Πές τὸ πές, ἄρχισε σιγά-σιγὰ τὸ ΚεΔΑΚ νὰ τὸ ἀντικαθιστᾶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ὑπηρεσία. Πέσαμε πάλι στὰ τρία πηγάδια: Ἅγιον Ὄρος, ΚεΔΑΚ, Ἀρχαιολογικὴ Ὑπηρεσία. Τώρα τελευταῖα, ἄνοιξε καὶ ἡ πηγάδα τοῦ Μελιγαλᾶ, τὸ ΚΑΣ, καὶ χρειάζεται καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ περάση μιὰ μελετησούλα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Καὶ κατόπιν ἀπὸ αὐτὰ τὰ τρία «βαπτίσματα», τὸ «χρίσμα» πρέπει νὰ τὸ δώση ἡ Περιφέρεια.

Τριάντα ὁλόκληρα χρόνια ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὴν ἀνακαίνιση τοῦ Καθολικοῦ. Κάπου πέρασε ἀπὸ δῶ, κάπου σκούνταψε ἀπὸ κεῖ, ἔφθασε καὶ στὸ ΚΑΣ. Κι ἐνῶ ἦταν ἀπὸ τὶς πρῶτες μελέτες ποὺ κατατέθηκαν, ἔφθασε νὰ εἶναι ἡ τελευταία στὴν σειρά, γιατὶ, ὅπως ὡμολόγησαν ὑπάλληλοι τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ, «ἄνωθεν» εἰσῆλθε ἐπέμβαση νὰ πάη στὴν μπάντα τὸ Καθολικὸ τῆς Δοχειαρίου, γιὰ νὰ περάση ἡ μελέτη «μεγίστης» Μονῆς. Ἐμεῖς σκεπὴ θέλουμε νὰ ἐπισκευάσουμε. Ἂν ἡ ἔγκριση αὐτὴ ἔρθη τὸν Ὀκτώβριο μῆνα, ποιός τρελὸς πειράζει σκεπὴ αὐτὴν τὴν ἐποχή;

Καὶ διερωτῶμαι: Αὐτὴ ἡ ἄνωθεν ἐπέμβαση ἀπὸ ἄγγελο εἶναι ἢ ἀπὸ διάβολο; Καὶ γιατί, κυβέρνηση τῆς φτωχολογιᾶς, κυβέρνηση ποὺ σκέπτεσαι τὸν φτωχὸ καὶ τὸν ὑπερασπίζεις, ἀποδιώκεις, κάνεις στὴν ἄκρια, τὴν μελέτη τῆς φτωχῆς Μονῆς τοῦ Δοχειαρίου; Καὶ σὲ σένα, κυβέρνηση, ὑπάρχει ἐπέμβαση ἄνωθεν; Τί καυχᾶσαι γιὰ δημοκρατία; Ὁ ἴδιος ταφόκηπος εἶσαι ὅπως καὶ οἱ ἄλλες κυβερνήσεις.

Πλήρωσε τοὺς ἐπιτήδειους, χαρτζιλίκωσέ τους, γιὰ νὰ κάνης ὄχι τὴν δουλειὰ τὴν δική σου, ἀλλὰ ἑνὸς μνημείου παλαιοῦ καὶ ἐγκαταλελειμμένου τὴν ἀνακαίνιση. Παντοῦ τὰ «μέγιστα» μπαίνουν ἐμπόδιο. Παντοῦ τὰ «μέγιστα» κυβερνᾶνε. Καὶ ἐγὼ σὰν τὴν ξυπόλυτη φτωχομάννα γυρίζω τὶς γειτονιὲς καὶ σὰν τὸν Ἰὼβ λέγω «πότε μέρα;-πότε νύχτα;».

Ἐπιτέλους δεῖξτε μας τὰ μπράτσα σας, ἐσεῖς οἱ κρατοῦντες, οἱ πλούσιοι, καὶ πέστε μας πόσα χρόνια θὰ βασανίζεται ὁ τόπος αὐτός; Μέχρι πότε θὰ κλαίη ἡ μάννα τὸ παιδὶ καὶ τὸ παιδὶ τὴν μάννα; Μέχρι πότε οἱ φτωχοὶ θὰ ζοῦνε στὴν περιφρόνια καὶ στὴν καταφρόνια καὶ θὰ περιμένουμε τὰ ψιχία ποὺ πίπτουν ἀπὸ τὶς τράπεζες τῶν πλουσίων;

Οἱ ἅγιοι Ἀρχάγγελοι καὶ προστάτες αὐτοῦ τοῦ παλαιοῦ Ναοῦ νὰ ἐπέμβουν καὶ νὰ ξερριζώσουν γενεὲς γενεῶν. Κύριε, θέριεψαν σὰν τὰ θεριὰ τῆς ἐρήμου. Ἀπόκοψον τὰς κεφαλὰς αὐτῶν, νὰ δροσίση καὶ σ᾽ αὐτὸν τὸν τόπο τὸν κατάξερο καὶ καταπονημένο. Πικρὰ δάκρυα καὶ μυστικοὺς στεναγμοὺς μὴ παρασιωπήσης, Κύριε. Ἀμήν.

Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης