
Πρὶν ἀπὸ χρόνια, ὅταν ἤμουν ἐφημέριος στὸν ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου Πειραιῶς, μὲ κάλεσαν νὰ ἐξομολογήσω ἐκτάκτως, κατόπιν δικῆς του ἐπιθυμίας, ἕναν νέο ἄνδρα, 42 ἐτῶν, τὸ ὄνομά του, ἦταν Ξενοφῶν.
Ὅταν πῆγα, ἦταν σὲ κακὴ κατάσταση. Ὁ καρκίνος μὲ τὶς ραγδαῖες μεταστάσεις τὸν εἶχε προσβάλλει καὶ στὸ κεφάλι. Οἱ μέρες του, ἦταν μετρημένες. Ἦταν μόνος στὸν θάλαμο, τὸ διπλανὸ κρεββάτι ἦταν ἄδειο καὶ ἔτσι βρεθήκαμε μόνοι μας.
Καὶ μοῦ εἶπε τὰ ἑξῆς, γιὰ τὸ πῶς πίστεψε, ἀφοῦ ὑπῆρξε, ὅπως τὸ τόνισε, «σκληρὸς ἄθεος» καὶ ἄπιστος: