Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

ΠΑΠΙΚΕΣ ΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ - MΕΡΟΣ Α, Β, Γ,

 

                    ΠΑΠΙΚΕΣ ΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ - MΕΡΟΣ Α.


ΜΕΡΟΣ -Α

                      (+) Ιωάννη Καρδάση 

            1.- Αγάλματα Χριστού και αγίων

            Η παρουσία αγαλμάτων αγγέλων, του Ιησού Χριστού, της Θεοτόκου και όλων των αγίων στους ΡΚαθολικούς ναούς είναι πρόδηλη.  Ως προς μεν τα αγάλματα των αγγέλων, ίσως υπάρξει το κατ’ οικονομίαν, εάν πρόκειται για διακοσμητικούς λόγους, κατά το πρότυπο της Κιβωτού της Διαθήκης, αλλά ως προς τα αγάλματα του Ιησού, της Θεοτόκου και των αγίων, αυτό αποτελεί σαφή παράβαση του όρου της Ζ΄ Οικ. Συνόδου, όπου: «..... ανατίθεσθαι τας σεπτάς και αγίας εικόνας, τας εκ χρωμάτων και ψηφίδος και ετέρας ύλης επιτηδείως εχούσης, εν ταις αγίαις του Θεού εκκλησίαις, εν ιεροίς σκεύεσι και εσθήσι, τοίχοις τε και σανίσιν, οίκοις τε και οδοίς.....», είναι δε γνωστό, ότι η Ορθόδοξη διδασκαλία δεν δέχεται την παρουσία αγαλμάτων σε Ι. Ναό ή εκκλησιαστικό χώρο, π.χ. το κοιμητήριο, δια να αποφύγει παντελώς την ομοιότητα προς τα είδωλα και επομένως την προσκύνηση αυτών (Πηδάλιο, σελ. 315-316).

 

            2.- Αγιογράφηση οργάνων σώματος

 

            Έχουμε την παρουσία μιας Ρκαθολικής εικόνας της «αγίας καρδίας του Ιησού», η οποία είναι παντελώς ξένη και αμάρτυρη στην Ορθόδοξη Εκκλησία και εορτάζεται από τους ΡΚαθολικούς την Παρασκευή, οκτώ ημέρες μετά την εορτή της «αγίας Δωρεάς» (η οποία εορτάζεται την Πέμπτη μετά την εορτή της Αγ. Τριάδας). Η «αγία καρδία» συμβολίζει την αγάπη του Ιησού προς την ανθρωπότητα, αλλά είναι παντελώς άγνωστη σ’ εμάς. Επίσης υπάρχει: (η «αγία καρδία της Παναγίας», η «αγία Δωρεά» κ.ά.). Εξ άλλου η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν προσκυνά σωματικά όργανα του Κυρίου, αλλά θεωρεί, ότι η ψυχή και η καρδιά του Χριστού είναι το άγιο Ευαγγέλιο (Πηδάλιο, σελ. 319).

 

            3.- Απεικόνιση Θεού – Πατέρα

 

Η απεικόνιση της Αγ. Τριάδας είναι απότοκος της Θεολογίας της και καταγράφει τις σχέσεις μεταξύ των τριών προσώπων. Είναι γνωστό, ότι στην Ορθόδοξη Εικονολογία επιτρεπτή είναι η απεικόνιση μόνον όσων είδαμε και συνέβησαν ιστορικά, των προφητικών οράσεων και συμβόλων, του σαρκωθέντα Υιού και Λόγου του Θεού, της Θεοτόκου και των Αγίων.

 

Η απεικόνιση της Αγίας Τριάδας ως τριών προσώπων, όπου απεικονίζεται ο Πατέρας ως «παλαιός των ημερών», ο Υιός ως νέος και το Άγ. Πνεύμα «εν είδει περιστεράς» είναι εικόνα ξένη προς την διδασκαλία των Πατέρων. Η απεικόνιση αυτή αποτελεί συγκαλυμμένη ειδωλολατρία, καθώς μέσα από ορθολογιστικές διαδικασίες περιθέτει σωματικά σχήματα στη Θεότητα. Η αποτύπωση των ενδοτριαδικών σχέσεων ευνοεί την παπική αντίληψη περί του τρόπου ύπαρξης του Αγ. Πνεύματος, δηλ. εκπορευόμενου από τον Πατέρα και τον Υιόν εξ ίσου, που είναι η γνωστή πλάνη του filioque. Επίσης η εικόνα αυτή, παρουσιάζοντας διαφορά στις μορφές Πατέρα και Υιού ως προς τη σωματική ηλικία, δίνει την εντύπωση, πως ο Υιός είναι νεώτερος του Πατέρα, αντίληψη που ευνοεί τους νέο-Αρειανούς Χιλιαστές και τους αρνητές της θεότητας του Υιού, Εβραίους και Μουσουλμάνους.

            Το θέμα της απεικόνισης του Θεού Πατέρα ως «παλαιού των ημερών» σε απεικονίσεις παλαιοδιαθηκικών οραμάτων (όπως π.χ. του οράματος του Δανιήλ) υπήρξε αντικείμενο εξέτασης κατά τη διάρκεια της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Εκεί οι Πατέρες της Συνόδου ρωτούν δια του στόματος του Πάπα Ρώμης αγίου Γρηγορίου Β΄: «Δια τι τον πατέρα του Κυρίου Ιησού Χριστού ουχ ιστορούμεν και ζωγραφούμεν;» για να δώσουν αμέσως την απάντηση: «Επειδή ουκ οίδαμεν τις εστίν (...) και ει εθεασάμεθα και εγνωρίσαμεν καθώς τον υιόν αυτού, κακείνον αν είχομεν ιστορήσαι και ζωγραφήσαι» (PG XII 963 E).

            Επίσης για την απεικόνιση του αγίου Πνεύματος η ίδια η Σύνοδος αναφέρει: «..... καίτοι των ευαγγελικών ουδαμώς παραδεδοκότων γραμμάτων, ότι γέγονε περιστερά το άγιον πνεύμα, αλλά ότι εν είδει περιστεράς ώφθη ποτέ» (PG XIII 181 A).

            Αλλά το θέμα της απεικόνισης  της Αγίας Τριάδας έχει λήξει τελεσίδικα στην Μεγάλη Σύνοδο της Μόσχας το 1666, όπου μέσα στις πράξεις της Συνόδου, το κεφάλαιο 43 είναι αφιερωμένο στο ζήτημα της εικόνας της θεότητας και ιδιαίτερα του Θεού Πατέρα. Αυτό το κεφάλαιο έχει τον τίτλο: «Περί των εικονογράφων και του Σαβαώθ».

            Στις αποφάσεις της Συνόδου για το συγκεκριμένο θέμα, αναφέρονται τα εξής: «Θεσπίζουμε ότι ένας ικανός ζωγράφος που, ταυτόχρονα, είναι ένας καλός άνθρωπος (με εκκλησιαστική αξιοπρέπεια), θα διορίζεται διδάσκαλος των εικονογράφων, αρχηγός και επιμελητής. ΄Ετσι, οι αγνοούντες δεν θα μπορούν να χλευάζουν τις άγιες εικόνες του Χριστού, της Μητέρας του και των αγίων Του, τις άσχημες και κακοζωγραφισμένες. και θα σταματήσει η ματαιοδοξία μιας δήθεν σοφίας, που έχει οδηγήσει στην συνήθεια να ζωγραφίζει ο καθένας κατά τη φαντασία του χωρίς αυθεντική αναφορά και μάλιστα ξεκινώντας από ποικίλες αναπαραστάσεις, τον Κύριο Σαβαώθ. Εντελλόμεθα να μην ζωγραφίζεται στο εξής η εικόνα του Κυρίου Σαβαώθ σύμφωνα με μη λογοκριμένες οράσεις και ανάρμοστες, διότι κανείς δεν έχει δει τον Κύριο Σαβαώθ (δηλαδή τον Θεό Πατέρα) με σάρκα. Μόνος ο Χριστός έχει εικονιστεί, όπως τον είδαν σαρκωμένο, δηλαδή αναπαριστανόμενο με το σώμα Του και όχι κατά την θεότητά Του. το ίδιο και η υπεραγία Μητέρα του Θεού και οι άλλοι άγιοί Του.....

            ..... Είναι εντελώς παράλογο να εικονογραφούν τον Κύριο Σαβαώθ (δηλαδή τον Πατέρα), με άσπρα γένια, με τον μονογενή Υιό στο στήθος Του και ένα περιστέρι ανάμεσά Τους, διότι κανείς δεν είδε τον Πατέρα μέσα στην Θεότητά Του. ο Πατέρας, πράγματι δεν έχει σάρκα και ο Υιός δεν εγεννήθη κατά σάρκα από τον Πατέρα προ των αιώνων. Κι’ αν ο προφήτης Δαβίδ λέει: «εκ γαστρός προ εωσφόρου εγέννησά σε» (Ψαλμ. ΡΘ΄ 3), αυτή η γέννηση, σίγουρα, δεν είναι σωματική. αυτή ήταν ανέκφραστη και απερινόητη. Διότι ο ίδιος ο Χριστός λέει στο Ευαγγέλιο: «ουδείς γινώσκει τον Πατέρα ειμή ο Υιός». Και ο προφήτης Ησαΐας ζητά στο 40ο κεφάλαιο: «τίνι ωμοιώσατε κύριον και τίνι ομοιώματι ωμοιώσατε αυτόν; μη εικόνα εποίησεν τέκτων ή χρυσοχόος χωνεύσας χρυσίον περιεχρύσωσεν αυτόν ομοίωμα κατασκεύασεν αυτόν; (18-19)». Το ίδιο και ο άγιος απόστολος Παύλος λέει στο κεφάλαιο 17 των Πράξεων: «γένος ουν υπάρχοντες του Θεού ουκ οφείλομεν νομίζειν χρυσώ ή αργύρω ή λίθω χαράγματι τέχνης και ενθυμήσεως ανθρώπου το θείον είναι όμοιον». Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει επίσης (Περί ουρανού, κεφ. 20 για την εικόνα): «Μόνον δε το Θείον απερίγραπτόν εστι πάντα πληρούν και πάντα περιέχον και πάντα περιορίζον ως υπέρ πάντα ον και πάντα δημιουργήσαν». Ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος το απαγορεύει επίσης με παρόμοιο τρόπο. Να γιατί ο Κύριος Σαβαώθ που είναι η Θεότητα και η γέννηση του μονογενούς Υιού προ των αιώνων, γίνονται αντιληπτοί μόνο από το πνεύμα μας. όσο για την αναπαράστασή τους σε εικόνα δεν αρμόζει σε καμία περίπτωση ούτε είναι δυνατή».

            Εξ άλλου στη θ. λειτουργία του αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου χαρακτηριστική είναι η ευχή που υποδηλώνει το αδύνατο της αναπαράστασης του Κυρίου Σαβαώθ: «Συ γαρ ει Θεός ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος.....».

            Και το Άγιον Πνεύμα δεν είναι από τη φύση του ένα περιστέρι, αλλά Θεός. Κανείς, λοιπόν, δεν είδε ποτέ το Θεό, καθώς μαρτυρεί ο άγιος ευαγγελιστής και θεολόγος Ιωάννης. Ωστόσο, στην αγία βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό, το Άγιον Πνεύμα φάνηκε με τη μορφή περιστεριού και γι’ αυτό ακριβώς μπορούμε να το αναπαριστάνουμε με τη μορφή αυτή σ’ αυτό μόνο το μέρος. Αλλού, αυτοί που κατανοούν τα πράγματα πνευματικά δεν εικονίζουν το Άγιον Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού. στο Όρος Θαβώρ, για παράδειγμα, παρουσιάστηκε με τη μορφή γνόφου (νεφέλης) και αλλού με άλλο τρόπο (υπενθυμίζεται η καιόμενη βάτος στον Μωυσή και οι πύρινες γλώσσες της Πεντηκοστής).

 

            «Κατά τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, Σαβαώθ μεταφράζεται από την εβραϊκή γλώσσα με την έκφραση «ο κύριος των Δυνάμεων». Επομένως, ο Κύριος των Δυνάμεων είναι η Αγία Τριάδα, ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Και αν ο προφήτης Δανιήλ λέει ότι είδε τον παλαιό των ημερών καθήμενον επί θρόνου κρίσεως, δεν εννοεί τον Πατέρα, αλλά τον Υιό, ο οποίος στην Δευτέρα Παρουσία Του, θα κρίνει παν έθνος δια της φοβεράς Του κρίσεως.

            Ζωγραφίζουν επίσης στις εικόνες του Ευαγγελισμού τον Κύριο Σαβαώθ, που φυσά με το στόμα Του κι αυτή η πνοή φθάνει στην κοιλιά της αγίας Θεομήτορος. Αλλά ποίος το είδε αυτό και ποία αγία Γραφή το μαρτυρεί; Από πού το πήραν αυτό; είναι φανερό, ότι μια τέτοια χρήση και άλλα παρόμοια πράγματα τα υιοθέτησαν και τα δανείστηκαν από ανθρώπους μάταιης γνώσης ή μάλλον από πνεύμα διαταραγμένο ή απόν. Να γιατί παραγγέλλουμε να σταματήσουν στο εξής αυτές οι μεταφερμένες από αλλού εικονογραφίες, που η μάταιη γνώση γέννησε.....».

            Και η Σύνοδος καταλήγει: «Τα λέμε αυτά, για να αποστομώσουμε τους εικονογράφους, για να σταματήσουν να κάνουν λαθεμένες εικόνες και μάταιες και στο εξής να μη ζωγραφίζουν τίποτε σύμφωνα με τις ατομικές τους ιδέες και χωρίς αυθεντικές αναφορές».

            Υπάρχει όμως παράσταση της Αγίας Τριάδας, που να συμφωνεί με τα ιερά κείμενα; Ναι υπάρχει και αυτή είναι η κλασσική εικόνα της φιλοξενίας του Αβραάμ, που τόσο επιτυχημένα έχει εικονίσει ο άγιος Ανδρέας Ρουμπλιέφ (Andrei Rublev) (τον 14ο αιώνα), δηλ. την φιλοξενία των τριών προσώπων (αγγέλων) από τον Αβραάμ.

