Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ; Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

 «Πᾶς οἶκος κατασκευάζεται ὑπό τινος, ὁ δὲ τὰ πάν τα κατασκευάσας Θεός»· κάθε σπίτι ἔχει τὸν κατασκευαστή του, καὶ αὐτὸς ποὺ κατασκεύασε τὰ σύμπαντα εἶνε ὁ Θεός (Ἑβρ. 3,4).

                 


Δν πάρχει κόλασι, δν πάρχει Θεός!… Ποιός τ λέει ατά, γαπητοί μου; Ο πιστοι κα θεοι. Γι ατος ρμόζει τ το Δαυδ «Επεν φρων ν καρδί ατο· οκ στι Θεός» (Ψαλμ. 52,2)· δηλαδή, μόνο νθρωπος πο χασε τ λογικά του μπορε ν π, Δν πάρχει Θεός.
Ἐὰν καμμι φορ συναντήσετε θεο, δν ενε νάγκη ν κάνετε μακρς συζητήσεις γι ν τν πείσετε· κάντε του μερικς πλς ρωτήσεις. Ρωτστε τον· τ σπίτι πο κάθεται χτίστηκε χω­ρς χτίστη; τ ρολόϊ πο χει στ χέρι του φύτρωσε τσι χωρς ν τ κατασκευ άσ τεχνίτης; τ ροχο πο φοράει γινε χωρς άφτη; Ἐὰν μ πείσς, πέστε του, τι τ σπίτι σου, τ ρολόϊ σου, τ ροχο σου γιναν μόνα τους, τότε θ δεχτ, τι κα τ σπίτι τ μεγάλο, τ τεράστιο σπίτι πο λέγεται σύμπαν, γινε χωρς Δημιουργό. πόστολος Πα λος λέει·
«Πς οκος κατασκευάζεται πό τινος, δ τ πάν τα κατασκευάσας Θεός»· κάθε σπίτι χει τν κατασκευαστή του, κα ατς πο κατασκεύασε τ σύμπαντα ενε Θεός (βρ. 3,4).


Κοντ σ ατν κα σ λλες ποδείξεις, πο μπορε κανες ν ναφέρ (ψυχολογικές, φιλο σοφικές, στορικές), γ θεωρ σχυρ πόδειξι τς πάρξεως το Θεο – ποιό; Τ τι, ν δν πρχε νας νώτατος νος πο κυβερν τ σύμπαν, τότε κόσμος ατς δν θ μποροσε ν σταθ. Γιατ πως μι μηχαν δν μπορε ν λειτουργήσ ἐὰν δν πάρχ π πάνω της μηχανικς πο τ υθμίζει, τσι κι κόσμος α τς ἐὰν δν πρχε οράνιος υθμιστής, προνοητς πο τν κατευθύνει.
λλ δν ενε μόνο ατ πόδειξις· ενε κα λλη. ν δν πρχε Θεός, δν θ μποροσε κόσμος ν σταθ οτε δευτερό λεπτο, γιατκινδυνεύει! π τί; π σεισμό, φωτιά, πλημμύρα, κα ταποντισμό, φαίστεια…; Να κιν δυνεύει κι π ατά, π τ στοιχεα τς φύσεως. Διότι ποιός λλος κυβερν τ στοι χεα τς φύσεως; πως τ λογο τ κρατάει κα βαλάρης μ τ καπίστρι κα τ ατοκίνητο τ κυβερν δηγς μ τ βολάν, εδ άλλως μπορε ν πέσουν σ γκρεμό, κατ παρόμοιο τρόπο κα ατ τν λογη φύσι, τ στοιχεα ατά, τ κυβερν μ τ δικά του βολν κα τ δικά του καπίστρια μεγάλος κυβερνήτης, Θεός.
κτς μως π τν κίνδυνο ατν πάρχει κα λλος κίνδυνος πολ χειρότερος. Ποιός; ν τν π, κάποιος θ π· –Δ βαριέσαι· δν χεις τίποτ λλο ν πς; τώρα στν αἰῶνα α τν θ μς φοβερίσς μ μπαμπολες κα σκιάχτρα;… Μακάρι, γαπητοί μου, ν ταν σκιάχτρο, ν ταν μπαμπούλας, ν ταν φάσμα· μ ενε μι πραγματικότης. Λέω λοιπόν, τι με γαλύτερος κίνδυνος πο διατρέχει τ σύμπαν ενε π κάποια πονηρ δύναμι, όρατη φοβερ κα τρομερ δύναμι, πο σν τν ράχνη πλώνει τ δίχτυ της παν το, κ χει τόση κακία κα τόσο μσος, πο ν μποροσε θ κατέστρε φε λόκληρο τν κόσμο. Ποιά εν ατή; Ενε σατανς, διάβολος. Κα κριβς ποιος θέλει ν δ τί στι διάβολος, τί δύναμι χει κα τί κακ κα τί συμφορ μπορε ν προκαλέσ, ς τεντώσ τ ατί του ν κούσ τί επε σήμερα τ ε αγ γέλιο. λο τ ερ κείμενο π τν ρχ μέχρι τ τέλος μιλε περ δαιμόνων κα δαιμονισμένων. Τί λέει· τι διάβολος μπορε ν κάν κακό. Πο; Σ νθρώπους κα σ ζα.

