Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Γρηγόριος ο Αρχιπελαγίτης: Οι ηγεμονίσκοι Έχουν τόσο υψηλούς θρόνους, που ούτε ο γυμνοσάλιαγκας δεν μπορεί να ανέβη επάνω.




Διώξαμε τον βασιλιά και πολεμήσαμε την βασιλεία, ότι καταλύει την δημοκρατία, είναι πολυδάπανη, είναι θεσμός αταίριαστος για την εποχή μας. Γέμισε, όμως, όλος ο τόπος ηγεμονίσκους. Ο κάθε υπουργός ηγεμονίσκος, ο κάθε βουλευτής ηγεμονίσκος, ο κάθε νεόπλουτος ηγεμονίσκος, ο κάθε βιομήχανος και βιοτέχνης ηγεμονίσκος, ο κάθε επίσκοπος στην Εκκλησία ηγεμονίσκος, οι ηγούμενοι των Μονών ηγεμονίσκοι, η κάθε ηγουμένη σούπερ ηγεμονίσκος.

Όλοι αυτοί έχουν μεγάλες και πλούσιες αυλές και δορυφόρους αναρίθμητους. Ποια πόρτα να χτυπήσης; Πίσω από ποια θύρα να σταθής; Σε ποιόν να πης τον πόνο σου και το παράπονό σου; Όποιον και να συναντήσης θα σού κάνη την ερώτηση: «− Γιατί, γύφτο, τρέμεις; − Απ᾽ την χαρά μου, αγά. − Γιατί χτυπάς τα δόντια σου; − Παίζω ταμπουρά.» Η ασπλαγχνία και η ασυμπάθεια βασιλεύουν. Έχουν τόσο υψηλούς θρόνους, που ούτε ο γυμνοσάλιαγκας δεν μπορεί να ανέβη επάνω. Μεγάλη υψομετρική διαφορά μεταξύ του λαού και του ηγεμονίσκου. Κανείς απ᾽ αυτούς δεν μπορεί να ακούση τον κλαυθμυρισμό των πεφορτισμένων και απηλπισμένων. Ευκολώτερα συναντάς λιοντάρι μέσα στον κόσμο, παρά ηγεμονίσκο. Ποτέ δεν κοιτάζουνε τον πένητα στα μάτια. Παγοκολόνες οι καρδιές τους. Κι όταν δορυφορούνται από πλήθος αυλοκολάκων, που να προσεγγίσης, που να αισθανθής ζεστασιά;

Αυτές τις μέρες έστειλα έναν απελπισμένο σε ηγούμενο μεγάλης Μονής του Όρους. Ένα λόγο παραμυθίας δεν του έρριξε στ᾽ αυτιά του, αν και θέλει να τιμά την Παναγία την Παραμυθιά. Διαδικαστικά εζήτησε και προπομπούς στην δυστυχία του. Επέστρεψε πλήρης απογοήτευσης. Έμαθα πως προσφέρει, δίνει, και έστειλά τον. Και τον εσκόρπισε έμπροσθέν του σαν να ήταν εχθρός του. Έσκυψα στην κεφαλή του και του είπα:
− Παιδί μου, άνθρωπος επί της γης δεν θα σε βοηθήση.
Χτυπήσαμε και πόρτα πλουσίου και έλεος δεν βρήκαμε. Ακόμα τα αυτιά μου υποφέρουν από τα μάνταλα και τα σίδερα της κλεισμένης καρδιάς. Κατάλαβα πως αυτοί οι ηγεμονίσκοι είναι βαρήκοοι, είναι βαρυκάρδιοι. Σαν ψωμί φρεσκοφουρνισμένο τρώνε τον λαό του Θεού. Τους κόπους του λαού τους βλέπουν σαν τους ιστούς της αράχνης. Όλα τα σπίτια αναστενάζουν. Αποκαλούν τον Θεό αδυσώπητο και τους πλουσίους αδέκαστους. Στο χωράφι τους δουλεύουν, και όμως, όταν δύση ο ήλιος, με αδειανά χέρια γυρίζουν στο σπίτι τους. Η γυναίκα ζητά, τα παιδιά ζητάνε, και κάνουν την θέση του πατέρα πιο δυστυχισμένη. Δεν υπάρχει πιά στην γη οικονόμος, δεν υπάρχει φιλότιμος εργοδότης, δεν υπάρχει συμπάθεια. Απονιά βασιλεύει.
Μια μάννα τις βαρειές νύχτες του χειμώνα έτρωγε τον ζεστό τραχανά και βούρκωναν τα μάτια της και μονολογούσε: «Άραγε αυτά τα παιδιά έχουν απόψε κάτι ζεστό να φάνε; Έχουν στρωσίδια να σκεπαστούν; Έχουν ζεστά φορέματα να ενδυθούν;».
Το παλάτι ήτανε πιο προσιτό και την πόρτα του, με το πρώτο χτύπημα, την εύρισκες ανοιχτή. Κανένας δεν έφευγε βδελυκτός και απαραμύθητος. Ποιος θα κλίνη το ούς του σ᾽ αυτόν τον κόσμο; Ποιος θα τους σώση από το «ηρωικό τέλος» της απελπισίας; Ποιος θα συγκρατήση την εξαθλίωση του κόσμου; Με ύφος και υψηλοκαρδία από αυτούς που φάσκουν ότι κάτι είναι, δεν παραμυθείται ο λαός, δεν παρακαλείται.
Χριστέ μου, διάλυσε τις ηγεμονίες σ᾽ όποιον χώρο και να βρίσκωνται. Εξολόθρευσε τους δυνάστες. Αφαίρεσέ τους το δικαίωμα να ζητούν παραλογισμούς και ευπορισμούς από τον πτωχό λαό. Εσκλήρυνας του αιτείσθαι.

Παναγία μου, άκουσε τον στεναγμό της καρδιάς των πενήτων, των πονεμένων. Δεν μπορούνε να ανακατεύουνε στο τσουκάλι το ίδιο φαγητό κάθε μέρα. Και οι ηγεμονίσκοι να μη ξέρουν τι να φάνε. (Ένας ταλαιπωρημένος ηγούμενος στο Άγιον Όρος έλεγε: «Άλλος δεν έχει να φάη κι άλλος δεν ξέρει τι να πρωτοφάη».)
Εξαφάνισε, Κύριε, την λύπηση, την ανέχεια και την στέρηση. Παράλυσε τα μακριά χέρια, που νύχτα-μέρα ψάχνουν τα πανέρια. Τα αγαθά σου είναι πλούσια επί της γης, αλλά λίγοι τα μοιράζονται. Ο πιο πολύς κόσμος δυστυχισμένος είναι. Το χαρούμενο πρόσωπο σπανίζει. Όλοι περπατούν και παραμιλούν. Άκουσε, Κύριε, το παραμιλητό τους και ελέησον τους δούλους σου.
Και όσο περνάει ο καιρός, τα βογγητά και οι αναστεναγμοί πληθαίνουν. Ας τελειώσουμε με την ευχή: «Το έλεός σου, Κύριε, καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωης μου».
Γρηγόριος ο Αρχιπελαγίτης