Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Η ενότητα της Εκκλησίας Άλλη μια διαστροφή της αλήθειας, αδιάφορον αν είναι συνειδητή ή “ασυνείδητη”!

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου


    Η Ορθόδοξος Εκκλησία διέρχεται δεινή δοκιμασία της ενότητας Της. Είναι η οδυνηρή συνέπεια της Συνόδου στην Κρήτη. Οι τέσσερις Εκκλησίες, που δεν συμμετέσχον, έχουν παγώσει τις σχέσεις τους με το Φανάρι. Των υπολοίπων οι σχέσεις διατηρούνται σε τυπικό επίπεδο. Καλές είναι οι σχέσεις του Φαναρίου με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Λογικό. Το Φανάρι το ευνόησε στην αδικία που προκάλεσε σε βάρος του Πατριαρχείου Αντιοχείας, με το να εκλέξει Μητροπολίτη στο χωρίς Ορθοδόξους αλλά με πολύ χρήμα Κατάρ, έδαφος της κανονικής δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου Αντιοχείας.
  Στις 22 Μαρτίου 2017 και με την ευκαιρία της τελετής παραδόσεως του έργου, της ανακαινίσεως του Κουβουκλίου του Παναγίου Τάφου, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ. Θεόφιλος προσκάλεσε τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίο να παραστεί σ’ αυτήν. Ο Πατριάρχης δέχθηκε την πρόσκληση και παρέστη. Πρόσκληση ο κ. Θεόφιλος δεν απέστειλε στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο. Πρόκειται, τουλάχιστον, για εκκλησιαστικό ατόπημα. Δεν μπορεί να προσκαλείται ο κ. Τσίπρας και να μην καλείται ο Αρχιεπίσκοπος της Ελλαδικής Εκκλησίας.
Η δικαιολογία που ελέχθη από κύκλους του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων είναι ότι εκλήθησαν όσοι συνεισέφεραν χρηματικά στην ανακαίνιση του Παναγίου Τάφου. Και η ηγεσία της Ελληνικής Πολιτείας προσεκλήθη επειδή συνέβαλε στην ανακαίνιση, ενώ η Εκκλησία της Ελλάδος δεν συνέβαλε... Το επιχείρημα είναι έωλο. Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι σταθερά και για πάνω από 150 χρόνια η οικονομική και πνευματική μεγάλη ευεργέτιδα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και η σχεδόν μοναδική αιμοδότρια του σε  ανθρώπους, κληρικούς και λαϊκούς.
Δεν είναι δυνατόν πάντως, χωρίς να υπάρχουν τα σχετικά στοιχεία, να γίνει δεκτή η πληροφορία πως ο Οικουμενικός Πατριάρχης ζήτησε να μην προσκληθεί ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος. Ό,τι και αν συνέβη την τελική ευθύνη της προσβλητικής ενέργειας προς την Εκκλησία της Ελλάδος την έχει εξ ολοκλήρου ο κ. Θεόφιλος. Ούτως ή άλλως η μη πρόσκληση του κ. Ιερωνύμου στα Ιεροσόλυμα αποτελεί ένα ακόμη δείγμα ότι οι σχέσεις Φαναρίου και Αθηνών εξακολουθούν να βρίσκονται στο ναδίρ. Οι πρόσφατες κινήσεις αβροφροσύνης προς ιεράρχες του Οικουμενικού θρόνου εκ μέρους ορισμένων Μητροπολιτών της Ελλαδικής Εκκλησίας, όπως λ.χ. των Μητροπολιτών Νέας Σμύρνης και Δημητριάδος, χαρακτηρίζονται μεμονωμένες, και δεν αντιπροσωπεύουν το έναντι του Φαναρίου αρνητικό κλίμα που κυριαρχεί στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος.
   Προβλήματα στην ενότητα έχουν παρουσιαστεί και στο εσωτερικό της Ελλαδικής Εκκλησίας. Τον τελευταίο καιρό κληρικοί Της αποτειχίστηκαν από τους Επισκόπους τους. Ουσιαστικό ρόλο στην απόφασή τους έπαιξαν ότι δεν αποκηρύχθηκαν από αυτούς οι αποφάσεις της Συνόδου στην Κρήτη. Άλλοι λόγοι που προβάλλονται είναι η μη εκ μέρους τους καταδίκη του Οικουμενισμού και η μη διακοπή του μνημοσύνου του Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, που τον προωθεί.
Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος γνωρίζουσα την κατάσταση στο εσωτερικό Της εξέδωσε «προς τον Λαό» κείμενο για τη Σύνοδο στην Κρήτη, με το οποίο δεν θέλησε να προκαλέσει τον πιστό λαό και δεν υποστήριξε τις αποφάσεις της, προκαλώντας έτσι την μήνιν του Φαναρίου. Απόδειξη, η σε βάρος του κειμένου έντονα αρνητική άποψη, που εκδήλωσε ο εκφράζων τις απόψεις του κ. Βαρθολομαίου καθηγητής κ. Λαρεντζάκης.
  Υπενθυμίζεται πάντως ότι όλες οι μεγάλες σύγχρονες εκκλησιαστικές μορφές αγωνίστηκαν μεν για την ορθή πίστη και κατά του οικουμενισμού, αλλά δεν απομακρύνθηκαν από την Εκκλησία, δεν αποτειχίστηκαν από τους Επισκόπους τους. Παράδειγμα οι Άγιοι Ιουστίνος (Πόποβιτς) Παΐσιος και Πορφύριος. Επίσης ο σοφός γέροντας π. Επιφάνιος (Θεοδωρόπουλος) έγραψε με παρρησία ανοικτές επιστολές προς τον τότε Πατριάρχη Αθηναγόρα, επισημαίνοντάς του το πρόβλημα που προκαλούσαν στο λαό οι οικουμενιστικές του ενέργειες, αλλά δεν εγκατέλειψε την Εκκλησία, δεν αποτειχίστηκε. [σ.σ.: Νά, λοιπόν, κι ἄλλος ἕνας “ἐκκλησιαστικὸς” δημοσιογράφος ποὺ παραπληροφορεῖ εἴτε ἐξ ἀγνοίας, εἴτε ἐκ σκοπιμότητος. Οὐδεὶς ἐκκλησιαστικὸς Κανόνας καὶ οὐδεὶς Ἅγιος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μᾶς δίδαξε ὅτι Ἀποτείχιση σημαίνει ἀπομάκρυνση ἐκ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπίσης: καὶ ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς καὶ ὁ ἅγιος Παΐσιος ἀποτειχίστηκαν γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα, παρότι τότε ὁ Οἰκουμενισμὸς ἦταν στὴν ἀρχὴ καὶ οἱ προκλητικὲς ἐνέργειες τῶν Οἰκουμενιστῶν διακριτικὲς καὶ ἀπόκρυφες!].
Στο περιοδικό «Οι Τρεις Ιεράρχαι» και στο φύλλο του Δεκεμβρίου 1965, ο π. Επιφάνιος έγραψε: «Παναγιώτατε,
προυχωρήσατε ήδη πολύ. Οι πόδες Υμών ψαύουσι πλέον τα ρείθρα του Ρουβίκωνος. Η υπομονή χιλιάδων ευσεβών ψυχών, Κληρικών και λαϊκών, συνεχώς εξαντλείται. Δια την αγάπην του Κυρίου, οπισθοχωρήσατε! Μη θέλετε να δημιουργήσητε εν τη Εκκλησία σχίσματα και διαιρέσεις. Πειράσθε να ενώσητε τα διεστώτα και το μόνον όπερ θα κατορθώσητε, θα είνε να διασπάσητε τα ηνωμένα και να δημιουργήσητε ρήγματα εις εδάφη έως σήμερον στερεά και συμπαγή...». Σε άλλη επιστολή του ο μακαριστός Γέροντας επισημαίνει στον Πατριάρχη Αθηναγόρα πως επιδεικνύει «αγάπη προς τους αιρετικούς, αλλά αδιαφορία και περιφρόνηση προς τους Ορθοδόξους». Τα ίδια ο π. Επιφάνιος θα έγραφε και στις μέρες μας. [σ.σ.: Αὐτὴ ἡ ἄποψη τοῦ κ. Παπαθανασόπουλου (καὶ ὅσα στὴν συνέχεια γράφει), ἂν διαβάσει τὸ βιβλίο «Τὰ Δύο Ἄκρα» τοῦ π. Ἐπιφάνιου θὰ διαπιστώσει ὅτι οὐδόλως εὐσταθοῦν. Σήμερα ὁ π. Ἐπιφάνιος ΟΧΙ μόνο θὰ προχωροῦσε σὲ Διακοπὴ Μνημοσύνου –σύμφωνα μὲ τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τοὺς συλλογισμοὺς ποὺ παραθέτει στὸ βιβλίο του– ἀλλὰ ἐπὶ πλέον θὰ ζητοῦσε καὶ συγγνώμη γιὰ τὸ δόγμα το «ἄχρι καιροῦ» ποὺ γιὰ τὸν φόβο τοῦ Παλαιοημερολογητισμοῦ διετύπωσε τότε. Κι αὐτὸ διότι σήμερα ἐκτὸς τῶν πολλῶν ἄλλων οἰκουμενιστικῶν ἐνεργειῶν τῶν παναιρετικῶν Οἰκουμενιστῶν ἱερωμένων, ὑπάρχει καὶ μιὰ Σύνοδος ποὺ τὴν ψήφισαν ἢ τὴν ἀνέχονται ΑΠΑΝΤΕΣ οἱ Ἱεράρχες]·
Τότε διαφώνησε πάντως και με όσους κληρικούς ηθέλησαν να διακόψουν την κοινωνία με τους Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος, επειδή, όπως είπαν, ακολουθούσαν το Φανάρι στα οικουμενιστικά του ανοίγματα. Ο μακαριστός Γέροντας Επιφάνιος γράφει προς αυτούς πράγματα, που, εν πολλοίς, ισχύουν και σήμερα: «Είναι εσχάτη συκοφαντία το λεγόμενον υπό τινων δια την Εκκλησίαν της Ελλάδος ότι <ακολουθεί τον Αθηναγόραν>. ΟΧΙ! Αληθές είνε ότι η Εκκλησία της Ελλάδος εξ υπερβολικής αβροφροσύνης προς τον Προκαθήμενον της Ορθοδοξίας, έχει –κακώς βεβαίως πράττουσα πολύ περιποιηθή τον Αθηναγόραν. Ουδαμώς όμως συμφωνεί προς τα αδίστακτα τολμήματα αυτού. Αμφιβάλλω αν εν ολοκλήρω τη Ελλαδική Εκκλησία υπάρχουσι πλείονες των 6-7 φιλαθηναγορικών Επισκόπων. Οι λοιποί, των 60 και πλέον Επισκόπων, μετά δυσφορίας (άλλοι μικράς, άλλοι μεγάλης και άλλοι μεγίστης) βλέπουσι τας ενεργείας αυτού, αλλά δεν εκδηλούνται, τουλάχιστον δημοσία, ανεχόμενοι <άχρι καιρού>. Το Σώμα της Ελλαδικής Ιεραρχίας και γενικώτερον ο Κλήρος της Εκκλησίας της Ελλάδος περιλαμβάνει εν τοις κόλποις αυτού βράχους Ορθοδοξίας...».
Το σημαντικό στην κοινωνική, ηθική, πολιτική, οικονομική, εθνική και εκκλησιαστική δοκιμασία που βιώνουμε στη χώρα είναι οι κληρικοί και οι λαϊκοί της Εκκλησίας της Ελλάδος να διατηρήσουν την ενότητα τους και όπου αυτή δεν υπάρχει να γίνει προσπάθεια να αποκατασταθεί. Φανατισμοί και επιδείξεις πυγμής είναι πολυτέλεια στις ημέρες μας. Ας βοηθήσουν πρώτοι οι Μητροπολίτες. Επίσης οι άλλοι κληρικοί και κυρίως εκείνοι που έχουν την ευθύνη να κατευθύνουν πνευματικά πιστούς. Ακόμη οι μοναστικές αδελφότητες, οι αδελφότητες θεολόγων και οι ιεραποστολικοί και θρησκευτικοί σύλλογοι ας αφήσουν τη σιωπή τους, ας συντονιστούν μεταξύ τους αφήνοντας εγωισμούς και ιδιορρυθμίες, ας προωθήσουν την ενότητα των Ορθοδόξων και ας βοηθήσουν περισσότερο στην ενημέρωση του λαού, για τα όσα τεκταίνονται σε βάρος της ιδιοπροσωπίας του.-