 

            Η Τριάδα του Ρουμπλιέφ ακολουθεί με αυστηρή συνέπεια την τάξη του Συμβόλου της Πίστης (από αριστερά στα δεξιά): Πατέρας, Υιός, Άγιο Πνεύμα. Τα ενδύματα του μεσαίου αγγέλου έχουν τα χρώματα του σαρκωμένου Λόγου, στα οποία περιλαμβάνεται ο μανδύας, προφανώς πάνω στο ιμάτιο - σύμβολο μηνύματος. Ένα μανδύα λιγότερο εμφανή, οπωσδήποτε στον τόνο του ιματίου, βλέπουμε στο δεξιό Άγγελο - σύμβολο της τρίτης υπόστασης.

            Όσο για τον εικονογραφικό συμβολισμό, αυτή η εικόνα παρουσιάζει την θεμελιώδη εκκλησιαστική θέση: η Εκκλησία είναι η αποκάλυψη του «Πατρός εν Υιώ και Αγίω Πνεύματι». Το κτίσμα, σπίτι του Αβραάμ, είναι μια εικόνα της Εκκλησίας πάνω από τον Άγγελο του πρώτου προσώπου. η δρυς του Μαμβρή - δένδρο της ζωής και του ξύλου του Σταυρού, πάνω από τον Άγγελο του δευτέρου προσώπου - είναι ένδειξη της οικονομίας του Υιού του Θεού. τέλος, έχουμε το βουνό, σύμβολο πνευματικής ανόδου, πάνω από τον Άγγελο του τρίτου προσώπου. Πρέπει να προστεθεί, ότι το νόημα αυτής της εικόνας είναι επικεντρωμένο στο ποτήρι της ευχαριστίας, θείο δείπνο. Επίσης παρατηρείται, ότι ο αριστερά Άγγελος (Πατέρας) ατενίζει με βλέμμα κατά πολύ υψηλότερο, απ’ ότι οι άλλοι δυο, οι οποίοι έχουν ελαφρά κλίση της κεφαλής προς αυτόν.

            Ακριβώς σ’ αυτή την εικόνα, «η ενέργεια του πνεύματος» μισάνοιξε στον μοναχό Ανδρέα Ρουμπλιέφ την έννοια της παλαιοδιαθηκικής αποκάλυψης, μια νέα θέα της τριαδικής ζωής. Η εικόνα θ’ αποδειχθεί τόσο δυνατή ώστε, «μεταξύ όλων των φιλοσοφικών αποδείξεων της ύπαρξης του Θεού, το πιο πειστικό είναι το συμπέρασμα: Υπάρχει η Τριάδα του Ρουμπλιέφ, υπάρχει ο Θεός».

 

            4.- Χρήση μουσικών οργάνων

 

            Στις ακολουθίες των ΡΚαθολικών ναών χρησιμοποιούνται μουσικά όργανα, κάτι που δεν είναι σύμφωνο με την εν γένει Παράδοση της Εκκλησίας.

            5.- Ναοδομία

            Είναι χαρακτηριστική η κατασκευή των παπικών ναών και κωδωνοστασίων και αποτυπώνει τη θεολογία του παπισμού. Οι ναοί και τα κωδωνοστάσια είναι αρκετού ύψους και η κορυφή τους απολήγει σε μυτερή άκρη, σημάδι που δείχνει το απόμακρο του Θεού, το αδύνατο προσέγγισής του και επομένως την ανάγκη να απευθυνθεί κανείς στον επί της γης αντιπρόσωπό του, τον Πάπα Ρώμης. Αντίθετα, στην Ορθόδοξη ναοδομία, τόσο στο ρυθμό βασιλικής, όσο και στο ρυθμό μετά τρούλου, υπάρχει ο Παντοκράτορας, ορατός και σε μικρό σχετικά ύψος, όπου δηλώνει ότι ο Θεός είναι εδώ παρών και σε βλέπει και τον βλέπεις και μπορείς να έχεις άμεση επαφή μαζί του.

            6.- Πολυφωνική χορωδία

            Η βυζαντινή παράδοση θέλει την μονοφωνική ψαλτική, χωρίς την πολυφωνική χορωδία, που ορισμένες φορές καθίσταται άκρως συναισθηματική ή και κλαιούμενη.

            7.- Θρησκευτικός συναισθηματισμός

            Ο θησκευτικός συναισθηματισμός εμφανίζεται σε ορισμένες παπικές τελετές, όπως ο θρήνος της Μ. Εβδομάδας, οι πένθιμες κωδωνοκρουσίες, ο πένθιμος στολισμός των ναών, η πένθιμη αμφίεση των ιερέων, ο θρήνος της Μ. Πέμπτης και Μ. Παρασκευής, ο φορτισμένος συναισθηματισμός, αντί του θρήνου για τις δικές μας αμαρτίες («μη κλαίετε επ’ εμέ…..»), η παπική επιγραφή ΙΝΒΙ στο σταυρό, αντί του ορθόδοξου ΟΒΤΔ από τον αντίστοιχο ψαλμό και πολλά άλλα, που δεν ανταποκρίνεται στην Ορθόδοξη θέση, που θέλει να κλαίμε για τις αμαρτίες μας και όχι για τα πάθη του Κυρίου.

                   ΠΑΠΙΚΕΣ ΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ -MEΡΟΣ -Β


 MEΡΟΣ -Β 

              (+) Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

8.- Μετουσίωση Τίμιων δώρων

            Η Ανατολή είναι σαφής στη μεταβολή των τιμίων δώρων, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η σχετική ευχή της αγίας αναφοράς: «Μεταβαλών το πνεύματί σου τω Αγίω». Η Δύση αρχίζει να χρησιμοποιεί τον όρο μετουσίωση (= μεταβολή της ουσίας) ήδη από τον 12ο αιώνα και χρησιμοποιείται για να αντικρουστεί η αμφισβήτηση, αν είναι, πραγματικά, σώμα και αίμα Χριστού ο άρτος και ο οίνος της Ευχαριστίας. Καθιερώνεται επίσημα στη Δύση με τη Σύνοδο του Λατερανού (1215). Έτσι στον Παπισμό δεν γίνεται επίκληση του Αγίου Πνεύματος για την επιτέλεση της μεταβολής, αλλά θεωρείται, ότι η μετουσίωση συντελείται με την απλή επανάληψη των λόγων του Κυρίου: «Λάβετε, φάγετε…..».

            Βέβαια, μια κάποια παρείσφρηση της μετουσίωσης υπάρχει σε μια προσευχή πριν τη θ. μετάληψη του αγίου Συμεών του Μεταφραστή (8 Νοεμβρίου) τον 10ο αιώνα, την εποχή που στη Δύση άρχιζαν οι συζητήσεις για το θέμα αυτό: «Ιδού βαδίζω προς θείαν Κοινωνίαν, Πλαστουργέ, μη φλέξης με τη μετουσία …..».

            9.- Περί των αζύμων

            Ένα θέμα, που συνδέεται με τη θ. ευχαριστία είναι η χρησιμοποίηση ένζυμου άρτου και όχι άζυμου, όπως χρησιμοποιούν οι Παπικοί και υπενθυμίζει την αίρεση του Απολλινάριου, κατά παράβαση του Ο΄ κανόνα των αγίων Αποστόλων: «Ει τις Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, ή Διάκονος, ή όλως του καταλόγου των Κληρικών, νηστεύοι μετά Ιουδαίων, ή εορτάζοι μετ’ αυτών, ή δέχοιτο παρ’ αυτών τα της εορτής ξένια, οίον άζυμα, ήτι τοιούτο, καθαιρείσθω, ει δε Λαϊκός είη, αφοριζέσθω».

            Μέχρι το 1053 και οι Παπικοί χρησιμοποιούσαν ένζυμο άρτο, πλην όμως ο Ρώμης Λέων Θ΄ επέβαλε τη μεταβολή, δηλ. την καινοτομία και σύμφωνα με τον ανωτέρω κανόνα είναι αξιοκατάκριτοι.

            Η χρησιμοποίηση ένζυμου άρτου βασίζεται στο ευαγγελικό: «Και τη πρώτη ημέρα των αζύμων, ότε το πάσχα έθυον…..» (Μάρκ. 14. 12), δηλ. «την πρώτη ημέρα της γιορτής των Αζύμων, τότε που θυσίαζαν τον αμνό του Πάσχα…..». Αλλά, ποια είναι η πρώτη ημέρα των αζύμων; Είναι η ημέρα της πρώτης Πανσελήνου της εαρινής ισημερίας, που στη συγκεκριμένη χρονιά του 33 πέφτει Σάββατο και εορτάζεται το εβραϊκό πάσχα. Η ημέρα του Σαββάτου, που εορτάζεται το πάσχα ξεκινά με τη δύση του Ηλίου της Παρασκευής και λήγει με τη δύση του Ηλίου του Σαββάτου, ενώ η περίοδος των αζύμων διαρκεί επτά ημέρες, όπου τρώγονται αρνί, πικρά χόρτα και άζυμο ψωμί και τίποτε άλλο (Έξοδος 12. 8 και 13. 6).

            Ο Μυστικός Δείπνος έλαβε χώρα την προηγούμενη ημέρα Παρασκευή και συγκεκριμένα μετά τη δύση του Ηλίου της Πέμπτης και χρησιμοποιήθηκε ένζυμο ψωμί και κρασί (τρόφιμα και ποτά, που η χρήση τους απαγορεύεται την ημέρα του πάσχα). Μετά το Δείπνο, ο Χριστός, συλλαμβάνεται στον κήπο της Γεθσημανή και την Παρασκευή πρωί παραδίδεται στον Πιλάτο, γίνεται η δίκη και στις 9 η ώρα σταυρώνεται (Μάρκ. 15. 25). Παραμένει στο σταυρό επί 6 ώρες και στις 3 μετά το μεσημέρι παραδίδει το πνεύμα (Μάρκ. 15. 34). Πριν από τη δύση του Ηλίου της Παρασκευής γίνεται η αποκαθήλωση, τυλίγεται σε σινδόνα, που αγόρασε εκείνη την ημέρα ο Ιωσήφ (Μάρκ. 15. 46) και τίθεται επί του Τάφου. Όλα αυτά έγιναν την Παρασκευή, την προηγουμένη της εορτής του πάσχα, που αρχίζει με τη δύση του Ήλιου της Παρασκευής. 

            10.- Διαχωρισμός πιστών

            Ο διαχωρισμός των πιστών σε «στρατευομένη εκκλησία» επί της γης και σε «θριαμβεύουσα εκκλησία» εν ουρανοίς είναι παπικής έμπνευσης, ενώ κάτι τέτοιο δεν υφίσταται στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Επί της γης υπάρχουν άγιοι, οι οποίοι είναι στρατευμένοι και ταυτοχρόνως δοξάζονται, αλλά και εις τους ουρανούς οι άγιοι είναι δοξασμένοι, ταυτοχρόνως δε στρατεύονται για εμάς, αφού επικαλούμεθα τις πρεσβείες τους. Εξ άλλου, αν δεν υπάρχει αγιότητα επί της γης, δεν αποκτάται μεταγενέστερα εν ουρανοίς.

            11.- Θαύματα, έκτακτες επεμβάσεις του Θεού

            Στην Ορθοδοξία, το θαύμα, ως γεγονός της ιστορίας της θείας οικονομίας, φανερώνει τη θεία δόξα στον κόσμο, τον μεταμορφώνει, τον οδηγεί και τον διδάσκει και δεν είναι ένα συμβάν που ξεπερνά τις συνηθισμένες φυσικές και ιστορικές δυνατότητες. Αντίθετα, στον Παπισμό, το θαύμα είναι έκτακτη επέμβαση του Θεού, μέσω των κτιστών ενεργειών, αντικείμενη προς την τάξη της όλης δημιουργίας, οπότε θεωρείται ως ένα συμβάν που συγκρούεται ή είναι ασυμβίβαστο με τη φυσική νομοτέλεια.

            12.- Δημιουργία του κόσμου από τη θ. ουσία

            Στον Παπισμό, τα ονόματα εκφράζουν τη θεία ουσία, ενώ είναι συμβατικά και κατ’ επίνοια στην Ορθόδοξη Παράδοση, ο δε Θεός είναι μέρος του Σύμπαντος, όπως ο Παπισμός δέχεται, ενώ είναι εκτός αυτού, ως Άκτιστος. Απότοκο αυτού είναι, ότι ο κόσμος δημιουργείται από τη θ. ουσία, πράγμα άτοπο.

            Η Δημιουργία του κόσμου γίνεται από το μη ον και σημαίνει την προέλευση της κτιστής πραγματικότητας όχι από τη θεία ουσία, αλλά δια μέσου της θείας ενέργειας, ο δε κόσμος δημιουργείται μαζί με τον χρόνο. Στον Παπισμό, η Δημιουργία του κόσμου γίνεται εκ του μηδενός και σημαίνει την προέλευση της κτιστής πραγματικότητας από τη θεία ουσία, ο δε κόσμος δημιουργείται μέσα στον χρόνο.

            13.- Θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος

            Ο τυπικά θρησκευτικός ατομοκεντρισμός, η εξατομικευμένη εκδοχή της πίστης, της ηθικής, του βιώματος. Η Εκκλησία καταντάει θρηκευτικός θεσμός υπηρετικός της ατομικής πίστης, αρετής, σωτηρίας. Σωτηρία στη δυτική σκέψη σημαίνει «υπερφυσική» ανταπόκριση του Υπερβατικού στην επιθυμία-απαίτηση του ανθρώπου να υπάρχει το ατομικό του εγώ αιώνια, να ζει ατελεύτητα σε απόλυτη ευτυχία. Έτσι, ο «πνευματικός αγώνας» του Χριστιανού είναι να μάχεται την ύλη, τις απαιτήσεις του σώματος, στο πεδίο της φυσικής ατομικής του οντότητας.

            Υπάρχει κατάφαση στην ορμέμφυτη ανάγκη νοησιαρχικών μεταφυσικών βεβαιοτήτων. Το θρησκευτικό άτομο θέλει να κατέχει σίγουρη γνώση για το επέκεινα, να μπορεί να ελέγχει με τη νοητική του ικανότητα αυτή τη γνώση, να εξορκίζει με τη νοητική σιγουριά τον φυσικό φόβο του θανάτου. Έτσι, ατομοκεντρισμός και νοησιαρχία θα αναχθούν σε στοιχεία ταυτότητας του δυτικού ανθρώπου.

        Η απολυτοποιημένη εμπιστοσύνη στην ατομική νοητική ικανότητα διαπλέκεται στο δυτικό άνθρωπο με την εξίσου απολυτοποιημένη κατάφαση των συναισθηματικών παρορμήσεων, διαμορφώνοντας μια κλειστή αυτοαναφορική δυναμική, που μέσα στα όριά της εξαντλείται η παπική ανθρωπολογία και μεταφυσική. Το Θεό τον «συναντάει» μέσα του, ακριβώς, με τους όρους της ατομικής νοητικής βεβαιότητας και της ατομικής συναισθηματικής ευεξίας. Ο Θεός είναι «μέσα» στον ατομικό άνθρωπο και αυτή την ιδιωτική κατοχή την επικυρώνει ή το συναίσθημα ή η νοησιαρχική αποδεικτική ανάλυση, σύμφωνα με τους εξέχοντες της νοησιαρχίας, του αποδεικτικού θετικισμού και της ορθολογικής μεθόδου Αυγουστίνο, Άνσελμο, Θωμά Ακινάτη, Μ. Αλβέρτο κ.ά.

            Η μεταγραφή της μαρτυρίας-διδασκαλίας της Εκκλησίας σε γλώσσα και σχήματα της νομικής παιδείας και της δικανικής εμπειρίας. Η νομική αυτή σχηματοποίηση βοηθάει, ώστε να επιτευχθεί εντυπωσιακή απλούστευση και εκλαΐκευση της χριστιανικής μαρτυρίας, έτσι ώστε να γίνεται προσιτή και σε ανθρώπους χαμηλής ή ανύπαρκτης πνευματικής καλλιέργειας. Όμως, ο νομικισμός αυτός παγιδεύει τις απλουστευτικές διασκευές στις απαιτήσεις μιάς θρησκευτικής άρνησης του εκκλησιαστικού γεγονότος και του ευαγγελίου.

            Στα καίρια θέματα της ερμηνείας του «προπατορικού αμαρτήματος» και της «ικανοποίησης της θ. δικαιοσύνης», ο χριστιανικός Θεός παύει να είναι Νυμφίος, εραστής μανικότατος του ανθρώπου και αποκαλύπτει ένα Θεό στυγνής εκδίκησης, αμείλικτο τιμωρό του συνόλου του ανθρωπίνου γένους, εξ αιτίας των πρωτόπλαστων, που έκαναν δυσάρεστη για το Θεό χρήση της ελευθερίας τους. Από την άλλη, ο ίδιος ο Θεός ταυτίζεται με την εικόνα «σαδιστή πατέρα», αφού δε διστάζει να θανατώσει με φρικτό θάνατο τον Υιό του, μόνο για να εισπράξει η δικαιοσύνη του ικανοποίηση, αξίας ίσης με την προσβολή που του έγινε. Όπως λοιπόν ο Θεός ικανοποιεί με το σταυρικό θάνατο του Χριστού τη δικαιοσύνη του, γιατί αντίστοιχα και οι δίκαιοι στον παράδεισο να μην ευφραίνονται βλέποντας το βασανισμό των αμαρτωλών στην κόλαση, όπως καταλήγει συμπερασματικά ο Αυγουστίνος!

            Το ευαγγέλιο της νίκης κατά του θανάτου μετασχηματίζεται σε θρησκεία τρόμου και κόλασης, αλλά και πανικού μιας προγραμματισμένης αβεβαιότητας. Αβέβαιο ποιος είναι ο «προορισμένος» από το Θεό για τη σωτηρία και ποιος ο κολασμένος, άλογα και αναίτια προγραμμένος, όσο κι αν προσπαθήσει να ευαρεστήσει το Θεό. Όχι μόνο εκδικητικός και σαδιστής ο Θεός του νομικισμού, αλλά και παράλογα άδικος, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η νοησιαρχική αιτιολόγηση της παγγνωσίας του. Η διδασκαλία περί απολύτου προορισμού του ανθρώπου θα σφραγίσει βασανιστικά τόσο τον θρησκευτικό όσο και τον κοινωνικό βίο της Δύσης και θα παρεισφρήσει έμμεσα και στην καθ’ ημάς Ανατολή. Επιζούν ακόμη έστω και εξωραϊσμένα, οι μανιχαϊστικές αντιθέσεις ύλης και πνεύματος, σώματος και ψυχής, ηθικού βίου και σαρκικών ηδονών, που παράγουν την απαξίωση, τη βδελυγμία και τη φοβία για τη σεξουαλικότητα. Έτσι, ο Χριστιανισμός θα μετατραπεί σε μια θρησκεία ενοχών, τύψεων και άγχους, για τη σωματικότητα του ανθρώπου και την υλικότητα του κόσμου και θα ταυτιστεί με μια αποκρουστική και βασανιστική θρησκεία.


            14.- Ενδημούσα Σύνοδος

            Για τους παπικούς μια τοπική ευχαριστιακή κοινότητα αποτελεί εκκλησιαστικό γεγονός, μόνον επειδή έχει νομική αναγνώριση από την παπική καθέδρα, ο δε επίσκοπός της απλώς τη διοικεί ή την υπηρετεί και δεν συνιστά την προϋπόθεση για τη συγκρότησή της ως κεφαλή της και πατέρας της. Μια κοινότητα στη Δύση μπορεί να είναι εκκλησιαστική, χωρίς τον επίσκοπό της και ένας κληρικός μπορεί να είναι επίσκοπος, χωρίς να προΐσταται εκκλησιαστικής κοινότητας. Έτσι, το γεγονός της παπικής καθέδρας, που δίνει εντολές σε επισκόπους, για οποιοδήποτε θέμα, περνάει  έμμεσα και στην Ορθόδοξη Ανατολή με τις ενδημούσες Συνόδους, όπου ο Πατριάρχης με τους παρευρισκόμενους Επισκόπους (ενδημούντες) συγκροτούν Σύνοδο για επίλυση θεμάτων.


            15.- Τιτουλάριοι Επίσκοποι

      Η δυτική αντίληψη, ότι μια κοινότητα μπορεί να είναι εκκλησιαστική χωρίς τον επίσκοπό της και ένας κληρικός μπορεί να είναι κληρικός χωρίς να προΐσταται εκκλησιαστικής κοινότητας πέρασε από τη Δύση και στην Ανατολή και έτσι από τα μέσα του 17ου αιώνα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και οι αυτοκέφαλες Εκκλησίες, δίχως επιφυλάξεις και δισταγμούς, υιοθέτησαν τη βατικάνεια πρακτική να χειροτονούν τιτουλάριους επισκόπους, δηλ. «με γυμνή ονομασία επισκοπής». Αυτό όμως, αντίκειται στο κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας, που θέλει τον Επίσκοπο, ως Επίσκοπο μιας πόλης και της γύρω αυτής περιοχής, η οποία βεβαίως έχει ποίμνιο. Και δεν είναι κατ’ όνομα Επίσκοπος.


            16.- Εθνοφυλετισμός

            Εθνοφυλετισμός αποκαλείται η σύνδεση φυλής και θρησκείας, παρά τις περί αντιθέτου διδασκαλίες του Ευαγγελίου και των Πατέρων: «υμείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός εις περιποίησιν» (Πέτρ. Α΄ 2. 9), «Ακούσατε, λαοί, φυλαί, γλώσσαι, άνδρες, γυναίκες, παίδες, πρεσβύται, νεανίσκοι, και νήπια, το έθνος των χριστιανών το άγιον» (Ιω. Δαμασκηνός).

            Ο εθνοφυλετισμός είναι μια παλιά ιστορία, προερχόμενη από τη Δύση και πρώτα – πρώτα από τη φράγκικη Ρώμη και πήρε την πιο οξεία μορφή του τον 19ο αιώνα, κατά το προτεσταντικό πρότυπο, όπου κυριαρχούσε η αρχή «cujus regioejus religio» (ούτινος το κράτος, εκείνου και η θρησκεία) και πέτυχε κατά βάση την απόσχιση Μητροπόλεων από την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και την  υπαγωγή τους σε νεοσύστατα κράτη της Ευρώπης.

            Ο θεσμός της λεγόμενης Πενταρχίας των πρεσβυγενών πατριαρχείων συγκροτούσε άξονα λειτουργίας του συνοδικού συστήματος, που εξασφάλιζε την κατά την οικουμένην ενότητα στη βάση της πολιτιστικής ομοείδειας όλων των κοινωνιών,  οι οποίες ή ήταν σαφώς ελληνικές ή λίγο ή πολύ, είχαν υποστεί ελληνική επίδραση και αυτή η ελληνικότητα λειτουργούσε ως καταλύτης οικουμενικής ομογενοποίησης και ενοειδούς συνοχής των επιμέρους τοπικών εκκλησιών.

            Πρώτοι οι Φράγκοι φιλοδόξησαν να αυτονομηθούν από την ελληνορωμαϊκή «οικουμενικότητα», δηλ. να συστήσουν αυτοκρατορία έξω από τα όρια του ελληνορωμαϊκού κόσμου, μια γερμανική «οικουμένη» με δικό της εκκλησιαστικό-ενοποιητικό θεσμό, ένα εθνοφυλετικά καθορισμένο πατριαρχείο. Ο δρόμος για τη γερμανική «οικουμένη» άνοιξε με τον πρώτο, υπό την επιρροή των Φράγκων, επίσκοπο Ρώμης, Σέργιο Δ΄ το 1009 και ολοκληρώνεται με τον Γερμανό πάπα Λέοντα Θ΄ το 1054, οπότε επήλθε και το Σχίσμα Ανατολής και Δύσης.

            Το παράδειγμα των Φράγκων προσπάθησαν να το ακολουθήσουν, ανεπιτυχώς, οι Βούλγαροι υπό τον Συμεών αρχικά τον 10ο αιώνα και κατόπιν το 1235, καθώς και οι Σέρβοι επί Στεφάνου Δουσάν στα μέσα του 14ου αιώνα.


                              ΠΑΠΙΚΕΣ ΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ -MEΡΟΣ -Γ

 

 

ΜΕΡΟΣ-Γ

17.- Συγχωροχάρτια

            Είναι η γνωστή έγγραφη άφεση αμαρτιών, που έδινε ο Πάπας της Ρώμης, έναντι αμοιβής. Αποτελεί μια από τις κύριες αιτίες της απόσχισης της Διαμαρτύρησης από τη ΡΚαθολική εκκλησία, με κύριο εκφραστή το Λούθηρο. Κατά τον 16ο αιώνα, μια μορφή αυτών πέρασε στην Ανατολή, ως ψυχοχάρτια.

          Η άφεση αυτή των αμαρτιών οφειλόταν στη διδασκαλία του Παπισμού περί μιας ενδιαμέσου καταστάσεως μεταξύ Παραδείσου και Κολάσεως, του Καθαρτηρίου πυρός. Η πλανεμένη αυτή διδασκαλία των Φραγκολατίνων περί κολάσεως και καθαρτηρίου πυρός οφείλεται, στο ότι ακολούθησαν τον Αυγουστίνο στα θέματα περί αποκαλύψεως. Ο ιερός Αυγουστίνος, όλα τα φυσικά εικονικά σύμβολα της θεότητας, που συναντάμε στην Αγία Γραφή, όπως π. χ. Νεφέλη, φως, στήλη πυρός και νεφέλης, πύρινες γλώσσες κ. ά.…, τα εξελάμβανε ως κτίσματα· έτσι, κατά τον ίδιο τρόπο, και οι ακολουθούντες τον Αυγουστίνο Φράγκοι φαντάστηκαν ως κτιστό το αιώνιο πυρ και το σκότος το εξώτερο της κολάσεως. Από την παρερμηνεία αυτή, λοιπόν, έχουμε τα παράδοξα και δεισιδαίμονα των Φράγκων, περί κολάσεως και καθαρτηρίου πυρός, τα οποία περιγράφει ποιητικά ο Δάντης, ο οποίος και θεωρείται πατέρας της Δυτικής Αναγεννήσεως. Η αλήθεια είναι, ότι το αιώνιο πυρ και το εξώτερο σκότος είναι το ίδιο με την Δόξα και τον Γνόφο του Θεού. Όλοι θα δουν τον Θεό, την άκτιστη, βέβαια, ενέργειά Του. Όσοι όμως έχουν καθαρή καρδιά θα Τον δουν ως Δόξα και Γνόφο (αυτό είναι Παράδεισος), ενώ όσοι έχουν ακάθαρτη καρδιά θα Τον δουν ως Καυστικό Πυρ (αυτή είναι ο Άδης, με το αιώνιο πυρ και το σκότος το εξώτερο). Επειδή όμως οι Φραγκολατίνοι επίστευσαν, ότι οι κολασμένοι δεν θα βλέπουν κάτι το άκτιστο, εξέλαβαν το πυρ το αιώνιο της Αγίας Γραφής ως κτιστό. Τουλάχιστον, με απλή σκέψη θα έπρεπε να αντιληφθούν, ότι το πυρ το αιώνιο και το σκότος το εξώτερο δεν θα είναι αισθητό από το γεγονός, ότι «ητοίμασται τω διαβάλω και τοις αγγέλοις αυτού». Αυτοί ασφαλώς δεν έχουν αισθήσεις, για να βλέπουν, αισθητώς, αισθητόν σκότος ή πυρ. Σαν κτιστό, λοιπόν, που εξέλαβαν οι Φραγκολατίνοι το αιώνιο πυρ, φαντάστηκαν, όπως και οι αρχαίοι, τριώροφο τον κόσμο της σωτηρίας και της απωλείας, που αποτελείται: από τον αμετάβλητο ουρανό για τους ευδαίμονες, από την μεταβλητή γη για την δοκιμασία των ανθρώπων και από τα μεταβλητά καταχθόνια για τους κολασμένους και καθαριζομένους!… «Αντιθέτως προς την Φραγκικήν ταύτην Παράδοσιν, η Ρωμαιοσύνη ουδέποτε ηρμήνευε τα περί κολάσεως και θεοπνευστίας κατά τρόπον ώστε να υιοθετήσει την κοσμολογίαν του τριωρόφου σύμπαντος του ειδωλολατρικού αρχαίου κόσμου, με παράδεισον υπεράνω των ουρανών, κόλασιν και καθαρτήριον πυρ υπό την γην και τόπον δοκιμασίας επί της γης. Ούτε εφαντάσθη ποτέ ότι ο Θεός υπηγόρευσε λέξεις εις τους Προφήτας και Αποστόλους παρ' εκτός μέσω της ανθρωπίνης φύσεως του Λόγου» (π. Ιωάννης Ρωμανίδης).

            18.- Ιερή Εξέταση

            Εκκλησιαστικό δικαστήριο (ιεροδικείο) στους κόλπους του Παπισμού, που συστάθηκε με την αποστολή να καταπολεμήσει τις αιρέσεις, καθώς και δραστηριότητες, όπως την αλχημεία, τη μαγεία και τη βασκανία και το οποίο είχε συγκεντρώσει στα χέρια του σημαντική δύναμη, κατά το μεσαίωνα και στις αρχές των νεότερων χρόνων. Οι αιρετικοί αντιμετωπίζονταν στο εξής ως εχθροί της κοινωνίας, συλλαμβάνονταν και δικάζονταν, αφού είχαν προηγηθεί συχνά βασανιστήρια, για την απόσπαση της ομολογίας της ενοχής. Η χρήση βασανιστηρίων εγκρίθηκε από τον Πάπα Ινοκκέντιο Δ΄ το 1252.

            Η κλίμακα των ποινών ήταν μεγάλη. Από την απλή καταδίκη σε προσευχή και νηστεία, κατάσχεση περιουσίας, φυλάκιση, ισόβια δεσμά και σε περίπτωση αμετανοησίας ή υποτροπής, θανατική ποινή, πολλές φορές με καύση του αιρετικού επί της πυράς. Η δικαιολογία ήταν, ότι καίω το σώμα σου, για να σώσω την ψυχή σου, σύμφωνα με τη στρεβλή ανάλυση του χωρίου του Παύλου: «ει τινος το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός» (Κορ. Α΄ 3. 14-15). Αναφέρεται, ότι επί της εποχής του Μ. Ιεροεξεταστή Θωμά Torquemada εστάλησαν στην πυρά 2000 πρόσωπα. Το 1908 η Ιερή Εξέταση μετονομάσθηκε σε Ιερή Υπηρεσία και το 1965 σε «Επιτροπή για το Δόγμα και την Πίστη». Γενικά, η Ιερή Εξέταση είναι και αυτή απότοκος της αντίληψης του Παπισμού, που θέλει να βλέπει τον παρεκλίνοντα από την Πίστη, ως κατηγορούμενο, αντίθετα με την Ορθοδοξία, που θέλει να τον βλέπει ως ασθενή.             

            19.- Ιερές γλώσσες

            Είναι άλλη μια παπική πλάνη, η λεγόμενη περί των τριών «ιερών γλωσσών», δηλ. ότι για την Εκκλησία τρεις είναι οι ιερές γλώσσες στις οποίες επιτρέπεται να δοξολογείται ο Θεός, οι γλώσσες του Σταυρού: η εβραϊκή, η ελληνική και η λατινική. Σχετικά με αυτό, καταγράφεται η επίθεση που δέχτηκε ο φωτιστής των Σλάβων Κύριλλος στη Βενετία:

          Όταν ο Κωνσταντίνος (το αρχικό όνομα του Κυρίλλου) ήταν στην Βενετία, μαζεύτηκαν οι Λατίνοι επίσκοποι, ιερείς και μοναχοί και στράφηκαν εναντίον του, όπως οι κουρούνες ενάντια στο γεράκι και διατύπωσαν την αίρεση των τριών γλωσσών, λέγοντας: «Πώς συμβαίνει να έχεις επινοήσει για τους Σλάβους μια γραφή και να τους διδάσκεις κείμενα γραμμένα σ' αυτή, μια γραφή που δεν την βρήκε ποτέ κανένας ως σήμερα, ούτε απόστολος, ούτε πάπας, ούτε ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ούτε κι ο Ιερώνυμος; Εμείς ξέρουμε μόνο τρεις γλώσσες, στις οποίες επιτρέπεται να δοξολογείται γραπτώς ο Θεός: την εβραϊκή, την λατινική και την ελληνική.

                Ο Φιλόσοφος απάντησε: «Μήπως η βροχή δεν έρχεται από τον Θεό και δεν πέφτει για όλους τους ανθρώπους; μήπως ο ήλιος δεν λάμπει για όλους τους ανθρώπους και μήπως δεν αναπνέουμε όλοι τον ίδιο αέρα; [...] Πολλοί λαοί έχουν την δική τους γραφή και ο κάθε λαός τιμά τον Θεό στην δική του γλώσσα [...]» (Βιος Κωνσταντίνου, γερμ. μετάφραση jo Bujinoch (slavische geschichtschreiber 1) Γρατς-Βιέννη-Κολονία 1958, 71-72).

            20.- Παραχαράξεις διατάξεων

 

            α/ Η ψευδοκλημέντιος επιστολή

            Στην επιστολή του Επισκόπου Ρώμης Κλήμη Α΄, προς τον Ιάκωβο τον αδελφόθεο έχουμε διακήρυξη του πρωτείου του Πέτρου: «Γνώριμόν έστω σοι. Κύριέ μου, ότι ο Σίμων ο δια την αληθή πίστιν και την ασφαλεστάτην αυτού της διδασκαλίας υπόθεσιν της Εκκλησίας θεμέλιος είναι λίθος ορισθείς και δι’ αυτό τούτο υπ’ αυτού του Ιησού αψευδεί στόματι μετονομασθείς Πέτρος, η απαρχή του Κυρίου ημών, ο των αποστόλων πρώτος, ω πρώτω ο πατήρ τον υιόν απεκάλυψεν….. ο της Δύσεως το σκοτεινότατον του κόσμου μέρος (ήτοι την Ρώμην) ως πάντων ικανώτερος φωτίσαι κελευσθείς και κατορθώσαι δυνηθείς….. δια την άμετρον προς τους ανθρώπους στοργήν σαφώς δημοσία επί του ενεστώτος πονηρού τον εσόμενον αγαθόν όλω τω κόσμω μηνύσαι βασιλέα, μέχρις ενταύθα τη Ρώμη γενόμενος, θεοβουλήτω διδασκαλία σώζων ανθρώπους, αυτός του νυν βίου βιαίως το ζην μετήλλαξεν» (αγίου Νεκταρίου, Τα αίτια του Σχίσματος, τ. Α΄, σελ. 33-34).

            Η επιστολή αυτή φέρεται, ότι γράφτηκε στα τέλη του 2ου αιώνα και αντιστρατεύεται την αλήθεια, που διακηρύσσεται τόσον από την Κ. Διαθήκη, όσον και από την Παράδοση της Εκκλησίας.

            β/ Η ψευδοβασίλειος αναφορά

            Η αναφορά του Μ. Βασιλείου στο έργο του «Ασκητικά», περί του Πάπα Ρώμης, ελέγχεται ως πλαστή. Σ’ αυτήν καταγράφεται, ότι: «Απ’ τον Χριστό διδασκόμαστε και το εξής, όταν όριζε τον Πέτρο ποιμένα της Εκκλησίας μετά τον εαυτό του: Πέτρο του λέει, μ’ αγαπάς περισσότερο απ’ αυτούς; Βόσκησε τα  πρόβατά μου. Και δίνει σ’ όλους τους μεταγενέστερους ποιμένες και διδασκάλους την ίδια εξουσία. Και απόδειξη αυτού είναι ότι όλοι μπορούν να δεσμεύουν με όμοιο τρόπο και να συγχωρούν αμαρτίες, όπως εκείνος» ( PG 31, σελ. 1408).


