Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Ἐπισημάνσεις καὶ ἐρωτήματα περὶ εὐσεβείας



Γράφει ο Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου
Τὸν τελευταῖο καιρὸ ἔχουν πληθύνει τὰ σχόλια καὶ οἱ ἀναφορὲς περὶ ὑπάρξεως εὐσεβῶν ἐπισκόπων, ἱερέων καὶ μοναχῶν, ποὺ καταδικάζουν μὲν τὸν Οἰκουμενισμὸ ὡς αἵρεση, ἔχουν ὅμως ἐκκλησιαστική –καὶ ὄχι μόνο– κοινωνία μὲ τοὺς Οἰκουμενιστές. Ὅσοι ἀποδίδουν τὸν χαρακτηρισμὸ «εὐσεβής» σ’ αὐτοὺς τοὺς κληρικούς, ξεχνοῦν ἐπιμελῶς νὰ προσδιορίσουν, τί σημαίνει αὐτὸς ὁ ὁρισμός «εὐσεβής», μὲ ποιά κριτήρια ὁριοθετεῖται, καὶ ποιός ἀποδίδει τὰ κριτήρια αὐτά; Ἔτσι προκαλεῖται περισσότερη σύγχυση στὸ ἤδη τελούμενο ἐν συγχύσει ποίμνιο. Διότι, ἂν εὐσεβὴς εἶναι καὶ αὐτὸς ποὺ δὲν κοινωνεῖ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ποὺ κοινωνεῖ μὲ τοὺς αἱρετικούς –διότι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι αἵρεση, κανεὶς δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ τὸ ἀρνηθεῖ– τότε οἱ λέξεις καὶ οἱ πράξεις ἔχουν χάσει τὸ νόημά τους, ἀφοῦ ὅ,τι καὶ νὰ κάνει ἀπ’ τὰ δύο ὁ πιστὸς εἶναι εὐσεβής! Καὶ φυσικά, ἀναδεικνύεται ὡς λογικὸ τὸ ἐρώτημα, γιατὶ νὰ διακόψει καὶ ὁ πιστὸς τὴν κοινωνία μὲ τοὺς Οἰκουμενιστὲς καὶ νὰ βιώσει τὸ μαρτύριο τῆς ἀποτειχίσεως, ἀφοῦ θέμα εὐσεβείας δὲν τίθεται; Τὸ ποίμνιο λοιπὸν διχάζεται καὶ οἱ πολλοὶ ἀποφασίζουν νὰ παραμείνουν στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὴν αἵρεση, ἀνεξαρτήτως τῶν τραγικῶν ἐπιπτώσεων ποὺ αὐτὴ ἐπιφέρει (καὶ ἔχει πρωτίστως σχέση μὲ τὴν σωτηρία ἑκάστου).

Τί εἶναι ὅμως εὐσέβεια;
Διαβάζοντας τὴν ἐτυμολογία τῆς λέξεως εὐσέβεια καταρχὴν στὰ λεξικὰ παρατηροῦμε τὰ ἑξῆς: εὐσεβής, ἐπίθετο Α. γιὰ πρόσωπα 1. εὐλαβής, ὅσιος, εὐσεβής, ἀντίθετο τοῦ δυσσεβής|2. αὐτὸς ποὺ εἶναι πιστὸς καὶ τηρεῖ τὰ ἠθικὰ ἢ θρησκευτικά του κυρίως καθήκοντα, αὐτὸς ποὺ τὰ ἐκπληρώνει|μὲ ἐμπρόθετο προσδιορισμό, δίκαιος (στὴν πράξη, μὲ ἔργα)|μὲ αἰτ. Β. ἅγιος, ἱερός, ἁγιασμένος, σύμφωνος μὲ τὸ καθῆκον|γιὰ πράξεις καὶ πράγματα (Basic Lexicon of Ancient Greek)
Κατὰ τὸ δὲ ἑορτολόγιο τὸ ὄνομα τῆς ἁγ. Εὐσεβείας προέρχεται ἀπὸ τὴν λέξη εὐσεβὴς καὶ σημαίνει "αὐτός ποὺ σέβεται τὸν Θεό καὶ τηρεῖ τὶς ἐντολές Του". Ἔχει τὶς ρίζες της στὶς λέξεις εὐ+σέβας ποὺ σημαίνουν "καλὸς καὶ αἴσθημα φόβου ποὺ ἐμποδίζει κάποιον νὰ κάνει κάτι αἰσχρό".
