«Ὦ ἀνόητοι Γαλάται͵ τίς ὑμᾶς ἐβάσκανεν͵ οἷς κατ΄ ὀφθαλμοὺς Ἰησοῦς Χριστὸς προεγράφη
ἐσταυρωμένος;» (Γαλ. γ’1) (Παράφρασις, ὦ ἀνόητοι
Γαλάτες, ποιός δολίως σᾶς παρέσυρε, ὥστε νά μή πείθεσθε στήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ στά μάτια τά δικά σας εἶχε ζωγραφισθεί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καί μάλιστα
Ἐσταυρωμένος;)
Του Σεραφείμ Νικολάου
Παλαιός Βασιλιᾶς εἶχε στήν ὑπηρεσία του κάποιον καλοσυνᾶτο νεαρό Γελωτοποιό, ὁ ὁποῖος ἦτο πολύ ἀνόητος. Καί ὁ Ἄναξ, γιά νά τόν εἰρωνευθῆ τοῦ παρέδωσε μία χρυσῆ βασιλική “Ράβδο”. Τοῦ ὑπεσχέθη δέ πώς, θά τοῦ χαρίση πολλά χρήματα, ἀρκεῖ νά ἀνακαλύψη
κάποιον πιό ἀνόητο ἀπό ἐκεῖνον, καί τοῦ προσφέρει τήν πολύτιμο “Ράβδο”.
Του Σεραφείμ Νικολάου
[Δῶσε τήν Βασιλική Ράβδο σέ ποιό
ἀνόητο ἀπό σένα]
Παλαιός Βασιλιᾶς εἶχε στήν ὑπηρεσία του κάποιον καλοσυνᾶτο νεαρό Γελωτοποιό, ὁ ὁποῖος ἦτο πολύ ἀνόητος. Καί ὁ Ἄναξ, γιά νά τόν εἰρωνευθῆ τοῦ παρέδωσε μία χρυσῆ βασιλική “Ράβδο”. Τοῦ ὑπεσχέθη δέ πώς, θά τοῦ χαρίση πολλά χρήματα, ἀρκεῖ νά ἀνακαλύψη
κάποιον πιό ἀνόητο ἀπό ἐκεῖνον, καί τοῦ προσφέρει τήν πολύτιμο “Ράβδο”.
Ὁ νεαρός ἀναζητοῦσε ἐπί χρόνια τόν πιό ἀνόητο καί δέν τόν ἀνεκάλυψε. Τότε ἀκριβῶς,
τόν προσεκάλεσε ὁ Βασιλιᾶς, νά ἐπιστρέψη πάλι πίσω στό Παλάτι. Διότι, ἐν τῶ
μεταξύ, αὐτός ἔπεσε βαρειά ἄρρωστος καί ἀπέθνησκε. Τό παληκάρι δέν πληροφορήθη καί δέν ἐγνώριζε σχετικῶς μέ τό γεγονός τῆς βασιλικῆς ἀσθενείας.
[Δέν ἐτοιμάσθηκες γιά τό μεγάλο
ταξίδι;]
-Γιατί μέ προσεκάλεσες Βασιλιᾶ μου, τόν ἐρώτησε;
-Γιατί ἀναχωρῶ παιδί μου, ἀπεκρίθη ἐκεῖνος.
-Καί ποῦ θά πᾶς, ἀγαπημένε μου Βασιλιᾶ, αἰφνιδιάσθη ὁ νέος;
-Θά ἀπέλθω γιά ἕνα μακρινό, ἀπροσδιόριστο καί ἀτελείωτο “Ταξίδι”.
-Δέν κατέχεις ποῦ ἀκριβῶς θᾶ πορευθῆς, ἀπόρησε διακαιολογημένα ὁ νεαρός;
-Ὄχι δέν γνωρίζω τίποτε σχετικό. Τί θά συναντήσω καί τί θά ὑποστῶ, ἀπεκρίθη
ὁ ἀσθενής.
-Τουλάχιστον, ἔχεις “Προετοιμασθεῖ”
κατάλληλα, καί ὅπως ἁρμόζει, μέ τά ἀπαραίτητα ἐφόδια, γιά
τό ἐπικείμενο παράξενο ταξίδι, ἐπανῆλθε νά ρωτᾶ δικαιολογημένα ὁ νέος;
-Ὄχι, ἀναστέναξε μέ πίκρα, φανερή ἀβεβαιότητα, μά καί ἔντονο τρόμο ὁ Βασιλιᾶς.
[Χαρίζω τήν “Ράβδο” στόν πιό
ἀνόητο Βασιλιᾶ]
Τότε ὁ καλόκαρδος νέος, ξαφνικά, ἐνεπνεύσθη μία εἰδική ἀπόφασι. Μέ πολλή
σοβαρότητα, καί ἐπισημότητα ἐνεχείρησε στό Βασιλιᾶ του ἐκείνη τή “Ράβδο”, τῆς ἀφροσύνης. Ἐκείνη γιά τήν ὁποία εἶχε τήν βασιλική ἐντολή, νά τήν
παραδώση σέ ἕναν περισσότερο ἀνόητο ἀπό τόν ἑαυτό του.
-Σήμερα ἀνεκάλυψα, ἀπεφάνθη πρός τόν Βασιλιᾶ, πρόσωπο πιό ἀνόητο ἀπό ἐμένα. Διότι, ἐνῶ γνωρίζει γιά τό ἐπικείμενο τρομερό “Ταξίδι”, ὅμως εἶναι παντελῶς ἀπροπαρασκεύαστος καί ἀπροετοίμαστος!


















