Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Η αληθινή νηστεία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

Εἶπεν ὁ Κύριος· «Ὅταν δὲ νηστεύητε…» (Ματθ. 6,16)
ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ τελευταία ἡμέρα καταλύσεως. Αὔριο εἶνε ἡ ἀρχὴ μι­ᾶς νέας περιόδου τῆς Ἐκκλησίας μας, περι­ό­δου ἱερῶν ἀγώνων, πνευματικῆς περισυλλο­γῆς καὶ καλλιεργείας. Ἀρχίζει ἡ ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἂν εἶχα ἕνα πίνα­κα, θὰ ἔ­­γραφα· Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ἴσον – τί; Πολ­λὰ ὡραῖα πράγματα καὶ πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα νηστεία.
Νηστεία; Μόλις ἀκούσουν τὴ λέξι νηστεία, μερικοὶ ποὺ κάνουν τὸ μοντέρνο, κοροϊδεύ­ουν. Στὸν αἰῶνα αὐτόν, λένε, ἔρχεστε καὶ μι­λᾶτε γιὰ νηστεία;… Προσπαθοῦν νὰ πείσουν ὅλους, ὅτι ἡ νηστεία εἶνε διάταξις τῶν παπάδων· τὴν ἔκαναν, λένε, οἱ παπᾶδες, γιὰ νὰ τρομοκρατοῦν καὶ νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὸ λαό. Τί ἔχουμε νὰ τοὺς ἀ­παντήσουμε;


* * *
Ἡ νηστεία δὲν εἶνε διαταγὴ τῶν παπάδων καὶ δεσποτάδων, δὲν εἶνε διαταγὴ ἀνθρώ­πων· εἶνε ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Εἶνε ἡ πρώτη ἐντολὴ ποὺ ἐδόθη στὸν ἄνθρωπο. Ἂν ἀνοίξετε τὴν ἁ­γία Γραφή, θὰ δῆτε στὴν ἀρχὴ τῆς Γενέσεως, ὅτι ὁ Θεὸς τοποθέτησε τὸν πρῶτο ἄν­θρω­πο σ᾿ ἕνα ἐκλεκτὸ περιβάλλον, μέσα στὸν παρά­δεισο, καὶ ἡ πρώτη ἐντολὴ ποὺ τοῦ ἔδωσε ποιά ἦταν· Εἶστε ἐλεύθεροι νὰ κόβετε καρποὺς ἀπ᾿ ὅλα τὰ δέντρα, τὰ μυριάδες δέντρα· σὲ ἕνα ὅμως δέντρο δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ πλησιάσετε· γιατὶ ἂν φᾶτε ἀπὸ τὸ δέντρο αὐτό, «θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γέν. 2,17). Αὐτὴ εἶνε ἡ ἐντολή. Ἦταν δύσκολη; Εὔκολη, πολὺ εὔκολη ἦταν· αὐτὸ μποροῦσε νὰ τὸ κάνῃ ὁ Ἀδάμ. Ἐν τούτοις δὲν ἄκουσε τὸ Θεό, παρέ­βη τὴν ἐντολή του, καὶ ὡς συνέπεια ἦρθε ἡ γνωστὴ συμφορὰ στὴν ἀνθρωπότητα.
Πρὸς διόρθωσιν αὐτοῦ τοῦ κακοῦ ἄρχισαν ἔπειτα νὰ τηροῦν τὴν ἐντολὴ καὶ νὰ νηστεύουν ὅσοι ἦταν στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ. Νήστεψε ὁ θεόπτης Μωυσῆς ποὺ ἀξιώ­θη­κε νὰ λάβῃ τὶς δέ­κα ἐντολὲς στὸ Σινά, νή­στεψε ὁ Δαυῒδ ὁ προ­φήτης καὶ βασιλεύς, νήστεψε ὁ Δανιὴλ καὶ οἱ Τρεῖς Παῖδες ἐν κα­μίνῳ, νήστεψε ὁ Ἠ­λίας, νήστεψε ὁ ᾿Ιωάν­νης ὁ Πρόδρομος ποὺ ζοῦσε μὲ ἄγριο μέλι καὶ ἀκρίδες, νήστεψαν ὅλοι.
Ἡ νηστεία συναντᾶται καὶ ἐκτὸς τοῦ περιουσίου λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Δὲ νήστευαν μό­νο οἱ ᾿Ιουδαῖοι. Νήστευαν κι ἄλλα ἔθνη· καὶ Ἀσ­σύ­ριοι, καὶ Βαβυλώνιοι κ.ἄ.. Μποροῦμε νὰ ποῦ­με ὅτι ἡ νηστεία εἶ­νε ἕνας παγκόσμιος θεσμός.
Περισσότερο ἀπ’ ὅλους ὅμως νήστεψε­ ­­– ποιός; Ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός. Σα­ράντα μέρες στὴν ἔρημο οὔτε ἔφαγε οὔτε ἤ­πιε. Καὶ πρὸς τιμὴν τοῦ Κυρίου καὶ μίμησιν τῆς νηστείας του ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὥρισε τὴ νηστεία αὐτὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Πέρα τώρα ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφὴ ἡ νηστεία συνιστᾶται καὶ ἀπὸ τοὺς γιατρούς, ἀπὸ τὴν ἰ­ατρικὴ ἐπιστήμη. Ἐπιστήμονες διεθνοῦς κύ­ρους σὲ ἰατρικὰ συνέδρια διεκήρυξαν, ὅτι τὴν ὑ­γεία βλάπτει ἡ πολυφαγία καὶ μά­λιστα ἡ κρεοφαγία. Κρεοφάγοι ἔγιναν τώρα οἱ ἄν­θρω­­ποι. Τόν­νοι κρέατος καταναλίσκονται. Ὑ­πάρχει ὑ­ποψία, ὅτι καὶ ὁ καρκίνος ἔχει σχέσι μὲ τὴν κρεοφα­γία. Κι ἄλλες ἀσθένειες αἰ­τία ἔ­χουν τὴν πολυ­φαγία. Ὅπως εἶπαν, ὁ λαίμαργος καὶ κοιλιόδουλος «σκάβει τὸ λάκκο του μὲ τὸ πιρούνι καὶ τὸ κουτάλι του».
Τόσο σχετίζεται μὲ τὴν ἐπιβίωσι τοῦ ὀργανι­σμοῦ ἡ νηστεία, ὥστε κάποτε νηστεύουν καὶ ζῷα ἀ­κόμα. Ἂν ἐπισκεφθῆτε ἕνα ζωολογι­κὸ κῆπο τὸ χειμῶνα, μπορεῖ νὰ δῆτε λ.χ. τὴν ἀρ­κούδα νὰ μὴν τρώῃ· πέφτει σὲ χειμερία νάρκη γιὰ τρεῖς – τέσσερις μῆνες. Φαίνεται, ὅτι ἡ νηστεία εἶνε ὠφέλιμη, καθαρίζει τὸ πεπτικὸ σύστημα, ἀναπαύει κι ἀνανεώνει τὸν ὀργανισμὸ τοῦ ζῴου, γιὰ νὰ ξυπνήσῃ πάλι τὴν ἄνοιξι μὲ τὰ κελαηδήματα τῶν ἀηδόνων.
Ἡ νηστεία λοιπὸν συνιστᾶται ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή, ἀπὸ τὸν Κύριον ἡμῶν ᾿Ιησοῦν Χριστόν, ἀπὸ τὴ φύσι καὶ τὴν ἐπιστήμη. Ἡ νηστεία τέλος εἶνε καὶ ἕνα μέσο οἰκονομίας. Ζοῦμε σὲ δύσκολες ἐποχές· ὅλοι φωνάζουν οἰκονομία οἰκονομία. Στὰ παλιὰ τὰ εὐλογημένα χρόνια, στὸ χωριό μου ἀλλὰ καὶ στὴ Μακεδονία, κρέ­ας ἔτρωγαν τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο· ἦταν νηστευταί. Τώρα γίναμε κρεοφάγοι· τόσο πολύ, ποὺ οὔτε Τετάρτη οὔτε Παρασκευὴ οὔ­τε Μεγά­λη Παρασκευὴ σταματοῦμε. Γέμισε ὁ τόπος ψησταριές. Ὅπως λέω, καὶ τὰ χορτάρια νὰ γί­νουν μοσχάρια, δὲ φτά­νουν νὰ μᾶς θρέψουν. Γι’ αὐτὸ εἰσάγουμε συνεχῶς κρέατα, τὸ συν­άλ­λαγμα φεύγει ἔξω καὶ πλουτίζουμε ἄλλους.
Καὶ τὸ κράτος μας λέει ψέματα. Φωνάζουν «λιτότης» καὶ «οἰκονομία» καὶ ἐπιβάλλουν φο­ρολογίες βαρειές. Ἀλλά, γιὰ νὰ εἴ­μεθα συνεπεῖς, πρέπει πρῶτα νὰ περικοποῦν ὅλα τὰ περιττὰ ἔ­ξοδα, τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἑκατομμυρί­ων ποὺ πετοῦν οἱ διάφοροι δῆμοι (τῶν Πατρέ­ων, τῶν Ἀθηναίων κ.ἄ.) γιὰ τὸν καρνάβαλο…
Αὐτὰ εἶχα νὰ πῶ σὲ ὅσους ζητοῦν νὰ σβή­σουν μὲ τὴ γομμολάστιχα τοῦ διαβόλου ἀπὸ τὸ λεξικὸ τῆς ἀνθρωπότητος τὴ λέξι νηστεία.
* * *
Ἡ νηστεία εἶνε θεσμὸς ἱερός, ἔχει βαθειὲς ῥί­ζες, εἶνε ἀναγκαία ἀπὸ κάθε πλευρά. Ἀλλὰ ποιά νηστεία; Νὰ κάνουμε διάκρισι. Ὅταν ἡ Ἐκκλησία λέῃ νηστεία, δὲν ἐννοεῖ ν’ ἀπέχῃ μό­νο τὸ λαρύγγι, τὸ στομάχι καὶ ἡ κοιλιὰ ἀπὸ τὰ λεγόμενα τερψιλαρύγγια φαγητά. Δὲν ἀρκεῖ αὐτό. Τί ἄλλο χρειάζεται; Τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ νὰ νηστέψῃ ὅλος ὁ ἄνθρωπος.
Νὰ νηστέψῃ ἀπὸ ἁμαρτήματα σαρ­κικῶν ἀ­πολαύσεων. Τὰ παλιὰ τὰ χρόνια —μὴ παρεξη­γηθῶ ποὺ τὸ λέω—, ἔμπαινε νηστεία; τὰ ἀν­τρό­γυνα δὲν πλησίαζαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἅ­για ἀντρόγυνα. Τώρα σμί­γουν καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευή, τίποτα δὲ σέβονται. Ἀλκοολικοί, κοιμοῦνται μεθυσμέ­νοι μὲ τὶς γυναῖκες τους κ’ ἔπειτα γεννοῦν ἀνάπηρα παιδιά. Τότε νή­στευ­αν ὄχι μόνο ἀπὸ φαγη­τὸ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κά­θε σαρκικὴ ἐπαφή, καὶ ζοῦ­σαν καὶ γεννοῦ­σαν γερὰ παιδιά. Τὸ νὰ ἀπέχῃ ἡ γυναίκα ἀπὸ τὸν ἄντρα ἕνα διάστημα δημιουργεῖ πιὸ εὔ­ρω­στη νέα γενεά. Τώρα γίνονται πράγματα κτηνώδη. Περάσαμε καὶ τὰ ζῷα· αὐ­τὰ εἶνε πιὸ πειθαρχημένα, ἔχουν ὡρισμένη περίοδο ποὺ πλη­σι­άζει τὸ ἀρσενικὸ τὸ θηλυκὸ καὶ μετὰ ἠ­ρε­μοῦν. Νήστεψε λοιπόν, ἐσὺ ἀντρόγυνο, τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες, περί­μενε τὸ Πάσχα, νὰ κοινω­νήσῃς τὰ ἄχραντα μυστήρια, καὶ μετὰ ἐπανέρχεσθε στὰ συζυγικά.
Νὰ νηστέψουν τὰ πόδια. Νὰ μὴν πηγαίνουν σὲ κέντρα ἁμαρτίας, πορνείας καὶ μοιχείας· νὰ πηγαίνουν στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, στὸν οἶκο τοῦ Κυρίου, καὶ νὰ λέμε «Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκη­νώ­ματά σου, Κύριε τῶν δυνάμεων…» (Ψαλμ. 83,1).
Νὰ νηστέψουν τὰ χέρια ἀπὸ κλο­πές, ἁρ­παγές, ψευδορκίες καὶ κάθε εἴδους ἀτιμία.
