Σε ένα χωριό κτιζόταν μία εκκλησία και ο καθένας βοηθούσε όπως μπορούσε..
Όποιος είχε ζώο το διέθετε για να κουβαλάει πέτρες και όση ήταν γεροί δούλευαν..
Στο χωριό, ήταν και μία γιαγιά πολύ φτωχή, που δεν είχε τίποτα να δώσει για τον ναό.
Πονούσε η ψυχή της για αυτό και καθώς περνούσαν τα ζώα που κουβαλούσαν τις
πέτρες, μάζευε χορταράκια και το στα έριχνε να τα τρώνε, να παίρνουν δυνάμεις...
Όταν τελείωσε ο ναός, έκαναν εγκαίνια και σε μία επιγραφή έγραψαν το όνομα του Δεσπότη..
Συνέβαινε όμως το εξής: μόλις γραφόταν το όνομα του Δεσπότη και έβαζαν την
επιγραφή, την άλλη μέρα έβρισκαν σβησμένο το όνομά του και γραμμένο το όνομα της
γιαγιάς...
Αυτό έγινε τρεις φορές.
Απορούσαν όλοι και φώναξαν την γιαγιά.
Όταν εκείνη πήγε στο ναό, την ρώτησαν:














