ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ[:Πράξεις
16,28]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου
Μυτιληναίου
με θέμα:
«Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ
κακόν»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά
Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 31-5-1981] (Β49)
Ο Απόστολος Παύλος, αγαπητοί μου, ήδη ευρίσκεται εις την πρώτην ευρωπαϊκήν πόλιν, εις πόλιν επί ευρωπαϊκού εδάφους· εις τους Φιλίππους. Εκεί συνέβη ένα περιστατικόν. Ενώ επήγαιναν εις τον τόπον της προσευχής, έξω από την πόλιν, μια μαντευομένη υπηρέτρια, δούλη, έβγαινε από το σπίτι της και εφώναζε και έλεγε ότι «αυτοί είναι δούλοι του Θεού του Υψίστου, οι οποίοι καταγγέλλουν σε σας», έλεγε εις τους συμπατριώτες της, «οδόν σωτηρίας».
Αυτό συνέβαινε πολλές μέρες και «διαπονηθείς» ο Παύλος εκουράστηκε, ηγανάκτησε, εστράφη εις τα οπίσω και διατάσσει το πνεύμα το ακάθαρτον να εξέλθει από τον άνθρωπον αυτόν, την κοπέλα αυτή, η οποία είχε πνεύμα πύθωνος και απηλλάγη η κοπέλα από την ώρα εκείνη, αλλά να λάβετε υπόψη σας ότι η κοπέλα αυτή παρείχε πολλήν εργασίαν, χρήματα αρκετά εις τα αφεντικά της, διότι ως μαντευομένη προσέτρεχε όχι μόνον όλη η πόλις, αλλά και ίσως και από τους γύρω τόπους και αντιλαμβάνεσθε, εχρηματίζοντο. Όταν είδαν ότι η ελπίς η οικονομική εξέλιπεν, εξεμάνισαν, εστράφησαν εναντίον των Αποστόλων, άρχισαν να κραυγάζουν μέσα εις την πόλιν, να ξεσηκώσουν τον όχλον. Έτρεξαν οι άρχοντες να δουν τι συμβαίνει. Εκεί ελιντσάρισαν τον Απόστολο Παύλο και τον Απόστολο Σίλα και τελικά, αφού τους καταξέσχισαν τα ρούχα, τους έδειραν ανηλεώς, τους έριξαν μέσα στη φυλακήν. Ένα
περιστατικό αναπάντεχο. Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει, βλέπετε τι κάνει ο
διάβολος. Ωστόσο, στη φυλακή που τους έριξαν, επήρε ειδική εντολή ο
αρχιδεσμοφύλαξ να τους θέσει εις την εσωτάτην φυλακήν. Και τους ησφάλισε εις το
«ξύλον». Δηλαδή έβαλε τα πόδια τους μέσα σε ένα ξύλο. Ως εξής ήταν το ξύλο
αυτό. Ας πούμε, ένας κορμός δέντρου, όπως είναι στρογγυλός, ήταν κομμένος σε
μία χοντρή φέτα, κατόπιν ήταν κομμένος ο κορμός καθέτως, έγινε δύο ημικύκλια,
άνοιγαν μία τρύπα στη μέση, ίσα να χωράει το καλάμι του ποδιού, έβαζαν το πόδι
εκεί και ξανάκλειναν τα ξύλα αυτά εις τρόπον ώστε, βάζοντας δύο τέτοια στα
πόδια του φυλακισμένου, να μην μπορεί να περπατήσει ή να περπατήσει μετά
μεγάλης δυσκολίας. Εν τω μεταξύ δε ο άνθρωπος έχοντας στα πόδια του τα ξύλα
αυτά, ησθάνετο πολύ άσχημα. Πάρα πολύ άσχημα. Ήταν ταυτοχρόνως όχι μία ασφάλεια, αλλά και πολύ βασανιστικό για τον
κρατούμενο. Έτσι ησφάλισαν τους δύο αποστόλους, τον Παύλον και τον Σίλαν.
Κάπου τα μεσάνυχτα, που ησύχαζε η
πόλις, ακούστηκαν ψαλμωδίες. Σηκώθηκε ο Παύλος και ο Σίλας, ξέχασαν τους πόνους
τους, ξέχασαν την φυλακή των, ξέχασαν όλα. Αλήθεια, όταν η ψυχή είναι δεμένη με
τον Θεό, δεν βλέπει τι μπορεί να συμβαίνει επάνω στη γη. Και άρχισαν να υμνούν
τον Θεόν. Λέγει ο απόστολος Παύλος σε μια του επιστολή: «Εάν κανείς λυπάται, ας προσεύχεται· αν
χαίρεται: Εὐθυμεῖ τις; Ψαλλέτω (:Ας ψάλλει)». Αλλά εδώ τώρα τι ακριβώς συνέβαινε με τους δύο αποστόλους, οι οποίοι
έψαλλον; Ελυπώντο; Ή έχαιρον; Προφανώς
έχαιρον. Διότι αλλιώτικα μόνο θα προσηύχοντο, αλλά δεν θα έψαλλαν. Όλοι δε
οι κρατούμενοι εξύπνησαν από την ωραιοτάτην και γλυκυτάτην ψαλμωδία των
Αποστόλων και «ἠκροῶντο», ήκουον όλοι.
Εκεί ξαφνικά έγινε ένας σεισμός, πολύ ισχυρός σεισμός, που συνετάραξε
πραγματικά την φυλακήν. Σεισμός, όμως, που ήταν μόνον τοπικός, μόνον εις την
φυλακήν. Και τότε, όπως εκινήθη ολόκληρος η φυλακή, άνοιξαν οι πόρτες και
ελύθησαν και τα δεσμά, πέσαν τα ξύλα από πάνω από τους φυλακισμένους, όλα ελύθησαν.
Αν ήταν ένας σεισμός συνήθης, δεν θα
έπεφταν τα ξύλα από τα πόδια που ήσαν εκεί δεμένα. Όλα ελύθησαν. Τότε ο
αρχιδεσμοφύλαξ, όταν αντελήφθη ότι η φυλακή ήνοιξε, τόσο πολύ ετρόμαξε ότι την
άλλη μέρα θα έδινε λόγο εις τους άρχοντας της πόλεως ότι έφυγαν οι κρατούμενοι,
ώστε την ώρα εκείνη τράβηξε ένα μαχαίρι να αυτοκτονήσει. Ήταν δε αξιέπαινος
πράξις τότε η αυτοκτονία εις τους Ρωμαίους… Και μάλιστα και σοφοί και
στρατιωτικοί, πολλάκις, μεγάλοι άνδρες, ηυτοκτόνουν και εθεωρείτο πράξις ηρωική! Έτσι ο αρχιδεσμοφύλαξ τράβηξε μαχαίρι να
αυτοκτονήσει.
Τον είδε ο Παύλος. Τον είδε.
Διότι αυτός ήταν απέξω. Ο Παύλος ήταν μέσα. Είτε υπό το φως της σελήνης, των
αστέρων κ.λπ., αντελήφθη, λοιπόν, την πράξη που πήγαινε να κάνει ο
αρχιδεσμοφύλαξ και του βάζει μια φωνή. Και του λέγει: «Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν·
ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε». «Μην
κάνεις κακό στον εαυτόν σου. Είμαστε όλοι εδώ».
Αυτή
η θέσις του Αποστόλου, «μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν», «μην κάνεις τίποτε το κακό στον εαυτό σου», βεβαίως
αναφέρεται, αγαπητοί μου, σε μία συγκεκριμένη περίπτωση. Αυτή που μπροστά του
είχε ο Απόστολος. Την περίπτωση της αυτοκτονίας. Και σπεύδει να εμποδίσει τον
άνθρωπον αυτόν να αυτοκτονήσει. Αλλ’ όμως,
δεν ξέρω εάν αντιλαμβάνεσθε αυτήν την θέσιν του Παύλου, ότι συμπεριλαμβάνει
ολόκληρον τον απαγορευτικόν νόμον του Θεού. Παν ό,τι ο Θεός απαγορεύει, παν
ό,τι ο Θεός δεν θέλει, εις ολόκληρον τον λόγο Του, εις τον Δεκάλογον και εις
την Παλαιάν Διαθήκην και εις την Καινήν Διαθήκην, παν ό,τι απαγορεύει ο Θεός,
κατά αρνητικόν τρόπον, συμπεριλαμβάνεται εις αυτόν τον λόγον του Αποστόλου
Παύλου: «Μην κάνεις τίποτε κακό εις τον
εαυτό σου».
Πράγματι, αγαπητοί μου, μπορούμε να κάνομε κακό εις τον εαυτόν μας;
Βεβαίως μπορούμε να κάνομε κακό εις τον εαυτόν μας. Μπορούν άλλοι να μας κάνουν κακό; Όχι. Καθόλου, τίποτε; Όχι! Απολύτως
τίποτε; Όχι! Ω, να το ξέραμε αυτό! Ότι κανείς
δεν δύναται να μας βλάψει, κανείς! Ούτε οι δαίμονες, λέγουν οι Πατέρες της
Εκκλησίας μας. Ούτε ο κόσμος. Κανείς! Μόνον εμείς μπορούμε να βλάψομε τον
εαυτόν μας. Ο καθένας μόνος του. Επαναλαμβάνω. Ούτε οι δαίμονες. Ούτε οι
άνθρωποι. «Και αν με αδικήσουν; Κι αν οι
άνθρωποι μού αφαιρέσουν την περιουσία μου; Αν οι άνθρωποι μού φονεύσουν
προσφιλή μου πρόσωπα; Αν οι άνθρωποι με κακοποιήσουν, με δείρουν, με φονεύσουν
ακόμη; Δεν με αδικούν;». Όχι! Ακούσατε τον λόγον του Κυρίου: Ματθαίος
10,26: «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτενόντων τὸ σῶμα,
τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· φοβήθητε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν
καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ». «Μη φοβηθείτε», λέγει, «μη
φοβηθείτε εκείνους οι οποίοι σκοτώνουν το σώμα. Την ψυχήν δεν μπορούν».
Ίσως θα διαμαρτυρηθούμε και θα πούμε: «Μα, Κύριε, ο άνθρωπος είναι και το σώμα και η ψυχή. Είναι ολόκληρη
αυτή η ύπαρξις. Πώς, λοιπόν, μπορώ να πω ότι δεν με αδικεί, όταν φθάσει ο άλλος
εις το τελευταίο σκαλοπάτι, να με φονεύσει; Δεν με αδικεί;». «Όχι!», λέγει
ο Κύριος. «Μη φοβηθείτε. Γιατί; Μία τρίχα»,
λέγει, «από το κεφάλι σας δεν θα
χαθεί!». «Κύριε, ποια τρίχα δεν θα χαθεί από το κεφάλι μου, που με ξεμαλλιάζουν
οι άνθρωποι, με κακοποιούν, με κατακρεουργούν, ποια τρίχα δεν θα χαθεί από το
κεφάλι μου;». «Μία τρίχα από το
κεφάλι σας δεν θα χαθεί. Μη φοβείσθε. Θα τα πάρετε όλα στην ανάσταση των
νεκρών. Και την τελευταία τρίχα της κεφαλής σας! Θα την πάρετε στην ανάσταση
των νεκρών! Μη φοβείσθε λοιπόν. Να σας
πω τι να φοβηθείτε. Εκείνον που μπορεί να σας βάλει στην γέεννα του πυρός». Είναι ο Θεός.
Αλλά ο Θεός πότε βάζει τους ανθρώπους εις την γέενναν του πυρός; Όταν ο άνθρωπος αμαρτήσει. Και πότε
αμαρτάνει; Όταν θέλει αυτός να αμαρτήσει. Και όχι όταν λέμε με τόση ευκολία: «ο διάβολος με έβαλε». Εάν εσύ δεν ήθελες, αδελφέ μου, ο διάβολος
τίποτα δεν μπορεί να κάνει. Δεν δύναται να παραβιάσει την ελευθερία σου. Δεν δύναται. Απλώς δημιουργεί τον πειρασμόν. Αν εις τον πειρασμόν, την δοκιμασία
πεις το «όχι», τότε δεν αμαρτάνεις. Και
δύνασαι, αδελφέ μου, να πεις το «όχι» στην αμαρτία, διότι αν ο άνθρωπος δεν
ηδύνατο να πει το «όχι» στην αμαρτία, τότε θα ήταν ανεφάρμοστο το Ευαγγέλιον.
Το Ευαγγέλιο θα ήταν μία ουτοπία. Αλλά για να είναι εφαρμόσιμο σημαίνει ότι
ούτε ο διάβολος μπορεί να μας κάνει να αμαρτήσομε. Ούτε ο κόσμος. Όταν λέμε ότι βγαίνομε έξω και υπάρχουν
πολλοί πειρασμοί… Ναι. Ουδείς το αρνείται. Όταν λέμε ότι τα πάντα προκαλούν… Ναι.
Ουδείς το αρνείται. Αλλά και κανείς δεν δύναται να αρνηθεί ότι δύνασαι, αδελφέ
μου, να σταθείς σε οποιαδήποτε εποχή σοδομική και γομορική εποχή, να σταθείς
όρθιος. Γιατί; Αν το θέλεις. Μόνον, λοιπόν, εμείς αν βλάψομε τον εαυτόν μας,
τότε, αγαπητοί μου, βλαπτόμεθα πραγματικά, γιατί τότε χάνομε την αιώνιον ζωήν.
Ώστε η αμαρτία βλάπτει. Βλάπτει η αμαρτία. Λέγει στο «Δευτερονόμιον» ο Θεός: «Πρόσεχε
σεαυτῷ καὶ φύλαξον τὴν ψυχήν σου σφόδρα (: Πρόσεχε τον εαυτό σου. Και φύλαξε την ψυχή σου πάρα πολύ)». Δεν λέγει: «Πρόσεχε τον κόσμο». Δεν λέγει: «Πρόσεχε τον διάβολο». Αλλά: «Πρόσεχε τον εαυτό σου». Όταν ο Κύριος
προσηύχετο δια τους μαθητάς Του, έλεγε: «Πατέρα,
δεν Σε παρακαλώ ἵνα ἄρῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ἵνα
φυλάξῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ πονηροῦ». Τι θα πει «να τους φυλάξεις»; «Να τους δώσεις την
δύναμιν, την χάρη Σου, να νικούν τον πονηρόν». Βλέπετε; Δεν αίρεται ο πονηρός από τον κόσμον.
Πάλι η Γραφή λέγει: «Πάσῃ φυλακῇ τήρει σὴν καρδίαν». Είναι παρόμοιο, από πλευράς πνεύματος, με το προηγούμενο του «Δευτερονομίου». «Με κάθε τρόπο φύλαγε την καρδίαν σου». Και λέγουν οι νηπτικοί
Πατέρες: «Δεν λέγει: ‘’Πάσῃ
φυλακῇ τήρει σοὺς ὀφθαλμούς’’, αλλά ‘’σήν καρδίαν’’». Γιατί; Διότι, αγαπητοί μου, δεν μπορούμε με κάθε τρόπο να φυλάξομε τα
μάτια μας. Όσο μπορούμε θα τα φυλάξομε. Εκεί πράγματι δεν μπορούμε απολύτως.
Γιατί; Γιατί, όταν περπατάμε στον δρόμο και ξαφνικά είναι μπροστά μας κάτι το
ανεπιθύμητον, πώς θα φυλάξομε τα μάτια μας; Πρέπει να περπατούμε με ένα
τυφλοπάνι. Πρέπει να βάλομε βουλοκέρι στα αυτιά να μην ακούμε τίποτε. Ώστε δια
των αισθήσεων να μη φθάνει τίποτα εις την ψυχήν. Αυτό είναι αδύνατον. Γι’ αυτό δεν λέγει η Γραφή, όπως ερμηνεύουν οι
Πατέρες: «Με κάθε τρόπο θα φυλάς τα μάτια
σου ή τις αισθήσεις σου», αλλά «θα
φυλάς με κάθε τρόπο την καρδιά σου». Γιατί;
Γι’ αυτήν είμαστε υπεύθυνοι. Όχι δια τας αισθήσεις μας πάντοτε. Αλλά δι’ αυτήν
είμεθα υπεύθυνοι. Ώστε, όπως λέγει πάλι το «Δευτερονόμιον», «για να μη
γεννηθεί», λέγει, «πρόσεχε σεαυτῷ καὶ
φύλαξον τὴν ψυχήν σου σφόδρα, για να μη γεννηθεί μέσα στην ψυχή σου, στην καρδιά σου ρήμα κρυπτόν και
πονηρόν». Εκείνο που δεν βλέπουν οι
άνθρωποι. Κι εκείνο το οποίο στέκεται δολιοφθορεύς και θα σε προδώσει. Και
θα σε ρίξει κάτω. «Πρόσεχε λοιπόν»,
λέγει ο Θεός. Πρόσεχε.
