Τις τελευταίες ημέρες δημιουργήθηκε έντονος δημόσιος θόρυβος γύρω από το ζήτημα της αναπροσαρμογής των αποδοχών των Αρχιερέων της Εκκλησίας μας. Παρακολούθησα με προσοχή όσα γράφτηκαν και ειπώθηκαν, άκουσα την απογοήτευση πολλών αδελφών μας, είδα την εύλογη δυσφορία μιας κοινωνίας που δοκιμάζεται οικονομικά, αλλά και τις υπερβολές, τις απλουστεύσεις και τις εντυπώσεις που καλλιεργήθηκαν γύρω από ένα θέμα το οποίο, όσο κι αν φαίνεται ασήμαντο μπροστά στα μεγάλα θέματα που αντιμετωπίζει η πατρίδα μας, σχετίζεται με το πώς αντιλαμβανόμαστε την Εκκλησία, πώς βλέπουμε τον επίσκοπο, πώς κατανοούμε τη σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας, αλλά και πώς οφείλουμε όλοι, ιδίως όσοι έχουμε δημόσια ευθύνη, να στεκόμαστε απέναντι στον λαό που υποφέρει.
Ως Μητροπολίτης, αισθάνομαι την ανάγκη να καταθέσω με απλότητα και ειλικρίνεια μερικές σκέψεις. Δεν το κάνω για να δικαιολογήσω τίποτε, γιατί ξέρω ότι η ζωή του επισκόπου δεν μπορεί να θεμελιώνεται σε μισθολογικές απαιτήσεις ούτε ότι η αποστολή του μπορεί να μετρηθεί με το ύψος του μισθού του. Το κάνω γιατί σε κάθε ζήτημα που αγγίζει την κοινωνία μας, και ιδίως όταν η Εκκλησία βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου, οφείλουμε να μιλούμε καθαρά, χωρίς θυμό, χωρίς φόβο, αλλά και χωρίς να κρύβουμε την αλήθεια.
Η νομοθετική αναφορά στο ζήτημα αυτό βασίζεται στο άρθρο 145 του ν. 4472/2017, στην προσθήκη του άρθρου 57 του ν. 5128/2024 και στη νεότερη κατατεθείσα ρύθμιση του άρθρου 56 του σχεδίου νόμου, η οποία τροποποιεί εκ νέου το άρθρο 145 περί αποδοχών των Αρχιερέων. Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Μητροπολιτών συνδέονται με ποσοστό 90% του ανώτατου ορίου αποδοχών που προβλέπεται για τον Γενικό Γραμματέα Υπουργείου, ενώ για τους Τιτουλάριους και Βοηθούς Επισκόπους προβλέπεται ποσοστό 70% των αντίστοιχων αποδοχών. Το σημειώνω αυτό όχι για να μειώσω τη σημασία του ζητήματος, αλλά για να υπάρχει σαφήνεια, καθώς άλλο πράγμα είναι η νομοθετική διάταξη και άλλο η εντύπωση που δημιουργείται όταν προβάλλεται μόνο ένας αριθμός, αποκομμένος από το θεσμικό του πλαίσιο.
Αρχικά, θέλω να πω ότι από το σώμα των Αρχιερέων, τουλάχιστον επισήμως, δεν υπήρξε κατά τη γνώμη μου κάποιο αίτημα που να εκφράστηκε ως παράπονο για το ύψος της αποζημιώσεώς μας. Ο επίσκοπος δεν υπάρχει στην Εκκλησία για να διεκδικεί προσωπικές απολαβές, αλλά για να διακονεί τον λαό του Θεού, να λειτουργεί, να διδάσκει, να παρηγορεί, να στηρίζει, να ενώνει, να σηκώνει μαζί με τους ανθρώπους του το βάρος της ζωής. Η φιλανθρωπία, τα ιδρύματα, οι κοινωνικές δράσεις, οι κατασκηνώσεις, τα συσσίτια, οι παιδικοί σταθμοί, η μέριμνα για τον άρρωστο, τον νέο, τον πενθούντα, τον οικογενειάρχη, τον άνεργο, όλα αυτά δεν είναι ξένο έργο προς την Εκκλησία. Είναι καρποί της πίστεως. Όμως το επίκεντρο της επισκοπικής διακονίας δεν είναι η κοινωνική δραστηριότητα ως αυτοσκοπός, αλλά η σωτηρία του ανθρώπου, η συνάντησή του με τον Κύριό μας, η θεραπεία της ψυχής του, η εμπειρία ότι μέσα στην Εκκλησία δεν είναι μόνος.
Δεύτερον, το ζήτημα της μισθοδοσίας των κληρικών και των Αρχιερέων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκομμένο από τη συνολικότερη σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας. Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας μας έχει τη δική της πνευματική αυτοσυνειδησία, το δικό της κανονικό ήθος και τη δική της ευθύνη ενώπιον του Θεού και του λαού μας. Για τον λόγο αυτό, μέσα στη Σύνοδο εξέφρασα και προσωπικά τη σκέψη, την οποία επαναλαμβάνω και δημόσια, ότι ίσως εμείς οι Αρχιερείς θα έπρεπε να εξετάσουμε σοβαρά την πλήρη παραίτησή μας από το μισθολόγιο του κράτους. Δεν το λέω ως εύκολη εντύπωση ούτε ως κίνηση εντυπωσιασμού. Το λέω γιατί θεωρώ πως η πνευματική ελευθερία της Εκκλησίας έχει μεγαλύτερη αξία από κάθε οικονομική διευθέτηση. Μέχρι το 1986 οι Αρχιερείς ελάμβαναν την αποζημίωσή τους από τον τότε ΟΔΕΠ, όπως και οι ιεροκήρυκες. Θα μπορούσε, λοιπόν, να αναζητηθεί ένας άλλος τρόπος, με τον οποίο η αποζημίωση που σήμερα δίνεται στους Αρχιερείς να κατευθυνθεί ως ενίσχυση στους ιερείς μας, ιδίως σε εκείνους που σηκώνουν καθημερινά το βάρος μικρών, φτωχών και απομακρυσμένων ενοριών. Εμάς μπορεί να μας φροντίσει η Εκκλησία, τα πνευματικά μας παιδιά, όταν γνωρίζουν ότι ο επίσκοπός τους ζει άμισθος.
Τρίτον, επειδή η συζήτηση έγινε με τρόπο που έμοιαζε να καλεί τους Αρχιερείς σε απολογία, ας καταστεί σαφές ότι κανείς μέχρι σήμερα δεν ρώτησε τι γίνεται με τα χρήματα που λαμβάνει ένας επίσκοπος. Ο καθένας από εμάς θα δώσει λόγο πρώτα στον Θεό και στη συνείδησή του, έπειτα στον λαό του. Σε κάθε Μητρόπολη υπάρχουν ανάγκες που δεν φαίνονται. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν τα απολύτως απαραίτητα, νέοι που δεν μπορούν να σπουδάσουν, οικογένειες που δεν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιό τους, ηλικιωμένοι που ζουν μόνοι, ασθενείς που χρειάζονται φροντίδα, παιδιά που χρειάζονται στήριξη. Οι Μητροπόλεις δεν είναι μόνο γραφεία διοικήσεως, αλλά και καθημερινά καταφύγια ανθρώπινου πόνου, και όταν ο άνθρωπος χτυπά την πόρτα της Εκκλησίας δεν μπορεί παρά να ανταποκριθεί στις ανάγκες του.
Στην Ιερά Μητρόπολή μας, για παράδειγμα, πριν από περίπου έναν χρόνο αρχίσαμε μελέτη για την κατασκευή περίπου 80 studios για φοιτητές και περίπου 20 μικρών δίχωρων διαμερισμάτων για εκπαιδευτικούς και δημοσίους υπαλλήλους που έρχονται στην Κέρκυρα και δεν βρίσκουν κατοικία ή δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο υψηλό της κόστος. Η μελέτη αυτή, κόστους 615.000 ευρώ, βρίσκεται προς το τέλος της και αναμένουμε τις σχετικές άδειες, ώστε να προχωρήσουμε.
Το Ίδρυμα Χρονίως Πασχόντων «Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ» της Μητροπόλεώς μας λειτουργεί επί 25 χρόνια και φιλοξενεί περίπου 65 έως 70 τροφίμους. Το ίδρυμα αυτό χρειάζεται δαπάνες ανακαίνισης, αλλά ποιος θα προσφέρει τα ποσά που απαιτούνται; Οι ενορίες μας, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν έχουν έσοδα ικανά ούτε για να συντηρήσουν τους ναούς τους; Οι άνθρωποι που εκκλησιάζονται σκέφτονται ακόμη και τα πενήντα λεπτά για το κερί τους, όχι από αδιαφορία, αλλά επειδή οι εποχές είναι σκληρές. Η φορολογία, ο ηλεκτρισμός, η συντήρηση των ναών, οι καθημερινές ανάγκες έχουν γίνει δυσβάστακτες. Γι’ αυτό και η κριτική χρειάζεται μέτρο προκειμένου να μην μετατρέπει την αλήθεια σε σκανδαλισμό.
Άκουσα και την πρόταση αγαπητού αδελφού Αρχιερέως για τη δημιουργία κατοικιών. Την εκτιμώ, αλλά δεν νομίζω ότι χρειαζόταν μία δημόσια συζήτηση για να αρχίσει ο καθένας να προβάλλει όσα πράττει. Η Εκκλησία κάνει έργο χωρίς να γίνεται είδηση. Στηρίζει ανθρώπους χωρίς κάμερες, χωρίς ανακοινώσεις, χωρίς χειροκροτήματα. Αυτό είναι το ήθος της. Όμως όταν η Εκκλησία κατηγορείται συλλήβδην, τότε ίσως χρειάζεται να ειπωθούν μερικά πράγματα, όχι για να διεκδικήσουμε εύσημα, αλλά για να γνωρίζει ο λαός μας ότι πίσω από έναν Μητροπολίτη δεν υπάρχει μία προσωπική άνεση, αλλά συχνά ένα μεγάλο βάρος ευθύνης.
Δεν μπορώ να παραβλέψω και μία άλλη πλευρά. Το ζήτημα έλαβε μεγάλη έκταση και δημοσιότητα με τρόπο που, αντικειμενικά, στόχευε να προκαλέσει έναν λαό ήδη κουρασμένο, έναν λαό που δυσκολεύεται να βγάλει τον μήνα, να πληρώσει το ενοίκιο, να σπουδάσει τα παιδιά του, να κρατήσει όρθιο το σπίτι του. Σε περιόδους κρίσεως η Πολιτεία και το δημόσιο σύστημα ενημέρωσης συχνά επιλέγουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, να μεταθέτουν την κοινωνική αγωνία από τα πραγματικά αίτια σε επιμέρους ομάδες, στρέφοντας τη μία κοινωνική κατηγορία εναντίον της άλλης. Το είδαμε σε άλλες περιόδους, όταν οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε εμβολιασμένους και ανεμβολίαστους, σε υπεύθυνους και ανεύθυνους, σε χρήσιμους και περιττούς. Το ίδιο πνεύμα διαιρέσεως δεν ωφελεί ούτε την κοινωνία ούτε την Εκκλησία ούτε την πατρίδα που δεν χρειάζεται νέους διχασμούς.
Η τελευταία μου σκέψη αφορά τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε η ρύθμιση. Πριν ακόμη ψηφιστεί και εφαρμοστεί οριστικά, προβλήθηκε δημόσια ένα μεγάλο ποσό, σχεδόν ως πρόκληση. Είναι αληθές ότι γίνεται λόγος για αυξημένες μικτές αποδοχές. Είναι όμως επίσης αληθές ότι τα καθαρά ποσά, μετά τις νόμιμες κρατήσεις και φορολογικές επιβαρύνσεις, δεν ταυτίζονται με τα ποσά που ακούγονται στα ΜΜΕ. Αυτό δεν αίρει τη συζήτηση. Δεν ακυρώνει την ευαισθησία του λαού μας, αλλά επιβάλλει ακρίβεια. Διότι όταν ένας αριθμός προβάλλεται αποκομμένος από την πραγματικότητα, τότε η κοινωνία δεν ενημερώνεται αλλά εξοργίζεται.
Προσωπικά, σε όλη μου τη ζωή προσπάθησα να αναθέτω τη μέριμνά μου στα χέρια του Θεού. Δεν θα ήθελα καμία μισθολογική βοήθεια ως προσωπική εξασφάλιση. Ελπίζω στην αγάπη και στο έλεος του Θεού, το οποίο αισθανόμαστε να μας ακολουθεί όλες τις ημέρες της ζωής μας. Όπως μου είχε πει και ένας καθηγητής μου από την Θεολογική Σχολή μετά την εκλογή μου, ο επίσκοπος δεν μπορεί να ζει ως άρχοντας αυτού του κόσμου. Καλείται να ζει ως πατέρας, ως λειτουργός, ως άνθρωπος που δαπανάται. Αν ο λαός που διακονεί πονά, ο επίσκοπος δεν μπορεί να ησυχάζει. Αν ο λαός στερείται, ο επίσκοπος δεν μπορεί να απολαμβάνει. Αν ο λαός αμφισβητεί, ο επίσκοπος δεν πρέπει να θυμώνει, αλλά να εξηγεί, να μετανοεί όπου χρειάζεται, να δίνει μαρτυρία αλήθειας.
Και για να το πω ακόμη πιο προσωπικά, ουδέποτε χρειάστηκε να δαπανηθεί η Ιερά Μητρόπολη για να συντηρήσει την προσωπική μου ζωή. Ο μισθός μου είναι εκείνος με τον οποίο συντηρούμαι προσωπικά, αλλά και με τον οποίο καλύπτονται δαπάνες που συνδέονται με το κτίριο της Μητροπόλεως και την καθημερινή παρουσία της διακονίας μας. Δεν το αναφέρω ως καύχηση, αλλά το αναφέρω γιατί η ζωή ενός επισκόπου δεν είναι ιδιωτική υπόθεση αποκομμένη από την Εκκλησία.
Το ζήτημα των αποδοχών θα περάσει και ο θόρυβος θα κοπάσει. Εκείνο όμως που θα μείνει ενώπιον του Θεού και της συνειδήσεως του λαού μας είναι αν η Εκκλησία στάθηκε με αλήθεια, ταπείνωση και ευθύνη μέσα σε μια δύσκολη ώρα. Η απάντηση δεν θα δοθεί μόνο με λόγια ούτε με ανακοινώσεις. Θα δοθεί με έργα μετανοίας, με διαφάνεια, με ελεημοσύνη, με πνευματική ελευθερία, με αγάπη προς τον άνθρωπο που πονά. Ο Χριστός δεν μας κάλεσε να υπερασπιζόμαστε τους εαυτούς μας, αλλά να γινόμαστε ποιμένες κατά την εικόνα του Καλού Ποιμένος, ο οποίος γνωρίζει τα πρόβατά Του και δίδει την ψυχή Του υπέρ αυτών.
Γι’ αυτό και μέλημα της Εκκλησίας δεν μπορεί να είναι ούτε ο μισθός ούτε η δημόσια εντύπωση ούτε η προσωρινή αποδοχή των ανθρώπων. Το μέλημά της είναι ο Σταυρός του Χριστού, η ταπείνωση της διακονίας, η ευθύνη να βρίσκεται κοντά στον λαό όταν αυτός δοκιμάζεται. Όταν ο επίσκοπος ζει για τον εαυτό του, τραυματίζει την εικόνα της Εκκλησίας. Όταν όμως δαπανάται για τον λαό του Θεού, τότε ακόμη και οι ανθρώπινες αδυναμίες θεραπεύονται από την πνοή της χάριτος. Η Εκκλησία είναι αληθινή όταν δεν φοβάται να δώσει, να παραιτηθεί, να ταπεινωθεί και να γίνει καταφύγιο για τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο.
==================================
=====================
Έριξε τη μπάλα στην εξέδρα ο Μητρ. Κισάμου και Σελίνου Αμφιλόχιος. Θα το πάρει το πεντοχίλιαρο, αλλά θα το δώσει σε αγαθοεργίες!
Στα μαλακά ρίχνει η παρέμβαση του Μητροπολίτου Κισάμου και Σελίνου Αμφιλοχίου [1] το αφόρητα προκλητικό άρθρο του πολυνομοσχεδίου που ετοιμάζει το υπουργείο οικονομικών. Το άρθρο διπλασιάζει σχεδόν τον μισθό των υψηλόβαθμων κληρικών (μητροπολιτών, επισκόπων, βοηθών επισκόπων, τιτουλάριων κλπ), που εμπλέκονται ουσιαστικά, και αυτό έχει την σημασία του, με την διοίκηση της Εκκλησίας.
Ο Σεβασμιώτατος αδυνατεί να αναγνωρίσει τις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος εκεί έξω στην κοινωνία. Το μεγάλωμα του ήδη υπάρχοντος ρήγματος μεταξύ διοικούσης Εκκλησίας και συνειδητοποιημένου ποιμνίου. Την δυσφήμιση της Εκκλησίας του Χριστού στους καλοπροαίρετους μη πιστεύοντες ή/και αθέους, οι οποίοι θα μπορούσαν στο μέλλον να έλθουν κοντά στην Εκκλησία, αλλά λόγω της άγνοιάς τους και της συστηματικής οικουμενιστικής προπαγάνδας έχουνε ταυτίσει απόλυτα την Εκκλησία του Χριστού με τους δικοικούντες ιεράρχες.
Στα μάτια ΟΛΩΝ τελικά, πρόκειται για καραμπινάτη εξαγορά, καθότι το άθεο μητσοτακικό καθεστώς ούκ ολίγες φορές ΕΝΩΠΙΟΝ ΟΛΩΝ ΜΑΣ χρειάστηκε την βοήθεια (και την πήρε) της διοικούσης εκκλησίας σε ό,τι παλαβό, αντίχριστο, ανήθικο, εγκληματικό, αντεθνικό, χρειάστηκε να κάνει ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ των Ελλήνων. Είναι «φυσιολογικό» λοιπόν αυτό που κάνει ο Μητσοτάκης στα μάτια του κόσμου: λαδώνει χοντρά και διαφθείρει την θεραπαινίδα της εξουσίας Ιεραρχία.
Αν τούτο το τελευταίο φαίνεται υπερβολικό στον Σεβασμιώτατο Αμφιλόχιο που έγραψε το άρθρο και σε όσους διαβάζουν, ρωτούμε να απαντήσουν με πάσα ειλικρίνεια ενώπιον του Κυρίου στο ακόλουθο ερώτημα: Θα έδινε ο Μητσοτάκης 5 χιλιάδες ευρώ μηνιαίως στους δεσποτάδες, εάν όλα αυτά τα χρόνια περνούσαν διεξοδικώς από το λεπτό «κόσκινο» του Ιερού Ευαγγελίου όλους τους υποΝΟΜΟΥΣ που φόρτωσε στην Ελληνική κοινωνία;
Η απάντηση είναι ρητά και κατηγορηματικά, ΟΧΙ ΔΕΝ ΘΑ ΕΔΙΝΕ.
Ακριβώς επειδή οι δεσποτάδες ήτανε, σχεδόν όλοι τους, τόσο συνεργάσιμοι, ο Μητσοτάκης -που τώρα ενδεχομένως τους χρειάζεται και πάλι διότι το κόμμα του καταρρέει ή/και διότι ετοιμάζονται μεγάλες προδοσίες κατά της Ορθοδοξίας-, τους αντάμειψε με τον πραγματικό μισθό των καθηκόντων που ούτως ή άλλως εκτελούσαν έως τώρα!!, δηλαδή τον μισθό του ανωτάτου υπαλλήλου του Κράτους!!.
Γι’ αυτό και απορήσαμε σε κάποιο σημείο που ο Σεβασμιώτατος έγραψε:
Διαφωνώ, σε απόλυτο βαθμό, με τα όσα γράφονται σε τινά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σχόλια, ειρωνείες και ύβρεις εναντίον της Εκκλησίας, καθώς είναι σαφές ότι κάποιοι δράττονται της, όπως θεωρούν, «ευκαιρίας» να λοιδορήσουν την Εκκλησία, ενδεχομένως χωρίς να έχουν συνείδηση ότι Εκκλησία δεν είναι οι 130-140 Αρχιερείς στους οποίους αναφέρονται, αλλά Εκκλησία είναι και οι ίδιοι, εφ΄ όσον είναι βαπτισμένοι στο όνομα της Αγίας Τριάδας.
Τώρα θυμηθήκατε ότι Εκκλησία δεν είναι μόνο οι Αρχιερείς; Μόνο που ο Μητσοτάκης στους Αρχιερείς δίνει αυτά τα παράλογα χρήματα. Εμάς τί μας λέτε να κάνουμε; Να σιωπήσουμε και να κουκουλώσουμε αυτήν την ένοχη δοσοληψία επειδή «Εκκλησία είμαστε κι εμείς οι ίδιοι;» Πρωτάκουστο! Σεβασμιώτατε κανείς δεν θέλει αυτήν την «Εκκλησία». Η Εκκλησία του Χριστού δεν είναι έτσι. Στο χέρι σας είναι να σταθείτε άξιοι των περιστάσεων και να ξεκαθαρίσετε σε όλους τί σημαίνει να είναι κανείς αληθινό μέλος της Εκκλησίας του Χριστού και όχι του Μητσοτάκη. Έχετε σκεφθεί ότι μεταξύ όλων αυτών των βαπτισμένων που αναφέρετε, οι οποίοι διαμαρτύρονται και βρίζουν όπως γράφετε, έχετε σκεφθεί ότι πολλοί εξ’ αυτών ΔΕΝ θα δέχονταν αυτά τα χρήματα εάν ήτανε στην θέση σας; Εκτός εκείνων που διψάνε για τέτοιες ευκαιρίες (που εσείς οι επίσκοποι συνήθως τους τις δίνετε) για να ρίχνουν χολή στην Εκκλλησία, υπάρχουν και πολλοί άλλοι που καταλαβαίνουν ότι δεν είναι σωστό να πάρετε αυτά τα χρήματα. Εσείς γιατί δεν το καταλαβαίνετε; Γιατί δεν κάνετε το σωστό να ανακουφίσετε τους σκανδαλισμένους πιστούς και να κλείσετε τα στόματα των εχθρών που παραμονεύουν;
Είναι αντιεκκλησιαστική συμπεριφορά να διαμαρτύρεται κανείς όταν βλέπει την κοσμική εξουσία να λαδώνει την διοίκηση της Εκκλησίας; Αν μη τί άλλο, αυτή ακριβώς είναι η υποχρέωση των μελών της Εκκλησίας. Να διαμαρτυρηθούν και όχι να σιωπήσουν.
Ένας φοβερός ασκός του Αιόλου ανοίγει με μυριάδες αρρώστειες που θα εξαπλωθούν μέσα στην Εκκλησία, τον οποίον ο Σεβ. Κισάμου Αμφιλόχιος αγνόησε, επιλέγοντας να στρέψει την προσοχή μας στις «αγαθοεργίες» που κάποιοι μητροπολίτες σκέφτονται να κάνουν αφού πρώτα -βεβαίως βεβαίως- μπει ο μισθός στον λογαριασμό τους !!!
Αλλάζει η προσωπική επιλογή του καθενός (που τη μία βρίσκεται μαζί μας την άλλη φεύγει για τους ουρανούς) το γεγονός ότι ο Καίσαρας θα πληρώνει τους Ιεράρχες με ασύλληπτα υψηλούς μισθούς, και μάλιστα την ώρα που ο λαός από κάτω ΥΠΟΦΕΡΕΙ;
Μας αφορά Σεβασμιώτατε τι σκέπτεσθε να κάνετε εσείς προσωπικά και κάποιοι άλλοι με τα χρήματα; Συγγνώμη. Μας κοροϊδεύετε; Γιατί δεν λέτε ΟΧΙ ΔΕΝ ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ;
Αν δεν θέλετε σκάνδαλο εις βάρος της Εκκλησίας θα προτείνετε ΚΑΘΑΡΕΣ λύσεις. Η γυναίκα του Καίσαρα μπορεί να είναι τίμια αλλά πρέπει να φαίνεται και τίμια. Πόσο μάλλον ο εκάστοτε Ιεράρχης της Εκκλησίας που ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ να έχει τέτοια σχέση με τα χρήματα.
Από ποιον τα παίρνετε Σεβασμιώτατοι για να τα κάνετε «αγαθοεργίες»;
Όταν το ΚΡΙΤΗΡΙΟ για να σας δωθούν αυτά τα χρήματα είναι το γεγονός ότι ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΛΕΓΞΑΤΕ με τον Λόγο του Θεού τον διαφθορέα της κοινωνίας που σας τα δίνει, τότε τα χρήματα αυτά είναι ΒΟΥΤΗΓΜΕΝΑ μέσα στον κόπρο της αμαρτίας, στο αίμα των εκτρώσεων και στον αβάσταχτο πόνο των Ελλήνων.
Τί κίνητρο δίνει στους μελλοντικούς Ιεράρχες ο παχυλός μισθός από την Πολιτεία; Ποιόν θα ορέγονται να υπηρετήσουν, τον Χριστό ή τον Καίσαρα; Πού πήγε ο εις τύπον και τόπον Χριστού Επίσκοπος; Κυκλοφορούσε ο Χριστός και οι Μαθητές Του με βαριά πουγκιά γεμάτα χρυσάφι για να τα δίνουν «αγαθοεργίες» στους φτωχούς ανθρώπους που συναντούσαν;
Τούτος ο απλός ιερέας δυό λόγια είπε, αλλά τα είπε πολύ καλύτερα.
«Όταν ο λαός πεινάει η Εκκλησία δεν παίρνει από τους πιστούς. … Δωρεάν ελάβατε, δωρεάν δότε. … Αυτό είναι ιερωσύνη. Όχι μισθός. Όχι αυξήσεις αλλά θυσία. Ο Χριστός δεν είχε πού την κεφαλή κλίνη. Οι Απόστολοι δεν είχανε μαζί τους ούτε σακίδιο, ούτε υποδήματα, ούτε καν δεύτερο χιτώνα. Και τώρα με αυτά εδώ ξέρετε τί γίνεται; Σκανδαλίζεται ο κόσμος. Απομακρύνεται. Αυτόν που παλεύει να πιστέψει και να πάει στην Εκκλησία τον διώχνει.» [π. Σαμουήλ]
ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ
Ο Κισάμου Αμφιλόχιος αντιδρά στη διάταξη διπλασιασμού μισθών Αρχιερέων. Φώτο:
Με κείμενο «δημόσιας εξομολόγησης» ο Μητροπολίτης Κισάμου αντιδρά στον σχεδόν διπλασιασμό μισθών Αρχιερέων και δηλώνει ότι θα δωρίσει ολόκληρη την αύξηση.
Με εκτενές κείμενο «δημόσιας εξομολόγησης», όπως ο ίδιος το χαρακτηρίζει, ο Μητροπολίτης Κισάμου & Σελίνου Αμφιλόχιος εκφράζει την έντονη ανησυχία του για την προτεινόμενη αύξηση των αποδοχών των Αρχιερέων, που προβλέπεται στο άρθρο 56 του πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση.
Το πλήρες κείμενο του Μητροπολίτη Κισάμου & Σελίνου δημοσιεύεται στον ιστότοπο της Ιεράς Μητροπόλεως.
Τι προβλέπει η διάταξη
Σύμφωνα με το πολυνομοσχέδιο, οι μηνιαίες αποδοχές των Μητροπολιτών ορίζονται στο 90% του ορίου ανωτάτων αποδοχών του άρθρου 28 του Ν. 4354/2015 — ποσοστό που αντιστοιχεί στον μισθό ενός Γενικού Γραμματέα Υπουργείου. Το αποτέλεσμα, εφόσον η διάταξη ψηφιστεί, είναι ότι οι μηνιαίες αποδοχές ενός Μητροπολίτη σχεδόν διπλασιάζονται.
Ο κ. Αμφιλόχιος έθεσε το θέμα ενώπιον της ΣυνόδουΟ Σεβ. Αμφιλόχιος σημειώνει ότι τον προβληματισμό αυτόν κατέθεσε «εν Συνόδω», ενώπιον όλων των σεπτών μελών της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης, στην πρόσφατη Σύνοδο της 5ης του τρέχοντος μηνός. Παράλληλα, διευκρινίζει ότι η δημόσια αυτή κατάθεση δεν έχει καμία αντιπολιτευτική διάθεση· το αυτό θα έπραττε με οποιαδήποτε εξουσία.
Οικονομική πραγματικότητα και αίσθηση «συστολής»
Ο Σεβασμιώτατος παρουσιάζει αναλυτικά το κοινωνικό πλαίσιο: σε εποχές που ο κατώτατος μισθός ανέρχεται στα 920 ευρώ και νεοδιόριστοι εκπαιδευτικοί σε νησιά και τουριστικές περιοχές αναγκάζονται να καταβάλλουν ως ενοίκιο τουλάχιστον το μισό του μισθού τους, το σχολικό έτος 2024-2025 περισσότεροι από 1.500 αναπληρωτές εκπαιδευτικοί εγκατέλειψαν τη θέση τους πριν από τη λήξη της σχολικής χρονιάς, αδυνατώντας να ανταποκριθούν στο υψηλό κόστος διαβίωσης. Υπογραμμίζει επίσης ότι, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, ερωτηθέντες νέοι ηλικίας 17 ετών και άνω δηλώνουν ως βασικό λόγο που δεν μπορούν να προχωρήσουν στη δημιουργία οικογένειας την οικονομική αβεβαιότητα, σε ποσοστό 84%.
Υπό αυτές τις συνθήκες, εκφράζει την άποψη ότι χρειάζεται συστολή και προσοχή από όλους.
Τι θα κάνει με την αύξηση
Εφόσον η διάταξη ψηφιστεί, ο Μητροπολίτης Αμφιλόχιος ανακοινώνει ότι θα διαθέσει το σύνολο της αύξησης ως εξής: 500 ευρώ μηνιαίως για τη στήριξη του Εργαστηρίου Ειδικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης Κισάμου, το οποίο φιλοξενεί 15 παιδιά με ειδικές ανάγκες· δύο ετήσιες υποτροφίες ύψους 5.000 ευρώ η καθεμία στους πρωτεύσαντες στις Πανελλήνιες εξετάσεις (μία στην Κίσαμο και μία στο Σέλινο)· και το εναπομένον ποσό σε εμπερίστατη πολύτεκνη οικογένεια και στο Αννουσάκειο Ίδρυμα της Μητροπόλεως.
Ανησυχία και για τη χρονική συγκυρία
Ο Σεβ. Αμφιλόχιος εκφράζει απορία και για το πόθεν της διάταξης αυτής, υπενθυμίζοντας ότι διαχρονικά η Εκκλησία ζητά από την Πολιτεία μέτρα που θα διευκολύνουν το φιλανθρωπικό και κοινωνικό της έργο — όπως απαλλαγή ΕΝΦΙΑ και μείωση ΦΠΑ για κοινωφελή μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που λειτουργούν Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων και Κέντρα Αποκατάστασης — αιτήματα που μέχρι σήμερα παραμένουν αναπάντητα.
https://eeod.gr/news/88508-amfilchios-kismou-tha-dorsei-tin-axisi-mistho-ap-to-polynomoschdio