Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Ομιλίες στο βιβλίο της Αποκάλυψης του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου από το μακαριστό γέροντα π. Αθανάσιο Μυτιληναίο. «Ἐ­γὼ Ἰ­ω­άν­νης, ὁ ἀ­δελ­φὸς ὑ­μῶν καὶ συ­γκοι­νω­νὸς ἐν τῇ θλί­ψει καὶ βα­σι­λεί­ᾳ καὶ ὑ­πο­μο­νῇ»1.

Δημοσιεύματα εφημερίδος ΑΓΩΝΑΣ των Αγωνιζομένων Χριστιανών Λαρίσης α.φ.200  http://www.agonas.org/
Αποκαλυψη του Ιωαννου
Ομιλίες στο βιβλίο της Αποκάλυψης του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου από το μακαριστό γέροντα π. Αθανάσιο Μυτιληναίο.
«Ἐ­γὼ Ἰ­ω­άν­νης, ὁ ἀ­δελ­φὸς ὑ­μῶν καὶ συ­γκοι­νω­νὸς ἐν τῇ θλί­ψει καὶ βα­σι­λεί­ᾳ καὶ ὑ­πο­μο­νῇ»1.

Ἐ­γώ, ὁ Ἰ­ω­άν­νης, ὁ Ἀ­πό­στο­λος, ὁ μα­θη­τής τοῦ Χρι­στοῦ· ἐ­γώ ὁ ἀ­δελ­φός σας, πού εἶ­μαι ἀ­δελ­φός σας καί συ­γκοι­νω­νός στήν θλί­ψη καί στήν βα­σι­λεί­α καί στήν ὑ­πο­μο­νή.
Τρί­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, τά ὁ­ποῖ­α ὁ Ἀ­πό­στο­λος χρη­σι­μο­ποι­εῖ γι­ά νά δεί­ξει τήν ἐν πο­ρεί­ᾳ Ἐκ­κλη­σί­α.
Ὅ­πως καί νά ’χει τό πρᾶγ­μα, καί στίς πι­ό εἰ­ρη­νι­κές ἐ­πο­χές, πά­ντο­τε, ἀ­γα­πη­τοί μου, αὐ­τά τά τρί­α στοι­χεῖ­α θά ὑ­πάρ­χουν μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α· ἡ θλί­ψη, ἡ ὑ­πο­μο­νή καί ἡ βα­σι­λεί­α. Ἄς προ­σέ­ξου­με μό­νο ὅ­τι δέν εἶ­ναι οἱ κοι­νές κα­θη­με­ρι­νές θλί­ψε­ις οὔ­τε ἡ κοι­νή ὑ­πο­μο­νή, τήν ὁ­ποί­α μπο­ροῦ­με νά ἔ­χουμε, ὅ­πως ἔ­χουν καί οἱ κο­σμι­κοί ἄν­θρω­ποι, ὅ­πως θά δοῦ­με στήν συ­νέ­χει­α.
Καί ὡς πρός τήν θλί­ψη εἴ­χα­με ἀ­να­φερ­θεῖ πε­ρα­σμέ­νη φο­ρά· ­μέ­νει ἡ ὑ­πο­μο­νή καί ἡ βα­σι­λεί­α.
Ἡ ὑ­πο­μο­νή εἶ­ναι τό δεύ­τε­ρο θέ­μα τῆς Ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως, πού εἶ­ναι ἠ­θι­κῶς ἀ­να­πό­σπα­στο ἀ­πό τό πρῶ­το, δη­λα­δή ἀ­πό τήν θλί­ψη.

Πολ­λές φο­ρές, ὅ­ταν πά­σχει κά­ποι­ος ἀ­δελ­φός, δέν μπο­ροῦ­με τί­πο­τα νά τοῦ πα­ρά­σχουμε, καί τοῦ λέ­με νά ἔ­χει ὑ­πο­μο­νή. Δέν μπο­ροῦ­με νά θε­ρα­πεύ­σου­με μί­α ἀ­σθέ­νει­ά του, δέν μπο­ροῦ­με ἀ­κό­μη νά τόν βο­η­θή­σου­με οἰ­κο­νο­μι­κῶς δι­ό­τι εἶ­ναι πολ­λά τά χρή­μα­τα τά ὁ­ποῖ­α ἔ­χει ἀ­νά­γκη, πά­ντως μιά ὁ­ποι­α­δή­πο­τε κα­τά­στα­ση πι­ε­στι­κή, πού δέν μπο­ροῦ­με τί­πο­τα νά τοῦ ποῦ­με, καί τοῦ λέ­με νά ἔ­χει ὑ­πο­μο­νή. Ἀλ­λά τό­σο ἐ­μεῖς πού τό λέ­με, ὅ­σο καί ἐ­κεῖ­νος πού τό ἀ­κού­ει, μοι­ά­ζει σ’ ἐ­μᾶς μέν σάν μί­α δι­έ­ξο­δο σέ μιά ἀ­μη­χα­νί­α μας, μή δυ­νά­με­νοι νά τοῦ προ­σφέ­ρουμε κα­τά θε­τι­κόν τρό­πο τίς ὑ­πη­ρε­σί­ες μας, σ’ ἐ­κεῖ­νον δέ ἀ­κού­γε­ται ὡς μιά συμ­βου­λή πού πέ­φτει στό κε­νό, ἄ­νευ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου.
Πό­σες φο­ρές λέ­με «Νά ἔ­χεις ὑ­πο­μο­νή.», κι ὁ ἄλ­λος κου­νά­ει τό κε­φά­λι του, καί λέ­ει: «Ὑ­πο­μο­νή... Τί μοῦ εἶ­πες δηλαδή; τί βγαί­νει ἀ­π’ αὐ­τό τό ὁ­ποῖ­ο μοῦ εἶ­πες; Δέν βγαί­νει ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τε!». Κι ὅ­μως, ἀ­γα­πη­τοί μου· αὐ­τό πού λέ­με σάν συμ­βου­λή, νά ἔ­χει ὑ­πο­μο­νή ὁ ἄλ­λος, δέν θά ὑ­πῆρ­χε κα­λύ­τε­ρη συμ­βου­λή ἀ­πό αὐ­τή!
Ἡ ἐ­πο­χή μας στε­ρεῖ­ται τοῦ στοι­χεί­ου τῆς ὑ­πο­μο­νῆς. Ἴ­σως ἀ­κό­μη νά θε­ω­ρεῖ­ται ἡ ὑ­πο­μο­νή ἀ­κα­τα­νό­η­τη, ἀλ­λά καί μί­α ἄς ποῦ­με ἀ­ρε­τή –ἄς ποῦ­με· για­τί ἀ­ρε­τή ὅ­μως; ἄς ποῦ­με μί­α ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που– πα­θη­τι­κή. Ἐ­άν θε­ω­ρεῖ­ται πα­θη­τι­κή κα­τά­στα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἡ ὑ­πο­μο­νή, γι­α­τί νά θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­ρε­τή; δέν θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­ρε­τή. Ἐ­άν κά­ποι­ος εἶ­ναι ὑ­πο­μο­νε­τι­κός ἄν­θρω­πος, ἀ­πό τούς πολ­λούς αὐ­τό θε­ω­ρεῖ­ται ὡς μει­ο­νέ­κτη­μα.
Δέν ξέ­ρω τί νά πῶ· οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς ἐ­πο­χῆς μας εἶ­ναι φο­βε­ρά ἀ­νυ­πό­μο­νοι· δέν μπο­ροῦν που­θε­νά τί­πο­τα νά πε­ρι­μέ­νουν ἤ νά ἀ­νε­χθοῦν κά­τι. Δέν ξέ­ρω· ὁ πο­λι­τι­σμός εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς ἀ­να­γκά­ζει δι­αρ­κῶς νά τρέ­χουμε. Ξέ­ρε­τε, ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος πά­ντα τρέ­χει, ὅ­λο τρέ­χει! Δέν ξέ­ρω βέ­βαι­α τί κυ­νη­γᾶ­με, δέν ξέ­ρω τί θέ­λουμε νά πι­ά­σου­με· πά­ντως τρέ­χου­με· εἴ­μα­στε πά­ντο­τε βι­α­στι­κοί, ὅ­λοι μας! Καί ἐ­γώ τρέ­χω, καί ἐ­σεῖς τρέ­χε­τε, ὅ­λοι μας ὅ­λο τρέ­χου­με! Κι ἀ­φοῦ τρέ­χου­με καί βι­α­ζό­μα­στε νά τε­λει­ώ­σου­με τίς δου­λει­ές μας, ἑ­πό­με­νο εἶ­ναι νά μήν ὑ­πάρ­χει τό στοι­χεῖ­ο τῆς ὑ­πο­μο­νῆς· δέν μπο­ροῦ­με δη­λα­δή νά ση­κώ­σου­με τί­πο­τε ἀ­πο­λύ­τως ἀ­πό ἐ­κεῖ­να τά ὁ­ποῖ­α μᾶς συμ­βαί­νουν στή ζω­ή μας.
Κι ὅ­μως θά ἐ­πα­νέλ­θω καί θά σᾶς πῶ ὅ­τι ἡ ὑ­πο­μο­νή ἀ­πο­τε­λεῖ τό κα­λύ­τε­ρο ἀ­ντί­δο­το κα­τά τῆς θλί­ψε­ως. Μέ αὐ­τήν, τήν ὑ­πο­μο­νή, ση­κώ­νουμε τόν σταυ­ρό τῆς θλί­ψε­ως, καί τε­λι­κά νι­κοῦ­με. Ὁ ἴ­δι­ος ὁ Κύ­ρι­ος μᾶς λέ­ει: «ὁ ὑ­πο­μεί­νας εἰς τέ­λος, οὗ­τος σω­θή­σε­ται»2, αὐ­τός ὁ ὁ­ποῖ­ος θά ὑ­πο­μεί­νει μέ­χρι τέ­λους, αὐ­τός καί θά σω­θεῖ.
Ἀλ­λά κά­θε θλί­ψη πού ὑ­πάρ­χει στή ζω­ή μας καί κά­θε τυ­χόν ὑ­πο­μο­νή πού τήν συ­νο­δεύ­ει πρέ­πει νά σᾶς πῶ ὅ­τι ἐ­άν δέν συν­δέ­ε­ται μέ τόν Χρι­στό, τό­τε εἶ­ναι χω­ρίς ἀ­ξί­α, χω­ρίς πε­ρι­ε­χό­με­νο, δέν ἀ­ντέ­χει στήν Αἰ­ω­νι­ό­τη­τα.
Μπο­ρεῖ ἴ­σως νά πε­τύ­χει κανείς στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή με­ρι­κά πράγ­μα­τα μέ τήν ὑ­πο­μο­νή του ἐάν ἔχει θλί­ψεις... Καί τί; τό πρῶ­το-πρῶ­το, ὄ­χι μι­κρῆς ση­μα­σί­ας, νά μήν κα­τα­λή­ξει σέ νευ­ρο­λο­γι­κή κλι­νι­κή! Μι­κρό εἶ­ναι; Ξέ­ρε­τε, ἀ­γα­πη­τοί μου, κά­νω τόν σταυ­ρό μου καί λέ­ω: «Θε­έ μου, φύ­λα­ξέ με μήν κα­τα­λή­ξω πο­τέ σέ νευ­ρο­λο­γι­κή κλι­νι­κή!». Ἡ ἐ­πο­χή μας εἶ­ναι φο­βε­ρή. Οἱ θλί­ψεις πού ἔρ­χο­νται, πολ­λές φο­ρές, δέν ξέ­ρου­με ποῦ μπο­ρεῖ νά μᾶς φθά­σουν. Λοι­πόν, κά­τι πού μπο­ροῦ­με νά πε­τύ­χουμε, στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή, εἶ­ναι νά μή φθά­σου­με σ’ αὐ­τή τήν πόρ­τα· ἔ­χο­ντας ὑ­πο­μο­νή. Εἶ­ναι ἕ­να κέρ­δος. Ἀλ­λά δέν ἀ­ντέ­χει αὐτό στήν Αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, ἐάν δέν συν­δέ­ε­ται καί ἡ θλί­ψη πού προ­κα­λεῖ­ται στή ζω­ή μας μέ τόν Χρι­στό καί ἡ ὑ­πο­μο­νή, πού εἶ­ναι τό φο­ρεῖ­ο πού ση­κώ­νει τήν θλί­ψη, καί αὐ­τή νά συν­δέ­ε­ται μέ τόν Χρι­στό.
Λέ­ει ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης τό ἑ­ξῆς: «ἐν τῇ θλί­ψει, ὅπως λέει, καὶ βα­σι­λεί­ᾳ καὶ ὑ­πο­μο­νῇ ἐν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στῷ». Αὐ­τό τό «ἐν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στῷ» θά πεῖ ὅ­τι ἐ­λα­τή­ρι­ο καί ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς θλί­ψε­ως θά πρέ­πει νά εἶ­ναι ὁ Χρι­στός. Γι­α­τί ἔ­χω θλί­ψη; Δι­ό­τι ὑ­πο­μέ­νω καί ἐ­πι­μέ­νω στό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο.
Πέ­στε μου, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ· τί ἀ­ξί­α ἔ­χει ἡ θλί­ψη, ἐ­άν ὑ­πο­τε­θεῖ ὅ­τι ἔ­χα­σα στά χαρ­τι­ά; ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξα ἄ­σω­τος καί ἀρ­ρώ­στη­σα, καί τώ­ρα θλί­βο­μαι γι­ά τήν κα­τά­στα­ση αὐ­τή; ἄ­μυ­α­λος, ἄ­φρων, καί ἔ­χα­σα τήν πε­ρι­ου­σί­α μου, ἔ­χα­σα κά­ποι­ες εὐ­και­ρί­ες στή ζω­ή, κι ἔ­χω θλί­ψη; Αὐ­τές οἱ θλί­ψεις ἀ­ντέ­χουν στήν Αἰ­ω­νι­ό­τη­τα; Δέν ἀ­ντέ­χουν. Ἀ­ντι­θέ­τως, θά ἐ­πι­πλη­χθοῦ­με ἀ­πό τόν Χρι­στό γι­ατί φα­νή­κα­με ἄ­σω­τοι, ἄ­μυ­α­λοι, ἀ­νό­η­τοι ἄν­θρω­ποι. Πρέ­πει οἱ θλί­ψεις μου νά εἶ­ναι χά­ριν τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, χά­ριν τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὅ­ταν δε­χθῶ μιά εἰ­ρω­νί­α, ἕ­ναν ἀ­πο­κλει­σμό –τό λέ­γα­με τήν πε­ρα­σμέ­νη φο­ρά– ὅ­ταν θά μοῦ πεῖ ὁ ἄλ­λος δέν θά ψω­νί­σεις ἐ­σύ ἀ­πό τό μα­γα­ζί μου, δέν σοῦ που­λά­ω ἐ­μπό­ρευ­μα –θά ἔλ­θει ἡ ἡ­μέ­ρα αὐ­τή. Αὐ­τός ὁ οἰ­κο­νο­μι­κός ἀ­πο­κλει­σμός σήμερα, ἔ, ἔχει τόν τρόπο του νά ὑπάρχει, μέ ἄλ­λους τρό­πους. Ὅ­ταν δέν ἀ­νε­βαί­νει κανείς σέ ὑ­ψη­λές θέ­σεις, μό­νο καί μό­νο γι­α­τί δέν εἶ­σαι Μα­σό­νος· αὐ­τό δέν εἶ­ναι ἕ­νας οἰ­κο­νο­μι­κός ἀ­πο­κλει­σμός; Βε­βαί­ως· ἀλ­λά μέ τήν δι­α­φο­ρά πώς δέν εἶ­ναι στόν βαθ­μό νά φθά­σω στήν πεῖ­να, νά πε­θά­νω ἀ­πό τήν πεῖ­να. Θά ἔρ­θει ἡ­μέ­ρα πού θά εἶ­ναι χει­ρό­τε­ρο αὐ­τό· θά εἶ­ναι φα­νε­ρό. Τώ­ρα δέν εἶ­ναι φα­νε­ρό· τώ­ρα εἶ­ναι πα­ρα­σκη­νι­α­κό.
Ἔ, ὅ­ταν θλί­βο­μαι δι­ό­τι ἐ­μπο­δί­στη­κα στή ζω­ή μου μό­νο καί μό­νο γι­α­τί φέ­ρω τήν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στι­α­νοῦ, αὐ­τή ἡ θλί­ψη ἀ­ντέ­χει στήν Αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, γιατί εἶ­ναι θλί­ψη ἐν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στῷ· ὅ­πως καί ἡ ὑ­πο­μο­νή πού θά κά­νω γι­ά νά ση­κώ­σω ἀ­κρι­βῶς αὐ­τήν τή θλί­ψη, εἶ­ναι ἐν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στῷ. Καί ὁ κλέ­φτης, ὑ­πο­μο­νή ἔ­χει, ξέ­ρε­τε· πα­ρα­μο­νεύ­ει ὧ­ρες τῶν ὡ­ρῶν πότε θά φύ­γει ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της, νά κά­νει τήν δι­άρ­ρη­ξη. Ἀλ­λά αὐ­τή ἡ ὑ­πο­μο­νή τοῦ κλέ­φτη εἶ­ναι ἀ­ξι­έ­παι­νη;
Καί τρί­τον· ἡ βα­σι­λεί­α. Ἡ θλί­ψη, ἡ ὑ­πο­μο­νή καί ἡ βα­σι­λεί­α ἐν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στῷ. Τί εἶ­ναι ἡ βα­σι­λεί­α; Εἶ­ναι ἡ μυ­στι­κή με­το­χή τῶν πι­στῶν, ὅ­λων τῶν αἰ­ώ­νων, στά πα­θή­μα­τα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.
Τά τρί­α αὐ­τά, πού ἔ­χουν μί­α ἠ­θι­κή συ­νέ­πει­α, εἶ­ναι γνω­ρί­σμα­τα τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Χρι­στι­α­νοῦ καί ἀ­πο­τε­λοῦν μιά ἁ­λυσ­σί­δα· θλί­ψη-ὑ­πο­μο­νή-βα­σι­λεί­α. Ἡ θλί­ψη, γι­ά νά βα­στα­χθεῖ, θέ­λει ὑ­πο­μο­νή· ἡ θλί­ψη καί ἡ ὑ­πο­μο­νή, ἐν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στῷ, ὁ­δη­γοῦν στήν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ.
Ὅ­ταν κά­ποι­ον συμ­βου­λεύ­ουμε νά ἔ­χει ὑ­πο­μο­νή, σᾶς ἔ­λε­γα προ­η­γου­μέ­νως, ἡ συμ­βου­λή μας πέ­φτει στό κε­νό. Γι­α­τί λέ­τε; Γι­α­τί συ­νή­θως ὅ­ταν συ­νι­στοῦ­με στόν ἄλ­λο τήν ὑ­πο­μο­νή, τήν προ­σφέ­ρουμε καί τήν συ­νι­στοῦ­με αὐ­το­τε­λῆ, δέν ὑπάρχει ὁ καρ­πός της, ἡ βα­σι­λεί­α.
Ρω­τῆ­στε τόν ἑ­αυ­τό σας, καί ἐ­γώ τόν ἑ­αυ­τό μου –σᾶς βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι ἐ­λέγ­χο­μαι στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό– ὅ­ταν λέ­με σέ κά­ποι­ον νά κά­νει ὑ­πο­μο­νή στίς θλί­ψεις πού περ­νᾶ, τοῦ εἴ­πα­με ὅ­τι τόν πε­ρι­μέ­νει ἡ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ; Θά δεῖ­τε ὅ­τι δέν τό λέ­με αὐτό. Κι ἀ­φοῦ λοι­πόν ἀ­πο­κό­ψαμε τήν βα­σι­λεί­α –πού εἶ­ναι τό τέ­λος, πού εἶ­ναι ὁ σκο­πός, πού εἶ­ναι ὁ καρ­πός– ὁ ἄλ­λος θά ἐκ­δι­κη­θεῖ· βε­βαί­ως τήν συμ­βου­λή μας με­τά θά τήν ἀ­πορ­ρί­ψει. Θά πεῖ: «Ὑ­πο­μο­νή!...». Ἐ­νῶ ἡ ὑ­πο­μο­νή πρέ­πει νά ἔ­χει τήν ἔν­νοι­ά της· μέ πε­ρι­μέ­νει ἡ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ.
Εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη φο­ρά πού ἀ­να­φέ­ρε­ται μέ­σα στό ἴ­δι­ο κε­φά­λαι­ο μέ­χρι τώ­ρα ὁ ὅ­ρος βα­σι­λεί­α. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ Και­νή Δι­α­θή­κη εἶ­ναι γε­μά­τη ἀ­πό τόν ὅ­ρο αὐ­τό, βα­σι­λεί­α, βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Γι­ά θυ­μη­θεῖ­τε· ὅ­ταν δι­α­βά­σα­τε τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή, πό­σες φο­ρές ἔχετε βρεῖ αὐ­τόν τόν ὅ­ρο, αὐ­τή τήν φρά­ση, βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ! Πό­σες φο­ρές!
Λοι­πόν, ἀ­γα­πη­τοί μου· ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός εἶ­ναι πράγ­μα­τι μί­α βα­σι­λεί­α, καί ὄ­χι μί­α θρη­σκεί­α. Ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός δέν εἶ­ναι θρη­σκεί­α. Τύ­πος δέ τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ ὡς βα­σι­λεί­α στέ­κε­ται τό θε­ο­κρα­τι­κό βα­σί­λει­ο τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ.
Ὅ­πως θά ξέ­ρε­τε, ὅ­ταν οἱ Ἑ­βραῖ­οι κα­τοί­κη­σαν τήν γῆν τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας, δέν εἶ­χαν ἀρ­χη­γό. Δέν ὑ­πῆρ­χε οὔ­τε βα­σι­λιάς οὔ­τε πρό­ε­δρος τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας, τίποτα· ὑ­πῆρ­χαν ἁ­πλῶς οἱ Κρι­τές, ἄν­θρω­ποι οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­νερ­γοῦ­σαν κα­τ’ ἐ­ντο­λήν τοῦ Θε­οῦ, καί ὁ Θε­ός ἔ­λε­γε τά θε­λή­μα­τά Του. Ὁ Θε­ός ἤτανε ὁ Κύ­ρι­ος, ὁ Βα­σι­λιάς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ, ἀ­λη­θι­νά.
Σή­με­ρα μά­λι­στα ἀ­κού­σα­με στήν εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή, πού εἶπε ὁ Να­θα­να­ήλ στόν Κύ­ρι­ο: «Ῥαβ­βί, σὺ εἶ ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, σὺ εἶ ὁ βα­σι­λεὺς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ»3. Αὐ­τό τό «ὁ βα­σι­λεὺς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ», ἀ­γα­πη­τοί μου, εἶ­ναι κά­τι πού ἀ­πη­χεῖ τό πνεῦ­μα τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, πῶς ἀ­κρι­βῶς μπο­ροῦ­σαν νά βλέ­πουν τόν βα­σι­λιά τους οἱ Ἑ­βραῖ­οι. Γι’ αὐ­τούς ἦ­ταν ὁ Θε­ός. Πρῶ­τα εἶπε «υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ», «ὁ βα­σι­λεὺς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ»· συ­νδε­ό­ταν.
Ἀρ­γό­τε­ρα –αὐ­τό τό εἶ­χε προ­βλέ­ψει ὁ Θε­ός, δη­λα­δή τό εἶ­πε στόν Μω­ϋ­σέ­α νά προ­βλε­φθεῖ καί νά γρα­φεῖ– ἀρ­γό­τε­ρα οἱ Ἑ­βραῖ­οι ζή­τη­σαν βα­σι­λιά ἀ­πό τούς Κρι­τές, ἀ­πό τόν Σα­μου­ήλ συ­γκε­κρι­μέ­να, τόν τε­λευ­ταῖ­ο Κρι­τή, ἀπό ποῦ λέ­τε; ἀπό τί; ἐ­πει­δή οἱ γύ­ρω λα­οί εἴ­χανε βα­σί­λει­α, ζή­λε­ψαν καί ἤθε­λαν βα­σι­λέ­α! Λέ­νε: «Θέ­λου­με βα­σι­λιά.». Τούς λέ­ει ὁ Σα­μου­ήλ: «Δέν σᾶς κά­νει ὁ Θε­ός;». Καί ὁ Θε­ός μά­λι­στα αὐ­τό εἶ­πε: «Σέ τί σᾶς λύ­πη­σα; σέ τί ὑ­στε­ρῶ ἐ­γώ; Θέ­λε­τε βα­σι­λέ­α; Κα­λά· θά σᾶς δώ­σω βα­σι­λέ­α –ἐ­πι­τρέψ­τε μου ὅ­μως νά σᾶς πῶ τή φρά­ση πού εἰ­πώ­θη­κε, ὄχι μέ τά λό­για πού θά σᾶς πῶ, ἀλ­λά μέ τό πνεῦ­μα– θά σᾶς ″κά­ψει τή γοῦ­να″... Ἐγώ θά σᾶς δώ­σω βα­σι­λιά, ἀλ­λά ″θά σᾶς κά­ψει τή γοῦ­να″! Μή πα­ρα­πο­νε­θεῖ­τε.»
Καί ἦρ­θε ὁ Δαυΐδ, ἦρ­θε ὁ Σα­ούλ, με­τά ὁ Δαυ­ΐδ καί με­τά ὁ Σο­λο­μών. Ὁ Σο­λο­μών, ὁ λε­γό­με­νος εἰ­ρη­νι­κός βα­σι­λεύς –σα­ρά­ντα χρό­νι­α πού βα­σί­λευ­σε ἄ­νευ πο­λέ­μου– ἔ­πε­σε τό­σο βα­ρει­ά ἡ φο­ρο­λο­γί­α, τό­σο βα­ρειά, πού οἱ Ἑ­βραῖ­οι εἶ­παν «Ἀ­μάν!», «Ἀ­μάν!» ἀ­πό τόν φό­ρο. Τούς τό εἶ­πε ὁ Θε­ός. Ἄς εἶ­ναι.
Ἐ­κεῖ­νο πού μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει εἶ­ναι ὄ­χι τώ­ρα αὐ­τή τή στιγ­μή ὁ ἱ­στο­ρι­κός Ἰσ­ρα­ήλ στίς λε­πτο­μέ­ρει­ές του, ὅ­σο ὁ ἱ­στο­ρι­κός Ἰσ­ρα­ήλ τοῦ ὅτι εἶ­χε ὡς βα­σι­λιά τόν Θε­ό. Ἀλ­λά καί ὁ ὑ­πά­ρχων βα­σι­λιάς μέ ὅ­ρο ἔ­μπαι­νε βα­σι­λιάς· ὅ­τι δέν θά ἔ­κα­νε τί­πο­τε, ἐ­άν δέν ἐ­ρω­τοῦ­σε τόν Θε­ό δι­ά τοῦ ἀρ­χι­ε­ρέ­ως· ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τε! Ἐ­άν ἔ­κα­νε τοῦ κε­φα­λι­οῦ του, θά τι­μω­ροῦ­νταν. Γι’ αὐ­τό ξέ­πε­σε ὁ Σα­ούλ· ἐ­πει­δή ἐ­νερ­γοῦ­σε πα­ρά τήν ἐ­ντο­λήν τοῦ Θε­οῦ. Συ­νε­πῶς τί ἦ­ταν ὁ βα­σι­λιάς; Ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­ντι­πρό­σω­πος τοῦ Θε­οῦ-βα­σι­λέ­ως στόν Ἰσ­ρα­ήλ.
Τύ­πος ὅ­λα αὐ­τά, τύ­πος, ὅ­τι ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός εἶ­ναι βα­σι­λεί­α! καί βα­σι­λιάς εἶ­ναι, ἀ­γα­πη­τοί μου, ὁ Χρι­στός!
1. . Ἀ­ποκ. 1, 9.
2. . Ματθ. 10, 22.

3. . Ἰ­ω­άν. 1, 50.