Σάββατο 30 Μαρτίου 2024

Επετειακός λόγος για την 25η Μαρτίου 1955 που εξεδόθη το 1983 λόγω αηδίας από την αποφορά της ανθελληνικής δυσωδίας

 


Eπιμελείται και σχολιάζει ο Κωνσταντίνος Ι. Βαθιώτης


Το 1983 ο εκ Λειβαρτζίου Καλαβρύτων θεολόγος Θεόδωρος (Λάκης) Β. Κωνσταντίνου, αποκαρδιωμένος από την ανθελληνική προπαγάνδα μέσω τηλεόρασης και ραδιοφώνου, εξέδωσε έναν λόγο που είχε εκφωνήσει το 1955 επί τη επετείω της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου, προκειμένου να γίνει αντιληπτός ο κατήφορος τον οποίο, μέσα σε μία περίπου τριακονταετία, ακολούθησε η Ελλάδα.

Στον πρόλογο του τευχιδίου του, ο Κωνσταντίνου έγραφε τα εξής:

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Απογοητευμένος και εφέτος από το επί σειράν ημερών εκχυθέν δηλητήριον υπό της τηλοψίας και του ραδιοφώνου, τη ανοχή της Κυβερνήσεως, διά την 25ην Μαρτίου 1821, αηδιασμένος από την αποφοράν της δυσωδίας, εκδίδω ως αντίδοτον τον λόγον μου, εκφωνηθέντα την 25ην Μαρτίου 1955 εις την Εταιρείαν των Φίλων του Λαού.

Ελπίζω όσα παιδιά τον διαβάσουν να συγκρίνουν, ανεξαρτήτως γλώσσης, την τότε ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ εποχήν με την σημερινήν της αμαθείας και της καταπτώσεως.

Αθήναι 25 Μαρτίου 1983

Θεόδωρος Β. Κωνσταντίνου

Καθηγητής

Αν ο συγγραφέας ήταν ακόμη εν ζωή, είναι βέβαιον ότι θα έφριττε, αφού τα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης, και ιδίως η τηλεόραση και το ραδιόφωνο, αποτελούν σήμερα τα σύγχρονα «γραμμόφωνα» της νεοταξίτικης προπαγάνδας που προωθεί την ατζέντα της αποκαθήλωσης των παραδοσιακών αξιών και πυλώνων του ανθρώπου και του έθνους, μέσω ιδίως:

  • της αλλοίωσης της γλώσσας υπό το πρόσχημα της πολιτικής ορθότητας

  • της βρεφοποίησης και εκθήλυνσης της κοινωνίας υπό το πρόσχημα της μέριμνας για απόλυτη ασφάλεια

  • της αποδόμησης των φύλων υπό το πρόσχημα της εξάλειψης των διακρίσεων

  • της πολτοποίησης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των λαών υπό το πρόσχημα της παγκοσμιοποίησης κ.λπ.

Ο Λάκης Κωνσταντίνου ξεκινά από την λαμπρότητα της αρχαίας Ελλάδος και την επιρροή που άσκησε παγκοσμίως ο ελληνικός πολιτισμός, για να περάσει στην ανατολή του ανέσπερου της χριστιανοσύνης αστέρος που «τον Ελληνισμόν εύρεν έτοιμον να τον υποδεχθή και την ελληνικήν γλώσσαν εξέλεξεν ανταξίαν αυτού».

Εν συνεχεία, εστιάζει την προσοχή του στους Βυζαντινούς, οι οποίοι «πρώτοι οργανώνουν την κοινωνίαν ως σήμερον βλέπομεν αυτήν εν τοις ανεπτυγμένοις κράτεσιν. Πτωχοκομεία, ξενώνες, γηροκομεία, ορφανοτροφεία, βρεφοκομεία, νοσοκομεία εις την Κωνσταντινούπολιν ελειτούργησαν το πρώτον».

«Το Βυζάντιον εις το τέλειον άγει τον κλασσικόν πολιτισμόν, επί των χριστιανικών αρχών στηριζομένων, και η Κωνσταντινούπολις γίνεται “ο οφθαλμός της οικουμένης, κοινή εστία όλης της οικουμένης, το κοινόν Πρυτανείον, το κοινόν απάντων εντρύφημα και εξακουστόν περιλάλημα”. “Η Κωνσταντινούπολις, λέγουν ξένοι Βυζαντινολόγοι (Ντιλ-Ραμπώ), είναι η μόνη πολιτισμένη πρωτεύουσα, καθ’ ον χρόνον η Ευρώπη ήτο βάρβαρος ακόμη. Η μεγάλη χριστιανική πρωτεύουσα εκπέμπει τον φωτοβόλον βυζαντινόν πολιτισμόν εις τον κόσμον από τα βάθη της Ανατολής έως τα άκρα της Δύσεως”. “Εις ολίγον καιρόν όλους τους βαρβάρους τους κάμνεις Έλληνας” (Ραμπώ)».

Η συμπαγής πλειοψηφία των σύγχρονων Ελλήνων, που ενδιαφέρονται μόνο να περνούν καλά ως άτομα, καταβάλλοντας τον μικρότερο δυνατό κόπο με λάβαρο το νεοταξίτικο τρίπτυχο «γρήγορα – εύκολα – σίγουρα», έτοιμοι να προδώσουν όχι μόνο την πατρίδα τους αλλά αυτήν τούτην την ανθρώπινη ιδιότητα και την αξιοπρέπειά τους, μοιάζει να μην έχουν κανέναν δεσμό αίματος με τους προγόνους τους, που δεν είχαν θεοποιήσει την υγεία και την ζωή τους, αλλά υπηρετούσαν με αυταπάρνηση την ελευθερία, τόσο την ατομική όσο και την συλλογική.

Καθοδηγητικό δίλημμα και απελευθερωτικό σύνθημα δεν ήταν το «εμβόλιο ή τάφος» αλλά το «ελευθερία ή θάνατος».  

Ας θυμηθούμε, λοιπόν, πώς έκλεινε τον λόγο του ο Θεόδωρος (Λάκης) Κωνσταντίνου, αναφερόμενος στην εποχή που ακολούθησε την πτώση του Βυζαντίου μέχρι την στιγμή της Ελληνικής Επαναστάσεως.

ΛΟΓΟΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΠΕΤΕΙΩ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ 25ΗΣ ΜΑΡΤΙΟΥ 1955

Ουδέποτε έπαυσε να πιστεύη ο κατακτηθείς ότι μετ’ ολίγον θα αναλάβη την πρώτην αυτού θέσιν εις την Ιστορίαν της ανθρωπότητος και θα σηκωθή ο «μαρμαρωμένος» βασιληάς, ίνα ηγηθή του Έθνους του προς εξακολούθησιν του μεγάλου του εν τω κόσμω προορισμού.

Από της πρώτης στιγμής της υποδουλώσεως εργάζεται προς εκδίωξιν του κατακτητού και δεν αφήνει ευκαιρίαν ανεκμετάλλευτον. Ο δυνάμενος να ζήση επί των ορέων γίνεται κλέφτης. Παίρνει εις χείρας το καριοφίλι του και: «σαν λύκος τρέχει στα βουνά με χιόνια μ’ αγριοκαίρια για να μη ζήση στο ζυγό». Τίποτε δεν δύναται να κρατήση τον κλέφτην εις την ήσυχον, αλλ’ υπόδουλον ζωήν. Παρ’ όλας τας παρακλήσεις της μάννας του «να ζήση φρόνιμα να γίνη νοικοκύρης», της απαντά:

«Μάννα μου εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης

και να είμαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλλι των γερόντων,

φέρε μου τ’ αλαφρό σπαθί και το βαριό τουφέκι,

να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά στα κορφοβούνια…

να βρω λημέρια των κλεφτών… να σμίξω τους συντρόφους,

που πολεμούν με την Τουρκιά και με τους Αρβανίτες».

Δεν αποθαρρύνεται την στιγμήν ακόμη κατά την οποίαν εγκαταλείπεται υπό των φίλων. Αναρίθμητοι είναι αι επαναστάσεις, τας οποίας επί 400 έτη έκαμε εναντίον του Τούρκου. Συμμαχεί με οιονδήποτε πολέμιον της Τουρκίας και όταν εγκαταλείπεται εξακολουθεί να μάχεται μέχρι ότου πέση επί του πεδίου της τιμής. Είναι γνωστή η απάντησις του Κατσώνη προς την Αυτοκράτειραν της Ρωσσίας, όταν διετάχθη υπ’ αυτής να παύση τον πόλεμον, διότι εκείνη έκλεισεν ειρήνην:

«Εάν η Αικατερίνη έκλεισε συνθήκην, ο Λάμπρος δεν υπέγραψε την ιδικήν του».

Στρέφεται αιμόφυρτος ηπατημένος προς άλλην δύναμιν ο ελεύθερος σκλάβος, και ετοιμάζεται ο Ρήγας, αφού με τα θούριά του είχε συγκινήσει τον ελληνισμόν, να συναντήση τον Ναπολέοντα, αλλά και εκείθεν ουδέν επιτυγχάνεται· συλλαμβάνεται υπό της αυστριακής κυβερνήσεως και παραδίδεται εις τους Τούρκους διά να θανατωθή.

Αλλά όσον περισσότερον δυναστεύεται τόσον περισσότερον ενθαρρύνεται. Βοηθόν του έχει ο Έλλην την Παναγίαν, «δι’ ης εγείρονται τρόπαια». Αναλαμβάνει μόνος του τον αγώνα, ιδρύει την Φιλικήν Εταιρείαν και ρίπτεται λεοντόκαρδος κατά του τυράννου με το «ή ταν ή επί τας», «Ελευθερία ή θάνατος».

«Ὦ παῖδες Ἑλλήνων, ἴτε,

ἐλευθεροῦτε πατρίδα,

νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών».

Αντηχούν οι λόγοι του Αισχύλου εις τον Δούναβιν. Πλημμυρίζει η Βλαχία από το πολύτιμον της ελληνικής νεότητος αίμα· ουρανομήκεις αι φλόγες υψούνται από το κωδωνοστάσιον της μονής του Σέκκου – πρώτη του ΄21 φωτοχυσία από τον βωμόν της πατρίδος. Γίγας προβάλλει με το λάβαρον εις τας χείρας ο Γερμανός επί του λόφου της Αγίας Λαύρας και αφρόπεπλοι αι Νηρηίδες χαιρετίζουν την σημαίαν μας εις την σκιρτώσαν ελληνικήν πλέον θάλασσαν.

Σύρεται το σεπτόν του Πατριάρχου μας σκήνωμα εις τας βορβορώδεις αγυιάς της Πόλεως, όπως κατήντησαν το «εξακουστόν περιλάλημα» οι βάρβαροι της Ανατολής, αλλά τρέμει ο Τούρκος την βροντώδη και φοβεράν του Κολοκοτρώνη φωνήν εις το Βαλτέτσι. Σουβλίζεται ο ήρως της Αλαμάνας, προ του αστραπηβόλου βλέμματος του Λεωνίδου, αλλά ανατινάσσονται από τα μπουρλότα του Παπανικολή και του Κανάρη αι υπερφίαλοι τουρκικαί φρεγάται. Καπνίζει από της πυρκαϊάς το εξολοθρευτικόν πυρ η Χίος, αλλά δεν μένει ίχνος της στρατιάς του Δράμαλη εις τα Δερβενάκια από τον Νικήτα και τον Κολοκοτρώνη. Ραίνεται η θάλασσα του Μεσολογγίου από τας τελευταίας του αίματος των ηρώων της σταγόνας, αλλά στήνει τας πυραμίδας του με τουρκικάς κεφαλάς ο Καραϊσκάκης εις την Αράχωβαν. Αφρίζει ο Ιμβραήμ, εν τη μανία της μαύρης ψυχής του, αλλά πνίγεται εις τα δοξασμένα του Ναυαρίνου ύδατα.

Επί οκταετίαν κρουνηδόν ρέει το άγιον ελληνικόν αίμα και ποτίζει την δάφνην, με την οποίαν η ελευθερία πλέκει τον αμαράντινον της δόξης στέφανον διά τας κεφαλάς των ηρώων του ΄21, αλλά και των συνεχιστών του έργου των, των πολεμιστών του Σαρανταπόρου, του Μπιζανίου, του Κιλκίς, του Εσκή Σεχήρ, της αλμυράς Ερήμου.

Έλλην ίσον ελευθερία και ελευθερία ίσον Έλλην. […]

Η 25η Μαρτίου, εορτή, ως ελέχθη, ολοκλήρου του ελευθέρου κόσμου, θα διαχέη πάντοτε την ωραιότητά της επί της ανθρωπίνης ψυχής και θα ανοίγη, όπως και η εποχή αυτή της ανοίξεως, την οδόν προς το υψηλόν και το ωραίον. Υπερήφανος ο Έλλην διά τον πρώτων από αιώνων αναφθέντα εκπολιτιστικόν πυρσόν του, τον ακτινοβολούντα και τα πέρατα της οικουμένης φωτίζοντα, διά τον πρώτον εις την ελευθερίαν υπ’ αυτού εγερθέντα βωμόν του. Υπερήφανος, διότι και εν αυτώ τω ουρανίω στερεώματι τούτου το όνομα έχει κεντηθή υπό Κύκνων τε και Διδύμων. Ωριώνων τε και Ηρακλέων, Πηγάσων τε και Παρθένων. Υπερήφανος, διότι τούτου πάλιν το όνομα υπέρ παν άλλον εν τω κόσμω μετά σεβασμού προφέρεται εις Ναούς και Κοινοβούλια, Ακαδημίας και Πανεπιστήμια, Πολυτεχνεία και Διδακτήρια. Υπερήφανος αλλά και μνήμων των μεγάλων της Πατρίδος του υπερασπιστών, ένα θέτει πάντοτε του βίου του σκοπόν και ένα της υπάρξεώς του ιδανικόν, το ιδανικόν της Ελλάδος, ης η δόξα αθάνατος.

ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: O Θεόδωρος (Λάκης) Β. Κωνσταντίνου ήταν ο παππούς μου.

Ο Θεόδωρος (Λάκης) Κωνσταντίνου στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ, όπου ήταν διευθυντής του λογιστηρίου
Επάνω ο αδελφός του Θεοδώρου (Λάκη) Κωνσταντίνου, ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, ευεργέτης του Λειβαρτζίου
Ο Βασίλειος Κωνσταντίνου, πατέρας των Θεοδώρου, Κωνσταντίνου και Παναγιώτη Κωνσταντίνου
Τα γυαλιά του Θεοδώρου (Λάκη) Κωνσταντίνου πάνω στο βιβλίο της Αποκάλυψης του Ιωάννου, σε έμμετρη ποιητική απόδοση από τον ίδιο
Προσωπικά αντικείμενα του Θεοδώρου (Λάκη) Κωνσταντίνου βρίσκονται στον χώρο της βιβλιοθήκης του Δημοτικού Σχολείου του χωριού, όπου υπάρχουν δυσεύρετα βιβλία
Το σπίτι του Θεοδώρου (Λάκη) Κωνσταντίνου
Η αγαπημένη θέση του Θεοδώρου (Λάκη) Κωνσταντίνου στο χαγιάτι του σπιτιού του
Εντυπωσιακή θέα μέσα από το πανέμορφο χωριό μου, το Λειβάρτζι Καλαβρύτων
https://kvathiotis.substack.com/p/380-25-1955-1983