«Μὴ πιστεύσεις τῷ ἐχθρῷ σου εἰς τὸν αἰῶνα» (Σοφία Σειράχ ιβ΄ καὶ ιθ΄). ΣΣ 160_24-08-1993
Απόσπασμα απὸ ὁμιλία εἰς τὴν Σοφία Σειράχ, ἀρ. 160_24-08-1993
Ποτὲ
μὴν ἐμπιστευθεῖς εἰς τὸν ἐχθρόν σου, ὅταν σοῦ ἐμφανίζεται ὡς φίλος· ποτέ, εἰς
τὸν αἰῶνα, ποτέ. Ἄλλο πρᾶγμα βέβαια νὰ φαίνεσαι ὅτι
εἶσαι ἀνεξίκακος ἀπέναντί του· καὶ ἐκ βαθέων μάλιστα
ἀνεξίκακος, καὶ εὐεργετικὸς μάλιστα. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα, καὶ ἐντελλόμεθα νὰ
τὸ κάνουμε αὐτό, καὶ ἄλλο πρᾶγμα εἶναι νὰ ἐμπιστευθεῖς ὅ,τι ἀφορᾶ σὲ σένα, τὰ
μυστικά σου, τὰ προβλήματά σου, τὴ ζωή σου. (Αὐτὸ) ποτέ. Καὶ νὰ γνωρίζετε ὅτι
ποτέ, παλαιὸς ἐχθρός, δὲν γίνεται φίλος. Αὐτὸ νὰ τὸ ξέρετε. Μπορεῖ νὰ τὰ
φτιάξουμε, νὰ λέμε καλημέρα, νὰ λέμε ἐγκαρδίως καλημέρα, ἀλλὰ νὰ γίνει φίλος
μας, (αὐτὸς μπορεῖ νὰ δείξει ὅτι θὰ ἤθελε νὰ γίνει φίλος μας), ἐμεῖς οὐδέποτε
θὰ ἐμπιστευθοῦμε. Θὰ ἐπαναλάβω: «Μὴ πιστεύσεις τῷ ἐχθρῷ σου εἰς τὸν αἰῶνα».
Καὶ
ἐξηγεῖ ἡ Σοφία Σειράχ: «Ὡς γὰρ ὁ χαλκὸς ἰοῦται, οὕτως ἡ πονηρία αὐτοῦ».
Ὅπως, λέγει, σκουριάζει ὁ χαλκός, ἔτσι καὶ ἡ πονηρία του. Δηλαδή, διαρκῶς
αὐξάνει ἡ πονηρία του, ὅπως καὶ ἡ σκουριὰ στὸ χαλκό, γιατὶ εἶναι κακὸς
ἄνθρωπος.
«Καὶ ἐὰν ταπεινωθῇ καὶ πορεύηται συγκεκυφώς»: Κι ἂν ἀκόμα ταπεινωθεῖ (μὲ τὴν ἔννοιαν νὰ δείξει εὐτέλεια, ἐξευτελισμὸ τοῦ ἑαυτοῦ του) καὶ περπατάει καμπουριασμένα, μὲ τὸ κεφάλι κάτω, σκυμμένο·