            γ/ Η ψευδοκωνσταντίνειος δωρεά

           Είναι ένας μύθος, που πλάστηκε στη Ρώμη αρχικά τον 5ο αιώνα, κατά τον οποίον ο Ρώμης Σίλβεστρος (315-335) κατήχησε και βάπτισε τον Μ. Κωνσταντίνο, ο οποίος έπασχε από λέπρα, από την οποίαν ιάθηκε και έτσι καθαρίστηκε και στην ψυχή και στο σώμα. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο αυτοκράτορας δώρισε στον Πάπα πλείστα όσα προνόμια, όπως το πρωτείο, επίσης δε τη Ρώμη, την Ιταλία και όλες τις δυτικές επαρχίες. Ο μύθος αυτός συμπληρώθηκε τον 8ο αιώνα και αναφέρεται σε επιστολή του Ρώμης Ανδριανού Α΄ προς τον Καρλομάγνο, από τον οποίον ζητούσε την επικύρωση. Δυστυχώς, τα περί της δωρεάς αυτής αναφέρονται στη Εκκλ. Ιστορία του Αθηνών Μελέτιου και ελέγχονται ως ανακριβή. Η πληροφορία αυτή πέρασε και στο ιστολόγιο της Εκκλησίας της Ελλάδος (Συναξαριστής), αλλά και στην υμνολογία της Εκκλησίας:

 

               "(...) άναξ κράτιστε, Κωνσταντίνε μέγιστε,

                (...) καταυγασθείς γαρ ακτίσι του παναγίου Πνεύματος

                υπό Σιλβέστρου ιερέως δια του βαπτίσματος,

                εν βασιλεύσιν ώφθης αήττητος,

                την οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω Κτίστη σου

                και πόλιν βασιλεύουσαν θεοσεβή"

 

            Επί των ανωτέρω σημειώνεται, ότι ο πάπας Σίλβεστρος αρχιεράτευσε από 314-335, απεβίωσε δε στις 31.12.335, δηλ. ενάμιση χρόνο προ του θανάτου του αυτοκράτορα, που κατά την παράδοση βαπτίσθηκε λίγο προ του θανάτου του από τον Νικομηδείας Ευσέβιο. Εξ άλλου, η παραδοχή της βάπτισης αυτής προσκρούει και σε έναν άλλο παράγοντα. Υπήρχε αρχαίον έθος η μη εγκατάλειψη της Ρώμης υπό του επισκόπου αυτής, προς τούτο δε ο ανωτέρω πάπας δεν παρέστη στην Α΄ εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδο. Αλλά και στις υπόλοιπες Οικουμενικές Συνόδους ουδείς των παπών Ρώμης παρέστη αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπήθηκε από άλλους επισκόπους και κληρικούς, καθότι υπάκουσαν στο αρχαίο αυτό έθος.

 

            Οι αρχαίοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς (Ευσέβιος, Θεοδώρητος, Σωζόμενος και Σωκράτης) αναφέρουν, ότι η βάπτιση του αυτοκράτορα έγινε στην Ελενούπολη της Νικομήδειας, λίγο πριν το θάνατο του αυτοκράτορα, το 337, από τον Νικομηδείας Ευσέβιο (β΄ εξάδελφο του αυτοκράτορα και καταδικασθέντα από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, ως αρειανιστή).

 

            δ/ ΟΙ ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις

 

            Οι λεγόμενες ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις πλάστηκαν στα τέλη του 8ου αιώνα, για την ανύψωση της παπικής δύναμης, σύγκεινται δε από πλαστές εγκυκλίους επιστολές αρχαίων Παπών, πλαστούς συνοδικούς κανόνες και πλαστούς βασιλικούς νόμους. Αυτές συγκεντρώνουν όλη την εκκλησιαστική εξουσία στα χέρια του Πάπα, οι δε Μητροπολίτες, Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι εξαρτώνται αποκλειστικά από αυτόν. Οι απανταχού Επίσκοποι είναι αντιπρόσωποι του Πάπα, από τον οποίον κατέχουν την επισκοπική εξουσία. Καμία σύνοδος δεν μπορεί να συγκληθεί χωρίς την έγκριση του Πάπα, ο οποίος θεωρείται ο ανώτατος διοικητής, νομοθέτης και δικαστής στην εκκλησία. Με τις διατάξεις αυτές μηδενίζονται εντελώς οι όποιες εξουσίες των υπόλοιπων αξιωματούχων της εκκλησίας, στις διατάξεις δε αυτές οικοδομήθηκε η όλη διοίκηση της παπικής «εκκλησίας».

            Ονομάστηκαν ψευδοϊσιδώρειες, από το όνομα του επισκόπου Σεβίλλης Ισίδωρου, ο οποίος είχε συγκεντρώσει παλαιότερες γνήσιες διατάξεις, στις οποίες προστέθηκαν αργότερα και πλαστές, ώστε να υποστούν οι παλαιότερες τέτοια νόθευση και να καταστούν αγνώριστες. Η νοθεία αποκαλύφθηκε αρχικά από Λουθηρανούς, Καλβινιστές και άλλους μελετητές και είναι εύκολη η αναγνώριση της νοθείας, καθότι αναμειγνύονται με εγκυκλίους αρχαιότερες του 4ου αιώνα, αλλά τέτοιες από ουδένα αρχαίο κανονολόγο αναφέρονται, ούτε και από τον Διονύσιο τον μικρό.

            ε/ Η πλαστή επιστολή του Κων/πόλεως Ιωσήφ Β΄.

            Στα πρακτικά της συνόδου της Φλωρεντίας ιστορείται, ότι ο Κων/πόλεως Ιωσήφ Β΄, αφού δείπνησε πήγε στον κοιτώνα του και έγραψε την παρακάτω επιστολή, ακολούθως δε εξέπνευσε: «Επειδή προς το τέλος έφθασα της εμής ζωής βουλόμενος τελειώσαι το κοινόν οφείλημα ήδη, χάριτι Θεού γράφω και υπογράφω την εμήν δόξαν φανερώς τη εμή υιότητι. Πάντα ουν άτινα νοεί και άτινα δογματίζει η Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού της πρεσβυτέρας Ρώμης και αυτός εγώ νοώ και επί τούτοις εμέ συμπειθόμενον αφιερώνω. Έτι τον μακαριώτατον πατέρα πατέρων και μέγιστον Αρχιερέα και τοποτηρητήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον Πάπαν της πρεσβυτέρας Ρώμης, ομολογώ εις πάντων ασφαλότητα. Ότι των ψυχών το καθαρτήριον. Εις γαρ την περί τούτου ασφάλειαν υπεγράφη κατά την ενάτην του Ιουνίου μηνός χιλιοστώ τετρακοσιοστώ τριακοστώ ενάτω, Ινδικτιώνος δευτέρας» (αγίου Νεκταρίου, ως ανωτέρω, τ. Β΄, σελ. 243).

         Η επιστολή αυτή φαίνεται, ότι γράφτηκε από επιδέξιο λατινικό χέρι και τούτο διότι: α/ ουδέποτε ο Πατριάρχης παραδέχτηκε τον Πάπα, ως ανώτατον αρχιερέα, β/ η αναγραφή της χρονολογίας είναι λανθασμένη, καθότι η Εκκλησία της Κων/πόλεως χρησιμοποιούσε την χρονολόγηση από κτίσεως κόσμου, γ/ η επιστολή αυτή δεν μνημονεύεται στον όρο της συνόδου, δ/ δεν αναφέρεται από τον έγκυρο ιστορικό Συρόπουλο.


            15.11.18


            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