Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ


Εφημερίδα Αγωνιζομένων Χριστιανών Λαρίσης  177



Κάθε καινούργια χρονιά, στις 2 Φεβρουαρίου, και όχι μόνο, έρχονται στο νου μας – λευκασμένοι πια – εικόνες από την παιδική μας ζωή, τότε που οι δάσκαλοι (-ες) μία εβδομάδα πριν, ετοίμαζαν γιορτή για τη ΜΑΝΑ. Τραγούδια, πεζά, ποιήματα, χρονογραφήματα, διηγήματα αποτελούσαν το κύριο θέμα για μια εβδομάδα ολόκληρη. – Ε, δεν είναι και μικρό θέμα η Μάνα! – Τα δε Αναγνωστικά μας περιείχαν πλούσιο υλικό – Βλέπετε τότε το Υπουργείο ήταν «Παιδείας και Θρησκευμάτων» και ενδιαφέρονταν για την ολοκληρωμένη αγωγή των παιδιών, και όχι για κομματικούς προσανατολισμούς – αντλώντας το απ’ όλες τις πολιτιστικές αξίες (εκκλησία, πατρίδα, οικογένεια, παράδοση, φύση…).

Τότε, η γιορτή της Μητέρας, είχε καθιερωθεί επίσημα να γιορτάζεται στις 2 Φεβρουαρίου, ημέρα της Υπαπαντής του Σωτήρος Χριστού· ημέρα προσφοράς στο Θεό, του τεσσαρακονθήμερου Χριστού, από την αγία Μητέρα Του, την Παναγία.
Ήταν απόλυτα δικαιολογημένη η επιλογή της ημέρας αυτής ως ημερομηνία γιορτής της Μάνας, καθότι η Παναγία μας είναι η κατά χάριν Μητέρα όλων των χριστιανών, αφού ο Χριστός είναι ο κατά χάριν αδελφός μας και τούτο διότι προσέλαβε την ανθρώπινη φύση για να την θεώσει και να μας καταστήσει συγκληρονόμους της βασιλείας του Θεού.
Το γεγονός και μόνο, ότι κάθε νέα χριστιανή μητέρα, σαράντα ημέρες μετά τη γέννηση του παιδιού της, το πηγαίνει στην εκκλησία για να το προσφέρει στο Θεό και η ίδια να πάρει την ευχή, αποδεικνύει τη σταθερή πεποίθηση ότι αυτή είναι η ορθόδοξη χριστιανική πίστη και ενέργεια. Συνεπώς ο συνεορτασμός κάθε χριστιανικής μάνας με τη Μάνα του Χριστού μας, της μεσίτριας προς τον φιλάνθρωπο Θεό, της γέφυρας της μετάγουσας από τη γη στον ουρανό, καθίσταται ανάγκη έκφρασης τιμής και ευγνωμοσύνης.
Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τους μη ορθόδοξους χριστιανούς, οι οποίοι ρίχνουν πολύ εύκολα «νερό στο κρασί τους» αλλά και επιχειρούν με διάφορους τρόπους να μπαίνουν στην προσωπική ζωή των λαών (θρησκευτική, ιστορική, πολιτική).
Η απόφαση καθιέρωσης, διεθνώς, της γιορτής της μητέρας το πρώτο δεκαήμερο του Μάη είναι προϊόν της Δύσης, όπως και πολλά άλλα σχέδια, που αφορούν και την πατρίδα μας και εφαρμόζονται με τη μέθοδο του «σαλαμιού», θυμίζοντάς μας τον Αμερικάνοεβραίο Κίσιγκερ και τα… ιστορικά για την Ελλάδα λόγια του.
Εκείνο το οποίο πρέπει να γνωρίζουμε είναι, ότι κανένας δεν μπορεί να μας επιβάλει κάτι, αν εμείς δεν το θελήσουμε κι αν η ζωή μας είναι προσεκτική.
Εμείς, παραμένοντας πιστοί στις θρησκευτικές μας παραδόσεις, θα γιορτάζουμε τις μάνες μας μαζί με τη Μάνα όλων μας – την Παναγία, στις 2 Φεβρουαρίου – ημέρα της Υπαπαντής του Σωτήρος Χριστού, γιατί πολύ σοφά η Εκκλησία μας επέλεξε την ημέρα αυτή.
Η μάνα
Κλείνω τα μάτια και τις βλέπω μακριά, ατέλειωτη σειρά τις μανάδες του κόσμου.
Άλλες φυλές, άλλα χρώματα κι όμως τόσο ίδιες. Όμοιες είναι οι μανάδες της γης. Μα οι δικές μας μανάδες, κουρασμένες, κυρτωμένες, βασανισμένες, οι μανάδες του τόπου μας έχουν πάρει από την καυτή πέτρα μας την κάψα της αγάπης τους. Κι από την βασανισμένη γη μας το σταφιδιασμένο, ρυτιδιασμένο πρόσωπο, που απαλύνει σαν αντικρύσει ένα παιδί.
Μέσα σ’ αυτόν τον παράλογο κόσμο μας, που όλα μετακινούνται, όλα είναι ρευστά, όλα είναι σημεία αντιλεγόμενα, μέσα σ’ αυτόν τον αιώνα που αυθεντικές αξίες καταρρέουν κι ανέρχονται άλλες που με απίστευτη ταχύτητα γκρεμίζονται κι αυτές, ένα μένει αμετακίνητο, μιας αξίας η λάμψη δεν θαμπώνει: η αξία της μάνας. Ο γάμος, η ηθική, η αλήθεια, ο Θεός -προπάντων Αυτός- έχουν πολέμιους. Μα σ’ όλη αυτή τη λαίλαπα δεν τόλμησε κανείς να αμφισβητήσει τη Μάνα. Και είναι αυτό το παρήγορο σημάδι, το μοναδικό ίσως παρήγορο σημάδι των καιρών μας: η Μάνα.
Η ταπεινή αυτή δουλεύτρα, που δεν έχει οχτάωρα, δεν έχει ασφάλιση, δεν έχει ΙΚΑ για την προσφορά της. Δεν έχει τα παιδιά της τελικά, γιατί ξέρει πως τα ετοιμάζει για να της φύγουν, να φτιάξουν δικές τους φωλιές. Είναι το δικό της πάλεμα το μόνο ανιδιοτελές δόσιμο που συναντάμε στη ζωή. Ο νόμος, ο πανίσχυρος νόμος που ρυθμίζει τις ανθρώπινες σχέσεις «σού ’δωσα τόσα, τόσα θα μου δώσεις», καταργείται. Πρώτα-πρώτα γιατί δεν μετριέται το τί δίνει. Μα μπορείς κι αν έχεις μόνο ένα χέρι με πέντε δάχτυλα να μετρήσεις τί της δίνει το παιδί της. Γιατί είναι τόσο λίγα, μα τόσο λίγα αυτά που της δίνει. Εκτός κι αν μετράς τις πίκρες... Ο Καμπούρογλου λέει κάπου: «Δίκαια ονομάζουμε τη γη μητέρα, αφού την ποδοπατάμε κι αυτή δεν παύει να μας δίνει καρπούς και άνθη».
Σκέφτομαι πώς υπολογίζουμε -αν υπολογίζουμε- μόνο τις μεγάλες ευεργεσίες του Θεού. Τις καθημερινές τις θεωρούμε αυτονόητες, περίπου υποχρεωτικές. Το ίδιο αυτονόητες θεωρούμε τις καθημερινές προσφορές της Μάνας μας. Ένα βουερό ποτάμι η Μάνα μας, κι εκεί ξεπλενόμαστε κι εμείς και... τα βρόμικα του σπιτιού μας. Κελαηδιστή βρύση η Μάνα μας και απλά εμείς ξεδιψάμε με το νερό της. Είναι αδιανόητο το ποτάμι να ξεραθεί και η βρύση να μην έχει καθάριο και μπόλικο νερό.
Η Μάνα μου και η δικιά σου Μάνα...
Σ’ αυτήν τη βιαστική εποχή, που λαχανιάζοντας τρέχουμε να προλάβουμε και που, από την αγωνία να το προλάβουμε, ξεχάσαμε ποιό είναι αυτό και τρέχουμε μόνο, δεν προλαβαίνουμε καν να δούμε τα μάτια της. Αυτά τα σοφά, βαθιά μάτια πού ’χουν πολλές φορές ψιχάλες βροχής ή είναι ανταριασμένα. Δεν σκεφτόμαστε καν πως έχει κι αυτή μια προσωπικότητα, σαν άνθρωπος έχει ΚΑΙ δικά της προβλήματα, έχει ώρες μοναξιάς, κακοκεφιάς, έχει κι αυτή ένα κορμί με αρθριτικά, έναν πονοκέφαλο, κάτι κιρσούς, έχει όρια σωματικής αντοχής. Σκέφτεται η Μάνα με τί φυσικότητα τα παιδιά της θα την πάρουν τηλέφωνο για να της διηγηθούν οικογενειακές γκρίνιες, οικονομικές δυσκολίες, προβλήματα υγείας. Και πόσο απλά και φυσικά θα ξεχάσουν την πίεσή της, το αν έκανε τις εξετάσεις που παρήγγειλε ο γιατρός, αν λύθηκε οποιοδήποτε πρόβλημά της...
Και τί όμορφο είναι που δεν θυμώνεις με όλα αυτά! Και συνεχίζεις αμετανόητα να δίνεις. Δίνεις και προσεύχεσαι. Να ποιά είναι η Μάνα. Και προσεύχεται η Μάνα τόσο για τους άλλους, που πολλές φορές έχει ξεχάσει να προσευχηθεί για τον εαυτό της.
Τώρα στα τελευταία της που ήταν άρρωστη της είπα: «Προσευχήσου να γίνεις καλά»! Γέλασε. «Προσεύχομαι, μα πού να προλάβεις τόσο κόσμο! Βάλε παιδιά, βάλε εγγόνια, βάλε δισέγγονα, βάλε να πεις φχαριστώ στο Θεό για τις χαρές που τους έδωσε, βάλε να παρακαλέσεις για τις πίκρες τους, πού να προλάβεις να παρακαλέσεις για λόγου σου;».
Το είπε τόσο απλά, όσο απλά λέγονται τα πιο σημαντικά πράγματα.
Και θυμάμαι πώς τέλειωσε: «Να παρακαλέσω να πάω στον Παράδεισο. Μα αν δεν είναι εκεί τα παιδιά μου;»...
Να αρνιέται Παράδεισο, που παρακαλάει νύχτα μέρα να τον κερδίσουν τα παιδιά της! Γιατί την έχω δει τη Μάνα ακούραστη, κυρτωμένη από το βάρος της κάθε μέρας, να σέρνεται με την περπατούρα μπρός στο εικονοστάσι. Θα ανάψει με σιγανές κινήσεις το καντήλι μπρός στην Παναγιά. Κι εκεί οι δυό Μανάδες, η Μάνα του ουρανού και της γης η Μάνα, θα στήσουνε κουβέντα. Και αφού πει η μιά κι υπομονετικά ακούσει η Άλλη, θα γίνει κάποια αλλαγή. Θα στυλωθεί η Μάνα της γης, θα αναστενάξει μ’ ανακούφιση και με καινούργιο κουράγιο θα ξαναμπεί στην πάλη. Κι η άλλη Μάνα, τ’ ουρανού η Μάνα, όπως παίζει με την εικόνα της το φως του καντηλιού, εκεί στο μισοσκόταδο, θα δα-κρύσει. Γιατί καταλαβαίνει από καημούς και βάσανα η Παναγιά, μια και είναι Μάνα. Σκέφτομαι πόσες ονομασίες έδωσε ο λαός στην Παναγιά: Γρηγορούσα την είπε, Γλυκοφιλούσα, Ελευθερώτρια... Την είπε έτσι με τα χείλια του. Μέσα, όμως, στην ψυχή του ο λαός Μάνα τη λέει. Μάνα τη λογαριάζει. Μάνα την υπολογίζει. Αυτό το «Παναγιά μου», που ακούγεται σε ώρα ανάγκης, συνώνυμο της Μάνας είναι. Τί Μάνα, τί Παναγιά; Το ίδιο είναι. Και οι δυό μεσολαβούν, καταλαβαίνουν, συγχωρούν, νοιάζονται...
Μάνα, απ’ τούς ανθισμένους, ανοιξιάτικους αγρούς σου έπλεξα ένα στεφάνι. Σκύβω και σου φιλώ τα παιδεμένα χέρια σου. Αυτά τα χέρια που -κι ας μην το ξέρεις- κρατούν τον κόσμο μας.
Κι ακόμα θα σκύψω να σου φιλήσω τα άσπρα μαλλιά σου. Ξέρω, για χάρη μου άσπρισαν πριν της ώρας τους. Και το ρυτιδιασμένο σου κούτελο άσε με να φιλήσω, Μάνα! Μάνα γλυκύτατη, Μάνα ουρανόσταλτη, ατίμητη Μάνα!
† Νίκος Α. Τούλιος