Νὰ νηστέψουν τὰ μάτια ἀπ’ τὰ αἰσχρὰ θεάματα. Πόσο δύσκολη ἡ νηστεία αὐτή! Ἂν δὲν τρῶς κρέας, ἀλλὰ «τρῶς» γυμνὲς σάρκες, δὲ νηστεύεις. Σαράν­τα μέρες κλεῖσε τὴν τηλεό­ρασι. Ἂν πρόκειται νὰ εἶσαι ὧρες κάθε βράδυ στὴν ὀθόνη, προτι­μότερο νὰ μὴν εἶχες μάτια. Αὐτὸ εἶνε ὀφθαλ­μοπορνεία – ὀφθαλμομοιχεία.
Νὰ νηστέψουν τὰ αὐτιὰ ἀπὸ αἰ­σχρὰ λόγια καὶ τραγούδια. Δὲ μᾶς τά ᾿δωσε ὁ Θεὸς γι’ αὐ­τό· μᾶς τά ᾽δωσε γιὰ ν’ ἀκοῦμε τὰ λόγια του.
Νὰ νηστέψῃ ἀκόμη – ποιός; Ἡ γλῶσσα ἀπὸ τὸ ψέμα, τὴ διαβολή, τὴ συκοφαντία, καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ τὴ βλασφημία. Νά ἁγία νηστεία.
Καὶ τώρα ἡ πιὸ δύσκολη νηστεία – στὸ Ἅγιο Ὄρος τὴν κάνουν οἱ ἀσκηταί. Ποιά εἶνε; Νὰ νηστέψῃς ἀπὸ πονηροὺς λογισμούς· ἀπὸ λογισμοὺς πορνείας, μοιχείας, ἐκδικήσεως, μί­σους, ὑπερηφανείας, γαστριμαργίας, κ.λπ..
Αὐτὴ εἶνε ἀληθινὴ νηστεία· νὰ νηστεύῃ ὁ ὅ­λος ἄνθρωπος, σῶμα καὶ ψυχή. Ἡ νηστεία τῶν τροφῶν μόνο δὲν ἀρκεῖ. Ἀπ’ αὐ­τῆς τῆς πλευρᾶς ὁ διάβολος εἶνε ὁ μεγαλύ­τερος νηστευτής! ὡς πνεῦμα ποὺ εἶνε, δὲν τρώει τί­ποτε. Τί νὰ τὸ κάνῃς ὅμως; Ἔχει ὅλη τὴν κακία, καὶ γι’ αὐτὸ εἶνε στὴν κόλασι.
* * *
Τελειώνοντας, θὰ συστήσω κάτι πιὸ συγκεκριμένο. Στοὺς ἄντρες λέω· νηστέψτε ἀπὸ τσι­γάρο. Καλὰ ἔκαναν αὐτοὶ ποὺ δι­έ­ταξαν, πάνω στὰ πακέττα νὰ ζωγραφίζεται ἕνας καρκίνος. Κάπνισε, σοῦ λέει, ἀλλὰ νὰ τὸ ξέρῃς θὰ πά­θῃς καρκίνο. Καὶ στὶς γυναῖκες λέω· νηστέψτε ἀπὸ κα­τάκρισι. Ἅμα συναν­τη­θοῦν δυὸ γυναῖκες, ἀρχίζει τὸ κοτσομπολιό. Μπρὸς λοιπόν! γιὰ νὰ δῶ τί χριστιανοὶ εἶ­στε· καὶ θὰ χα­ρῶ πολύ, ἂν μάθω ὅτι ἀγωνίζεσθε.
Αὐτὸ εἶνε, ἀγαπητοί μου, ἀληθινὴ νηστεία. Ὡς πρὸς τοὺς ἀσθενεῖς βεβαίως ἡ Ἐκκλησία μας εἶνε ἐπιεικής. Ὅταν κανεὶς εἶνε ἄρρωστος, τοῦ ἐπιτρέπει καὶ Μεγάλη Ἑβδομά­δα νὰ φάῃ. Εἶνε μά­να, ἔχει ἀγάπη καὶ στορ­γή. Γιὰ τὸν ἄρ­ρωστο, τὸ γάλα, τὸ βούτυρο, τὸ κρέας εἶνε φάρ­μακο. Χίλιες φορὲς νά ’νε γερὸς ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ νηστεύῃ· ὅ­ταν ὅμως ἀσθενῇ, ἂς καταλύσῃ· στοὺς ἀρρώ­στους ἐπιτρέπεται.
Ὅλοι οἱ ἄλλοι, μικροὶ – με­γάλοι, ἄντρες γυναῖκες παιδιά, ἂς τηρήσουμε τὴ νηστεία ὅ­πως τὴν περιέγραψα, «καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ εἰρήνης» θὰ εἶνε μεθ᾿ ἡμῶν (Β΄ Κορ. 13,11)· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

"χαρά" του διαβόλου και Χαρά των Αγγέλων!

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡμέρα ποὺ ἴσως πρέπει ὁ ἱεροκήρυκας νὰ σιωπήσῃ καὶ νὰ πάῃ κάπου νὰ κλάψῃ· καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἱεροκήρυκα καὶ ἐσεῖς –ὅσοι πιστεύετε ἀκόμη στὸν Κύριο καὶ ἀνήκετε στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκ­κλησία–, νὰ πᾶτε σήμερα στὰ σπίτια σας, νὰ κλεισθῆ­τε καὶ μπρο­στὰ τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου προσευχηθῆτε καὶ νὰ κλάψετε γιὰ τὴν κατάστασί μας, γιὰ τ᾽ ἁ­μαρτήματά μας. Γιατὶ δυστυχῶς ἡ σημερινὴ ἡμέρα εἶνε ἡ πιὸ ἁ­μαρτωλὴ ἡμέρα τοῦ χρόνου.
Σήμερα Χριστι­ανοὶ βαπτισμένοι κάνουν τὰ ἐν­τελῶς ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ διατάζει ὁ Κύ­ριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία του. Καὶ αὐτὸ βέβαια εἶνε μία αἰτία λύπης καὶ στεναγμῶν. 
Γιατὶ σᾶς ἐρωτῶ· ἂν κάποιος ἀξιω­ματικὸς δι­ατάζῃ τὸν στρατιώτη νὰ κάνῃ δεξιὰ κι αὐ­τὸς κάνῃ ἀριστερά, ἢ τὸν διατάζῃ νὰ κά­νῃ ἀ­ριστερὰ κι αὐτὸς κάνῃ δεξιά, τί αἰσθάνεται ὁ ἀξιωματικὸς ἀπέναντί του;
Ἢ ἂν ὁ γιατρὸς συνιστᾷ στὸν ἄρρωστο ὡρισμένα φάρμακα, κι αὐτὸς ὄχι μόνο δὲν παίρνῃ τὰ φάρμακα ἀλ­λὰ σπάῃ τὰ μπουκάλια καὶ κάνῃ δίαιτα ἀντίθετη ἀπ᾿ ὅ,τι τοῦ εἶπε ὁ γιατρός, τί θὰ αἰσθάνεται ὁ γιατρὸς γιὰ τὸν ἄρρωστο αὐτό;
Ἢ ἂν εἶσαι μάνα ἢ πατέρας καὶ βλέπῃς τὸ παιδί σου νὰ μὴ σ᾽ ἀκούῃ ἀλλὰ νὰ κάνῃ ἀντίθετα ἀπ᾿ ὅ,τι τοῦ παραγγέλλεις;
Ἢ ἂν εἶσαι δάσκαλος καὶ λὲς στὸ μαθητὴ νὰ γράψῃ στὸν πίνακα τὸ ἄλ­φα κι αὐτὸς γράφει τὸ βῆτα;
Ἔ, αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει σήμερα· οἱ Χριστιανοὶ κάνουν τὰ ἀν­­τίθετα ἀπ᾿ ὅ,τι διατάζει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
Κι ἂν ὁ δάσκαλος στενοχωριέται γιὰ τὸν ἄτακτο μαθητή του, ἂν ὁ γιατρὸς λυπᾶται γιατὶ ὁ ἄρρωστος δὲν κάνει τὴ δίαιτά του, ἂν ὁ ἀξιωματικὸς στενοχωριέται γιὰ τὸν ἀ­πείθαρχο στρατιώτη του, κι ἂν ἡ μάνα στενο­χωριέται γιὰ τὸ ἄτακτο παιδί της, πολὺ περισ­σότερο σήμερα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο «λυπεῖ­ται» (Ἐφ. 4,30) γιὰ τὰ ἄτακτα παιδιὰ τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ναί, κάνουν τὰ ἀντίθετα.
Τί μᾶς διατάζει σή­μερα ἡ Ἐκκλησία; Ἀκούσατε τὸν ἀπόστο­λο τί λέει;
«Ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπα­τήσω­μεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελ­γείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, ἀλλ᾿ ἐνδύσασθε τὸν Κύ­ριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας» (῾Ρωμ. 13,13).
Δηλα­δὴ τί ση­μαίνουν τὰ λόγια αὐτά· Σεῖς ποὺ βαπτιστήκα­τε καὶ βγήκατε ἀπ᾽ τὸ σκοτάδι, σεῖς οἱ Χριστια­νοί, δὲν πρέπει νὰ ζῆτε σὰν τοὺς εἰ­δωλολάτρες.
Τί ἔκαναν οἱ εἰδωλολάτρες; Διακόσα – τριακόσα – πεντακόσα χρόνια πρὸ Χριστοῦ, οἱ εἰ­δω­λολάτρες τὶς ἡ­μέρες αὐτὲς ἀκριβῶς, τὸ μῆ­να Φεβρουάριο ἢ καὶ νωρίτερα, ἔπαιρναν καπνιά, μουντζούρωναν τὰ πρόσωπά τους, φο­ροῦσαν προβειές, πα­ρίσταναν διάφορα ζῷα, ἔβαζαν στὸ κεφάλι τους κέρατα βοδιῶν, κρεμοῦσαν κουδούνια, κρατοῦσαν στὰ χέρια τους αἰσχρὰ κι ἀκατονόμαστα ὁμοιώματα, ἔ­βγαζαν κραυγὲς ἄτακτες, ἔβριζαν τὸν κάθε διαβάτη, ἔλεγαν χυδαιολογίες, ἔκαναν χειρο­νομίες, με­θοῦσαν, κυλιοῦνταν στὸ δρόμο, ἔ­καναν ὄρ­για…
Ἔτσι γιώρταζαν οἱ εἰδωλολά­τρες.
 Καὶ τὰ ἔκαναν αὐ­­τὰ – γιατί;
Διότι ἔτσι ἔλεγε ἡ θρησκεία τους. Κι ἀφοῦ τό ᾿λεγε ἡ θρησκεία τους, δὲν μποροῦ­με νὰ τοὺς κατηγορήσουμε.
Αὐτὰ ἤθελε ἡ θρη­σκεία τους, γιατὶ τέτοιοι ἦταν οἱ θεοί τους, αἰ­σχροὶ θεοί· ὁ ἕνας θε­ὸς ἦταν προστάτης τῆς μοιχείας, ὁ ἄλλος προ­στάτης τῆς πορνείας, ὁ ἄλλος προστάτης τῆς μέθης…· τέτοιους θεοὺς εἶχαν καὶ αὐτὰ ζητοῦσαν στὶς γιορτές τους.
Ἀλλ᾽ αὐτὰ ποὺ ἔκαναν ἄλλοτε οἱ εἰδωλολά­τρες, δυστυχῶς σήμερα τὰ κάνουν οἱ ὀρθόδοξοι οἱ Χριστιανοί. Τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Τὰ βλέπουμε.
Δὲν ὑπάρχει σύλλογος, σωματεῖο ἢ καὶ σπίτι ποὺ νὰ μὴ διοργανώνῃ τὶς μέρες αὐτὲς χορό, καὶ χορεύουν ἀπ᾽ τὸ βράδυ ὣς τὸ πρωί. Καὶ δὲ χορεύουν ἑλληνικοὺς παραδο­σιακοὺς χορούς· οἱ σημερινοὶ χοροὶ εἶνε ὅ,τι «αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν» (Ἐφ. 5,12).
Ἔτσι δὲν χορεύουν οὔτε οἱ ἄγριοι οὔτε τὰ θηρία.
Σμίγουν ἄντρες καὶ γυναῖκες, ὁ ἄντρας βλέπει τὴ γυναῖκα του στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἄλλου, ἡ μάνα βλέπει τὸ κορίτσι της στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, καὶ τὰ θεωροῦν αὐτὰ φυσικά.
Καὶ μόνο αὐτό;
Αὔριο, ποὺ ξημερώνει Δευτέρα, ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία τὴν ὀνομάζει Καθαρὰ Δευτέρα
, ἐμεῖς τὴν κάναμε ἀκάθαρτη Δευτέρα – ἔτσι ἔ­πρεπε νὰ λέγεται· γιατὶ εἶνε ἡ ἡμέρα ποὺ γίνονται τὰ περισσότερα ἔκτροπα, οἱ πε­ρισσότερες ἁμαρτίες. Μικροὶ – μεγάλοι βγαί­­νουν ἔ­ξω, γυρίζουν ὅλη μέρα, καὶ τὸ βράδυ ἐ­πιστρέ­φουν μεθυσμένοι, ζαλισμένοι, δὲν ξέρουν τί λένε καὶ τί κάνουν. Κι ὅλ᾽ αὐτὰ βέβαια εἶνε ἀν­τίθετα ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
–Πολὺ αὐστηρὰ τὰ λές, παπᾶ μου, θὰ πῇ κά­ποιος ἀπ᾽ αὐτούς. Μὰ τί θέλεις λοιπόν, νὰ μὴ χορέψουμε; Δὲν εἴμαστε καλόγεροι, εἴμαστε κοσμικοὶ ἄνθρωποι, ζοῦμε στὴν κοινωνία…
Τί θ᾿ ἀπαντήσουμε; Ἀσφαλῶς κοσμικοὶ εἶ­στε. Κανείς δὲν σᾶς εἶπε νὰ πᾶτε στὰ βουνὰ καὶ νὰ κρατᾶτε κομποσχοίνια καὶ νὰ προσεύχε­στε ἀπ᾽ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ. Ἀλλὰ τί λέει ἡ Ἐκκλησία μας;
Ὅλα τὰ ἐπιτρέπει τὸ Εὐ­αγγέλιο, δὲν ἐπιτρέπει μόνο τὴν ἁμαρτία· ὅλα μπορεῖς νὰ τὰ κάνῃς, ἀπόφυγε μόνο τὴν ἁ­μαρτία.
Μπορεῖς π.χ. νὰ παντρευτῇς, νὰ ζήσετε σὰν ἀντρόγυνο ἀγαπημένο καὶ νὰ σᾶς φρουροῦν οἱ ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι. Σοῦ ἐ­πιτρέπει τὸ γάμο, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπει τὸ διαζύγιο, τὴ μοιχεία, τὴν πορνεία, τὰ ἀκάθαρτα πράγματα.
Ποῦ βλέπεις λοιπὸν δυσκολία; ποῦ βλέπεις πίεσι νὰ γίνῃς καλόγερος;
Μπορεῖς ἀ­κόμα σήμερα νὰ καθίσῃς μὲ τὴ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά σου νὰ φᾶτε καὶ νὰ πιῆτε τὸ ἱκανό· ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπει καταχρήσεις· ἐπιτρέπει τὸ φαγητὸ καὶ τὸ ποτό, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπει τὴ μέθη καὶ τὴν ἀκολασία.
Μπορεῖς ἀκόμα τὴν ἡ­μέρα αὐτὴ νὰ τραγουδήσῃς, ἀλλ᾽ ὄχι τραγούδια τοῦ διαβόλου ποὺ φέρνουν ταραχή· τὴν ὡ­ραία φωνὴ δὲν σοῦ τὴν ἔδωσε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ οὐρλιάζῃς σὰν δαιμονισμένος.
Μπορεῖς νὰ τραγουδήσῃς σοβαρὰ καὶ ῥωμαλέα ἑλληνικὰ τραγούδια, σεμνὰ καὶ βαθυστόχαστα χριστιανικὰ τραγούδια· μπορεῖς ἀκόμα νὰ ψάλῃς ἐκ­κλησιαστικοὺς ὕμνους, «τὰ τραγούδια τοῦ Θε­οῦ» ποὺ ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης.
Ἢ μπορεῖς ἀκόμα τὴν ἡμέρα αὐτὴ καὶ αὔριο νὰ πά­ρῃς τὴν οἰκογένειά σου καὶ νὰ πᾷς σὲ μιὰ ἐξοχή, ἀλλ᾽ ὄχι νὰ διαπράξῃς ἐκεῖ ὄργια· δὲν εἶνε αὐτὸ ψυχαγωγία – λέξι τόσο προσφιλὴς σήμερα· ἡ πραγματικὴ ψυχαγωγία εἶνε μέσ᾿ στὰ πλαίσια τῆς τιμιότητος καὶ τῆς χάριτος τοῦ Εὐαγγελίου.
Οἱ χοροὶ μεταμφιεσμένων σὲ σκοτει­νὰ κέντρα διασκεδάσεως δὲν εἶνε ψυχαγωγία, εἶ­νε ψυχοκτονία.
Κι ὅταν περάσῃ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ καὶ ἡ Καθαρὰ Δευτέρα
, βλέπουμε τ᾽ ἀ­ποτέλεσμα. Ποιά ψυχαγωγία! Γυρίζουν ὅλοι μὲ μυαλὸ ζαλισμένο, μὲ κορμὶ τσακισμένο, μὲ πορτοφόλι ἀδειανό.
Μὲ πορτοφόλι ἀδειανό! Ὅταν πρόκειται νὰ δώσουν κάτι γιὰ ἐλεημοσύνη, τὰ χέρια τους τρέμουν λὲς κ᾽ εἶνε παράλυτα· ἂν πρό­κειται νὰ δώσουν γιὰ τὸ διάβολο, δὲν τρέμουν. Καὶ τί ποσὰ ξοδεύουν! χιλιάδες κ᾽ ἑκατομμύρια. Παραπονούμεθα πὼς εἴμαστε φτωχοί· φτωχοὺς μᾶς ἔκανε ἡ ἁμαρτία. Νά τί κερδίζουμε ἀπὸ τὰ ὄργια τῶν ἡμερῶν αὐτῶν, ἀπὸ «τὰ ἔργα τοῦ σκότους» ὅπως τὰ ὀνομάζει σήμερα ὁ ἀπόστο­λος (῾Ρωμ. 13,12). Ἡ ψυχή μας εἶνε κολασμένη κι ὁ Θεὸς ὠργισμένος ἐναντίον μας. Αὐτὰ εἶνε τ᾿ ἀποτελέσματα τῶν ὀργίων τῶν ἡμερῶν αὐτῶν.
* * *
Πόσοι μείναμε, ἀδελφοί μου, τὰ χρόνια αὐ­τὰ κοντὰ στὴν Ἐκκλησία; Λίγοι. Καὶ θά ᾿ρθῃ μέρα ποὺ οἱ ἐκκλησίες θ᾿ ἀδειάσουν ἀκόμα πε­ρισσότερο.
Δὲν εἶνε κρίμα, τὰ κέντρα διασκε­δάσεων καὶ θεαμάτων, τὰ σχολεῖα τοῦ δι­α­βόλου, –μὲ ἀκριβὸ μάλιστα εἰσιτήριο– νά ᾿νε πήχτρα, κ᾽ οἱ ἐκκλησίες νά ᾽νε ἀδειανές;
Ποῦ εἶ­νε οἱ ἄντρες, ποῦ εἶνε οἱ νέοι, ποῦ εἶνε οἱ ἐ­πι­στήμονες; Ἀπὸ τόσες χιλιάδες Χριστιανοὺς πόσοι ἐκκλη­σιάζονται;
Οὔτε δύο τοῖς ἑκατό. Ἀλλὰ κι αὐτοὶ ποὺ ἐκκλησιαζόμαστε, δὲν ἔχου­με φόβο Θεοῦ· δὲν μπαίνουμε στὴν ἐκκλησία μὲ εὐλάβεια, δὲν ἔχουμε κατάνυξι καὶ δάκρυα.
Γιὰ ὅλα αὐτὰ εἶπα στὴν ἀρχὴ ὅτι σήμερα χρειάζονται δάκρυα· νὰ κλαῖμε γι᾿ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἐκκλησιάζονται, νὰ κλαῖμε καὶ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἐκκλησιάζονται μὰ δὲν ἔχουν φόβο Θεοῦ.
Ὅσοι πιστεύουμε στὸ Χριστό, μὴν ἀκολου­θή­σουμε τὸ ῥεῦμα, μὴν κάνουμε ὅ,τι κάνει ὁ κό­σμος· ἂς βαδίσουμε μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κι ἂς διδάξουμε, ἀδελφοί, μὲ τὸ παράδει­γμά μας· ἂς δείξουμε στοὺς γύρω μας, ὅτι κον­τὰ στὸ Χριστὸ ὑπάρχει χαρά· ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὴ «χαρὰ» τοῦ διαβόλου, ὑπάρχει μιὰ ἄλλη χα­­ρά, ἡ χαρὰ τῶν ἀγγέλων· εἶνε ἡ χαρὰ τῆς με­τανοίας, ἡ χαρὰ τῆς συγχωρήσεως, ἡ χαρὰ τῆς προσευχῆς, ἡ χαρὰ τῆς ἐλεημοσύνης, ἡ χαρὰ τῆς θείας κοινωνίας, ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ.
Εὔχομαι, τὴν ἅγια αὐτὴ ἡμέρα νὰ αἰσθανθῆ­τε τὴ χαρὰ τοῦ Θεοῦ.
Νὰ προοδεύετε στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα, ἕ­ως ὅτου μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Κύριος διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάν­των τῶν ἁγί­ων τῆς αἰωνίου καὶ μακαρίας ζωῆς· ἀμήν.