
Πριν λίγες μερες είχα μια εντελώς απροσδόκητη επίσκεψη.
Ένα νέο παιδί, το οποίο με είχε γνωρίσει μέσα από τα κείμενά μου στο Facebook, ενώ γνώριζε πού βρίσκομαι, αποφάσισε να έρθει να με συναντήσει χωρίς να μου πει τίποτε και ξαφνικά βρέθηκε μπροστά μου.
Καθίσαμε και μιλήσαμε για αρκετή ώρα. Θέλω εξαρχής να διευκρινίσω, προς αποφυγή οποιασδήποτε παρεξηγήσεως, ότι ο διάλογος που μεταφέρω σε αυτό το κείμενο δεν αποτελεί περιεχόμενο του Μυστηρίου της Εξομολογήσεως. Ήταν μια προσωπική, ανθρώπινη και πνευματική συζήτηση ανάμεσα σε έναν νέο άνθρωπο και έναν ιερέα. Μόνο μετά το τέλος αυτής της συζήτησης ακολούθησε, με δική του επιθυμία, το Μυστήριο της Εξομολογήσεως. Από εκείνη όμως την ιερή ώρα δεν μεταφέρω —και δεν θα μπορούσα ποτέ να μεταφέρω— ούτε μία λέξη.
Ο διάλογός μας με συγκίνησε βαθιά. Πριν χωρίσουμε, του ζήτησα την άδεια να μεταφέρω την ουσία αυτής της συζήτησης σε ένα κείμενο, χωρίς όνομα, τόπο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που θα μπορούσε να αποκαλύψει την ταυτότητά του. Δέχθηκε με μία μόνο σκέψη: ίσως αυτά τα λόγια να μπορέσουν να δώσουν κουράγιο σε κάποιο άλλο παιδί που δίνει μόνο του τον ίδιο αγώνα και φοβάται ακόμη και να χτυπήσει την πόρτα μιας εκκλησίας.









