Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΔΙΣΤΟΜΟΥ 70 ΧΡΟΝΙΑ (10/6/1944-10/6/2014) ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ



ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ "ΑΓΩΝΑΣ"Α.Φ.205 http://www.agonas.org/


ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ
Το Δίστομο ανήκει στο νομό Βοιωτίας στο νοτιοδυτικό τμήμα της επαρχίας Λειβαδιάς. Είναι ημιορεινή κωμόπολη, δημοτική ενότητα του Καλλικρατικού δήμου Διστόμου-Αράχωβας-Αντίκυρας και έδρα του δήμου, με τρεις οικισμούς: τους οικισμούς του Διστόμου, την παραλία Διστόμου και του αγ. Νικολάου. Ο πραγματικός πληθυσμός, βάσει της απογραφής του 2011, είναι 3.345 κάτοικοι. Είναι χτισμένο σε μια μικρή πεδιάδα που σχηματίζεται ανάμεσα στα όρη Κίρφη, Παρνασσός και Ελικώνας. Απέχει 160 χλμ. από την Αθήνα, 25 χλμ. από την Λειβαδιά, 13 χλμ από την Αράχωβα και 15 περίπου χλμ. από τη Δεσφίνα.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Στην αρχαιότητα το Δίστομο λεγόταν Άμβρυσσος ή Άμφυσσος και ιδρύθηκε από τον ομώνυμο ήρωα. Τα ίχνη των ερειπίων της αρχαίας πόλης σώζονται μέχρι σήμερα.


Η Άμβρυσσος ήταν μια από τις πόλεις που κατέστρεψε ο περσικός στρατός του Ξέρξη στο πέρασμά του. Ξεθεμελιώθηκε το 346 π.Χ. από τον Φίλιππο Β΄ κατά τον ιερό πόλεμο. Επαναχτίστηκε λίγο πριν από τη μάχη της Χαιρώνειας 338 π.Χ. και το 198 π.Χ. κυριεύτηκε από τους Ρωμαίους με αρχηγό τον Φλαμινίνο. Από ενεπίγραφη πλάκα του 3ου αιώνα μ.Χ. μαθαίνουμε ότι στην Άμβρυσσο γινόταν κάθε τετραετία γυμναστικοί και ιππικοί αγώνες. Επί βυζαντινής αυτοκρατορίας η περιοχή δέχθηκε επιδρομές από Γότθους, Ούννους και Σλάβους. Μετά την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 μ.Χ. κυριάρχησαν στη περιοχή οι Φράγκοι, οι Ενετοί, οι Καταλανοί και τέλος οι Τούρκοι.

Κατά την Επανάσταση του 1821 στο Δίστομο έγιναν δύο σπουδαίες μάχες: η πρώτη στις 9 Μαΐου 1825, όπου ο Γκούρας νίκησε τους Τούρκους, και η δεύτερη τον Ιανουάριο του 1827 όπου ο Νότης Μπότσαρης με 400, περίπου, Σουλιώτες διέλυσε 2.500 Τούρκους του Κιουταχή. Εδώ τραυματίστηκε ο Μάρκος Μπότσαρης.

Το Δίστομο συμμετείχε στους Βαλκανικούς πολέμους 1912-13 και στην Μικρασιατική εκστρατεία 1921-23. Έγινε ιδιαίτερα παγκόσμια γνωστό από την σφαγή που πραγματοποίησαν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στις 10 Ιουνίου του 1944.

ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ

Από τις αρχές Ιουνίου τα νέα του μετώπου ήταν καλά. Ξημέρωνε μια ακόμα ημέρα εργασίας και ελπίδας. Η μέρα της λευτεριάς και της ειρήνης κοντοζύγωνε γιατί στις 6 Ιουνίου, οι σύμμαχοι είχαν αποβιβασθεί στη Νορμανδία. Οι Γερμανοί κατακτητές βλέποντας ότι χάνουν τον πόλεμο σε όλα τα μέτωπα, προσπαθούν να συγκροτήσουν την άμυνά τους στο πεδίο της Νορμανδίας. Επιχείρησαν να μετακινήσουν τις μονάδες τους από την Ελλάδα, αλλά η παρουσία των αντάρτικων σωμάτων που δρούσαν εκεί τους καθήλωνε, γι’ αυτό και καταλαμβάνονται από αμόκ καταστροφής. Βγάζουν αμέσως διαταγές γενοκτονίας: «Ένας Γερμανός σκοτωμένος – πενήντα Έλληνες, δέκα Γερμανοί – ένα χωριό».



Ήθελαν να τρομοκρατήσουν τους κατοίκους για να πάψουν να ενισχύουν τις αντάρτικες ομάδες που δρούσαν στη περιοχή, εφαρμόζοντας αντίποινα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού.

Έτσι, στο πλαίσιο των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, το Σάββατο της 10ης Ιουνίου 1944 – 70 χρόνια πριν – νωρίς το πρωί μια φάλαγγα επτά (7) αυτοκινήτων με Γερμανούς στρατιώτες (2ος λόχος του 2ου τάγματος του 7ου Συντάγματος της 1ης Μεραρχίας των Ες-Ες με έδρα την Λειβαδιά) με λοχαγό τον Φριτς Λάουφενμπαχ (Fritz Laufenbach) έλαβε διαταγή να εντοπίσει τους αντάρτες στην δυτική πλευρά του Ελικώνα. Σαν δόλωμα οι Γερμανοί είχαν επιταγμένα 2 ελληνικά φορτηγά γεμάτα με άνδρες των και SS μεταμφιεσμένους σε μαυραγορίτες που προπορευόταν της κυρίας φάλαγγας. Ταυτόχρονα ο 10ος και ο 11ος λόχος του 3ου τάγματος από την Άμφισσα κατευθύνονταν με 60 αυτοκίνητα γεμάτα Γερμανούς στρατιώτες προς το Δίστομο. Οι 3 λόχοι συναντήθηκαν στην διασταύρωση Διστόμου-Άμφισσας, χωρίς όμως να εντοπίσουν αντάρτες, εκτός από 18 παιδιά, που κρύβονταν στις γύρω στάνες. Έξι (6) απ’ αυτά που προσπάθησαν να δραπετεύσουν εκτελέστηκαν. Στο χωριό Καρακόλιθο σκορπούν τον θάνατο. Σκοτώνουν πέντε και συλλαμβάνουν 12 αγρότες ομήρους ενώ θέριζαν. Μπαίνουν στο Δίστομο. Οι κάτοικοι ανυποψίαστοι βλέποντας όμως τους ομήρους ανησυχούν. Ο επικεφαλής καλεί τον πρόεδρο και τον παπά του χωριού, από τους οποίους ζητά πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών της περιοχής. Δεν μπόρεσαν να μάθουν κάτι. Στην συνέχεια τοποθετούν στα γύρω υψώματα του χωριού φυλάκια για έλεγχο και εκφοβισμό, και ανακοινώνουν ότι, όποιος δεν κλειστεί στο σπίτι του και φύγει, θα θεωρηθεί αντάρτης και θα εκτελείται επιτόπου.

Το μεσημέρι τα δύο επιταγμένα ελληνικά αυτοκίνητα με τους μεταμφιεσμένους Γερμανούς κατευθύνθηκαν προς τον όσιο Λουκά. Λίγο πριν από το χωριό Στείρι, πέφτουν σε ενέδρα των ανταρτών του ΕΛΑΣ (11ος λόχος του 3ου τάγματος, του 34ου συντάγματος). Η μάχη ήταν σκληρή και κράτησε δύο ώρες περίπου. Οι απώλειες ήταν μεγάλες και από τις δύο μεριές. Χάθηκε άδικα και αρκετός άμαχος πληθυσμός. Από τα δύο πρώτα αυτοκίνητα σώθηκαν μόνον ένας στρατιώτης και ένας οδηγός. Σκοτώθηκαν 40 Γερμανοί στρατιώτες περίπου, και ο επικεφαλής αξιωματικός ΤΕΟ τραυματίστηκε βαριά, ξεψυχώντας αργότερα στο Δίστομο όπου μεταφέρθηκε.

ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Έξαλλος ο επικεφαλής λοχαγός Φρίτς Λάουφενμπαχ δίνει εντολή αντιποίνων. Αμέσως εκτελούνται οι 12 όμηροι μπροστά στο Δημοτικό Σχολείο. Κι εδώ αρχίζει η τραγωδία του Διστόμου. Οι κάτοικοι, όσοι δεν κατάφεραν να διαφύγουν από το Διάσκελο – η μόνη αφύλακτη διάβαση – κλείνονται έντρομοι στα σπίτια τους. Τους έρημους δρόμους του χωριού διατρέχουν εξαγριωμένοι στρατιώτες, με εφ’ όπλου λόγχη, αρχίζοντας μια ανηλεή σφαγή των κατοίκων του χωριού. Μπαίνουν στα σπίτια, σκοτώνουν, καίνε, σφάζουν και βιάζουν. Γυναίκες, άνδρες, παιδιά, γέροι, γριές ακόμα και βρέφη λίγων ημερών εν ψυχρώ, εκτελούνται. Κάποια παιδιά κρυμμένα σε βαρέλι (φωτο) ανακαλύπτονται και γαζώνονται. Ο ιερέας αποκεφαλίζεται. Ακόμη και σκυλιά, γάτες, πρόβατα κ.α. εξολοθρεύονται.

Δραματικοί ακούγονται οι θρήνοι και οι οιμωγές αυτών που ξεψυχούν. Η σφαγή σταμάτησε μόνον όταν νύχτωσε, ίσως γιατί φοβήθηκαν το σκοτάδι και έφυγαν αφού έκαψαν τα σπίτια του χωριού. Παίρνοντας το δρόμο για τη Λειβαδιά εξακολουθούσαν να σκοτώνουν όποιον άμαχο συναντούσαν μπροστά τους. Ευτυχώς που ήταν μέρες θερισμού και οι χωρικοί ήταν στα σταροχώραφα, αλλιώς τα θύματα θα ήταν πολύ περισσότερα.

Λίγες μέρες μετά, στις 24 Ιουνίου, οι Γερμανοί επέστρεψαν και έκαψαν τα σπίτια στο Στείρι, χωρίς όμως ανθρώπινες απώλειες, γιατί πρόλαβαν, αυτή τη φορά οι κάτοικοι, και κρύφτηκαν.

Απολογισμός: 228 νεκροί, εκ των οποίων 117 γυναίκες και 111 άνδρες. Απ’ αυτούς οι 22 ήταν νήπια έως 5 ετών και 33 έως 16 χρόνων. Η μαρτυρία δε του απεσταλμένου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Ελβετού George Wehrly, ο οποίος έφτασε στο Δίστομο μετά λίγες μέρες, μιλάει για 600 νεκρούς στην ευρύτερη περιοχή.

Ο Στάθης Σταθάς γράφει: «Στο Δίστομο έγιναν αυτά, θα γίνονταν κι άλλα. Μα ήρθε η νύχτα και οι δολοφόνοι φοβήθηκαν και έφυγαν. Τώρα στο χωριό απλώνεται η γαλήνη του νεκροταφείου για πολλή ώρα. Μα σιγά-σιγά ξύπνησε το Δίστομο. Και τότε ακούστηκαν οι θρήνοι των παιδιών, που έρημα έκλαιγαν τους γονείς τους, και οι γόοι των γερόντων. Ακούγονταν ακόμη και κάποια παράξενα γέλια και τραγούδια αυτών που παρεφρόνησαν, μπροστά στη φρίκη που έζησαν.

Μέσα στη νύχτα μικρά παιδιά πήραν τους σκοτεινούς δρόμους προσπαθώντας να φτάσουν στα κοντινά χωριά. Ένα καραβάνι παιδιών που γύρευε ένα ανθρώπινο χέρι για να σκουπίσει τα δάκρυα από τα μουτράκια τους και να δώσει απάντηση στο ερωτηματικό: Γιατί τους σκότωσαν;».

Ο Γιάννης Σιδέρης στο βιβλίο του “Το ανθρώπινο κτήνος” καταγράφει τις φρικαλεότητες εκείνου του απομεσήμερου, που δεν είναι δυνατόν να τις μεταφέρουμε διότι είναι ανατριχιαστικές σκηνές που μόνον ανθρωπόμορφα τέρατα μπορούσαν να τα κάνουν, και τελειώνει με το: «Κείνο το θανατερό βράδυ του Ιούνη, στα ματωμένα χωμάτινα σοκάκια του χωριού, βρήκε τα πτώματα ξεκοιλιασμένα, έρημα, μοναχικά. Μόνο το αεράκι τους χάιδευε τα μαλλιά. Δίπλα τους λίγα σκυλιά, που γλύτωσαν τις σφαίρες, σαν ακοίμητοι φρουροί αλυχτούσαν πονεμένα, ενώ ο ουρανός από το απόγευμα γέμισε με ένα σύννεφο από κοράκια που μύρισαν τσιμπούσι…

Οι ζωντανοί αλλόφρονες. Ο προαιώνιος νόμος, απαιτούσε να μοιρολογήσουν και να θάψουν τους δικούς τους. Όμως η φρίκη και ο τρόμος, μήπως ξαναγυρίσουν οι ναζί, τους έστειλε με την ψυχή στο στόμα σε ρουμάνια, μαντριά και κοντινές σπηλιές. Την άλλη μέρα με την ψυχή στο στόμα, άρχισαν να ξεμυτίζουν ολοφυρόμενοι, με πόνο που για πολλούς δεν λέει να φύγει…».

Ο Σουηδός διπλωμάτης και φιλέλληνας Sture Linner, ο οποίος εκείνες τις ημέρες είχε παντρευτεί την Κλειώ Ταμπακοπούλου που υπηρετούσαν και οι δύο στον Ερυθρό Σταυρό και ήταν αρμόδιοι για την παροχή τροφίμων και φαρμάκων στην περιοχή του διστόμου, να πως τα περιγράφει στο βιβλίο του “Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΟΥ”.

«Παραθέταμε γαμήλιο γεύμα, όταν αργά το βράδυ με πλησίασε ο υπεύθυνος της ελληνικής επιτροπής, Έμιλ Σάνστρομ και μου έδειξε ένα τηλεγράφημα που μόλις είχε λάβει. Οι Γερμανοί – έγραφε – έσφαζαν επί τρεις ημέρες τον πληθυσμό του Διστόμου, στην περιοχή των Δελφών και στην συνέχεια πυρπόλησαν το χωριό. Οι πιθανοί επιζώντες είχαν ανάγκη άμεσης βοήθειας… Έδωσα με τη σειρά μου το τηλεγράφημα στην Κλειώ να το διαβάσει, εκείνη έγνεψε κι έτσι αποχωρήσαμε διακριτικά από τη χαρούμενη γιορτή.

Περίπου μια ώρα αργότερα ήμασταν καθ’ οδόν μέσα στη Νύχτα. Διασχίσαμε τους χαλασμένους δρόμους και τα πολλά μπλόκα για να φτάσουμε, χαράματα πια, στον κεντρικό δρόμο που οδηγούσε στο Δίστομο. Από τις άκρες του δρόμου ανασηκώνονταν γύπες από χαμηλό ύψος, αργά και απρόθυμα, όταν μας άκουγαν που πλησιάζαμε. Σε κάθε δένδρο, κατά μήκος του δρόμου και για εκατοντάδες μέτρα, κρεμόντουσαν ανθρώπινα σώματα, σταθεροποιημένα με ξιφολόγχες, κάποια εκ των οποίων ήταν ακόμη ζωντανά…

Η μυρωδιά ήταν ανυπόφορη. Μέσα στο χωριό σιγόκαιγε ακόμα φωτιά στα αποκαΐδια των σπιτιών. Στο χώμα κείτονταν διασκορπισμένοι εκατοντάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας, από υπερήλικες έως νεογέννητα. Σε πολλές γυναίκες είχαν… Άλλες κείτονταν στραγγαλισμένες… Φαίνονταν σαν να μην είχε επιζήσει κανείς».

ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

α) «Υπήρξε και μια φωτεινή στιγμή, η μοναδική μέσα σε αυτή την κόλαση αίματος και τρόμου, που σε κάνει πάντα να ελπίζεις στους ανθρώπους. Ένας Γερμανός με αυτόματο ανεβαίνει τις σκάλες σπιτιού, βλέπει έντρομους καμιά 15αριά ανθρώπους να περιμένουν το τέλος. Τους γνέφει να σωπάσουν, λέει τη λέξη «καπούτ» και πυροβολεί πάνω από τα κεφάλια τους. Τους φάνηκε δακρυσμένος. Βγαίνει χτυπώντας δυνατά την πόρτα. Κατεβαίνοντας σκοτώνει ένα σκυλί, για παραπλάνηση και λέει σε μια ομάδα Γερμανών που ερχόταν, δείχνοντας το σπίτι, κάτι, που φάνηκε ότι περιείχε τη λέξη «καπούτ». Η ομάδα έφυγε και οι χωριανοί γλύτωσαν…».

β) Λίγο καιρό αργότερα, όταν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής – γράφει ο άνδρας της Κλειώς Ταμπακοπούλου – αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, μια γερμανική μονάδα περικυκλώθηκε από αντάρτες, ακριβώς στην περιοχή του Διστόμου. Σκέφθηκα ότι αυτό ίσως θεωρηθεί από τους Έλληνες ευκαιρία αντεκδίκησης. Η περιοχή είχε από καιρό που αποκόπηκε από κάθε παροχή βοήθειας σε τρόφιμα. «Ετοίμασα λοιπόν φορτηγά με τα αναγκαία τρόφιμα, έστειλα μήνυμα στο Δίστομο για την άφιξή μας, και έτσι βρεθήκαμε στο δρόμο για εκεί, άλλη μια φορά, η Κλειώ κι εγώ.

Όταν φτάσαμε στα όρια του χωριού, μας συνάντησε μια επιτροπή, με τον παπά στη μέση. Έναν παλαιών αρχών Πατριάρχη, με μακριά, κυματιστή, λευκή γενειάδα. Δίπλα του στεκόταν ο αρχηγός των ανταρτών, με πλήρη εξάρτηση, όταν ο παπάς πήρε το λόγο και μας ευχαρίστησε εκ μέρους όλων που ήρθαμε με τρόφιμα. Μετά πρόσθεσε: «Εδώ είμαστε όλοι πεινασμένοι, τόσο εμείς οι ίδιοι, όσο και οι Γερμανοί αιχμάλωτοι. Τώρα, εάν εμείς λιμοκτονούμε, είμαστε τουλάχιστον στον τόπο μας. Οι Γερμανοί δεν έχουν χάσει μόνο τον πόλεμο, είναι επιπλέον και μακριά από την πατρίδα τους. Δώστε τους το φαγητό που έχετε μαζί σας, έχουν μακρύ δρόμο μπροστά τους». Σ’ αυτή του τη φράση γύρισε η Κλειώ το βλέμμα της και με κοίταξε. Υποψιαζόμουν τί ήθελε να μου πει με αυτό το βλέμμα, αλλά δεν έβλεπα καθαρά. Απλά στεκόμουν κι έκλαιγα».

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η εγκληματική και άνανδρη αυτή πράξη των Γερμανών προκάλεσε την παγκόσμια κατακραυγή του τότε πολιτισμένου κόσμου. Η περιγραφή της θηριωδίας από το ραδιοφωνικό σταθμό του Λονδίνου ήταν τόσο μεγάλη ώστε όλος ο ελεύθερος κόσμος διαμαρτυρήθηκε.

Μετά το τέλος του πολέμου το Ελληνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου ζήτησε να ανακαλύψει τον αρχηγό που οργάνωσε την απάνθρωπη αυτή πράξη του Διστόμου. Αποκαλύφθηκε ότι ήταν ο Διοικητής των Γερμανικών δυνάμεων Χάνς Ζάμπελ που πιάστηκε στο Παρίσι και κλείστηκε στις γαλλικές φυλακές και στην συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ελλάδα για να δικαστεί. Στο διάστημα όμως της προφυλακίσεως και προανακρίσεώς του στην Ελλάδα ζητήθηκε από τη Δ. Γερμανία για να δικαστεί παράλληλα και εκεί. Η Ελλάδα τον παρέδωσε, αλλά δεν ξαναγύρισε από τη Γερμανία. Σύμφωνα με πληροφορίες αφέθηκε ελεύθερος.

ΤΟ ΒΑΡΕΛΙ

Τα παιδιά της κρυμμένα στο βαρέλι, ανακαλύπτονται και γαζώνονται. Η μάνα τρελή από τον πόνο περνά ώρες θρηνωντας επάνω στο τρύπιο από τις σφαίρες βαρέλι