Στὴν ἐφημερίδα «Ἀθηναΐς» (Ἔτος A', τεῦχος 6, 1876) διαβάζουμε περὶ τῆς εὐσεβείας: «Ἡ εὐσέβεια παράγει ἅπαντα τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς ἀγαθὰ τὰ καθιστῶντα τὸν ἄνθρωπον πράγματι εὐτυχῆ· ἐνῶ ἀπεναντίας ἡ ἀσέβεια ἐπιφέρει πάντα τὰ δυστυχήματα καὶ καθιστᾷ αὐτὸν ταλαίπωρον διὰ παντός. Ἡ εὐσέβεια διὰ μὲν τῆς ἐγκρατείας λ. χ. τῆς φιλοπονίας, τῆς αὐταρκείας κτλ. προάγει τὴν ὑγείαν τοῦ πνεύματος· διὰ δὲ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἀληθοῦς ἀξίας τῶν ἀντικειμένων καὶ τῆς ἀκριβοῦς φύσεως τῆς ἀληθείας ἀναπτύσσει καὶ ἐνισχύει τὴν διάνοιαν καὶ τέλος διὰ τῆς πιστῆς ἐκτελέσεως τῶν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὸν πλησίον ἡμῶν καθηκόντων ἐπιφέρει τὴν εἰρήνην τοῦ πνεύματος καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως... Ἡ εὐσέβεια οὐδένα ἐνοχλεῖ, οὐδένα ζημιοῖ, οὐδένα καταστρέφει· οὐδενὸς τὴν ὑγείαν προσβάλλει, οὐδενὸς τὴν διάνοιαν ἐξασθενεῖ, οὐδενὸς τὴν συνείδησιν ταράττει, ἀλλ’ ἀπεναντίας, οὔτε τὰ πάθη ὑποκινεῖ, οὔτε τὴν τιμὴν ἐλαττώνει, οὔτε γίνεται ποτὲ ἀντικείμενον πικρᾶς μεταμελείας».
Ἐξ ὁρισμοῦ λοιπὸν καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ εὐσέβεια ἔχει δύο πεδία ποὺ συνυπάρχουν, ἔχοντας ὅμως μία ἱεραρχικὴ σχέση: Ὡς δεύτερο τῇ ἱεραρχίᾳ εἶναι τὸ πεδίο τοῦ προσωπικοῦ μας ἀγῶνα, τῆς μάχης κατὰ τῶν παθῶν καὶ ἁμαρτιῶν μας, τῆς σχέσης μας μὲ τοὺς ἀδελφούς μας Χριστιανούς, στὸ ὁποῖο, λόγῳ τῆς ἀτελοῦς μας φύσεως, εὐσεβὴς δὲν εἶναι ὁ ἀναμάρτητος, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ παρὰ τὶς ἁμαρτίες του μετανοεῖ καὶ δὲν πτοεῖται νὰ προσπαθεῖ συνεχῶς νὰ τηρήσει τὶς ἐντολές τοῦ Θεοῦ.
Τὸ πρῶτο ὅμως ἐπίπεδο στὴν ἱεραρχία τῆς εὐσεβείας εἶναι ἡ τήρηση, ἡ ἔκθεση καὶ ἡ ὑπεράσπιση τῆς Πίστεως καὶ τῆς Ἀληθείας ἀπέναντι στὸν κάθε ἐχθρό. Χωρὶς αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο ἡ εὐσέβεια καταντάει εὐσεβοφάνεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος μᾶς διδάσκει: «Κάθε ἕνας ποὺ λέει πράγματα διαφορετικὰ ἀπὸ τὰ διατεταγμένα, ἀκόμα καὶ ἂν εἶναι ἀξιόπιστος, ἢ νηστευτής, ἤ καὶ κάνει θαύματα καὶ ἀσκητεύει καὶ προφητεύει, ἂς σοῦ φαίνεται ὡς ἕνας λύκος ὁ ὁποῖος ἐνδεδυμένος μὲ δέρμα προβάτου, σκοτώνει καὶ ἀφανίζει τά πρόβατα» (ΡG. 5, 912).
Διότι πῶς μπορεῖ, καὶ σύμφωνα μὲ τὰ παραπάνω, πρωτίστως ὁ κληρικὸς νὰ χαρακτηρίζεται εὐσεβής, ἂν καὶ ἀσκητικὸς καὶ νηστευτής, ὅταν ἀναγνωρίζοντας τὴν ὕπαρξη τῆς αἱρέσεως παρόλα αὐτὰ μὲ τὴν στάση του ζημιοῖ, ὅταν διαστρέφει τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων γιὰ τὴν στάση μας σὲ καιροὺς αἱρέσεως, ὅταν προσβάλλει τὴν ὑγείαν τῶν πιστῶν διὰ τοῦ μολυσμοῦ μὲ τὴν αἵρεση, ὅταν ἐξασθενεῖ τὴν διάνοιαν τοῦ ποιμνίου καὶ ἀπορροφᾶ τὶς ἀντιδράσεις του, ὅταν ταράττει τὴν συνείδησιν τῶν Χριστιανῶν, ὅταν γίνεται ἀντικείμενον πικρᾶς μεταμελείας.
Ἡ Ἐκκλησία μας στὴν σοφία της ἔδωσε πρότυπα εὐσεβείας, σύμφωνα μὲ τὰ ὁποία μποροῦν νὰ κινοῦνται ἀσφαλῶς οἱ πιστοί:
Πρότυπα εὐσεβείας γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας εἶναι οἱ ἅγιοί Της, εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δίνουν μάχη μὲ τὰ πάθη τους καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ καθαρθοῦν ἀλλὰ πρωτίστως δίνουν μάχη γιὰ τὴν πίστη τους ἀψηφώντας κάθε κίνδυνο καὶ ἔχοντας ὡς μόνη μέριμνα νὰ μὴν ξεφύγουν ἀπὸ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας: «Νὰ μὴ τὸ πάθω αὐτὸ ποτέ, Παράκλητε ἀγαθέ, νὰ μὴ ξεπέσω ἔτσι ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου καὶ ἀπὸ τοὺς κατάλληλους καὶ πρέποντες λογισμούς. Κατέχοντας τὴν διδασκαλία σου (τὴν ἁγιοπνευματική) καὶ τῶν μακαρίων ἀνδρῶν ποὺ ἐνεπνεύσθησαν ἀπὸ Σένα, θὰ προσέθετα τὸν ἑαυτόν μου μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες μου, ἂν μή τι ἄλλο ἀποκομίζοντας ἀπὸ αὐτοὺς τὴν εὐσέβεια» (μὴ πάθοιμι τοῦτο ποτέ. Παράκλητε ἀγαθέ, μὴ δ᾽ οὕτως ἐμαυτοῦ καὶ τῶν καθηκόντων λογισμῶν ἀποπέσοιμι, τῆς δὲ σῆς διδασκαλίας καὶ τῶν ὑπό σοῦ ἐμπνευσθέντων μακαρίων ἀνδρῶν ἐχόμενος, προστεθείην πρὸς τοὺς ἐμούς πατέρας, τοῦτο εἰ μή τι καὶ ἄλλο ἐντεῦθεν ἀποφερόμενος τὴν εὐσέβειαν, –Ἁγ. Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ Περὶ τῆς προσθήκης εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως).
«Θείαν μέθοδον, τῆς εὐσεβείας, ἐθησαύρισας, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς Ἱεράρχης καί Μάρτυς Μεθόδιε· σύ γάρ σοφίας τόν πλοῦτον δρεψάμενος, ἀθλητικῶς τό σόν τάλαντον ηὔξησας· Πάτερ Ὅσιε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος» (Ἀπολυτίκιον ἁγίου Μεθοδίου τοῦ Ἱερομάρτυρος, Ἐπισκόπου Ὀλύμπου, 20.06).
«Εὐσεβείας τοῖς τρόποις καταπλουτῶν, ἀσεβείας τὴν πλάνην καταβαλών, Μάρτυς κατεπάτησας, τῶν τυράννων τὰ θράση, καὶ τῷ θείῳ πόθῳ, τὸν νοῦν πυρπολούμενος, τῶν εἰδώλων τὴν πλάνην, εἰς χάος ἐβύθισας·» (Κάθισμα, ἁγ. Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου, 26.10).
Ὁ ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης στὸ ἐγκώμιο του εἰς τὸν Πρωτομάρτυρα Στέφανο γράφει μεταξὺ ἄλλων: «Ἀποδείξει γὰρ ἡμᾶς ἐκείνων γνησίους μαθητάς, οὐ συνήθεια μετὰ ἀλογίας, ἀλλ’ εὐσέβεια μετὰ εὐλαβείας, καὶ ὁ βίος ὀρθόδοξος καὶ ὁ τρόπος ὁμόζηλος» (Gregorius Nyssenus Theol. : Encomium in sanctum Stephanum protomartyrem ii : Volume 46, page 736, line 15).
Ὁ δὲ στῦλος τῆς Ὀρθοδοξίας ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ἀναφερόμενος στὰ γεγονότα πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Ἀρείου, παρουσιάζει τὴν προσευχὴ τοῦ πατριάρχου Ἀλεξάνδρου πρὸς τὸν Θεό, ὥστε νὰ ἀποφύγει τὸ συλλείτουργο μὲ τὸν Ἄρειο, καὶ ὁρίζει ἀδιαμφισβήτητα, ποιά εἶναι ἡ πραγματικὴ εὐσέβεια καὶ ξεκαθαρίζει ὅτι εὐσέβεια σὲ κοινωνία μὲ αἱρετικοὺς ὄχι μόνο δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀσέβεια:
«εἰ Ἅρειος αὔριον συνάγεται, ἀπόλυσον ἐμὲ τὸν δοῦλον σου καὶ μὴν συναπολέσῃς εὐσεβῆ μετὰ ἀσεβοῦς, εἰ δὲ φείδῃ τῆς ἐκκλησίας σου (οἶδα δὲ ὅτι φείδῃ) ἔπιδε ἐπὶ τὰ ῥήματα τῶν περὶ Εὐσέβιον καὶ μὴ δῷς εἰς ἀφανισμὸν καὶ ὄνειδος τὴν κληρονομία σου, καὶ ἆρον Ἄρειον, ἵνα μὴ εἰσέλθόντος αὐτοῦ εἰς τὴν ἐκκλησίαν δόξῃ καὶ ἡ αἵρεσις συνεισέρχεσθαι αὐτῷ καὶ λοιπὸν ἡ ἀσέβεια ὡς εὐσέβεια νομισθῇ» (Athanasius Theol.: Epistula ad Serapionem de morte Arii).
Εὐσέβεια χωρὶς ὁμολογία καὶ τὰ συνδεδεμένα μὲ αὐτὴν καθήκοντα δὲν νοεῖται. Γράφει ὁ χρυσορρήμων Ἰωάννης στὸ ἐγκώμιό του γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸν Θεολόγο: «Ὁ ἁγιώτατος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καὶ φίλος Χριστοῦ... πνευματικῶν Πατέρων τὰς ἀρετὰς ἡμῖν ἐξανθήσας. Τούτων ἡ εὐωδία ἡ εὐσεβής ἐστιν ὁμολογία, καὶ τῶν ψυχῶν ἡμῶν σωτηρία» (Joannes Chrysostomus Scr. Eccl. : In laudem sancti Joannis theologi (homilia 1) [Sp.] : Vol 61, pg 719, ln 15) «Ὦ Ἰωάννη, τὸ ὅπλον τῶν εὐσεβῶν, ἡ ὄντως εὐσεβὴς ὁμολογία, καὶ πάντων αὐτοῖς ἀποφυγή, ἡ πρὸς Θεὸν καταφυγή. Ὃ γάρ ἐστι λιμὴν τοῖς χειμαζομένοις, τοῦτο ὁ Θεὸς τοῖς καταπονουμένοις» (Joannes Chrysostomus Scr. Eccl. : In laudem sancti Joannis theologi (homilia 1) [Sp.] : Vol 61, pg 719, ln 36).
Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ οἱ χαρτοπολεμικοὶ ἀντιοικουμενιστὲς ὁμολογοῦν, διότι ἡ ἀλήθεια δὲν κρύβεται:
« –σσ. πραγματικός– εὐσεβὴς ὀρθόδοξος χριστιανός, κληρικὸς «καὶ λαϊκός, ἀγωνίζεται τὸν καλόν ἀγῶνα, καὶ κοιτάει πρωτίστως τὸ πῶς θὰ ἀρέσει στὸν Θεὸ καὶ ὄχι τὸ πῶς θὰ γίνει ἀρεστός στοὺς ἀνθρώπους. Ἔχει πρότυπο τὸν ἴδιο τόν Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ ἦρθε στὴν γῆ, ἔπαθε ὡς ἄνθρωπος –σσ. γιὰ τοὺς ἀνθρώπους–, σταυρώθηκε καὶ ἀναστήθηκε ὡς Θεός –σσ. γιὰ τοὺς ἀνθρώπους–, κηρύττοντας τὴν Ἀλήθεια καὶ μὴ συμβιβαζόμενος μὲ τὸ ψέμα –σσ. γιὰ τοὺς ἀνθρώπους–. Ἐπίσης, ἔχει παράδειγμα τοὺς ἀποστόλους καὶ κατ’ ἐπέκταση ὅλους τοὺς ἁγίους, τοὺς χιλιάδες τῶν μαρτύρων, τοὺς ὁσίους, τοὺς ἀσκητές, ὅλους ἐκείνους ἄνδρες καὶ γυναῖκες ποὺ ἀγωνίστηκαν σὲ τούτη τὴν ζωὴ δίνοντας οἱ ἴδιοι πρῶτοι τὸ παράδειγμα, τηρώντας τὸν ἀποστολικὸ λόγο νά γίνετε μιμηταί μου καθὼς κι ἐγὼ εἶμαι μιμητής τοῦ Χριστοῦ (Α΄ Κορινθ. 11,1). (Φυλλάδιον «Στῶμεν καλῶς» Τεῦχος 39, 2015).
Στὸν βίο τῶν ἁγίων τεσσαράκοντα Μαρτύρων διαβάζουμε τὸν ἑξῆς διάλογο μεταξὺ τοῦ ρωμαίου δικαστῆ καὶ τῶν ἁγίων:
Ὁ δικαστής: Θὰ στερηθεῖτε τὰ προνόμια ποὺ πήρατε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα, θὰ χάσετε τὴ δόξα καὶ τὴν τιμή σας.
Οἱ Μάρτυρες: ᾿Εμεῖς ἔχουμε ὡς ἀναφαίρετα προνόμια μόνο τὶς ἀρετές, τοὺς καρποὺς τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Εὐφρόσυνη τιμή μας εἶναι ἡ διαρκής εὐσέβεια καὶ αἰώνια δόξα μας ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη μας στὸν Χριστό.
Ὁ δικαστής: Θὰ χάσετε τὴ ζωή σας!
Οἱ Μάρτυρες: ῾Ο θάνατος γιὰ τὸν Χριστό εἶναι γιὰ μᾶς ἡ ὡραιότερη ζωή, ἡ αἰώνια ζωή. Ξεχάσατε ὅτι εἴμαστε χριστιανοί; Δὲν διδαχθήκατε ἀπὸ τὴν ἱστορία ὅτι οἱ χριστιανοὶ ὅλα αὐτὰ τὰ θεωροῦμε παιχνίδια; ῞Ολα αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπειλεῖτε προσφέρουν σὲ μᾶς χαρά καὶ ἀγαλλίαση. ῞Οσο σκληρότερα εἶναι τὰ βασανιστήρια τόσο καὶ ἡ χαρά μας εἶναι μεγαλύτερη. Γιὰ μᾶς ἕνα εἶναι τὸ φοβερό, τὸ νὰ χωριστοῦμε ἀπὸ τὸν Χριστό· ἕνα τὸ καλὸ μόνο, νὰ εἴμαστε μὲ τὸν Χριστό. ῞Ολα τὰ ἄλλα εἶναι τιποτένια, σκιὰ καὶ φλυαρία, ὄνειρα καὶ φαντασίες».
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε στον μαθητή του Τιμόθεο, ὅτι κάθε ἕνας ποὺ ἑτεροδιδασκαλεῖ, ἀσεβεῖ καὶ ἡ κοινωνία μαζί του δὲν εἶναι παράδειγμα εὐσεβείας ἀλλὰ ἀσεβείας καὶ νόσου: «Αὐτὰ νὰ διδάσκεις καὶ νὰ προτρέπεις τοὺς Χριστιανούς νὰ τὰ τηροῦν. Ἐὰν κανεὶς διδάσκει διαφορετικὰ καὶ μένει μὲ ὑποταγὴ καὶ πίστη προσηλωμένος στοὺς ἁγίους λόγους τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ στὴν διδασκαλία, ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὴν ἀληθινὴ εὐσέβεια, αὐτὸς εἶναι σκοτισμένος καὶ φουσκωμένος ἀπὸ ἀλαζονεία καὶ ἔπαρση, δὲν γνωρίζει τίποτα, ἀλλὰ νοσεῖ» (Ταῦτα δίδασκε καὶ παρακάλει. εἴ τις ἑτεροδιδασκαλεῖ καὶ μὴ προσέρχεται ὑγιαίνουσι λόγοις τοῖς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῇ κατ᾿ εὐσέβειαν διδασκαλίᾳ, τετύφωται, μηδὲν ἐπιστάμενος, ἀλλὰ νοσῶν», Α΄ Τιμ. 6, 3-4). Τὸν προειδοποίησε ὅτι στὶς ἔσχατες ἡμέρες πολλοὶ Χριστιανοὶ «θὰ ἔχουν τὸ ἐξωτερικὸ σχῆμα καὶ τὴν ἐμφάνιση τῆς εὐσεβείας, θὰ ἔχουν ὅμως ἀρνηθεῖ τὴν δύναμίν της. Φεύγε μακρυὰ ἀπὸ αὐτούς» (ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι. καὶ τούτους ἀποτρέπου, Β΄ Τιμ. 3, 5). Καὶ δηλώνει ξεκάθαρα ποιό εἶναι τὸ ἀδιασάλευτο κριτήριο τῆς εὐσεβείας: «Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄ Τιμ. 3, 12).
Ἐπ’ αὐτοῦ σχολιάζει ὁ χρυσορρήμων Ἰωάννης: «Αὐτὰ λέγονται μὲν πρὸς τὸν Τιμόθεο, ἀναφέρονται δὲ μέσῳ αὐτοῦ καὶ πρὸς κάθε διδάσκαλον (τοὐτέστιν κληρικόν) καὶ μαθητή (τοὐτέστιν λαϊκό). Κανεὶς λοιπὸν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὴν ἐπισκοπὴ νὰ μὴν ἀπαξιοῖ αὐτὰ ποὺ ἀκούει  ἀντιθέτως τὰ ἀπαξιοῖ, ὅταν δὲν τὰ πράττει... Ἐὰν κάποιος ἀθλεῖται, δὲν στεφανώνεται, ἐὰν δὲν ἀθληθεῖ νομίμως. Τί σημαῖνει ἐὰν δὲν ἀθληθεῖ νομίμως; Δὲν ἀρκεῖ μόνο νὰ εἰσέλθει στὸν ἀγῶνα, οὔτε ἐὰν ἀλοιφθεῖ μὲ λάδι, οὔτε ἐὰν συμπλακεῖ, ἀλλὰ ἐὰν φυλάξει ὅλους τοὺς κανόνες τῆς ἀθλήσεως... Ἂς μὴ ζητάει κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀθλητές (σσ. τῆς Πίστεως) ἄνεση, κανεὶς νὰ μὴν ζητάει εὐθυμία. Στὸν παρόντα καιρὸ ἰσχύει ὁ ἀγῶνας, ὁ πόλεμος, ἡ θλίψη, ἡ στεναχώρια, οἱ πειρασμοί, τὸ στάδιον τῶν ἀγώνων. Ἄλλοι θὰ εἶναι οἱ καιροὶ τῆς ἄνεσης. Αὐτὸς εἶναι ὁ καιρὸς τῶν ἱδρώτων, ὁ καιρός τῶν πόνων. ἐὰν ζητᾶς ἄνεση, τί ἔγινες ἀθλητής;» («Ταῦτα εἴρηται μὲν πρὸς Τιμόθεον, λέγεται δὲ πρὸς πάντα καὶ διδάσκαλον καὶ μαθητὴν δι’ ἐκείνου. Μηδεὶς τοίνυν ἀπαξιούτω τῶν τὴν ἐπισκοπὴν ἐχόντων ταῦτα ἀκούων, ἀλλ’ ἀπαξιούτω μὴ ταῦτα πράττων... Ἐὰν ἀθλῇ τις, φησίν, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ. Τί ἐστίν, ἐὰν μὴ νομίμως; Οὐκ ἐὰν εἰς τὸν ἀγῶνα εἰσέλθῃ, ἀρκεῖ τοῦτο, οὐδὲ ἐὰν ἀλείψηται, οὐδὲ ἐὰν συμπλακῇ, ἀλλὰ ἂν μὴ πάντα τὸν τῆς ἀθλήσεως νόμον φυλάττῃ... Μηδεὶς τοίνυν τῶν ἀθλούντων ἄνεσιν ζητείτω, μηδεὶς ἐν εὐθυμίᾳ εἶναι. Πάλιν τὰ παρόντα ἀγών, πόλεμος, θλῖψις, στεναχωρία, πειρατήριον, τῶν ἀγώνων τὸ στάδιον. Ἕτεροι τῆς ἀνέσεως οἱ καιροί. Οὗτος τῶν ἱδρώτων, οὗτος τῶν πόνων ὁ καιρός... εἰ δὲ ἄνεσιν ἐπιζητεῖς, τί ἀπεδύσω;». Ἰωάννου Χρυσοστόμου,Ὑπόμνημα εἰς τὴν Β’ πρὸς Τιμόθεον Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀπ. Παύλου, ὁμιλίαι 1-10, PG 62,599-662).
Ὑπάρχει λοιπὸν ψεύτικη εὐσέβεια, δυσδιάκριτη κι ἐπικίνδυνη. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ξεκαθαρίζει ὁ Παῦλος καὶ ὁ μέγας ἑρμηνευτής του, ὁ χρυσορρήμων Ἰωάννης, ὅτι εὐσεβής, εἶναι αὐτὸς ποὺ διώκεται γιὰ τὴν πίστη του, ποὺ παλεύει, ποὺ στεναχωρεῖται, ποὺ θλίβεται, ποὺ φυλάει κάθε κανόνα τοῦ ἀγωνίσματος τῆς Πίστεως. Ὁ εὐσεβὴς δὲν ἔχει σχέσεις, κατὰ τὸ λαϊκό, «καὶ μὲ τὸν ἀστυφύλακα καὶ μὲ τὸν χωροφύλακα». Ὁ εὐσεβὴς δὲν ἀφήνει τὸ ποίμνιό του βορὰ τῶν λύκων, δὲν προτιμάει τὶς ἀνέσεις, δὲν φοβᾶται μήπως διαρρήξει τὶς ἐκκλησιαστικές του σχέσεις μὲ τοὺς “εὐσεβεῖς” ποιμένες ἀλλὰ μὲ τὸν Θεό, δὲν σκέφτεται τὰ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ τὰ ἐπουράνια. Ὅσοι δὲν πράττουν ἀνάλογα δὲν εἶναι εὐσεβεῖς πραγματικὰ ἀλλὰ μόνο κατὰ τὸ σχῆμα. Καὶ ὁ Παῦλος εἶναι σαφέστατος: «Φεύγε μακρυὰ ἀπὸ αὐτούς (καὶ τούτους ἀποτρέπου)».
Ὁ ἅγιος Παΐσιος ποὺ ἀπὸ νωρὶς εἶχε διακρίνει τὴν σημερινὴ παραποίηση καὶ ἐκδήλωση τὴς εὐσεβείας ὡς πρόσχημα ἀπάρνησης προσωπικῶν εὐθυνῶν, διεχώριζε, γιὰ νὰ προφυλάξει τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τὴν παγίδα τῆς διαστρεβλωμένης «εὐσεβείας», τὴν εὐσέβεια ἀπὸ τὴν εὐλάβεια κι ἔλεγε: «Ἡ μὲν εὐλάβεια ἔχει Θεία Χάρη, ἡ δὲ εὐσέβεια ἔχει ἀνθρώπινο μυαλό. Ἡ εὐσέβεια εἶναι κολώνια, ἐνῶ ἡ εὐλάβεια εἶναι θυμίαμα. Ἡ εὐλάβεια εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀρετὴ γιὰ μένα, γιατὶ ὁ εὐλαβὴς προσελκύει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, γίνεται δέκτης τῆς Χάριτος, καὶ φυσιολογικὰ παραμένει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ μαζί του».
Κι ἐδῶ γεννιέται τὸ ἐρώτημα ποὺ χρήζει ἀπαραιτήτως καὶ δικαίως ἀπαντήσεως, ἀπὸ τοὺς ἐφευρέτες τῆς σύγχρονης, μεταπατερικῆς «εὐσεβείας»: Ἔχουν δίκιο οἱ Ἅγιοι ἢ οἱ σημερινοὶ διδάσκαλοι τῆς «εὐσεβείας»;
Φυσικὰ κάποιοι καλοθελητὲς θὰ μιλήσουν πάλι περὶ ἐπιστημοσύνης, γνώσεων καὶ θέσεως, περὶ ἀγένειας τῶν λαϊκῶν, ὅταν τολμοῦν νὰ ἐλέγχουν τοὺς «εὐσεβεῖς», περὶ αὐθεντίας καὶ ἀπυροβλήτου. Σ’ αὐτοὺς ὅλους πάλι ἀπαντᾶ ὁ Παῦλος, ἡ πραγματικὴ αὐθεντία:
«Διότι ἐὰν κανεὶς νομίζει, ὅτι εἶναι κάτι τι, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα, ἐξ αἰτίας τοῦ ἐγωϊσμοῦ του, δὲν εἶναι τίποτε, αὐτὸς εξαπατᾶ καὶ πλανᾶ τὸν ἑαυτόν του» (εἰ γὰρ δοκεῖ τις εἶναί τι μηδὲν ὤν, ἑαυτὸν φρεναπατᾷ. Πρὸς Γαλ. 6,3). Καὶ ὁ Χρυσόστομος Ἰωάννης ἑρμηνεύει καὶ μᾶς δίνει πρὸς βοήθειά μας τὴν ξεκάθαρη ἀπάντηση:
“...καὶ εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην περιέχεται ὁ νόμος οὗτος: οἱ κηρύττοντες τὸ Εὐαγγέλιον νὰ ζῶσι ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιον. Καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν (Διαθήκην) δὲ ὁμοίως ἐλάμβαναν πολλὲς προσόδους οἱ Λευῖται ἀπὸ τοὺς ἀρχομένους. Διὰ τί ἄλλο λοιπὸν διάταξε (ὁ Κύριος) ταῦτα, πλὴν διά νὰ προκαταβάλει ταπεινοφροσύνης καὶ ἀγάπης θεμέλιον; Ἐπειδὴ τὸ διδασκαλικὸ ἀξίωμα φουσκώνει πολλάκις τὸν ὅποιον τὸ κατέχει, τὸν ἔβαλε ὁ Κύριος μας στὴν ἀνάγκην νὰ χρειάζεται ἀπὸ τοὺς μαθητευομένους, γιά νὰ ταπεινώνεται τὸ φρόνημά του. Καθιστοῦσε δὲ καὶ ἐκείνους εὐκολοτέρους πρὸς φιλανθρωπία, γυμνάζων αὐτοὺς μὲ τὴν περὶ τοὺς διδασκάλους εὔνοιαν, νὰ εἶναι ἥμεροι καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους. Αὐτὴ δὲ τῶν πραγμάτων κατάσταση προξενοῦσε ὄχι μικρὴ ἀγάπην καὶ εὶς τὸ ἕνα μέρος καὶ εἰς τὸ ἄλλο», Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα εἰς τὴν Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀπ. Παύλου, ἐν. Μελίτη 1833, 128, PG 62,9-176).
Γιὰ τὸν ἅγ. Ἰωάννη λοιπὸν καὶ οἱ διδάσκαλοι πρέπει νὰ ἀκοῦν τοὺς μαθητές τους, γιὰ νὰ ταπεινώνονται κι αὐτοί, ὅπως οἱ μαθητές τους. Γιὰ τοὺς σημερινοὺς ποιμένες αὐτὸ δὲν ἰσχύει; Εἶναι ὑψηλότεροι τοῦ Ἁγίου; Εἶναι σοφότεροι τοῦ Ἁγίου; Εἶναι δικαιότεροι τοῦ Ἁγίου; Εἶναι τὰ διπλώματά τους ὑψηλότερα αὐτῶν τοῦ Ἁγίου;
Γιὰ τὸν ἅγ. Νικόλαο Βελιμίροβιτς εὐσεβὴς δὲν ἦταν ὁ ἑαυτός του (παρότι Ἐπίσκοπος) ἀλλὰ ἡ γιαγιούλα ποὺ περίμενε στὸν σταθμὸ τοῦ τρένου τον κάθε ταξιδιώτη ἄνευ δυνατότητας διαμονῆςγιὰ νὰ τὸν φιλοξενίσει.
Γιὰ τὸν ἅγ. Ἰουστῖνο Πόποβιτς εὐσεβὴς δὲν ἦταν ὁ ἑαυτός του (παρότι πασίγνωστος θεολόγος), ἀλλὰ ἡ γιαγιούλα ποὺ πήγαινε μὲ τὰ πόδια τὸν ἀνηφορικὸ δρόμο στὸ μοναστῆρι, ἐνῶ αὐτὸς ἐπέβαινε σὲ αὐτοκίνητο. Βλέποντας την ὁ Ἅγιος ντράπηκε καὶ κατέβηκε ταπεινωμένος συνεχίζοντας τὸν ἀνηφορικὸ δρόμο πεζὸς μαζί της.
