Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Ε, ντροπή πιά, Πατέρες της Ι. Μ. Κουτλουμουσίου!


           http://koutloumous.com
 ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΔΟΞΙΑ

Τον τελευταίο καιρό, και με αφορμή την πανορθόδοξο Σύνοδο της Κρήτης, περιφέρεται ο προβληματισμός για τη χρήση του όρου Εκκλησία και για τις σχέσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών προς τις άλλες χριστιανικές ομολογίες. Εύλογες ανησυχίες παράγουν γόνιμη κριτική, κάποτε όμως η κριτική διάθεση φθάνει σε επίπεδα αμείλικτης καταδίκης όλων, όσοι δεν κατακεραυνώνουν τους ετεροδόξους. Με άλλα λόγια, όποιος δεν καταδικάζει την (ήδη καταδικασμένη) αίρεση, όποιος δεν αποκαλεί τους ετεροδόξους συμμορίες αιρετικών, όποιος μάλιστα έπεσε στο παράπτωμα να αποκαλέσει τους άλλους «εκκλησία», αυτομάτως κατατάσσεται στη χειρότερη μορφή οικουμενισμού. Εξαρχής δηλώνουμε ότι το κείμενο αυτό δεν στοχεύει να εκτιμήσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα κείμενα και πεπραγμένα της Συνόδου. Στόχος είναι η ανάδειξη μιας σχετικώς άγνωστης πτυχής των αγίων Πατέρων, που μπορεί να φωτίσει σήμερα τις καρδιές μας.
[σ.σ.: α) Ἐξ ἀρχῆς, κάτι ξεχάσατε, πατέρες· μιλᾶτε γιὰ τὴν καταδικασμένη αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ, ἀλλὰ δὲν μιλᾶτε γιὰ τὶς καταδικασμενες ἀπὸ πλεῖστες Συνόδους αἱρέσεις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ· καὶ εὐλόγως, διότι μετέχετε σ’ αὐτὴ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ τὸν αἱρετικὸ Πατριάρχη!
β) Ξεχνᾶτε πολλά, ἁγιώτατοι, ἐνῶ θυμᾶσθε ἄλλα, ἐκεῖνα ποὺ σᾶς συμφέρουν. Ξεχνᾶτε ὅτι ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος νομοθέτησε: «Εἴ τις πᾶσαν παράδοσιν Ἐκκλησιαστικὴν ἔγγραφόν τε ἢ ἄγραφον ἀθετεῖ  ἀνάθεμα  ἔστω...» (Mansi. Τόμος 23ος, σελ. 128 επ.). Καὶ γνωρίζετε πόσες ἔγγραφες καὶ ἄγραφες παραδόσεις καταπατεῖ ὁ μνημονευόμενος ἀπὸ σᾶς Πατριάρχης! Ξεχνᾶτε π.χ., τὸν 45ο Ἀποστολικὸ Κανόνα ποὺ λέει: «Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος ἢ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω». Ξεχνᾶτε ὅτι «οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀναθεμάτιζαν καὶ ἀπέκοπταν τοὺς αἱρετικοὺς ὡς σάπια καὶ νεκρὰ μέλη, ὡς παντελῶς ξένα πρὸς τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας», ὅπως ἔγραψαν πρὶν ἀπὸ 2 μῆνες –τὴν 8η Νοεμβρίου 2016– οἱ συνάδελφοί σας ἁγιορεῖτες Πατέρες στὴν  «ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ». Ξεχνᾶτε ὅτι ὁ  Μ. Βασίλειος στην Πρὸς Μονάζοντας ἐπιστολή του λέει: «Μὲ ὅσους προσποιοῦνται ὅτι ὁμολογοῦν τὴν ὑγιῆ πίστιν, “κοινωνοῦσι” δὲ μὲ τοὺς ἀλλόδοξους, ἐὰν κατόπιν συμβουλῆς δὲν διακόψουν τὴν ἐπικοινωνίαν των αὐτήν, μὲ αὐτούς, ὄχι μόνον νὰ μὴν ἔχετε σχέσεις, “ἀλλὰ μηδὲ ἀδελφοὺς ὀνομάζειν”». Ξεχνᾶτε, ἐπίσης, ὅτι ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, διδάσκει σέ ἐπιστολή του πρὸς τὸν μοναχὸ Ναυκράτιο ἀναφερόμενος σὲ μιὰ ἀμφισβητούμενη ἀπὸ πολλοὺς αἵρεση, στὴν μοιχειανικὴ αἵρεσι τὰ ἑξῆς: «Πᾶς ὀρθοδοξῶν κατὰ πάντα, πάντα αἱρετικὸν δυνάμει κἂν οὐ ρήματι ἀναθεματίζει» (Δηλ., κάθε ὀρθόδοξος πρέπει νὰ ἀναθεματίζει τοὺς αἱρετικούς) (Φατ. 49, 142, 84). Κι ἐσεῖς μᾶς λέτε, χωρὶς ντροπή, ὅτι σὲ περίοδο ποὺ ἡ πίστη καταβαραθρώνεται ἀπὸ τοὺς Παναιρετικοὺς Οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι ἀποκαλοῦν σὲ ἐπίσημα Συνοδικὰ κείμενα (κι ὄχι σὲ λόγους ἁβροφροσύνης) τοὺς αἱρετικοὺς Ἐκκλησία, πὼς πρέπει νὰ ἀνεχόμαστε τὴν βαρθολομαίϊκη καὶ ζηζιούλια ὀνομασία τῶν αἱρετικῶν ποὺ τὶς κατοχύρωσαν ὡς «ἀδελφές Ἐκκλησίες»!
γ) Φτάνετε δὲ σὲ τέτοιο σημεῖο ἀλλοίωσης τῆς ἁγιοπατερικῆς Παραδόσεως, ὥστε νὰ κατακρίνετε ὅσους ἐφαρμόζουν αὐτὴν τὴν Παράδοση,  ὅπως φαίνεται στὴν  φράση σας «η κριτική διάθεση (κάποιων) φθάνει σε επίπεδα αμείλικτης καταδίκης όλων, όσοι δεν κατακεραυνώνουν τους ετεροδόξους»! Σᾶς θυμίζουμε, λοιπόν, ὅτι ὁ Α΄ Κανόνα τῆς Ἑβδόμης  Οἰκουμενικῆς  Συνόδου ποὺ λέει: «Ὁ μὴ καταδικάζων καὶ ἀναθεματίζων τοὺς ὑπὸ τῶν Συνόδων κατακριθέντας σφάλλει  και παραπαίει περί την πίστιν».
Ἄρα, ἡ ὅποια κριτικὴ τῶν πιστῶν γιὰ τὸ ὕποπτο ρόλο ὅσων κοινωνοῦν καὶ δὲν καταδικάζουν τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστές (κριτικὴ ποὺ δὲν ἐξασκεῖται σὲ ἁπλοὺς πιστούς, ἀλλὰ σὲ ὅσους ἔχουν ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως τὸν ρόλο τῶν φρουρῶν τῆς Πίστεως -ὅπως σεῖς οἱ μοναχοί- καὶ ἀποδεικνύονται ἀντὶ γιὰ φρουροί, προδότες), ἔχει ἐρείσματα στὴν Πατερική μας Παράδοση, τὴν ὁποία οἱ λαϊκοὶ βλέπουν νὰ καταπατεῖται ἀπὸ Πατριάρχες, Ἐπισκόπους Ποιμένες καὶ Μοναχούς!].

Αναμφίβολα, οι θεοφόροι Πατέρες ήσαν προσεκτικοί και ακριβείς στην οριοθέτηση της ορθής πίστης από την εσφαλμένη και, κατ’ επέκτασιν, στην καταδίκη των αιρέσεων που αναστάτωναν το πλήρωμα της Εκκλησίας. Αλλά πολύ πριν εισαχθούν στις μοναστικές βιβλιοθήκες οι τόμοι της Γαλλικής χρηστοήθειας, οι ίδιοι Πατέρες έδωσαν παραδείγματα μιας ευγένειας που μπορεί να σκανδαλίσει την υπερευαίσθητη συνείδηση. Η ευγένεια αυτή δεν αποτελεί εξωτερική συμπεριφορά, αλλά έκφραση βαθειάς ανθρωπιάς και πνευματικής διάκρισης. Εκδηλώνεται στις επιμέρους σχέσεις με ετεροδόξους, αλλά κάποιες φορές και στη χρήση του όρου εκκλησία, τουλάχιστον όπου υπάρχουν ιστορικοί τίτλοι.
Από τις πηγές αντλήσαμε και παραθέτουμε κάποια παραδείγματα.
Κοντά τέσσερις αιώνες μετά το οριστικό σχίσμα με τη Ρώμη, μπροστά στον εφιάλτη των Οθωμανών, συγκαλείται το 1438 σύνοδος στη Φερράρα, με σκοπό την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας Ορθοδόξων και Λατίνων, αφού ο Έλλην αυτοκράτωρ ήλπιζε στη βοήθεια των Ευρωπαίων (χωρίς δυστυχώς να γνωρίζει ότι η Ευρώπη δεν έδινε και μεγάλη σημασία στον συγκεκριμένο πάπα). Από την πολυάριθμη Ορθόδοξη αντιπροσωπεία ο Μάρκος Ευγενικός, μητροπολίτης Εφέσου, συντάσσει επιστολή προς τον «μακαριώτατο πάπα της πρεσβυτέρας Ρώμης». Αποτελεί έκκληση για επανένωση στη βάση της αληθινής πίστεως, χωρίς προκαταλήψεις ή σκοπιμότητες. Σταχυολογούμε και μεταγράφουμε στην καθομιλουμένη κάποια σημεία:
Σήμερα τα μέλη του Δεσποτικού σώματος, που διασπάσθηκαν και διερράγησαν πριν από πολλά χρόνια, σπεύδουν στη μεταξύ τους ένωση. Διότι δεν ανέχεται η κεφαλή, ο Χριστός, να είναι το σώμα διαιρεμένο, ούτε η αγάπη θέλει να αναιρείται από μας ο δεσμός της. Γι αυτό παρακίνησε εσένα, τον πρωτεύοντα των ιερέων, να ανταποκριθείς στο κάλεσμά μας… Έλα, λοιπόν, αγιότατε πάτερ, υποδέξου τα τέκνα σου που έρχονται από τη μακρινή Ανατολή, …ανάπαυσε τους σκανδαλισμένους… Έως πότε όσοι ανήκουμε στον ίδιο Χριστό και στην ίδια πίστη θα χτυπάμε ο ένας τον άλλον; Έως πότε οι προσκυνητές της Τριάδος θα δαγκώνουμε και θα κατασπαράζουμε ο ένας τον άλλον, μέχρι αλληλοεξόντωσης και πλήρους εξαφάνισης από τους έξω εχθρούς; Μη γένοιτο τούτο, Χριστέ Βασιλεύ, ας μη νικήσει την αγαθότητά Σου η πληθύς των αμαρτιών μας…
Με τη γρήγορη αποκάλυψη του ψεύδους της συνόδου, ο Μάρκος αρνήθηκε τον ενωτικό όρο, και επιστρέφοντας κατήγγειλε την κακήν αιχμαλωσία. Είναι βέβαιο όμως τούτο: αν τότε υπήρχε διαδίκτυο να δημοσι­εύσει το κείμενό του προς τον πάπα, ή αν γραφό­ταν σήμερα τούτο το κείμενο, οι Ορθόδοξοι ιστότοποι θα εμπλουτίζονταν με σχόλια ιερής αγανάκτησης και ομολογιακού παροξυσμού, όπως «Αίσχος», «Ντροπή», «Προδοσία», «οι οικουμενιστές ξεσκεπά­ζονται», αλλά και άλλες χριστιανικές αβρότητες!

[σ.σ.: Μὰ τόση ἀνεντιμότητα πιὰ ἀπὸ μοναχοὺς καὶ ἡγουμένους;
    Γιὰ πεῖτε μας, Ἁγιορεῖτες Πατέρες τῆς Κουτλουμουσίου, ποὺ εἶστε «εὐγενεῖς» γιὰ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἀσεβεῖς γιὰ τοὺς Ἁγίους καὶ τὴν πίστη μας
α) ἀφοῦ παρακολουθεῖτε τὰ ἱστολόγια, δὲν ἔτυχε νὰ δεῖτε τὰ κείμενα ποὺ ἐπανειλημμένως δημοσιεύτηκαν –κι ὄχι μόνο στὸ δικό μας ἱστολόγιο– διὰ τῶν ὁποίων ἐξηγεῖται πλήρως τὸ γιατί ὁ ἅγιος Μᾶρκος φέρθηκε ἔτσι στὶς πρῶτες συνεδριάσεις τῆς Συνόδου Φερράρας; Εἶναι τόσο ξεκάθαρη ἡ ἐξήγηση τῶν εὐγενικῶν προσφωνήσεων τοῦ Ἁγίου στὰ κείμενα ποὺ ἔχουν δημοσιευθεῖ, ὥστε ὅποιοι δὲν θέλουν νὰ τὴν καταλάβουν, τί ἄλλο κάνουν παρὰ ἐθελοτυφλοῦν; Νὰ σᾶς τὸ θυμήσουμε, λοιπόν, κι αὐτό: Φέρθηκε ἔτσι ὁ ἅγιος Μᾶρκος στὴ Φερράρα, διότι –ὅπως τὰ ἀδιάψευστα κείμενα μᾶς πληροφοροῦν– ὅταν  ἔφυγαν Πατριάρχης καὶ Ἐπίσκοποι ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούλολη, ἐκπεφρασμένη ἀπόφαση εἶχαν νὰ μὴν ὑποχωρήσουν εἰς τὰ τῆς Πίστεως! (Παρακολουθεῖστε τὰ κείμενα ἐδῶ).
β) Ἔπειτα, οἱ φιλοφρονήσεις τοῦ ἁγίου Μάρκου ἀσφαλῶς καὶ ἐλέχθησαν, ὅμως, Πατέρες –ὅπως παραδέχεσθε κι ἐσεῖς– «με τη γρήγορη αποκάλυψη του ψεύδους της συνόδου, ο Μάρκος αρνήθηκε τον ενωτικό όρο, και επιστρέφοντας κατήγγειλε την κακήν αιχμαλωσία». Ἄρα, πόσο κράτησε αὐτὴ ἡ κατ’ οἰκονομία «εὐγένεια»; Μερικὲς βδομάδεςἢ μερικοὺς μόνο μῆνες, ἕως ὅτου ἔγινε ἡ «γρήγορη αποκάλυψη του ψεύδους της συνόδου»! Σήμερα, ὅμως, τί γίνεται; Πόσο κρατοῦν οἱ φιλοφρονήσεις; Δὲν κρατοῦν κάποιες δεκαετίες; Καὶ ἐν τῷ μεταξὺ δὲν ἀποκαλύπτεται ἡ συστηματικὴ καὶ ἐπιτεινόμενη προδοσία τῆς Ὀρθοδοξίας, μὲ τὶς συμπροσευχές, τοὺς Διαλόγους, τὶς συμφωνίες Μπάλαμαντ, Σάμπεζυ, Πόρτο Ἀλέγκρε κ.ἄ, καὶ τέλος μὲ τὴν Κολυμπάριο Σύνοδο; Ἀσφαλῶς. Σὲ τέτοιο ρυθμό, μάλιστα, ποὺ δὲν προλαβαίνουμε νὰ συνέλθουμε ἀπὸ τὴν μία προδοσία, μαθαίνουμε γιὰ τὴν ἄλλη! Ἔτσι λοιπόν, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος  μετὰ ἀπὸ ἑβδομάδες καὶ μερικοὺς μῆνες κι ὄχι χρόνια, ἀφ’ ὅτου ἔγινε ἡ «αποκάλυψη του ψεύδους της συνόδου» ἀποκαλοῦσε τοὺς Παπικοὺς Ὄφεις κι ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τοὺς φιλοπαπικοὺς Ἐπισκόπους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους δίδασκε ὅτι κι οἱ πιστοὶ ἔπρεπε ἀμέσως νὰ ἀπομακρυνθοῦν! Ναὶ ἢ ὄχι;
Κι ἀφοῦ μᾶς φέρνετε τὸ παράδειγμα τοῦ Ἁγίου, γιατί καὶ σεῖς δὲν μεταχειρίζεστε, ὄχι χειρότερες ἐκφράσεις γιὰ τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ αὐτὲς τὶς ἴδιες τοῦ ἁγίου Μάρκου, ἀφοῦ δεκαετίες τώρα ὁλοφάνερα καὶ κατάμουτρα μᾶς κοροϊδεύουν οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ Οἰκουμενιστές; Ἁπλόν! Γιατὶ ταυτιστήκατε μὲ τὴν λογικὴ τῶν αἱρετικῶν προϊσταμένων σας Οἰκουμενιστῶν! Ἔτσι, γιὰ νὰ καλύψετε τὶς ἐνοχές σας, κατηγορεῖτε ὅσους ἀκολουθοῦν τὸν ἅγιο Μᾶρκο κι ὄχι τὴν ἀφεντιά σας καὶ τὸ ἀφεντικό σας!
Ἔχουμε ἀκόμα κουράγιο –παρὰ τὴν ἀγανάκτηση γιὰ τὴν συμπεριφορά σας– νὰ θυμίσουμε (ὄχι πλέον γιὰ σᾶς, μᾶλλον μοιάζει μάταιος ὁ κόπος) ἀλλὰ γιὰ ὅσους ἐπηρεάζετε, τί εἶπε ὁ ἅγιος Μᾶρκος γιὰ τοὺς αἱρετικοὺς τῆς ἐποχῆς του: «Οὐ μόνον εἰσὶν οἱ Λατῖνοι σχισματικοί, ἀλλὰ καὶ αἱρετικοί… καὶ ὡς αἱρετικοὺς αὐτοὺς ἀπεκόψαμεν»!!! Γιατί ἐκπλήττεσθε, λοιπόν, γιὰ τοὺς χαρακτηρισμοὺς τῶν ἱστολογίων κατὰ τῶν συγχρόνων αἱρετικῶν; Γιατί ἐσεῖς, ἔχετε ἤδη συμβιβασθεῖ μὲ τὴν αἵρεση, καὶ ἀκολουθεῖτε τὶς συμβουλὲς τοῦ αἱρεσιάρχη, ποὺ θέλει νὰ ἐξαφανίσει τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ ἀντιστέκονται στὴν αἵρεση ποὺ κι ἐσεῖς πλέον ὑπηρετεῖτε! Προσποιούμενοι, λοιπόν, ὅτι δὲν γνωρίζετε ὅλα τὰ παραπάνω, συνεχίζετε].
Τί συνέβη λοιπόν; Γιατί ο Μάρκος αποκαλεί τους Ορθοδόξους «τέκνα» σκανδαλισμένα του «μακαριωτάτου» πάπα; Και γιατί χρησιμο­ποιεί την ανορθόδοξη εικόνα του διαιρεμέ­νου Σώματος του Χριστού; Δεν ήσαν οι αιρετικές θέσεις των Λατίνων απολύτως γνωστές; Δεν είχε ήδη προηγηθεί η σύγκρου­ση του ορθόδοξου ησυχασμού με τη σχολα­στική θεολογία; Δεν έφερε ο Άγιος τη συλλο­γι­κή μνήμη της σκληρής Φραγκοκρα­τίας και της ψευδο-συνόδου της Λυών (1274), γεγονό­των που πλάτυναν ακόμη περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τη Ρώμη με τους δορυφόρους της; Αλλά ο Μάρκος γνώριζε ότι γενιές και άνθρωποι αλλάζουν και, εν πάση περιπτώσει, τίποτε δεν μεταβάλλει το ήθος του αληθινού Χριστια­νού. Παρέμενε, έτσι, ο οικουμενικός άνθρω­πος, που αγκαλιάζει, ελπίζει, συγχωρεί, τείνει χείρα καταλλαγής, γίνεται Ιουδαίος για τους Ιουδαίους (Α Κορ. 9, 20). Η επιστολή του εκφράζει τη σταθερότητα στην ορθόδοξη πίστη («Τί λάθος βρήκαμε στους Πατέρες, ώστε να ομολογούμε πράγματα έξω από την κοινή παράδοση;»), αλλά ο λόγος της είναι γέννημα ευαισθησίας, διάκρισης και γνήσιου πόθου για την προσέγγιση του πλησίον.

[σ.σ.: α) Πόση παραπλάνηση, ψευδο-Ποιμένες τῆς Κουτλουμουσίου! Πράγματι οἱ ἄνθρωποι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλάξουν, καὶ σ’ αὐτὸ ἤλπιζε ὁ ἅγιος Μᾶρκος. Ἀλλὰ δὲν ἄλλαξαν τελικά. Καὶ δὲν ἄλλαξαν μέχρι σήμερα! Συνεχίζουν τὴν πλάνη καὶ τὴν προσπάθεια ἀπορρόφησης τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν χοάνη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς Πανθρησκείας! Ὥστε βγαίνει ἀληθινὴ ἡ «προφητεία» τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὅτι, ὅπως στοὺς ἐλέφαντας –ὅταν πέσουν– δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ σηκωθοῦν τὸ πάχος, ἔτσι καὶ «τοῖς Λατίνοις ὁ τύφος» (=ἡ ἀλαζονία,) ὡς «πάθος ἀνίατον» δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ σηκωθοῦν. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἑκουσίως συνεχίζουν νὰ ὑπηρετοῦν αὐτὸ τὸ πάθος, τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς σηκώσει, ἀκόμα κι ἂν ἡ βοήθεια ἔρθει ἀπὸ τὸν οὐρανό: «ἐθελοντάς δέ κειμένους ὀνήσει τό παράπαν οὐδέν, κἄν παρ' αὐτῶν τῶν οὐρανίων νόων σκευάζηταί τε καί προσάγηται τό τῆς ψευδοδοξίας ἴαμα· τούτων γάρ λόγος προφητικοῖς ρήμασιν ἐκπεφασμένος, ὡς “ἰατρεύσαμεν τήν Βαβυλῶνα καί οὐκ ἰάθη”» (Περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, λόγος Β΄, § 2).
β)  Ὥστε, λοιπόν, μᾶς διδάσκετε ὅτι «ἀγκαλιάζει» ὁ Ἅγιος τοὺς αἱρετικοὺς κι ἄρα, ἐσεῖς κι ὁ Πατριάρχης σας, καλὰ κάνετε ποὺ «ἀγκαλιάζετε» μὲ τὴ σειρά σας τοὺς αἱρετικούς; Δὲν διαβάσατε πώς, ἀμέσως μετά –καὶ παρὰ τὶς ἀρχικὲς φιλοφρονήσεις– λέγει γι’ αὐτούς: «Οὐ μόνον εἰσὶν οἱ Λατῖνοι σχισματικοί, ἀλλὰ καὶ αἱρετικοί… καὶ ὡς αἱρετικοὺς αὐτοὺς ἀπεκόψαμεν»; Δὲν διαβάσατε πὼς τοὺς ἀποκαλεῖ «χριστοκαπήλους καὶ χριστεμπόρους· μιξοθήρας ανθρώπους»; (δηλαδὴ κατὰ τὸ ἥμισυ ἀνθρώπους καὶ  κατὰ τὸ ἥμισυ θηρία). Πὼς τοὺς ἀποκαλεῖ ὄφεις καὶ μᾶς προτρέπει· «Φευκτέον αὐτούς, ὡς φεύγει τὶς ἀπὸ ὄφεως, ὡς αὐτοὺς ἐκείνους»; Ὅτι ἀλλοῦ πάλι λέγει: «...Φεύγετε οὖν αὐτοὺς ἀδελφοί, καὶ τὴν πρὸς αὐτοὺς κοινωνίαν. οἱ γὰρ τοιοῦτοι, (δηλ. οἱ λατινόφρονες -οἱ Οἰκουμενιστὲς σήμερα- ἐπίσκοποι), εἶναι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ...»; (Patrologid Orientalis Tome XV Au Concile de Flotence, σέλ. 318-320).
Ναί· τοὺς προσέγγισε ὁ Ἅγιος, ἐλπίζοντας στὴν μετάνοιά τους. Καὶ δὲν τοὺς προσέγγισε μὲ σκοπιμότητα καὶ δολιότητα, ὅπως ἔκανε ὁ Ἀθηναγόρας κι ὅπως κάνει ὁ Βαρθολομαῖος! Ὁ ἅγιος Μᾶρκος, ὅταν κατάλαβε τὴν πονηρία τους, ἀπομακρύνθηκε ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς Παπικούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς φιλοπαπικούς-Οἰκουμενιστὲς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης! Ὁ Βαρθολομαῖος καὶ οἱ περὶ αὐτόν, ὄχι μόνο δὲν ἀπομακρύνονται ἀπὸ τοὺς πονηροὺς Παπικοὺς καὶ Προτεστάντες, ἀλλὰ ἔγινε κι αὐτὸς πονηρός· δρᾶ κι αὐτὸς μὲ αὐταπόδεικτη πονηρία, ὡς νέος παναιρετικός Πατριάρχης, μιμούμενος τὸν Πάπα καὶ κάθε αἱρετικὸ προκάτοχό του!
   Ποιόν λοιπόν μιμεῖσθε ἐσεῖς, Πατέρες; Τὸν ἅγιο Μᾶρκο τάχα, ποὺ μᾶς τὸν προβάλλετε ὡς παράδειγμα ἢ τοὺς ἀνὰ τοὺς αἰῶνας συμπορευόμενους μετὰ τῶν αἱρετικῶν; Γιατί δὲν κάνετε κι ἐσεῖς ὅ,τι ἔκανε ὁ Ἅγιος; Γιατί δὲν ἀπομακρύνεσθε ὄχι ἀπὸ τοὺς Παπικούς, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Πατριάρχη καὶ τοὺς ἄλλους Οἰκουμενιστές, ὅπως ἔκανε ὁ ἅγιος Μᾶρκος; Γιατί κρύβετε δόλια ὅτι ἡ «ευαισθησία, διάκριση και γνήσιος πόθος για την προσέγγιση του πλησίον» τοῦ Ἁγίου Μάρκου τέλειωσε, ἐξαντλήθηκε μετὰ μερικοὺς μῆνες, κι ὄχι μετὰ ἀπὸ μερικὲς δεκαετίες, καὶ ποιός ξέρει γιὰ πόσα χρόνια ἀκόμα; Ἀσφαλῶς μέχρι τὴν πλήρη ἐπικράτηση τῆς Παναιρέσεως].
Ας πάμε πιο πίσω, στην εποχή του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, όπου ο ίδιος αναφέρεται στην ενδεδειγμένη στάση των Ορθοδόξων έναντι των αιρετικών Ανομοίων (που αποτελούσαν σκληροπυρηνικό παρακλάδι του Αρειανισμού) και ουσιαστικά περιγράφει μια ουσιώδη πτυχή του πνευματι­κού ανθρώπου:
Ας μην είμαστε επιθετικοί προς αυτούς, ας μη προβάλλουμε θυμό, αλλά ας διαλεγόμεθα με επιείκεια μαζί τους. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε ισχυρότερο από την επιείκεια και την πραότη­τα. Τονίζοντας αυτό ο Παύλος έλεγε «Δοῦλον δὲ Κυρίου οὐ δεῖ μάχεσθαι, ἀλλ’ ἥπιον εἶναι πρὸς πάντας» (Β Τιμ. 2, 24). Όχι προς τους αδελφούς μόνο, αλλά προς όλους … Αν βέβαια οι φιλίες μαζί τους βλάπτουν και σπρώχνουν στην ασέβεια, ακόμη κι αν πρόκειται για τους γονείς, πρέπει κανείς να τρέχει μακριά … Αν δεν βλάπτεται ως προς την πίστη, ας τους ελκύει προς το μέρος του. Αν πάλι υφίσταται βλάβη χωρίς να βοηθά και τους ίδιους, ας φεύγει. Ας φεύγει μόνο, δίχως να κάνει πόλεμο. Αυτό και ο Παύλος παραινεί λέγοντας, «Όσο εξαρτάται από σας, να είσθε ειρηνευμένοι με όλους» (Περί Ακαταλήπτου).
Ο Άγιος θεωρεί την αίρεση φλεγμονώδες τραύμα. Και τέτοια τραύματα, λέγει, δεν ανέχονται απρόσεκτες επεμβάσεις, ούτε το άγγιγμα του χεριού. Έτσι οι πιο σοφοί των ιατρών με πολύ απαλό σπόγγο καταψύχουν παρόμοια έλκη. Έλκος στην ψυχή είναι και η αιρετική δοξασία και χρειάζεται προσηνές ύδωρ με απαλό σπόγγο. Ακόμη κι αν ο ασθε­νής βρίζει και λακτίζει και φτύνει, είναι ανάγκη να το υπομένουμε, χωρίς να παρατά­με τη θεραπεία. Αυτό βέβαια μπορούν να το κάνουν οι δυνατοί και ανεπηρέαστοι (Βλ. Περί Ακαταλήπτου).

[σ.σ.: Δυστυχῶς, Πατέρες, γράψατε ἕνα ἄρθρο, τὸ ὁποῖο ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος διαστρεβλώνει τὴν Πίστη καὶ τοὺς Πατέρες. Χρησιμοποιεῖτε, ὅπως καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Μᾶρκο, ἕνα μέρος τῆς πραγματικότητος καὶ τὸ γενικεύετε, καθιστώντας τὸν λόγο σας ψέμα!  Καί –δυστυχῶς– δὲν εἶστε οἱ μόνοι. Αὐτό, τὸν δρόμο τῆς διαστροφῆς, ἔχουν ἐπιλέξει τὰ τελευταῖα χρόνια (καὶ τὸν μετέρχονται ὅλο καὶ συχνότερα) οἱ Οἰκουμενιστές, ὅπως στοὺς αἰῶνες ὅλοι οἱ αἱρετικοί! Τὰ παραδείγματα εἶναι πάμπολλα (δεῖτε σὲ ἄρθρα τοῦ κ. Τζανάκη Γ., ἐδῶ κι ἐδῶ, τὴν κατάδειξη τέτοιων περιπτώσεων διαστροφῆς τῆς ἀλήθειας ποὺ τόλμησε ὁ μητροπολίτης Γόρτυνος Ἱερεμίας καὶ ὁ καθηγητὴς Βλ. Φειδᾶς). Ἐδῶ πάλι διαστρέφετε τὴν πρόθεση καὶ τὴν ὅλη διδασκαλία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος στὸ συγκεκριμένο λόγο του πρὸς Ἀνόμοιους καὶ μὲ τὰ παραπάνω λόγια, δὲν μᾶς διδάσκει νὰ κοινωνοῦμε μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ «κάνει οἰκονομία» πρὸς ἀποδεδειγμένα καλοπροαίρετους αἱρετικούς! Ἀπὸ τοὺς κακοπροαίρετους αἱρετικοὺς καὶ τοὺς κακοὺς ποιμένες, ὅμως, μᾶς διδάσκει νὰ φεύγουμε μακριά. Ὁ Ἅγιος λοιπόν, «ἐφαρμόζοντας θετικὰ τὴν Ἐντολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, βλέποντας δηλαδὴ ὅτι οἱ “νουθεσίες” του ἔπιαναν τόπο, ἀφοῦ διέκρινε πὼς στὴν καρδιὰ τῶν αἱρετικῶν εἶχε ἀρχίσει ἡ διαδικασία τῆς μετάνοιας καὶ «μεθ' ἡδονῆς» ἄκουγαν τὰ κηρύγματά του καὶ ὑπόμεναν τὴν δοκιμασία ὑπακοῆς ποὺ τοὺς ὑπέβαλε, τότε καὶ ὑπ’ αὐτὲς τὶς συνθῆκες “ἀνεχόταν μέσα στὸν ὀρθόδοξο ναὸ τὴν παρουσία” τῶν Ἀνομοίων κατὰ τὴν ὥραν τοῦ κηρύγματος, δὲν ἀνταποκρινόταν ὅμως, σκοπίμως, στὴν ἐπιθυμία τους νὰ ὁμιλήσει διεξοδικὰ γιὰ τὶς διαφορὲς Ὀρθοδόξων καὶ Ἀνομοίων, ἀναβάλλοντας αὐτὸ τὸ θέμα γιὰ ἀργότερα∙ γράφει:  “ἐγὼ μὲν γὰρ καὶ πάλαι τούτους ὤδινον πρὸς ὑμᾶς τοὺς λόγους εἰπεῖν, ἔμελλον δὲ καὶ ἀνεβαλλόμην, ὅτι πολλοὺς τῶν ταῦτα νοσούντων ἑώρων μεθ' ἡδονῆς ἡμῶν ἀκροωμένους, καὶ οὐ βουλόμενος ἀποσοβῆσαι τὴν θήραν, τέως ἐπεῖχον τὴν γλῶτταν τούτων τῶν παλαισμάτων, ὥστε μετὰ τὸ κατασχεῖν αὐτοὺς ἀκριβῶς, τότε ἐπαποδύσασθαι”. Καὶ τότε μόνο ἀνταποκρίθηκε μὲ ἀγάπη στὴν ἐπιθυμία τους γιὰ “Διάλογο”, ἀφοῦ ἐγκαθιδρύθηκε ἕνα κλίμα ἐμπιστοσύνης μεταξύ τους, ποὺ θὰ τοὺς βοηθοῦσε νὰ ἀντέξουν τὴν χειρουργικὴ ἐπέμβαση τῆς καθαίρεσης τῶν αἱρετικῶν καρκινωμάτων» (Σημάτη Π., Ἡ Πατερικὴ στάση στοὺς  Θεολογικοὺς Διαλόγους)Τὴν ἴδια τακτικὴ τῆς διαστροφῆς κειμένων καὶ τοποθετησεων τῶν Ἁγίων χρησιμοποιεῖτε καὶ γιὰ τὸν Μ. Βασίλειο. Γράφετε:]
Λίγο νωρίτερα, ο Μέγας Βασίλειος, στους Όρους κατ’ επιτομήν, απαντά στο ερώτημα, αν ο μοναχός μπορεί να ασπασθεί ή να συμφάγει με αιρετικό: Τον κοινό ασπασμό δεν απαγόρευσε για κανέναν ο Κύριος, λέγο­ντας «ἐὰν ἀσπάσησθε τοὺς φίλους ὑμῶν μόνον, τί περισσὸν ποιεῖτε; Οὐχὶ καὶ οἱ ἐθνικοὶ οὕτω ποιοῦσιν;» (Ματθ. 5, 47). Όσο για το με ποιούς εμποδιζόμαστε να παρακαθί­σουμε σε τράπεζα, το Ευαγγέλιο αναφέρει συγκεκριμένα τους (αμετανόητους) μοιχούς, πόρνους, άρπαγες και ειδωλολά­τρες.
[σ.σ.: Πατέρες, εἶστε πράγματι φοβεροὶ στὴν διαστροφὴ τῶν Ἁγίων καὶ τῆς Γραφῆς. Δὲν διαβάσατε ποτὲ στὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων ὅτι μὲ τοὺς ἀμετανόητους αἱρετικοὺς ἀπαγορεύεται ἀκόμα καὶ νὰ συντρώγομε; Δὲν λέγει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, «φεύγῃ τήν αἵρεσιν ἤγουν τούς αἱρετικούς, τοῦ μήτε κοινωνεῖν αὐτοῖς, μήτε ἀναφέρειν ἐν τῇ εὐαγεστάτῃ αὐτῆς μονῇ ἐπί τῆς θείας λειτουργίας· ὅτι μέγισται ἀπειλαί κεῖνται παρά τῶν ἁγίων ἐκφωνηθεῖσαι τοῖς συγκαταβαίνουσιν αὐτῇ μέχρι καί ἑστιάσεως. …ἐχθρούς γάρ θεοῦ ὁ Χρυσόστομος οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο»; (Φατ. 39, 113,51· PG 99,1048 D). Κι ἐσεῖς πιάνεσθε ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Μ. Βασιλείου, τὸ πετσοκόβετε, τὸ παρερμηνεύτε καὶ μᾶς παρουσιάζετε τὸν Ἅγιο νὰ εὐνοεῖ τὶς κακόδοξες ἐνέργειες τῶν Οἰκουμενιστῶν; Γιὰ νὰ δοῦμε ὁ Ἅγιος λέγει αὐτὰ ποὺ ἐννοεῖτε ἐσεῖς; Παρουσιάζουμε ὅλο τὴν ἀπάντηση τοῦ Ἁγίου στὴν παρακάτω ἐρώτηση:
«ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΡΚΔ΄. Εἰ δεῖ μετὰ αἱρετικῶν ἢ Ἑλλήνων κατὰ συντυχίαν εὑρεθέντα που, ἢ συνεσθίειν αὐτοῖς, ἢ ἀσπάζεσθαι αὐτούς.
ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ. Τὸν μὲν ἀσπασμὸν τοῦτον δηλονότι τὸν κοινὸν ἐπ’ οὐδενὸς ὁ Κύριος ἀπηγόρευσεν, εἰπών· Ἐὰν ἀσπάσησθε τοὺς φίλους ὑμῶν μόνον, τί περισσὸν ποιεῖτε; Οὐχὶ καὶ οἱ ἐθνικοὶ οὕτω ποιοῦσι; περὶ δὲ τοῦ συνεσθίειν ἔχομεν παραγγελίαν τοῦ Ἀποστόλου, ἐπὶ τίνων χρὴ παραιτεῖσθαι τοῦτο, εἰπόντος· Ἔγραψα ὑμῖν ἐν τῇ ἐπιστολῇ μὴ συναναμίγνυσθαι πόρνοις, καὶ οὐ πάντως τοῖς πόρνοις τοῦ κόσμου τούτου, ἢ πλεονέκταις, ἢ ἅρπαξιν, ἢ εἰδωλολάτραις· ἐπεὶ ὀφείλετε ἄρα ἐκ τοῦ κόσμου ἐξελθεῖν. Νῦν δὲ ἔγραψα ὑμῖν μὴ συναναμίγνυσθαι. Ἐάν τις ἀδελφὸς ὀνομαζόμενος, ἢ πόρνος, ἢ πλεονέκτης, ἢ εἰδωλολάτρης, ἢ λοίδορος, ἢ μέθυσος, ἢ ἅρπαξ, τῷ τοιούτῳ μηδὲ συνεσθίειν».
Τί σχέση, λοιπόν, ἔχει ἡ τυχαία -«κατὰ συντυχίαν»- συνεστίαση μὲ ἐθνικούς -ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ γίνει καὶ ἀφορμὴ ἱεραποστολῆς, μὲ τὴν ὀργανωμένη καὶ σκόπιμη συνεστίαση τῶν Οἰκουμενιστῶν μετὰ τῶν ἀμετανόητων αἱρετικῶν; Δὲν ὑπάρχουν Ἱ. Κανόνες ποὺ τὸ ἀπαγορεύουν; Τότε γιατί προστρέχετε πονηρὰ σὲ ἕνα μεμονωμένο κείμενο τοῦ Μ. Βασιλείου, ποὺ γράφτηκε γιὰ ἄλλη περίπτωση καί, ἐν τέλει, δὲν συνηγορεῖ σ’ αὐτὸ ποὺ θέλετε νὰ πεῖτε; Καὶ δὲν συνηγορεῖ γιατὶ ὁ Μ. Βασίλειος στὴ συνέχεια μᾶς λέγει ὅτι ναὶ μέν, νὰ χαιρετᾶμε καὶ νὰ τρῶμε μὲ κάποιους ποὺ τυχαῖα συναντήσαμε, ἀλλὰ νὰ ἀποφεύγουμε ἐκείνους ποὺ γνωρίζουμε ὅτι τὸ ἦθος δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸ ἦθος τοῦ Εὐαγγελίου. Ἑρμηνεύοντας μάλιστα ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τὴν Πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολὴ τοῦ Παύλου μᾶς λέγει ὅτι τὸ «πάντως τοῖς πόρνοις…» τὸ χρησιμοποιεῖ «ὡς ἐπὶ ὡμολογημένου τιθείς». Κι ἂν μᾶς ἀπαγορεύει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ὁ Μ. Βασίλειος νὰ συναναστρεφόμαστε μὲ τοὺς ἅρπαγες καὶ τοὺς μέθυσους, ἐσεῖς μᾶς λέτε ὅτι μᾶς ἐπιτρέπει νὰ συναναστρεφόμαστε καὶ νὰ συντρώγουμε μὲ τοὺς αἱρετικούς, τὴν στιγμὴ ποὺ ὅλοι οἱ Πατέρες μας θεωροῦν τὴν αἵρεση ὡς τὴν μεγαλύτερη καὶ χειρότερη ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν;].
Τέλος, στην Κλίμακα του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, ο πατήρ της ερήμου παραθέτει δείπνο που θα σκανδάλιζε τον ασυμβίβαστο ζηλωτή του κανόνα (ή, μάλλον, του γράμμα­τος του κανόνα). «Οι αδύνατοι ας μη συντρώ­γουν με αιρετικούς», λέγει ο Όσιος, «όπως έχει ορισθεί από τους ιερούς κανόνες. Όσοι, όμως, με τη χάρη του Θεού είναι δυνα­τοί, εάν προσκαλούνται με εμπιστοσύνη και καλή προαίρεση από αυτούς, και θέλουν να πάνε, ας πηγαίνουν προς δόξαν Κυρίου» (Εις τον Ποιμένα, 65).

[σ.σ.: Αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα Πατέρες, εἶναι τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου. Τὸ χρησιμοποίησε στὴν θρονικὴ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα στὴν Κωνσταντινούπολη (30/11/2004, ἐδῶ http://www.ec-patr.eu/docdisplay.php?lang=gr&cat=5) παρερμηνεύοντας τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ». Καὶ ἀποδείξαμε τὴν κακοδοξία τοῦ Πατριάρχη μὲ δημοσίευση σχετικῆς μελέτης(*). Εἶναι φανερὸν ὅτι οἱ Ἅγιοι –καὶ ἀλοίμονο ἂν δὲν τὸ ἔκαναν– προσέγγιζαν τοὺς αἱρετικοὺς μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς μεταδώσουν τὶς ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου. Καὶ ἂν μὲν ἦσαν δεκτικοί, ἂν εἶχαν δηλαδὴ «καλή προαίρεση», συνέχιζαν τὴν ἐπικοινωνία. Ἂν ἀπεδεικνύοντο κακόπιστοι, ἀπομακρύνονταν ἀμέσως ἀπ’ αὐτούς. Ἄραγε, εἶναι τόσο δύσκολο νὰ τὸ καταλάβουν οἱ Πατέρες τῆς Κουτλουμουσίου ἁπλὰ πράγματα καὶ γιὰ μαθητές μας στὸ Γυμνάσιο;].
Η μεγαθυμία, αρχοντιά και πνευματική ελευθερία των Ελλήνων Πατέρων φαίνεται και στη χρήση του όρου «εκκλησία» για τους ετεροδόξους της Δύσης μετά το σχίσμα. Ακόμη και για τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά παραμένει η των Λατίνων Εκκλησία, πεπτωκυ­ία βέβαια ως προς την ορθή πίστη, ενώ άλλες εκκλησίες έπεσαν και σύντομα ανορθώθηκαν. Αλλά οι Ορθόδοξοι δείχνουν ακόμη μεγαλύτερη συμπάθεια, όταν αναφέ­ρονται όχι στους θεσμούς και τους εκπροσώ­πους τους, αλλά στον ίδιο τον λαό. Έτσι, διαβάζουμε, όχι χωρίς έκπληξη, στην πραγματεία του Μανουήλ του Ρήτο­ρος για τον άγιο Μάρκο: «οι κατ’ Ιταλίαν κοινώς άπαντες Χριστιανοί … οι όντες και ονομαζόμε­νοι πιστός Κυρίου λαός … ως την του θείου βαπτίσματος ενδεδυμένοι χάριν». Λόγος οικονομίας, όχι όμως έξω από την παράδο­ση, αφού και ο ίδιος ο άγιος Μάρκος μαρτυρεί τη συνήθεια της εποχής του να γίνεται η υποδοχή των Λατίνων στην Ορθοδοξία όχι με βάπτισμα, αλλά με χρίσμα με άγιο μύρο, όπως ορίζει ο αρχαίος κανόνας για παλαιές αιρέσεις (βλ. Εγκύκλιο Επιστολή).
Η ίδια συμπάθεια και φιλανθρωπία αποτυπώνεται και στην παρατήρηση του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου προς κληρικό που δρούσε μεταξύ ετεροδόξων: «Αν η ψυχή τους γνωρίζει ότι καλώς πράττουν πιστεύο­ντας στον Ιησού Χριστό, τιμώντας την Θεομήτορα και τους Αγίους, όταν τους λέτε ότι η πίστη τους είναι αμαρτωλή, θα κλείσουν τα αυτιά τους. Αλλ’ εάν λέτε στον λαό ότι καλώς πράττουν πιστεύοντας στον Θεό, τιμώντας την Παναγία και τους Αγίους, προσερχόμενοι στον ναό για τις λειτουργίες και προσευχόμε­νοι στις οικίες τους, μελετώντας τον λόγο του Θεού και τα παρόμοια, σε κάποια όμως σημεία υπάρχουν σφάλματα που πρέπει να διορθωθούν, τότε τα πάντα θα είναι καλά και θεάρεστα, και ο Κύριος θα χαίρεται γι’ αυτούς και χάριτι Θεού όλοι θα σωθούμε. Ο Θεός αγάπη εστί, γι’ αυτό και το κήρυγμα πάντοτε οφείλει να προέρχεται εξ αγάπης. Αν, όμως, τους κατηγορείτε, τότε η ψυχή του λαού δεν θα σας ακούσει» (Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ 1995, σ. 79-80)

[σ.σ.: Πάλι παραπλάνηση. Ἀκριβῶς, Πατέρες, οἱ ἐνέργειες τοῦ Πατριάρχη καὶ τῆς φατρίας του, ἐκτὸς τῶν ἄλλων κακοδοξιῶν, περιλάμβάνει καὶ τούτη. Δὲν κάνει Ἱεραποστολὴ στοὺς λαοὺς ποὺ εἶναι ὑποταγμένοι στὸν Πάπα καὶ στὸ Π.Σ.Ε., ἀλλὰ συνομιλεῖ ΜΟΝΟ μὲ τοὺς κακόδοξους ἡγέτες τῆς παπικῆς αἱρέσεως καὶ τοῦ Π.Σ.Ε. Μάλιστα ἔχει κάνει τὸ Φανάρι ἐπίσημη ΣΥΜΦΩΝΙΑ μετὰ τῶν αἱρετικῶν νὰ μὴ δέχονται οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ νὰ μὴ βαπτίζουν κάποιον αἱρετικὸ ποὺ θὰ ἤθελε νὰ γίνει ὀρθόδοξος, λέγοντάς του ὅτι, «ὅπου νἆναι ἐπίκειται ἡ ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, μεῖνε ἐκεῖ ποὺ εἶσαι»!!! Θὰ γράψετε καὶ κάτι ὀρθόδοξο, Πατέρες;].

Τα παραπάνω περιστατικά συγκλίνουν σε τούτο: οι Πατέρες προχωρούν διακριτικά και με γλώσσα οικονομίας στη συνάντηση και τον διάλογο με τους ετεροδόξους, και συμβουλεύ­ουν εμάς το ίδιο, εφόσον δεν παραβλάπτεται η πίστη. Η χρήση από τους Πατέρες μιας γλώσσας καταλλαγής και η αγαπητική τους συμπεριφορά δεν εκφράζουν συμβιβαστική περί την αλήθεια διάθεση, δεν αποτελούν διπλωματία ή «πολιτική ορθότητα», αλλά διάκριση και συγκατάβαση, με στόχο την αποκατάσταση της καλής ειρήνης και τη σωτηρία και προκοπή πάντων.

[σ.σ.: Μεγαλύτερο ψέμα ἀπ’ αὐτὸ ὑπάρχει, Πατέρες; Ποῦ τὴν εἴδατε τὴν διάκριση στὸ Διάλογο μὲ τοὺς ἑτερόδοξους; Δὲν ντρέπεσθε, μετὰ ὅσα ἔχουν γίνει, νὰ μᾶς λέτε ἐμμέσεως πλὴν σαφῶς, ὅτι μὲ ὅλα αὐτὰ δὲν παραβλάπτεται ἡ Πίστη;].

Αναμφίβολα, στη νέα εποχή υπάρχει και η κακή ειρήνη των απροϋπόθετων συμβιβασμών, της ασχετοσύνης, της μετα-πατερικής αμνησίας ή και αδιαφορίας. Το να καταδικάζουμε όμως συλλήβδην κάθε λόγο καταλλαγής και οικονομίας και να «αποτειχιζόμεθα» από όποιον εκφέρει τέτοιο λόγο, είναι τουλάχιστον επιπόλαιο και ξένο της ευαγγελικής αγάπης. Το Πατερικό μέτρο και ήθος δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, κι αν οι δεσμοί μας με αυτό διαρραγούν, τότε δεν έχει και τόση σημασία από ποια μεριά θα γκρεμισθούμε.

[σ.σ.: Γιὰ ποιο «πατερικὸ ἦθος» μᾶς μιλᾶτε, κύριοι; Τί νὰ ποῦμε πιά;].

Το θέμα είναι βαθύτερο. Οι Πατέρες γνωρί­ζουν ότι η επικοινωνία με αιρετικούς δεν καθιστά τον Ορθόδοξο αιρετικό, όπως και αντί­στοιχα η επίμονη (ή έμμονη) καταδίκη των αιρέσεων δεν εξασφαλίζει στον Ορθόδο­ξο την παραμονή του στην ορθή πίστη ή στην ορθή πράξη. Όσο κι αν μας αποδομεί, ο αββάς Βαρσανούφιος επισημαίνει ότι αιρετικός είναι αυτός που φέρει στο στόμα του τον Χριστό, αλλά δεν ακολουθεί τις εντολές Του. Έτσι, στο ίδιο πνεύμα ο Μάρκος Ευγενικός συμβουλεύει μοναχούς (διά του πνευματικού τους πατρός και καθηγουμένου) να παραμέ­νουν στην ορθή πίστη και μοναδι­κή κεφαλή, τον Χριστό, αλλά ταυτόχρονα να μην ερίζουν προς αδελ­φούς «για ψυχρές υπόνοιες», με «ζήλον μη κατ’ επίγνωσιν», διότι μπορεί απλά κάποιος να εκπληρώνει «το ταραχώδες και μάχιμον» της ψυχής του, προφάσει της πίστεως (Επιστολή προς την μονή Βατοπεδίου).
Ίσως θα έπρεπε να ακολουθούμε τους Πατέρες και σε τούτο: να είμαστε περισ­σότερο ευαίσθητοι στο να ελέγχουμε την παρουσία ή απουσία ή έλλειψη της ορθής πίστεως και πράξεως αρχικά μέσα μας και ανάμεσά μας, στην καρδιά μας και στις κοινότητές μας, προτού αρχίσουμε με συνοπτικές διαδικασίες, και εμφανιζόμενοι συχνά ως νέοι Μάρκοι και ομολογητές, να κατακεραυνώνουμε τους πάντες, ετεροδόξους και ορθοδόξους.

[σ.σ.: Τί νὰ ποῦμε πιά; Αὐτὰ ἔλεγε ὁ ἅγιος Μᾶρκος; Σᾶς παραθέσαμε παραπάνω τὴν διδασκαλία του. Τί νὰ ποῦμε πιά; Ἀποτρέπετε ἐνσυνείδητα τὸν Λαὸ τοῦ Θεοῦ νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν Πίστη, χάριν τῆς ἐπικρατήσεως τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τοῦ πάτρωνά του καὶ πατρός σας Βαρθολομαίου.

Ὁ Θεὸς νὰ σᾶς ἐλεήσει καὶ νὰ μᾶς ἐλεήσει ὅλους μας].

Σημάτης Παναγιώτης


____________
(*Σημάτη Π., Ἡ Πατερικὴ στάση στοὺς  Θεολογικοὺς Διαλόγους.