτωλοί· «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία. Πρώτη ἐκφώνησις πιθανῶς στὸν ἱ. ναὸ Μεταμορφώσεως Μοσχάτου – Ἁθηνῶν τὴν 24-12-1960.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΠΩΣ ΘΑ ΚΟΙΝΩΝΗΣΕΙΣ;

http://www.augoustinos-kantiotis.gr

Eφθασαν τα Xριστούγεννα. Θὰ χτυπήσουν τὰ σήμαντρα. Θὰ συγκεντρωθοῦμε νὰ ἑορτάσουμε τὴ Γέννησι τοῦ Κυρίου. Τὴν περιμένουν ὅλοι. Πῶς ὅμως τὴν περιμένουν;
Ἄλλοτε μὲ δάκρυα παρακολουθοῦσαν τὴν ἱερὰ μυσταγωγία, ἄκουγαν τοὺς ὕμνους, κοινωνοῦσαν μὲ φόβο Θεοῦ. Κι ὅταν γύριζαν στὸ σπίτι δὲ᾿ βάζανε μπουκιὰ στὸ στόμα, ἂν δὲν ψάλλανε ὅλοι μαζὶ τὸ «Χριστὸς γεννᾶται…».
Τώρα οἱ Χριστιανοὶ περιμένουν τὰ Χριστούγεννα σὰν μιὰ κοσμικὴ ἑορτή. Ἐπικρατεῖ τὸ τί θὰ φᾶμε, τί θὰ πιοῦμε, τί θὰ φορέσουμε, σὲ ποιό πάρτυ θὰ πᾶμε νὰ χορέψουμε. Ἑορτάζουμε Χριστούγεννα μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Ἂν σηκωνόταν ἀπὸ τὸν τάφο ἕνας εἰδωλολάτρης κ᾿ ἔβλεπε πῶς γιορτάζουμε, δὲν θὰ ἔβρισκε διαφορὰ ἀπὸ τὶς γιορτὲς τὶς δικές τους.
Οἱ λίγοι, ἡ μειοψηφία, ποὺ ἐξακολουθοῦμε νὰ πιστεύουμε στὸ Χριστό, πρέπει νὰ τὸν πλησιάσουμε, νὰ τὸν ἀγαπήσουμε.
―Μὰ ποῦ εἶνε ὁ Χριστός; θὰ πῆτε. Μήπως πρέπει νὰ ταξιδέψουμε στὴ Βηθλεέμ, νὰ προσκυνήσουμε τὸ μέρος ποὺ γεννήθηκε;
Δὲν εἶνε ἀνάγκη. Ἡ Βηθλεὲμ εἶνε πολὺ κοντά μας. Ἄνοιξε, Κύριε, τὰ μάτια μας νὰ δοῦμε. Μιὰ ματιὰ στὴν ἁγία τράπεζα· μέσα στὸ δισκοπότηρο εἶνε αὐτὸς ὁ αἰώνιος Χριστός!

* * *

Χριστούγεννα = ὄχι διασκέδασι, ἀσωτία, ἀκολασία. Χριστούγεννα = θεία κοινωνία. Ὅποιος βάλῃ τὸ Χριστὸ μέσα του προετοιμασμένος, αὐτὸς θὰ νιώσῃ τὴν παρουσία του, αὐτὸς θὰ γιορτάσῃ. Ὡς πρὸς τὴ θεία κοινωνία οἱ Χριστιανοὶ σήμερα διαιροῦνται σὲ 4 κατηγορίες. Θὰ σᾶς τὶς πῶ, κ᾿ ἐσεῖς βάλτε τὸ χέρι στὴν καρδιὰ καὶ ἐξετάστε σὲ ποιάν ἀνήκετε.
1. Οἱ ἀκοινώνητοι. Εἶνε πολλοί. Γι᾿ αὐτὸ ἔχουν εὐθύνη καὶ οἱ ἱερεῖς. Πολλοὶ ἔχουν νὰ κοινωνήσουν ἀπὸ παιδιά. Μάθανε γράμματα ἀπὸ δασκάλους ἀθέους. Μεγάλωσαν μέσα στὴ βρωμερὰ κοινωνία, χάσανε κάθε ἱερὸ καὶ ὅσιο. Ἄσπρισαν πιὰ τὰ μαλλιά τους, τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτη τοὺς περιμένει. Κ᾿ ἐνῷ ἔρχονται μεγάλες γιορτές, μένουν ἀκοινώνητοι. Ὁ Ασωπος ἔχει ἕνα μῦθο ποὺ ταιριάζει ἐδῶ. Ἕνας πετεινός, λέει, σκάλιζε τὸ χῶμα νὰ βρῇ σκουλήκια. Ἐκεῖ ποὺ ἔψαχνε, βρῆκε ἕνα διαμάντι. Τὸ τίναξε μὲ τὸ πόδι θυμωμένος καὶ εἶπε· «Τί νὰ τὰ κάνω ἐγὼ αὐτὰ τὰ σκουπίδια; σκουλήκια θέλω». Καταλάβατε; Κ᾿ ἐμεῖς σκαλίζουμε τὴν κοπριὰ τῆς γῆς, γιὰ νὰ βροῦμε μηδαμινὰ πράγματα, ἐνῷ μπροστά μας εἶνε τὸ διαμάντι, ὁ Χριστός. Οἱ γιαγιάδες μας ἔλεγαν· «Ἔλα, παιδί μου, νὰ κοινωνήσῃς· νὰ πάρῃς τὸ διαμάντι, τὸ Χριστό!». Ἂν κάποιος πλούσιος μὲ μιὰ βαλίτσα διαμάντια τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων ἔλεγε «Ὅποιος ἀνεβῇ στὴ χιονισμένη κορφὴ τοῦ Ὀλύμπου, θὰ πάρῃ ἕνα διαμάντι», ὅλοι θὰ ἐγίνοντο ὀρειβάτες. Ἔτσι ἂς τρέξουμε κ᾿ ἐμεῖς πρόθυμα στὴν ἐκκλησία νὰ πάρουμε τὸ Χριστό, τὴ θεία κοινωνία.
―Μά, θὰ πῇς, τὸ διαμάντι εἶνε διαμάντι. Ἐγὼ ὅμως κοινωνῶ καὶ βλέπω ψωμὶ καὶ κρασί.
Μὴ βλέπῃς τὸ μυστήριο μὲ μάτια σαρκικά. Ρωτῆστε ἕνα καθηγητὴ τῶν φυσικῶν νὰ σᾶς πῇ πῶς ἔγινε τὸ διαμάντι. Πρὶν χιλιάδες χρόνια ἦταν κάρβουνο, κρυμμένο στὰ σπλάχνα τῆς γῆς· ἐκεῖ ὑπέστη ἀλλοιώσεις καὶ ἐπεξεργασία μέσα στὸ μεγάλο αὐτὸ χημεῖο. Ὁ Θεός, ποὺ ἔκανε τὸ κάρβουνο διαμάντι, μπορεῖ νὰ κάνῃ τὸ ψωμὶ σῶμα Χριστοῦ καὶ τὸ κρασὶ αἷμα.
2. Ἄλλη κατηγορία ἀνθρώπων εἶνε οἱ ἀδιάφοροι. Δὲν εἶνε ἄπιστοι, ἀλλὰ εἶνε ἀμελεῖς. Μοιάζουν μὲ τοὺς προσκεκλημένους στὸ δεῖπνο τῆς παραβολῆς τοῦ Χριστοῦ (βλ. Λουκ. 14,16-24· Ματθ. 22,14). Ὁ ἕνας γιὰ τὰ χωράφια, ὁ ἄλλος γιὰ τὰ βόδια, ὁ τρίτος γιὰ τὴ γυναῖκα, δὲν δέχτηκαν τὴν πρόσκλησι· εἶπαν, ὅτι δὲν εὐκαιροῦν. Ἔτσι καὶ οἱ σημερινοὶ Χριστιανοί· δὲν δέχονται τὴν πρόσκλησι τοῦ Χριστοῦ ποὺ τοὺς λέει «Λάβετε φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα…» (Ματθ. 26,26). Αὐτοὺς ἐρωτῶ· Πιστεύετε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ (Ἰω. 6,55,54) ποὺ εἶπε «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ», καὶ «ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ»; Τότε γιατί φεύγετε μακριὰ ἀπὸ τὴ θεία κοινωνία; Ἂν καλέσετε ἐσεῖς κάποιον σὲ τραπέζι, τὸν περιμένετε κι αὐτὸς δὲν ἔρχεται, δὲν θὰ τὸ θεωρήσετε περιφρόνησι καὶ δὲ᾿ θὰ στενοχωρηθῆτε; Ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς λυπᾶται ποὺ περιφρονεῖτε τὸ μέγα αὐτὸ μυστήριο.
3. Ὑπάρχουν μερικὲς εὐγενεῖς ψυχές, ποὺ θέλουν νὰ κοινωνοῦν ἀλλὰ διστάζουν. Τὸν δισταγμὸ αὐτὸ τὸν νιώθουν ὅλοι οἱ ἅγιοι. «Εἶμαι ἄξιος γιὰ τὰ ἄχραντα μυστήρια;…». Αὐτοὶ οἱ διστακτικοὶ μοιάζουν μὲ τὸν ὑπέροχο ἑκατόνταρχο, ποὺ εἶπε ταπεινὰ στὸ Χριστό· ―Διδάσκαλε, κάνε καλὰ τὸν ὑπηρέτη μου. Ὁ Χριστὸς ἀπήντησε· ―Θὰ ἔρθω στὸ σπίτι σου. Ἐκεῖνος ὅμως εἶπε· ―Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ ἔρθῃς, Κύριε. Δῶσε ἀπὸ μακριὰ μιὰ διαταγή, καὶ θὰ γίνῃ καλά (βλ. Ματθ. 8,5-13). «Δὲν εἶμαι ἄξιος»· τὸ λέμε κ᾿ ἐμεῖς, ἀλλὰ δὲν ἔχει τόση ἀξία. Δὲν εἶνε γνήσιο νόμισμα, ὅπως τοῦ ἑκατοντάρχου. Ἐκεῖνος τὸ εἶπε μὲ εὐλάβεια, ἐμεῖς τὸ λέμε μὲ ψευτοευλάβεια. Λές, ὅτι δὲν εἶσαι ἄξιος; Προσπάθησε νὰ γίνῃς. Ξέρω στὴ Φλώρινα ἕνα φιλότιμο παιδί, ποὺ ἔπαιρνε μικροὺς βαθμούς. Βλέποντας ὅτι οἱ γονεῖς του στενοχωροῦνται, λέει· «Θὰ βάλω τὰ δυνατά μου καὶ θὰ διορθώσω τοὺς βαθμούς». Ἄφησε τὰ παιχνίδια, στρώθηκε, καὶ ἔφτασε στὸ ἄριστα. Ἔτσι κ᾿ ἐσὺ φιλοτιμήσου ἀπὸ ἀνάξιος νὰ γίνῃς ἄξιος. Ὅταν ἤμουν στὸ Μεσολόγγι, συνέβη τὸ ἑξῆς. Ἕνας νέος ἀγάπησε μιὰ κοπέλλα. Ὁ πατέρας εἶπε ναί, ἡ κοπέλλα εἶπε ναί, ὑπὸ ἕναν ὅρο· σὲ ἕνα χρόνο νὰ πάρῃ τὸ πτυχίο τῆς ἰατρικῆς. Καὶ ὁ φοιτητὴς ὁ ρέμπελος καὶ γλεντζές, στρώθηκε στὴ μελέτη, σταμάτησε τὰ καφενεῖα καὶ τὶς παρέες, καὶ πρὶν περάσῃ ὁ χρόνος πῆρε τὸ πτυχίο. Ἔγινε ἄξιος τῆς ἀγάπης τῆς νέας, καὶ ἔγινε ὁ γάμος. Κ᾿ ἐσύ, ἂν ἀγαπᾷς τὸ Χριστὸ μὲ θεῖο ἔρωτα, θὰ προσπαθήσῃς νὰ γίνῃς ἄξιος τῆς ἀγάπης του καὶ νὰ τὸν βάλῃς στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς σου. Ὦ γυναῖκες ὦ ἄντρες, δὲν κατηγορῶ τὸν ἁγνὸ ἔρωτα ―ἀπὸ τὸ Θεὸ εἶνε δοσμένος―, ὁ ἁμαρτωλὸς εἶνε κακός. Ἀλλὰ στὴν κορυφὴ ὅλων τῶν ἐρώτων εἶνε ἕνας. Ὁ μεγάλος, ὁ ἀνίκητος, ὁ ἀνέκφραστος, ὁ ὑψηλὸς ἔρωτας εἶνε ν᾿ ἀγαπήσῃς τὸ Χριστὸ μὲ ὅλη τὴν καρδιά σου. Ἂν τὸν ἀγαπήσῃς, θὰ κάνῃς τὸ πᾶν γιὰ νὰ γίνῃς ἄξιος νὰ ἑνωθῇς μαζί του.
4. Σᾶς ἔδειξα τοὺς ἀκοινώνητους, τοὺς ἀμελεῖς, τοὺς διστακτικούς. Τώρα σᾶς δείχνω τὴν τελευταία κατηγορία· εἶνε αὐτοὶ ποὺ κοινωνοῦν ἀξίως τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Καὶ ποιοί εἶνε; Στὰ παλιὰ εὐλογημένα χρόνια κανείς δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία χωρὶς θεία κοινωνία, ὅπως τώρα κάνουν μὲ τὸ ἀντίδωρο. Ὅλοι, ὅταν ἄκουγαν τὸ «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε», κοινωνοῦσαν. Φόβος Χριστοῦ, πίστι ἀκράδαντη, ἀγάπη ἀπέραντη, εἶνε τὰ τρία στοιχεῖα γιὰ μιὰ θεάρεστη συμμετοχή. Ἔχουν σήμερα οἱ Χριστιανοὶ φόβο Θεοῦ; Μαζεύονται ὅλοι καὶ σπρώχνονται γιὰ νὰ κοινωνήσουν πρῶτοι. Δυσκολεύεται ὁ παπᾶς, τρέμουν τὰ χέρια του, ἀνατρέπεται ἡ θεία κοινωνία. Ἂν εχαμε ἕνα μόριο φόβου Θεοῦ, θὰ στεκόμασταν σὲ μιὰ γωνιὰ καὶ θὰ περιμέναμε νὰ κοινωνήσουμε τελευταῖοι. Θὰ λέγαμε· Χριστέ μου, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σὲ πάρω· ἂς κοινωνήσουν πρῶτα τὰ ἀθῷα παιδιά, μετὰ οἱ νέοι, ἔπειτα οἱ γέροντες, κ᾿ ἐγὼ σὰν ἁμαρτωλὸς ποὺ εἶμαι θὰ κοινωνήσω τελευταῖος… Ποῦ εἶνε ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ; ποῦ ἡ πίστι στὰ ἄχραντα μυστήρια; ποῦ ἡ ἀγάπη ἡ ἀπέραντη; Πῶς προχωροῦμε γιὰ νὰ λάβουμε τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας;

* * *

Ὅταν ὁ Μωϋσῆς ἔβοσκε τὰ πρόβατά του στὸ ὄρος Χωρήβ, στὴ βάτο ποὺ φλεγόταν χωρὶς νὰ καίγεται, ἄκουσε· «Λῦσον τὸ ὑπόδημα τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος ἐν ᾧ ἕστηκας γῆ ἁγία ἐστίν» (Ἔξ. 3,5· Πράξ. 7,33). Αὐτό ἀκοῦμε κ᾿ ἐμεῖς μέσα ἀπὸ τὸ ἅγιο ποτήριο. Ἡ θεία κοινωνία εἶνε φωτιά, ποὺ καίει ὅσους κοινωνοῦν ἀναξίως. Εἶσαι ἄχυρο; θὰ καῇς. Εἶσαι διαμάντι; θὰ καθαριστῇς καὶ θὰ λάμψῃς. Ὅποιος τὰ Χριστούγεννα θελήσῃ νὰ πλησιάσῃ τὰ ἅγια μυστήρια μὲ βρώμικη ψυχή, ἂς προσέξῃ.
Χριστιανέ· τὸ πουκάμισό σου δὲν τὸ ἀφήνεις λερωμένο· τῆς ψυχῆς σου ὅμως τὸ πουκάμισο ἔχεις πολὺ καιρὸ νὰ τὸ πλύνῃς, καὶ τολμᾷς ἔτσι νὰ πλησιάσῃς τὰ ἄχραντα μυστήρια; Πήγαινε στὸν πνευματικὸ πατέρα γιὰ νὰ καθαριστῇς. Γονάτισε, πὲς τ᾿ ἁμαρτήματά σου. Καὶ ἡ καρδιά σου, ὅσο βρώμικη κι ἂν εἶνε, θὰ γίνῃ λευκὴ σὰν τὸ χιόνι στὶς ἀπάτητες κορυφές. «Πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι» (Ψαλμ. 50,9). Κύριε, πολὺ ἁμαρτωλὸς εἶμαι. Πλῦνε με, Χριστέ μου, στὸ πλυντήριο τοῦ Γολγοθᾶ, στὸ μυστήριο τῆς μετανοίας, καὶ ἀξίωσέ με νὰ κοινωνήσω λέγοντας τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42)· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αυγουστίνος

Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου εις το χωρίον Μελίτης Φλωρίνης στις 21-12-1975