Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Κυριακή του Παραλύτου


γίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Ἐπισκόπου Ἀχρίδος

   Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ὑπομένει ὅλα τὰ λυπηρὰ αὐτῆς τῆς ζωῆς μὲ καρτερία κι ἐλπίδα στό Θεό. Γι αὐτὸν ἡ κάθε μέρα θὰ εἶναι μῆνας στόν οὐρανό, ἐνῶ στόν ἄπιστο θὰ μοιάζει μὲ χρόνο ὁλόκληρο. Γιατὶ ὁ ἄπιστος χαίρεται μόνο ὅταν δέν ὑποφέρει· κι ὅταν ὑποφέρει, τὸ κάνει χωρὶς ὑπομονὴ κι ἐλπίδα στό Θεὸ καὶ δυσανασχετεῖ…
Ὁ συνειδητὸς ἄνθρωπος εἶναι λογικὸ ν’ ἀναζητήσει τίς αἰτίες πού τὸν βασανίζουν μέσα του, ἐνῶ ὁ ἀνόητος κατηγορεῖ πάντα τοὺς ἄλλους. Ὁ συνειδητὸς ἄνθρωπος θυμᾶται ὅλες τίς ἁμαρτίες πού ἔκανε ἀπὸ παιδί. Τὶς θυμᾶται μὲ φόβο Θεοῦ καὶ περιμένει νά πληρώσει γι’ αὐτές…
Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐπωφελεῖται ἀπ’ ὅλα τὰ βάσανα του, γνωρίζοντας πώς ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀγάπη Του γιά τὸν ἄνθρωπο, γιά τή δική του ὠφέλεια. Μὲ τὸ ἔλεός του ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νά ἐπισκεφτοῦν τὸν ἄνθρωπο βάσανα γιά τὶς ἁμαρτίες του. Μὲ τὸ ἔλεός Του τὸ κάνει αὐτό, ὄχι μὲ τή δικαιοσύνη Του. Ἂν ἐνεργοῦσε μὲ τή δικαιοσύνη Του, τότε κάθε ἁμαρτία ἀναπόφευκτα θὰ ‘φερνε θάνατο, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος:
«Ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ἀποκυεῖ θάνατον» (Ἰάκ. Α΄ 15). Κι ὁ Θεὸς ἀντὶ γιά θάνατο χαρίζει θεραπεία μέσ’ ἀπὸ τὰ βάσανα. Τὰ βάσανα εἶναι ὁ τρόπος πού χρησιμοποιεῖ ὁ Θεὸς γιά νά θεραπεύσει τή λέπρα τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.
Μόνο ὁ ἀνόητος ἄνθρωπος σκέφτεται πώς τὰ βάσανα εἶναι κακό. Ὁ συνειδητὸς ἄνθρωπος γνωρίζει πώς τὰ βάσανα δέν εἶναι κάτι κακὸ ἀλλὰ ἡ φανέρωση τοῦ κακοῦ, ἡ θεραπεία του. Πραγματικὸ κακὸ γιά τὸν ἄνθρωπο εἶναι μόνο ἡ ἁμαρτία. Ἐκτὸς ἁμαρτίας δέν ὑπάρχει τίποτα κακό. Ὅλα τ’ ἄλλα πού οἱ ἄνθρωποι ἀποκαλοῦν κακὰ δέν εἶναι τίποτ’ ἄλλο, παρὰ τὸ πικρὸ φάρμακο πού θεραπεύει τὸ κακό. Ὄσο πιὸ ἄρρωστος πνευματικὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πικρότερο εἶναι τὸ φάρμακο πού τοῦ δίνει ὁ γιατρός.
Μερικὲς φορὲς ὁ ἄρρωστος νομίζει πώς τὸ φάρμακο εἶναι χειρότερο καὶ πιὸ πικρὸ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀρρώστια. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὸν ἁμαρτωλό. Τὰ βάσανα εἶναι βαρυτέρα καὶ πιὸ πικρὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία πού ἔκανε. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἀπάτη, μία πολὺ μεγάλη αὐταπάτη. Δέν ὑπάρχει στόν κόσμο βάσανο τόσο σκληρὸ καὶ τόσο ὀλέθριο ὅσο ἡ ἁμαρτία. Ὅλα τὰ βάσανα πού ὑποφέρουν ἄνθρωποι καὶ λαοὶ δέν εἶναι τίποτ’ ἄλλο, παρὰ ἡ πλούσια θεραπεία πού παρέχει σὲ ἀνθρώπους καὶ ἔθνη τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιά νά τοὺς σώσει ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο. Κάθε ἁμαρτία, ἑπομένως, ὅσο μικρὴ κι ἂν εἶναι, ἀναπόφευκτα τὴν ἀκολουθεῖ θάνατος, ἂν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ δέν ἐπιτρέψει τὴν ἐπίσκεψη τῆς ἀρρώστιας, γιά νά συνεφέρει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τή μέθη τῆς ἁμαρτίας. Γιατὶ ἡ θεραπεία πού ἀκολουθεῖ τὸν πειρασμό, προέρχεται ἀπὸ τὴν εὐεργετικὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου καὶ Ζωοποιοῦ Πνεύματος.
Ἴσως ἰσχυριστεῖς: «Ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται τὰ βάσανα ἐπειδὴ φοβᾶται τὸ θάνατο. Μποροῦν τὰ βάσανα ν’ ἀπομακρύνουν τὸ θάνατο;» Τὶ εἶναι αὐτὸ πού ὁδηγεῖ τὸ σῶμα στό θάνατο; Ἡ ἀρρώστια ἢ τὸ φάρμακο; Σίγουρα ἡ ἀρρώστια, ὄχι τὸ φάρμακο. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο λοιπὸν δέν εἶναι τὰ βάσανα πού ὁδηγοῦν τὴν ψυχὴ στό θάνατο ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ποὺ φέρνει τὴν ἀρρώστια στόν ἄνθρωπο καὶ τὸ θάνατο στήν ψυχή. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ σπόρος τοῦ θανάτου, ἕνας φριχτὸς σπόρος, ποὺ ἂν δέν ξερριζωθεῖ ἔγκαιρα μὲ τὰ βάσανα καὶ δέν καεῖ μὲ τὸ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θ’ ἀναπτυχθεῖ καὶ θὰ καλύψει ὁλόκληρη τὴν ψυχὴ καὶ θὰ τὴν κάνει δοχεῖο θανάτου, ὄχι ζωῆς.
Εἶναι σαφὲς λοιπόν πώς τὸν πόνο πρέπει νά τὸν ἀντιμετωπίσεις μὲ ὑπομονὴ κι ἐλπίδα στόν Θεό, μὲ εὐχαριστία, μὲ χαρά. «Ὅσας ἔδειξάς μοι θλίψεις πολλὰς καὶ κακάς», λέει ὁ προφήτης Δαβὶδ στό Θεό, «καὶ ἐπιστρέψας ἐζωοποίησάς με… ψαλῶ σοι ἐν κιθάρᾳ, ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ. Ἀγαλλιάσονται τὰ χείλη μου, ὅταν ψάλω σοι, καὶ ἡ ψυχή μου, ἥν ἐλυτρώσω» (Ψαλμ. Ο΄ 20-23). Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος συμβουλεύει τοὺς πιστούς: «ἀλλὰ καθ’ ὃ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε» (Α΄ Πέτρ. δ΄ 13 ). Αὐτὸ σημαίνει πώς πρέπει νά χαιρόμαστε συνειδητά, ταπεινά, μὲ ὑπομονὴ καὶ πραότητα. Κι αὐτὸ γιά τὴν κάθαρση τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιά καινὴ ζωή, γιά νά κατοικήσει μέσα καὶ γύρω μας ὁ Χριστός. Ὅταν ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος πέθαινε στήν ἐξορία, βασανισμένος καὶ περιφρονημένος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τὰ τελευταῖα λόγια πού ψέλλισε, ἦταν: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».
Ἡ Ἁγία Γραφὴ κι ἡ Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία μας προσφέρουν τὰ μεγαλύτερα παραδείγματα ὑπομονῆς σὲ βάσανα πρωτάκουστα στούς ἀνθρώπους. Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο περιγράφει ἕνα τέτοιο παράδειγμα μεγάλης καὶ μακρόχρονης ὑπομονῆς στόν πόνο. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Κάνοντας τὴν περιγραφὴ τοῦ δύστυχου ἀνθρώπου πού ἦταν παράλυτος γιά τριάντα ὀκτὼ χρόνια, μὲ ὑπομονὴ κι ἐλπίδα, τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς ἀποκαλύπτει ταυτόχρονα ἢ μᾶλλον μᾶς διαβεβαιώνει γιά δύο μεγάλα μυστήρια. Τὸ πρῶτο εἶναι πώς ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ποὺ ἦταν τόσα χρόνια ἄρρωστος, χρωστοῦσε τὴν αἰτία τῆς ἀρρώστιας του στόν ἴδιο, στήν ἁμαρτία του. Τὸ δεύτερο εἶναι πώς ὁ παντοδύναμος Κύριος Ἰησοῦς θεράπευσε τὸν ἄρρωστο μὲ τή θεϊκὴ του δύναμη, λέγοντας τὰ ἑξῆς: «ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβατόν σου καὶ περιπάτει» ( Ἰωάν. ε΄ 8). Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἀποκαλύφτηκαν γιά μία ἀκόμα φορὰ ἡ θεϊκὴ ἀγάπη Του γιά τὸ ἀνθρώπινο γένος κι ἡ θεϊκὴ Του δύναμη, ποὺ ἐπιφανειακὰ καλύπτονταν μὲ τὸ παραπέτασμα τῆς ἀνθρώπινης σάρκας.
Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ «ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. Ἐστὶ δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τή προβατική κολυμβήθρᾳ, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα» ( Ἰωάν.ε΄ 1, 2). Ἡ Προβατικὴ κολυμβήθρα ἡ Βηθεσδά, πῆρε τ’ ὄνομά της ἀπὸ τή γειτονικὴ Προβατικὴ Πύλη (βλ. Νεεμ.Α΄ 1,32), ἀπ’ ὅπου περνοῦσαν τὰ πρόβατα πού προορίζονταν γιά θυσία, γιά νά τὰ πλύνουν πρῶτα στήν κολυμβήθρα…
«Ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τήν τοῦ ὕδατος κίνησιν. Ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι» (Ἰωάν.ε΄ 3-4)…
Πέντε στοὲς γεμάτες μὲ ἀνάπηρους· τὶ περίεργος χῶρος γιά τὴν ἄσκήση τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ἐλπίδας στό Θεό! Τὶ περιέργη, τὶ ζωντανὴ εἰκόνα! Τὶ παράδοξη καὶ ψηλαφητὴ ἀπεικόνιση τῆς κατάστάσης ὅπου δαπανοῦν τή ζωή καὶ τὴν ὑγεία τους ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλης! Καὶ γιά ποιό σκοπό; Γιά ν’ ἀγοράσουν ἁμαρτία, νά μαζέψουν ἁμαρτία.
Οἱ πέντε στοὲς στήν Προβατικὴ Κολυμβήθρα ἔχουν καταρρεύσει ἐδῶ καὶ πολλά, πάρα πολλὰ χρόνια. Μὴ νομίζετε ὅμως πώς ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπίνης θλίψης καὶ τῆς φτώχειας πού κείτεται θαμμένη στά ἐρείπιά της ἔχει τελειώσει. Μὴ νομίζετε πώς αὐτὴ εἶναι μία μεμονωμένη ἱστορία, πὼς βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ σᾶς καί πώς δέν ἔχει τίποτα κοινὸ μὲ τή δική σας ζωή. Δέν ἔχει ὑποπέσει στίς αἰσθήσεις σας συγκεντρωμένος πόνος καὶ θλίψη, δάκρυα καὶ στεναγμοί, ἁμαρτία κι ἀνομία, πονηρὲς καὶ κακὲς σκέψεις, τυφλὲς ἐπιθυμίες καὶ ἄνομα πάθη, ἀτελέσφορες προσπάθειες καὶ φροῦδες ἐλπίδες; Ἀχ Βηθεσδά, Βηθεσδά, πόσο παγκόσμια εἶσαι! Σὲ σένα ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ λειτουργοῦσε σὰν τὸν ποιμένα πού σῴζει ἕνα – ἕνα τὰ χαμένα πρόβατά του, ὡσότου ἐμφανιστεῖ ὁ Ποιμὴν τῶν πάντων, ἀγγέλων κι ἀνθρώπων. Ἔνας σιωπηλὸς ἄγγελος, ὑπηρέτης τοῦ Δημιουργοῦ του, τάραζε τὸ νερὸ γιά νά πλύνει τὸ ἄρρωστο πρόβατο ἀπὸ τή μόλυνση τῆς ἁμαρτίας. Κι ὅταν κατέβηκε σὲ σένα ὁ καλὸς Ποιμένας, ὁ σαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸ δημιουργικὸ λόγο Του ἀπομάκρυνε τὴν ἁμαρτωλὴ μόλυνση καὶ σὲ ἄδειασε. Αὐτὸς ἦταν ὁ Καλὸς Ποιμένας. Γι αὐτὸ τὸ λόγο ἡ κολυμβήθρα αὐτὴ προφητικὰ εἶχε ὀνομαστεῖ προβατική. «Τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ’ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά… καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ» (Ἰωάν. ι΄3,4). Τὰ πρόβατα ἀκοῦνε τή φωνή τοῦ Καλοῦ Ποιμένα.
«Ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. τοῦτον ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει.» (Ἰωάν. ε΄5-7). Ὁ παντογνώστης Κύριος εἶχε δεῖ ἀπὸ πρὶν κι ἀπὸ μακριὰ ποιός τὸν ζητοῦσε, ποιός τὸν εἶχε ἀνάγκη…
Ὁ συγκεκριμένος ἄνθρωπος ἦταν πολὺ ἄρρωστος. Μία ἀρρώστια πού κρατάει τριάντα ὀκτὼ μέρες στούς ἀνθρώπους μοιάζει ἀτέλειωτη. Τὶ νά ποῦμε τώρα γιά μία ἀρρώστια πού κρατάει τριάντα ὀκτὼ χρόνια; Τὸ πόσο γρήγορα ἢ ἀργὰ περνάει ἡ ἀρρώστια, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τή δική μας στάση, ἀπὸ τή δική μας διάθεση. Οἱ χαρούμενες ὦρες ἔχουν φτερά, περνᾶνε γρήγορα. Οἱ ὦρες τοῦ πόνου ὅμως εἶναι ἄπτερες, συχνὰ δέν ἔχουν οὔτε πόδια καὶ περνᾶνε πολὺ ἀργά. Γιά ἕναν παράλυτο ἄνθρωπο, φαίνεται νά ‘χει παραλύσει κι ὁ ἴδιος ὁ χρόνος. Ὁ χρόνος γιά ἐκεῖνον μοιάζει ἀκίνητος, ὅπως εἶναι κι ὁ ἴδιος…
Τὶ ἡρωικὴ ὑπομονὴ εἶχε ὁ ἄνθρωπος αὐτός! Τὶ ὑπεράνθρωπες προσπάθειες θὰ κατέβαλε γιά νά συρθεῖ ὡς τὴν κολυμβήθρα τή στιγμή πού ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τάραζε τὸ νερό! Τὶ σταθερὴ ἐλπίδα εἶχε στή θεραπεία του ἀπὸ μέρα σὲ μέρα, ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο, ἀκόμα κι ἀπὸ δεκαετία σὲ δεκαετία! Μ’ ὅλο πού ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὑπόφερε τόσο πολὺ γιά τὶς ἁμαρτίες του, δέν μποροῦμε παρὰ νά τὸν θαυμάζουμε. Ὅταν τὸν φέρνουμε στό νοῦ μας, δέν μπορεῖ παρὰ νά σκεφτόμαστε τόσους ἀδύναμους χαρακτῆρες – ἄντρες καὶ γυναῖκες, νέους καὶ νέες – στίς μέρες μας πού, ἂν καὶ ὑφίστάνται πολὺ λιγότερη πίεση, σηκώνουν τὰ χέρια τους, παραιτοῦνται ἀπὸ τή ζωή κι ἀναχωροῦν γιά τὴν ἄλλη αὐτόχειρες.
«Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;», τὸν ῥώτησε ὁ μοναδικὸς Φίλος πού ἔσκυψε ποτέ κοντὰ του, στό κρεβάτι του, τὰ τριάντα ὀκτὼ αὐτὰ χρόνια. «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», τοῦ ἀπάντησε ὁ ἄρρωστος. Ὁ τυφλὸς ἔχει κάποιον ὁδηγό, ὁ ἀνάπηρος ἔχει συγγενεῖς, ὁ ἀδύνατος ἔχει φίλους. Ἐγὼ δέν ἔχω κανέναν στόν κόσμο ὁλόκληρο νά μὲ λυπηθεῖ καὶ νά μὲ βάλει στό νερὸ τή στιγμή πού παίρνει τή θεραπευτική δύναμη. Τὴν ὥρα πού προσπαθῶ νά συρθῶ στό νερὸ ἄλλος προλαβαίνει, μπαίνει πρῶτος καὶ θεραπεύεται κι ἐγὼ πρέπει νά ξανάκανω τὴν ἴδια ἐπωδύνη προσπάθεια γιά νά γυρίσω στό κρεβάτι μου. Κι αὐτὸ γίνεται γιά τριάντα ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια τώρα. «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Δέν ἔχω οὔτε χρήματα οὔτε ὑπηρέτη.
Ἀνάμεσα σὲ τόσους ἀνθρώπους στήν Ἱερουσαλήμ, ἀπὸ τοὺς ἄνεργους ὡς τοὺς πλουσίους καὶ δυνατούς, δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνας καὶ μοναδικὸς γιά ν’ ἀπλώσει τὸ χέρι του καὶ νά σὲ βοηθήσει γιά χάρη τῆς ψυχῆς του; Δέν μποροῦσε τουλάχιστο νά στείλει τὸν ὑπηρέτη του καὶ νά σὲ βοηθήσει; Ὄχι οὔτε ἕνας…
Ὑπάρχουν, Κύριε, πολλοὶ περπατοῦν κοντά μου, μὰ ἐγὼ «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Κι ὑπάρχουν τόσο πολλοὶ ἱερεῖς! Δές τὸ ναό, ἀπέναντι ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ δρόμο. Ἀμέτρητοι ἱερεῖς διαβάζουν τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ διδάσκουν τοὺς ἀνθρώπους νά δίνουν ἐλεημοσύνες. Καὶ δὲν βρέθηκε κανένας τους νά ἔρθει ἤ ἔστω νά στείλει κάποιον γιά νά σὲ βοηθήσει; Ἔτσι εἶναι, Κύριε. Ἐκεῖ στό ναὸ ὑπάρχουν πολλοὶ ἱερεῖς. Ἐγὼ ὅμως «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Ὑπάρχουν πολλοὶ Ἰουδαῖοι, χιλιάδες χιλιάδων, ποὺ συνάχτηκαν στήν Ἱερουσαλὴμ γιά τή γιορτή. Κανένας τους ὅμως δέν ἐνδιαφέρεται γιά ἕναν πονεμένο καὶ ἤσυχο ἄνθρωπο. Ἐνδιαφέρονται γιά τὸ Σάββατο…
Ἐδῶ βρέθηκε ἕνας ἄνθρωπος – ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος! Ἐδῶ εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ ἀγαπᾷ περισσότερο ἀπὸ τὸ συγγενῆ καὶ τὸ φίλο, ποὺ ὑπηρετεῖ πιὸ πιστὰ ἀπὸ τὸν ὑπηρέτη. Δέν ἔκανε τὸ μακρὺ καὶ κουραστικὸ ταξίδι ἀπὸ τή Γαλιλαία ὡς τὴν Ἱερουσαλὴμ γιά τὸ Σάββατο καὶ τή γιορτή, ἀλλὰ γιά χάρη ἑνὸς πονεμένου ἀνθρώπου. Ἦρθε ὥστε μὲ τὰ ἔργα Του, κι ὄχι μὲ λόγια, νά καταγγείλει τή φοβερὴ ἔλλειψη ἀγάπης ἑνὸς λαοῦ πού τὰ αἰσθητήριά του ἔχουν ἀμβλυνθεῖ. Ὁ Ἄνθρωπος ἦρθε γιά χάρη τοῦ ἀνθρώπου. «Λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ.» (Ἰωάν.ε΄ 8-9). Ἀπὸ τή στιγμή αὐτή καὶ προφανῶς γιά πάντα, ὁ ἄγγελος σταμάτησε νά ‘ρχεται καὶ νά ταράζει τὸ νερὸ στήν Προβατικὴ Κολυμβήθρα. Γιατὶ ἐμφανίστηκε ὁ Μεσσίας, ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων, ποὺ θεραπεύει χωρὶς μεσάζοντες. Ἐνόσω οἱ ἄνθρωποι βρίσκονταν κάτω ἀπὸ τὸ Νόμο, ὑπηρέτες τοῦ Νόμου, ὁ Κύριος χρησιμοποιοῦσε τοὺς δούλους Του. Τώρα πού ἦρθε ἡ χάρη κι ὁ Νόμος ἀτόνησε, ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁ Κύριος κοντὰ στόν ἄνθρωπο, ὅπως ὁ πατέρας στά παιδιὰ του. Ὁ ἴδιος, μὲ τὰ ἴδια Του τὰ χέρια, τοὺς προσφέρει τὶς δωρεὲς Του.
Ἴσως ῥωτήσει κάποιος: Γιατὶ ὁ Κύριος δέν ἔκανε στόν ἄρρωστο ἄνθρωπο τή συνηθισμένη ἐρώτηση: Πιστεύεις; Γιατὶ δέν ἐρεύνησε νά δεῖ ἂν ὑπῆρχε πίστη μέσα του, ὅπως ἔκανε μὲ πολλοὺς ἄλλους; Μὰ ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ δέν ἦταν ὁλοφάνερη; Τριάντα ὀκτὼ χρόνια κείτονταν ὑπομονετικὰ σ’ ἕνα συγκεκριμένο τόπο, μὲ τὴν ἐλπίδα πώς θὰ λάβει βοήθεια ἀπὸ τὸν οὐρανό…
Στή Βηθεσδὰ τότε ὁ Κύριος ἐνήργησε ἀπὸ τή μία ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο ποὺ ὑπόφερε γιά τόσο μακρὺ διάστημα, σ ἕνα περιβάλλον ἐλεεινό. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τώρα, ἔδρασε ἔτσι καὶ μ’ ἕνα σκοπό: γιά νά καταδείξει τὴν ἔλλειψη ἀγάπης ὄχι μόνο τῶν κατοίκων τῆς Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς, ποὺ ἔβλεπαν τὸ συνάνθρωπό τους νά ὑποφέρει καὶ δέν κουνάγανε τὸ δαχτυλάκι τους γιά νά βοηθήσουν. Καὶ τέλος, ὁ Κύριος σκόπιμα θεράπευσε τὸν παραλυτικὸ ἡμέρα Σάββατο, ἂν καὶ θὰ μποροῦσε νά τὸ κάνει αὐτὸ καὶ Παρασκευή, ἂν ἤθελε. Τὸ ‘κανε αὐτὸ γιά νά καταγγείλει τὴν εἰδωλολατρικὴ προσκύνηση τῶν Ἰουδαίων στήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Νά δείξει πώς ὁ ἄνθρωπος ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ ὁποιοδήποτε εἶδος νομικῆς τυπολατρείας. Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ ἔχει τή μοναδική σφραγῖδα τοῦ τρόπου πού ἐνεργεῖ ὁ Θεός: νά στοχεύσει σὲ πολλοὺς στόχους ταυτόχρονα.
«Ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. ἔλεγον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον» (Ἰωάν. ε΄ 9-10). Τὶ στρεψόδικες ψυχὲς ἔχουμε ἐδῶ! Πόσο κλεισμένες καρδιές! Ἀντὶ νά χαροῦν πού ἕνα σερνάμενο σκουλήκι στάθηκε ὄρθιο καὶ ξανὰ ‘γινε ἄνθρωπος, ἀντὶ νά τὸν συγχαροῦν πού ἀποκαταστάθηκε ἡ ὑγεία του, ἀντὶ νά ξεσηκώσουν τὴν πόλη ὁλόκληρη, νά τοὺς καλέσουν ὅλους γιά νά δοξάσουν τὸ ζωντανὸ καὶ στοργικὸ Θεό, ἀντὶ γιά ὅλ’ αὐτὰ ἐξοργίστηκαν μὲ τὸν ἄνθρωπο ἐπειδὴ κουβαλοῦσε στούς ὤμους του τὸ κρεβάτι του καὶ ξαναγύριζε ὑγιὴς στό σπίτι του.
«Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;» ( Ἰωάν.ε΄ 11,12). Ἐδῶ ἔχουμε μία ἄκομα ἀπόδειξη τῆς τυφλότητας τῶν Ἰουδαίων, τῆς τυπολατρικῆς καὶ μαγικῆς ἀντίληψης ποὺ εἶχαν γιά τὸ Σάββατο…
Πόσο διεφθαρμένος κατάντησε ὁ περιούσιος λαός! Δέστε τί καρποὶ βλάστησαν στή γῆ πού ἐξέθρεψε τὸ Μωυσή, τὸν Ἠσαΐα, τὸ Δαβίδ! Ἡ ἄλλοτε γνωστὴ εὐλάβεια τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐξελίχτηκε σὲ μία σαββατολατρεία. Ἡ ἱερατικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ζῶντος Θεοῦ ἔγινε μία ἀστυνομικὴ ἐγρήγορση καὶ παρακολούθηση τῆς τάξεως τῆς θέας πού ὀνομάζεται «Σάββατο»!
« Ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ ᾿Ιησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. (Ἰωάν. 3, 13). Ὁ θεραπευμένος ἄνθρωπος εἶχε κοιτάξει ἀπὸ τὸ κρεβάτι του τὰ μάτια τοῦ Κυρίου. Εἶχε νιώσει τή ζωοποιὸ ἀνάσα Του, εἶχε γνωρίσει τή θαυματουργικὴ Του δύναμη. Παρ’ ὅλ’ αὐτὰ ὅμως δέν μποροῦσε νά τοὺς δώσει τὸ ὄνομα τοῦ θεραπευτή του ἢ νά τοὺς πεῖ ἀπό ποῦ ἐρχόταν. Ὁ Κύριος μὲ τό πού πραγματοποίησε τή θεραπεία χάθηκε μέσα στό πλῆθος κι ἄφησε τὰ πράγματα νά ἐξελιχτοῦν μόνα τους. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ σπορέας. Σπέρνει τὸν καλὸ σπόρο καὶ τὸν ἀφήνει ν ἀναπτυχθεῖ καὶ μὲ τὸν καιρὸ νά καρποφορήσει, ἀνάλογα μὲ τὸν τόπο ὅπου ἔπεσε. Ὁ Κύριος ἔκανε τὸ καλὸ ἔργο, τὸ θεϊκό, τόσο σὲ δύναμη ὅσο καὶ σὲ ἀγάπη, κι ἀποσύρθηκε γιά νά γλυτώσει τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων, ὅπως εἶπε λίγο ἀργότερα: «Δόξαν παρὰ ἀνθρώπων, οὐ λαμβάνω» (Ἰωάν. ε΄ 41). Φεύγει μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γιά νά μὴ τὸν φθονήσουν, ὅπως γίνεται συνήθως. Φεύγει ὅμως γιά νά δώσει παράδειγμα καὶ σ’ ὅλους ἐμᾶς πού λεγόμαστε χριστιανοί. Τὸ καλὸ ἔργο τελειοποιεῖται καὶ δικαιώνεται ὅταν γίνεται μόνο ἀπὸ ἀγάπη γιά τὸν ἄνθρωπο καὶ γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι ἐκεῖνοι πού ἐπιθυμοῦν νά κάνουν καλὰ ἔργα, ἂς μὴ τὰ κάνουν ἀπὸ ματαιότητα, γιά νά προσελκύσουν τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Ὅποιος ἐπιδείχνει τὰ καλὰ του ἔργα σὲ κοινὴ θέα, μοιάζει μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ βάζει τὰ πρόβατα ἀνάμεσα στούς λύκους. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νά προσέχουμε πολὺ τὰ καλὰ μας ἔργα, ν’ ἀποφεύγουμε νά προκαλοῦμε τὸν ἔπαινο ἤ τὸ φθόνο τῶν ἄλλων. Ὅποιος γυρεύει σκόπιμα τὸν ἔπαινο τῶν ἄλλων, ξέχωρα ἀπὸ τὸ καλὸ του ἔργο, θὰ κάνει καὶ δυό κακά: Τὸν ἔπαινο, ποὺ θὰ βλάψει τὸν ἴδιο προσωπικά, καὶ τὸ φθόνο, ποὺ θὰ βλάψει τοὺς ἄλλους.
«Μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται» (Ἰωάν. ε΄14 ). Ὁ Κύριος θεράπευσε τὸ σῶμα καὶ τώρα ἀναβιβάζει τὸ γεγονὸς αὐτὸ σὲ ἀνώτερη σφαῖρα, στήν πνευματικὴ του διάσταση. Κάνει τὸν θεραπευμένο νά συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ πηγὴ κι ἡ αἰτία τῆς φοβερῆς του ἀρρώστιας ἦταν ἡ ἁμαρτία. Καὶ τὸν προειδοποιεῖ νά πάψει ν’ ἁμαρτάνει. «Ἵνα μὴ χεῖρον σοι τὶ γένηται».
Δέν εἶναι γνωστὸ σὲ τί εἶδος ἁμαρτίας εἶχε πέσει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, μὰ οὔτε καὶ μᾶς βοηθάει ἡ γνώση αὐτή. Ξέρουμε πὼς ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται κάθε ἁμαρτία, πὼς ἡ ἁμαρτία μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ κοντὰ Του. Γνωρίζουμε πώς κάθε ἁμαρτία γιά τὴν ὁποία δέν ἔχουμε μετανοήσει, ἀργὰ ἤ γρήγορα θὰ προκαλέσει πόνο, θὰ φέρει βάσανα. Μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρον σοὶ τὶ γένηται. Τώρα ὁ Θεός σοῦ ἔδειξε τὸ ἔλεός Του, ἡ ἁμαρτία σοῦ συχωρέθηκε. Μὴν ἑξακολουθεῖς νά πειράζεις τὸ Θεὸ ὅμως, μὴ τὸν προκαλεῖς. Γιατὶ τότε, ἀντὶ γιά τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἴσως συναντήσεις τή δικαιοκρισίᾳ Του. Ἂν κατόρθωσες νά δικαιωθεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιά τὴν προηγούμενη ἁμαρτία σου, μὲ μία ἀνεπαρκή γνώση γιά τή δύναμή Του, μετὰ ἀπ’ αὐτό πού ἔγινε δὲ θὰ μπορέσεις νά βρεῖς δικαιολογία.
Αὐτὴ εἶναι μία θαυμάσια ἀλλὰ καὶ φοβερὴ προειδοποίηση πρὸς ὅλους μας. Πῶς ἂν γιά μία φορὰ νιώσαμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ πάνω μας δέν πρέπει νά ξαναμαρτήσουμε, μήπως μᾶς βρεῖ κάτι χειρότερο ἀπ’ αὐτό πού μὰς λύτρωσε ὁ Θεός.
«Ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ» (Ἰωάν ε΄15). Εἶδε ὅτι ὠφελήθηκε ὁ ἄνθρωπος κι εἶπε στούς Ἰουδαίους πώς τὸν ἔκανε καλὰ ὁ Ἰησοῦς. Τὸ ἔκανε αὐτὸ μὲ καλὴ πίστη, μὲ καλὲς προθέσεις. Τὸν ῥωτήσανε γιά τὸν Ἰησοῦ κι αὐτὸς νόμισε πώς ἦταν καλὸ νά τὸ πεῖ. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἔνιωσε πὼς ὄφειλε αὐτὸ στόν εὐεργέτῃ του, ἔπρεπε νά γνωρίσει τὸ ὄνομά του στούς ἄλλους, νά τὸ μάθουν ὅλοι, καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι πού τὸν ῥώτησαν. Οὔτε νά φανταστεῖ δέν μποροῦσε πόσο πονηρὲς ἦταν οἱ καρδιὲς ἐκείνων πού ῥωτοῦσαν γιά τὸν Ἰησοῦ. Πῶς θὰ μποροῦσε νά ὑποψιαστεῖ πώς ἐκεῖνοι δὲ ῥωτοῦσαν γιά νά δοξάσουν τὸν Ἰησοῦ σὰν θαυματουργό, μὰ γιά νά τὸν θανατώσουν, ἐπειδὴ δέν τήρησε τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου;
Πρέπει νά προσέξουμε ἰδιαίτερα τὸ σημεῖο αὐτό. Πηγαίνει καὶ λέει στούς Ἰουδαίους πώς ὁ Ἰησοῦς ἦταν πού τὸν θεράπευσε. Κατέχεται ὁλόκληρος ἀπὸ τή σκέψη τῆς θεραπείας καὶ τοῦ θεραπευτή του. Οἱ Ἰουδαῖοι, ἀντίθετα, κατέχονταν ἀπὸ τὴν σκέψῃ τοῦ σαββατισμοῦ, τῆς μὴ τήρησης τοῦ Σαββάτου…
Ἡ σκέψη καὶ ἡ διαθεσὴ του ἦταν νά δοξολογήσει τὸν Κύριο Ἰησοῦ, τὸν εὐεργέτῃ του. Ἡ σκέψη κι ἡ διάθεση τῶν Ἰουδαίων ἦταν νά τὸν θανατώσουν. «Οἱ Ἰουδαῖοι ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι», γράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς (Ἰωάν.ε΄ 16) γιατὶ ἤθελαν νά τὸν σκοτώσουν; Μήπως ἐπειδὴ ἦταν ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος πού πρόσεξε τὸ δυστυχῆ παράλυτο τὰ τριάντα ὀκτὼ αὐτὰ χρόνια; Μάλιστα, γι’ αὐτό. Ἀλλὰ καὶ γιά ἕναν ἄλλο λόγο. Ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἦταν ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος πού ἔδωσε μεγαλύτερη σημασία στή ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴν τυπολατρία τοῦ σαββατισμοῦ τῶν Ἰουδαίων.
Ὁ Κύριος πέρασε ἀπαρατήρητος ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς παγίδες καὶ τὶς ἐνέδρες τῆς κακίας τῶν Ἰουδαίων, σκορπίζοντας μὲ λόγο καὶ ἔργα τὸ εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης γιά τοὺς ἀνθρώπους, ὡς τή στιγμή πού ἀποφάσισε πώς ἦρθε ἡ ὥρα νά παραδοθεῖ στά χέρια τῶν Ἰουδαίων. Γιά νά δείξει τή μεγαλοσύνῃ Του μὲ τὴν ταπείνωσή Του, νά νικήσει τὸ θάνατο μὲ τὸ θάνατό Του.
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ἐπισκόπου Ἀχρίδος

Πηγή: www.imaik