* * *

Σ να βουνό, γαπητοί μου, κάθε μέρα βοσκαν χοροι. Πόσοι ταν; Κοπάδι λόκληρο, «περίπου δυ χιλιάδες» λέει νας εαγγελιστής (Μρκ. 5,13)· «λεγεών», λόκληρη ωμαϊκ μεραρχία, λέει λλος εαγγελιστής (Λουκ. 5,9). λλ μι μέρα ατ τ ζωντανά, κε πο τρωγαν συχα τ βελανίδια τους, ξαφνικ σηκώθηκαν ρθια, ρχισαν ν γρυλίζουν, ρ μησαν σν λυσσασμένα σ να γκρεμό, κα π κε πεσαν λα μέσα στ λίμνη· σ λίγο τ νερ γέμισαν π πτώματακουφάρια τν χοίρων.
Τί παθαν; μένα ρωττε; ρωτστε τ εαγγέλιο. παθαν δαιμονισμό, δαιμονοπλη ξία. πως πάρχει λεκτροπληξία, τσι πάρ χει κα δαιμονοπληξία. Κα πο βρεθήκαν τ δαι μόνια κε στ βουνό; Τ δαιμόνια πνε παντο.
Τ εαγγέλιο λέει, τι βγκαν π δύο νθρώπους κα μπκαν στος χοίρους. ταν δύο νέοι πού, ν προηγουμένως ταν παιδι καλά, πάκουα κα ργατικά, σ μι «κακι ρα» πο λέει κόσμος μ τν πλ του πίστι, λλαξαν. Δν πήκουαν πιά, γρίεψαν, γιναν δι άντροποι, σεβες, βλάσφημοι, πιθετικοί, πικίνδυνοι, φόβος κα τρόμος τς περιοχς. Γύριζαν γυμνο χωρς ντροπή, πετο σαν κοτρώνια στος νθρώπους, κοιμόν τουσαν μέσ στ μνήματα. Κι πέκτησαν τέτοια δύναμι πού, ν τος δεναν μ σχοινι κα λυσίδες, ατο τς σπαζαν σν ν ταν κλωστές. Τ διο δν συμβαίνει κα τώρα στν Κεφαλονιά, στν γιο Γεράσιμο; Πο βρέθηκε ατ δύναμι; ς μν πιστεύουν ο πιστοι· πάρχει ατ όρατη πονηρ δύναμις πο πειλε τν κόσμο.
Πς λλαξαν τότε κενα τ παιδιά; Πς λ λάζει κα σήμερα τ μικρ παιδί, τ γγελού δι πο εχες χθς στν γκαλιά σου κα τ στόλι ζες μ χίλια δυ γλυκ νόματα, κα τώρα γινε σύδοτος, σπάει τ κεφάλι το πατέρα, βλαστημάει τν πατρίδα, καταπατε τ πάντα, κα γίνεται τρομοκράτης. ξήγησι πο δίνει τ εαγγέλιο ενε, τι μπ κε μέσα του δαιμόνιο. Σ δέντρο πο ενε στέρεο δν τρυπώνουν μέ σα σκουλήκια· που μως πάρ χει κουφάλα, κε μπαίνουν ο σφίγγες, κάνουν σφιγγοφωλις κα δν τολμς ν πλησιάσς· τσι μέσ στς «κουφάλες» το ψυχικο κόσμου στήνουν σφιγγοφωλις τ δαιμόνια, κα κείνους τος συχους νθρώπους, κενα τ ρνάκια το Χριστο, τ κάνουν λύκους κα τρομοκράτες.
Παρ λη μως τν γριότητα τ δαιμόνια, πως βλέπουμε στ εαγγέλιο, δν τολμον ν πον βριστικ βλάσφημο λόγο στ Χριστό. «Τί μν κα σοί, ησο υἱὲ το Θεο», λέ νε τρέμοντας, «λθες δε πρ καιρο βασανίσαι μς;» (Ματθ. 8,29). σ λοιπόν, πο νοίγεις τ βρωμερό σου στόμα κα βλαστημς τ Χριστό, τν Παναγι κα τος γίους, εσαι χειρότερος π τ διάβολο. Γιατ διάβολος λα τ μαρτήματα τ κάνει, να μάρτημα δν τ κάνει· δν βλαστημάει τ Θεό.
κου πς μιλνε ο δαίμονες· «λθες δε πρ καιρο βασανίσαι μς;»! Γνωρίζουν, τι κακία τους θ λάβ τέλος, ναγνωρίζουν τν ξουσία το Χριστο κα κατ να τρόπο το ζητον παράτασι. Δν ρθε κόμη, λένε, ρα μας ν τιμωρηθομε. Σν τν κακοργο, πο ζητάει στ δικαστήριο ναβολ τς δίκης, ν κερδίσ χρόνο κα ν μ φτάσ ρα τς κτελέσεώς του.
Κ πειδ τ δαιμόνια δν μπορον ν σταθον λεπτ χωρς ν κάνουν κακ σ κάποιον, στω κα σ ζο ν χι σ νθρωπο, λένε· Κάπου πρέπει ν πμε· φο μς κάνεις βιαία ξωσι π τος δύο νθρώπους που ε χαμε φωλιάσει, σ παρακαλομε, δός μας σπίτι ν μείνουμε, δός μας τ δικαίωμα ν πμε στος χοίρους. Κα Κύριος τος δίνει τν δεια. «πάγετε», ν πτε, λέει. Κα π δ τί μαθαίνουμε· τι, ν δν γκρίν κα δν παραχωρήσ Θεός, τίποτε δν μπορον ν κά νουν ο δαίμονες· χωρς τν δειά του ενε δέ σμιοι, οτε κν τ ζα δν μπορον ν πειράξουν, πόσο μλλον τος νθρώπους!
Κύριος πέτρεψε τν τιμωρία ατ δικαίως, γιατ ατο πο τρεφαν τος χοίρους καναν παράνομο μπόριο· κα τ μαρτωλ μπόρια Θες δν τ θέλει. Μέσα σ λίγα λεπτ σκορπίστηκε παράνομη περιουσία· «τ νεμομαζέματα διαβολοσκορπίσματα». τσι θά ρθ μέ ρα, πο κάθε τιμία θ τιμωρηθ.
χε πίστι στ Θε κα κάθισε στ φτωχ καλυβάκι σου πού νε ελογημένο· τ χτισε πατέρας σου σ διος μ τν δρτα σου, κ ενε παλάτι, ν τ σπίτια τ μεγάλα, πο χτίστηκαν μ τιμίες κα κομπνες κα κλεψιές, θ γίνουν σκορποχώρι, πως σκορποχώρι γινε νομη περιουσία τς γέλης.

* * *

λο τ εαγγέλιο, γαπητοί μου, τί κηρύτ τει; τν παρξι το Θεο. Γιατ φοβερ ενε τ διάφορα λλα κακ κα φοβερώτερο π λα σατανς, λλ πι σχυ ρς κι π τ σαταν ενε ησος Χριστς Ναζωραος. Μι μέρα μπροστά του λοι κα λα, κι ατο κόμα ο δαίμονες, «θ κάμψουν τ γόνυ» (Φιλιπ. 2,10). Δόξα σοι, Χριστ βασιλε αώνιε!
Γι ατ πίστευε στν παρξι το Θεο κα μ φοβ σαι τίποτα. Οτε δαίμονες, οτε ν θρωποι, οτε μάγοι μπορον ν σ βλάψουν. χεις τ Χριστό; πιστεύεις, μετανοες, προσ εύχεσαι, κοινωνες; ς μαζευτον ο διάβολοι κι ς βγον στ γ· νας Χριστιανς μ τν πί στι το Χριστο θ καταδιώξ λεγενες δαι μονίων. «Ατη στν νίκη νικήσασα τν κό σμον, πίστις μν» (Α΄ ω. 5,4). «Γντε, θνη, κα ττσθε…, τι μεθ μν Θεός» (σ. 8,9-10). «ττσθε»! δν θ νικήσουν ο δαίμονες, θ νικήσ ησος Ναζωραος· ν, παδες, μνετε κα περυψοτε ες πάντας τος αἰῶνας· μήν.
(†) πίσκοπος Αγουστνος