Αὐτοὶ λοιπὸν ποὺ βάζουν τὰ προσόντα, τὰ προνόμια, τὴν δόξα καὶ τὶς τιμὲς μπροστὰ ἀπὸ τὴν πίστη δὲν μποροῦν –κατὰ τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων– νὰ χαρακτηρίζονται εὐσεβεῖς. Εἶναι ξεκάθαροι οἱ Ἅγιοι: Εὐσεβὴς εἶναι αὐτὸς στὸν ὁποῖο «Ὅλα τὰ ἄλλα (σσ. ποὺ δὲν ὁδηγοῦν στὴν σωτηρία) εἶναι τιποτένια, σκιὰ καὶ φλυαρία, ὄνειρα καὶ φαντασίες».
Ἀλλὰ καὶ σ’ ἐκείνους τοὺς καλοθελητὲς ποὺ θὰ σπεύσουν πάλι νὰ καυτηριάσουν «τὴν αὐθάδεια» τῶν λόγων μου καὶ τὴν «ἀσέβεια»ποὺ δείχνω –ἀδίκως φυσικὰ διότι τὰ λόγια αὐτὰ γράφονται μὲ πόνο ποὺ μέχρι στιγμῆς δὲν παρηγορήθηκε οὔτε εἰσακούσθη καὶ ἀπὸ ἀνησυχία καὶ φιλοτιμία γιὰ τὸ καλύτερο– τοὺς ἀφήνω νὰ ἀπαντήσουν στὰ λόγια ἑνός, κατὰ τοὺς σημερινούς, «εὐσεβῆ» ἱερέα ποὺ καυτηριάζει κι αὐτὸς τὶς πράξεις τῶν κληρικῶν λόγοις φυσικὰ κι ὄχι ἔργοις:
«Ἡ εὐθύνη ἀνήκει κυρίως στούς κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ὅμως πολλές φορές ἀσχολοῦνται μέ ἄλλα θέματα δευτερεύοντα ἤ μέ τόν οἰκουμενισμό, συγχρωτιζόμενοι καί συμπροσευχόμενοι μέ τούς ἑτερόδοξους, διατυπώνοντας συγχρόνως προκλητικές θεωρίες, μέ τίς ὁποῖες ἐξισώνουν τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ τίς «ἐκκλησίες» τῶν παπικῶν καί προτεσταντῶν καί πάντα μέ τίς εὐλογίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη καί μερικῶν Μητροπολιτῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἕνας εὐσεβής θεολόγος σημειώνει σχετικά μέ τήν ὁμολογία πίστεως, πού πρέπει νά διακρίνει τόν κάθε ὀρθόδοξο χριστιανό, τά ἑξῆς: «Αὐτή τήν πίστη ὁμολογοῦμε οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί, ὅπως τή λάβαμε ἀπό τούς πατέρες μας, καί τή ζοῦμε στήν ἁγία Ἐκκλησία μας. Εἶναι ἡ πίστη πού μᾶς ζωογονεῖ καί μᾶς τρέφει, ὁ αἰώνιος θησαυρός καί ἡ σωτηρία μας. Μέ αὐτή τήν πίστη ἔζησε πάντα ἡ Ὀρθοδοξία καί ἀντίκρισε νικηφόρα τούς πάμπολλους ἐχθρούς της. Δυστυχῶς στίς μέρες μας καί σ᾿ ἕνα μέρος, εὐτυχῶς μικρό, τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὀρθόδοξη αὐτή αἴσθηση ἀρχίζει νά ὑποχωρεῖ. Πολλοί σύγχρονοι, καί μάλιστα θεολόγοι(!), δέν πιστεύουν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὑποβαθμίζουν τά δόγματα καί τήν παράδοσή της καί ἐρωτοτροποῦν ἀσύστολα μέ τίς αἱρετικές “ἐκκλησίες” τῆς Δύσης, σπεύδοντας σέ μιά κακότεχνη “ἕνωση” τῶν Ἐκκλησιῶν. Ὁ Θεός νά τούς ἐλεήσει καί νά τούς φωτίσει» (Ἀνδρέα Θεοδώρου, «Τά σά ἐκ τῶν σῶν», Ἀθήνα 2000, σελ. 160). Παράλληλα μέ τήν ὁμολογία τῆς πίστεως χρειάζεται καί ἡ συνέπεια στήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐπιβεβαιώνει τήν πίστη καί ἀναδεικνύει τό μεγαλεῖο της. Ἡ πίστη χωρίς τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν δέν ἔχει ἰδιαίτερη ἀξία. Δέν βοηθάει σέ τίποτα καί βέβαια δέν ἐξασφαλίζει τή σωτηρία. Τό νά ἰσχυρίζεται κάποιος ὅτι εἶναι ὀρθόδοξος χριστιανός, χωρίς νά ἔχει πνευματική ζωή, εἶναι προκλητικό καί σκανδαλῶδες. Οὐσιαστικά εἶναι ἄρνηση τῆς πίστεως. Πρέπει λοιπόν νά ζοῦμε τήν Ὀρθοδοξία καί νά τήν προασπιζόμαστε πάντα, χωρίς τόν παραμικρό ἐνδοιασμό». (π. Διονυσίου Τάτση, Ἀναγκαία ἡ ὁμολογία πίστεως).
Χριστὸς ἀνέστη!
Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου