Ένας ήταν πολύ πλούσιος και στο άκρο του κτήματός του, σε μια καλυβούλα μέσα, έμενε ένας φτωχός οικογενειάρχης. Με κόπο τάβγαζε πέρα. Μεροκαματιάρης, δουλευτής· και είχε και πολλά παιδιά. Αλλ’ η χαρά βασίλευε μέσα σ’ αυτό το σπίτι.
Συχνά ερωτούσαν τον Γέροντα με ενδιαφέρον να μας εξηγήση πώς
ενεργούσε κατά τις περιπτώσεις εκείνες, όπου μικροαπατεώνες προσεπάθουν
να αποσπάσουν διάφορα ποσά χρησιμοποιώντας πονηρά τεχνάσματα. Εκείνος
φυσικά πολύ εύκολα με την οξύνοιά του αντελαμβάνετο τις πλεκτάνες, αλλά
έπραττε το δέον.
– Φυσικά παιδί μου δίδω το βοήθημα, διότι δεν δύνασαι να παίζης με τη
δυστυχία των πτωχών ανθρώπων. Δίδω ό,τι πρέπει ακόμη και εάν πρόκειται
για επαγγελματία επαίτη. Εγώ κάνω το χρέος μου και ας κάνει εκείνος καλά
με τον Θεό. Πόση δυστυχία πρέπει να έχη κανείς για να ζητά και να
απλώνη το χέρι; Μόνο ο Θεός το γνωρίζει. – Η σκληρότητά μας μένει σε αυτές τις περιπτώσεις σαν μια πικρή γεύσι εις τόσους φτωχούς αδελφούς μας.