Ἀριθμ. Πρωτ. 4319 - Διεκπ. 3347.
Περὶ ἀπαγορεύσεως Επιταφίου ὕμνου εἰς τὴν ἑορτὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Πρὸς ἅπαντας τοὺς κατὰ τὸ Κράτος Σεβασμιωτάτους Ἱεράρχας.
Πρότινων ὀλίγων ἐνιαυτῶν ἐπληροφορήθη ἡ Σύνοδος, ὅτι ἔν τισι τῶν Κυκλάδων Νήσων παρεισαχθεῖσα ἐψάλλετο κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῇ 15 Αὐγούστου ἀκολουθία Ἐπιταφίου ὕμνου κατὰ μίμησιν τῆς κατὰ τὴν νύκτα τῆς ἁγίας καὶ Μεγάλης Παρασκευῆς ψαλλομένης· καὶ ἐπειδὴ ἡ τοιαύτη ἀκολουθία εἶναι ἀσυνήθης καὶ πάντῃ ξένη εἰς τὴν καθ ̓ ὅλου ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, μήτε ἐγκεκριμένη, μηδ' ἀνεγνωρισμένη πούποτε, ἡ Σύνοδος ἀπηγόρευσεν αὐτὴν, παραγγείλασα τὰ δέοντα πρὸς τοὺς ἁρμοδίους Ἱεράρχας.
Ἐπειδὴ δ' ἐπ' ἐσχάτων ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου Επισκόπου Κυπαρισσίας [ἀλλοῦ· Καρυστίας] εἰς φυλλάδιον τοιοῦτος Ἐπιτάφιος ὕμνος εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, καὶ ἐπειδὴ τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ παρά τινος, ὅτι ἡ Σύνοδος παραδέχεται καὶ ἐπιδοκιμάζει τὸ, ὡς εἴρηται, ξένον τοῦτο ἔθιμον, διὰ τοῦτο ἀναγγέλλουσα τοῦτο πρὸς ὑμᾶς, ἐντέλλεται ὑμῖν, ἵνα μὴ ἐπιτρέψητε τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ εἰς τὴν καθ ̓ ὑμᾶς Ποιμαντορίαν, καὶ ἐάν που τυχόν παρεισέφρησε, νὰ ἐμποδίσητε τὴν περαιτέρω χρῆσιν αὐτοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἐκανόνισεν ἀνέκαθεν τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ, καὶ κατανυκτικώτατά εἰσι τὰ εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου ψαλλόμενα ἄσματα, οὐδὲ ἀνάγκη ἑτέρων ὑπάρχει, καὶ κατὰ βούλησιν ἑκάστου πεποιημένων.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 21ῃ Ἀπριλίου 1865.
† Ο ΑΘΗΝΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Πρόεδρος.
† Ο ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ καὶ ΣΠΑΡΤΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ.
† Ο ΝΑΞΟΥ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ.
Ὁ Γραμματεὺς Κύριλλος Χαιρωνίδης.

Πολλές φορές Σύνοδος, Επίσκοποι, Κληρικοί, που υιοθετούν μοντερνισμούς στην Εκκλησία, αναφέρονται στην Σύνοδο για να θεμελιώσουν τάχα την Παράδοση, αλλά αυτό που καταφέρνουν εν τέλει είναι να εκθέτουν την ίδια την Σύνοδο (βλ. π.χ. για τον Εσταυρωμένο, τον οποίον Επίσκοποι τον είχαν βγάλει από την θέσιν του στην Αγία Τράπεζα προ του Περιστερίου).
Πηγή: Στεφάνου Γιαννοπούλου, Συλλογή τῶν Ἐγκυκλίων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος... ἀπό τοῦ 1833 μέχρι σήμερον, ἐκδιδομένη ἐντολῇ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐν Ἀθήναις, 1901, σσ. 608-609.
(Ἡ παραποίηση τοῦ λειτουργικοῦ τύπου τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου).
Ἀλγεινὰ αἰσθήματα μᾶς προκάλεσε κι ἐφέτος ἡ παραποίηση τοῦ λειτουργικοῦ τύπου τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.
Ἐπιτάφιοι νὰ περιφέρονται, σώματα τῆς Θεοτόκου ἀποκομμένα ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως νὰ ἐναποτίθενται ἐντὸς κι ἐκτὸς ἐπιταφίων, νὰ λιτανεύονται στοὺς ὤμους καί τίς ἀγκαλιές τοῦ ἱερατείου καὶ φυσικὰ τὰ ἀνάλογα ἐγκώμια πρὸς μίμησην τῶν ἐγκωμίων τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς εἰς τὴν ταφὴν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Κι ἔτσι ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ παραποιεῖται καὶ διαστρεβλώνεται ἡ ὀντολογικὴ προσέγγιση τῆς ἑορτῆς μὲ κύρια ἐπιδίωξη τὴν πρόκληση συναισθηματικοῦ φόρτου.
Ἀντὶ γιὰ τὴν ἀπ' αἰώνων κρυστάλλινη καταστάλαξη τοῦ εἰκονογραφικοῦ τύπου τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἀποκόπτεται βιαίως τὸ σῶμα τῆς Παναγίας καὶ ὀρφανὸ περιφέρεται.
Ἀντὶ γιὰ τὴν προσοχή μας στὴν ἀσύλληπτης ποιητικῆς ὀμορφιᾶς ὑμνολογία τοῦ ἑσπερινοῦ καὶ τοῦ ὄρθρου τῆς ἑορτῆς, ὅπου "κλῖμαξ πρὸς οὐρανὸν ὁ τάφος γίνεται", προσγειωνόμαστε στὸν τάφο, σὲ πένθιμο κλίμα Μεγάλης Παρασκευῆς.
Ἀντὶ γιὰ τὸ Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ ἔχουμε κηδεία καὶ ἐξαφάνιση τοῦ κυριοτέρου μέρους τῆς ἑορτῆς, ποὺ εἶναι ἡ μετάστασις τῆς Θεοτόκου στοὺς οὐρανούς.
Καὶ τὸ χειρότερο εἶναι, ὅτι ὅλα αὐτὰ διαδίδονται μὲ τὴν ταχύτητα τοῦ φωτὸς ἀπὸ ἐνορία σὲ ἐνορία καὶ ἀπὸ μητρόπολη σὲ μητρόπολη.
Κωνσταντίνος Σαμοΐλης, δάσκαλος
Θωμάς Γκιάτας, δάσκαλος
Φώτιος Μιχαήλ, ἰατρός
18.8.2026