Αλλά θα ήταν δυνατόν ποτέ να έδινε ο Θεός την εντολήν «Πρόσεχε», εάν δεν είχε ο άνθρωπος την
δυνατότητα να προσέξει; Άρα, αγαπητοί μου, ας
μη χαριζόμεθα εις τους εαυτούς μας. Μπορούμε να προσέξουμε. Όταν ακούμε το
επιχείρημα πολλές φορές από τους άλλους ή εμείς το λέμε ότι… «δεν μπορώ, τι να κάνω;», όχι, αδελφέ μου, μπορούμε να προσέξομε τον
εαυτό μας. Και συνεπώς μπορούμε να σωθούμε. Σε κάθε εποχή. Προσέξατε, σε κάθε
εποχή μπορούμε να σωθούμε.
Αλλά υπάρχει, όμως, και μία ακόμη πολύ ωραία σκηνή στη συνέχεια της διηγήσεως.
Γι'αυτό ας δούμε και μια ακόμα σκηνή, είναι πολύ χαριτωμένη. Όταν ο αρχιφύλαξ,
ο αρχιδεσμοφύλαξ είδε ότι εσώθη, ότι οι κρατούμενοι πράγματι δεν έφυγαν, ο
Παύλος και ο Σίλας δεν εδραπέτευσαν, όχι μόνον αυτό, αλλά έσπευσαν να πουν ότι
«μη φοβάσαι· όλοι είμαστε εδώ, μην κάνεις
το κακό αυτό στον εαυτόν σου», εκείνος τότε συνεδύασε πολλά πράγματα. Ίσως
και ο ίδιος να έδειξε μια βαναυσότητα. Διότι βεβαίως ως αρχιδεσμοφύλαξ, έπρεπε
ως υπεύθυνος να ασφαλίσει τους κρατουμένους του, δεν θα συμπεριεφέρετο φυσικά
με το «σεις» και με το «σας», ούτε «με το γάντι», όταν τους θα τους έβαζε το ξύλο εις το πόδι, φυσικά
δεν θα τους έλεγε «Με συγχωρείτε, θα σας
βάλω…», όπως ακριβώς ο τσαγκάρης δοκιμάζει παπούτσια σε έναν πελάτη.
Όταν
είδε, όμως, ότι αυτοί οι άνθρωποι ήσαν ασυνήθιστοι, ήσαν σπουδαίοι άνθρωποι,
ότι η συμπεριφορά τους είναι άψογη, αντελήφθη ότι είναι άνθρωποι του Θεού. Κι
έπεσε στα γόνατα και λέγει: «Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ;».
«Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;».
Τι ωραίο πράγμα! Αν, ξέρετε, κάθε αμαρτωλός και αποστάτης από τον Θεό, από μας,
κάποτε του συνέβαινε ένα περιστατικό στη ζωή του και γύριζε με καθαρή καρδιά, αγνή, παρθενικήν καρδίαν
προς τον Θεόν κι έλεγε: «Κύριε, τι
πρέπει να κάνω για να σωθώ;», όπως το είπε και ο ευνούχος, ο Αιθίοψ, «Κύριε, τι να κάνω για να σωθώ;» είπε
στον Φίλιππον τον διάκονον, «Τι να κάνω
για να σωθώ;»· όπως είπαν τότε οι πρώτοι ακροαταί του κηρύγματος του Πέτρου
του Αποστόλου την ημέρα της Πεντηκοστής: «Τι
να κάνομε για να σωθούμε;». Αλλά
βλέπετε ότι τραβάμε πολλά, υφιστάμεθα πολλά, μυαλό δεν βάζουμε και δεν λέμε εις
τον Θεόν «τι πρέπει να κάνομε για να
σωθούμε». Έρχονται σεισμοί, έρχονται καταποντισμοί, έρχονται απειλές
πολέμου, έρχονται πανούκλες και καρκίνοι, έρχονται και έρχονται και οι άνθρωποι
δεν μετανοούν. Τι κρίμα για μας τους ανθρώπους!
Αλλά ωστόσο, ο θαυμάσιος αυτός άνθρωπος,
θαυμάσιος πραγματικά, έθεσε αυτό το ερώτημα εις τους Αποστόλους, οι οποίοι του
είπαν πολύ απλά: «Πίστεψε εις το όνομα
του Κυρίου Ιησού και θα σωθείς. Κι εσύ και το σπίτι σου». Προσέξτε μια
λεπτομέρεια: «Κι εσύ και το σπίτι σου».
Εάν η κεφαλή του σπιτιού φροντίζει για
τη σωτηρία, τότε το σπίτι ολόκληρο είναι σωσμένο. Γιατί πραγματικά ο άνδρας
είναι η κεφαλή του σπιτιού. Τώρα ξέρετε, γεννιώνται παιδιά με δυο κεφάλια.
Το ξέρετε; Γεννιώνται παιδιά με δυο κεφάλια. Το ξέρετε; Το έχετε πάρει είδηση; «Δηλαδή τέρατα», θα μου πείτε. Ε,
βέβαια. Όταν μες στο σπίτι σήμερα υπάρχουνε δυο κεφάλια, του ανδρός και της
γυναικός… Όταν η γυναίκα θέλει να έχει
το δικό της επώνυμο, τον δικό της μισθό, το δικό της κουμάντο και να κινείται «κατὰ
τὸ δοκοῦν», δεν έχομε δύο κεφάλια; Δηλαδή έχομε τερατώδη μορφή της οικογενείας. Όπως θα εγεννώντο παιδιά
–εκεί θα μας έκανε εντύπωση και θα τρέχαμε να ερευνήσομε το φαινόμενο- γιατί θα
εγεννώντο παιδιά με δύο κεφάλια! Τερατώδη όντα. Κι όμως εμείς ήδη δημιουργούμε τερατώδεις καταστάσεις. Όπως είναι η σημερινή αμβλωτική πραγματικά,
εξαμβλωτική οικογένεια. Αν μπορούμε να μιλάμε πια για την οικογένεια από δω και
μπρος…
Όμως, ο Απόστολος λέγει: «Να
πιστέψεις εις τον Κύριον Ιησούν και εσύ και ο οίκος σου». Και πράγματι μετά
από αυτό, επίστευσε, το απεδέχθη πλήρως, επήρε τους Αποστόλους στο σπίτι του,
οι οποίοι «ἐλάλησαν αὐτῷ –και εις τους οικείους του- τὸν λόγον τοῦ Κυρίου». Δηλαδή έγινε
μία κατήχηση. Και εν συνεχεία εβαπτίσθη ο αρχιδεσμοφύλαξ και όλο το σπίτι του.
Τρία πράγματα δηλαδή συνέβησαν. Επίστεψε, εκατηχήθη, το σπίτι ολόκληρο, και
εβαπτίσθη. Τρία πράγματα. Να, αγαπητοί μου, μα πάρα πολύ ωραία εικόνα
οικογενειακής ευσεβείας. Όλο το σπίτι. Πίστεψε,
κατηχήθηκε, βαπτίστηκε.
Μήπως έχομε κι εμείς ανάλογες εικόνες στη ζωή μας; «Βεβαίως», θα λέγαμε. «Όλοι
πιστέψαμε μες στο σπίτι μας, όλοι βαπτιστήκαμε. Μέσα σε ένα σπίτι είμεθα όλοι
βαπτισμένοι. Και όλοι έχομε ακούσει τον λόγον του Θεού. Συνεπώς; Συνεπώς έχομε σωθεί». Το
πιστεύομε, έτσι; Αγαπητοί μου, βεβαίως βαπτιστήκαμε, βεβαίως! Αλλά μην ξεχνάμε ότι το θέμα του βαπτίσματος δεν
είναι το τέλος της σωτηρίας μας. Αλλά είναι η αρχή της σωτηρίας μας. Όπως το
βάπτισμα είναι η πύλη της Βασιλείας του Θεού, η πύλη της Εκκλησίας. Δια της
οποίας πύλης εισερχόμεθα εις την Εκκλησίαν, εις την Βασιλείαν του Θεού, έτσι, θα
λέγαμε, είναι η αφετηρία, είναι η πύλη.
Αλλά «πύλη» δεν θα πει παρά… «τώρα
μπαίνω, τώρα αρχίζω».
Πολλές φορές νομίζομε ότι η ζωή μας σφραγιζομένη με το βάπτισμα,
ετελείωσε. Όχι, αγαπητοί μου! Αντιθέτως, πρέπει να προσθέτομε πίστιν
διαρκώς μετά το βάπτισμα. Κατά μείζονα λόγο που έχομε και τον νηπιοβαπτισμόν.
Αλλά και θα πρέπει ακόμη, αν θέλετε,
και η κατήχησις διαρκώς να αυξάνει. Να ακούμε διαρκώς τον λόγον του Θεού. Έτσι
όταν έχομε μια διαρκή κατήχηση στο σπίτι μας… -τι ωραίο πράγμα να διαβάζουν όλοι την Αγία Γραφή! Ακόμη στο τραπέζι
ή σε κάποια ξεχωριστή ώρα ή αν δεν έχομε την ξεχωριστή αυτή ώρα… την ώρα του
γεύματος ή του δείπνου, όλοι μαζί, πριν
σηκωθούμε από το τραπέζι μας, να διαβάσουμε κάτι από την Αγία Γραφή. Και από
τον λόγο του Θεού γενικά. Να διαβάσομε κάτι. Ο νοικοκύρης του σπιτιού, η
κεφαλή του σπιτιού ή η μητέρα ή όποιος άλλος δύναται ή ένα παιδί ίσως, αν
πηγαίνει σχολείο και λοιπά, να πουν δυο λόγια πάνω σ’ αυτό που διαβάστηκε. Αυτή η κατήχησις πρέπει να γίνεται κάθε
μέρα.
Όπου και στον ναό ακόμη θα
πηγαίνουμε. Και θα ακούμε και κήρυγμα. Δεν μπορούμε να πούμε:
«Τα μάθαμε». Δεν μπορούμε να πούμε: «Κατηχηθήκαμε». Η Θεολογία δεν τελειώνει ποτέ. Πρέπει διαρκώς να κατηχούμεθα. Σ’ αυτήν
την κατήχηση την διαρκή, θα έχομε αύξηση πίστεως, διαρκή αύξηση πίστεως. Και
τότε, τότε θα έχομε ανανέωση του βαπτίσματος. Αυτό που σήμερα έχομε ανάγκη σαν
οικογένειες, να ανανεούμεθα διαρκώς όλοι εις το βάπτισμα. Και όταν έτσι
αυτά συμβαίνουν, τότε, όπως μας λέγει εδώ το ιερόν κείμενον, τότε «ἠγαλλιάσατο –όχι ο δεσμοφύλαξ- πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ». «Χάρηκε με όλο
του το σπίτι, πανοικί, μ’ όλο του το
σπίτι».
Και τότε, αγαπητοί μου, έρχεται η βαθιά και αναφαίρετη ειρήνη μέσα στο
σπίτι, η βαθιά του Χριστού χαρά. Τότε μπορούμε να
μιλάμε για ευτυχία, για οικογενειακή ευτυχία. Όταν θα έχει εγκαθιδρυθεί ο
Χριστός μέσα στο σπίτι μας. Όταν το
κέντρον του σπιτιού μας είναι ο Χριστός, η σωτηρία, το άγιον ποτήριον και το
άγιο δισκάριον, το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Όταν αυτά έχουν αρχίσει,
όχι όταν θα έχουμε παντρευτεί και να ‘χουν περάσει μερικά χρόνια και που ίσως
θα πούμε: «Ε, ας χαρούμε μερικά πράγματα
και μετά βλέπομε παρακάτω». Τι να
χαρούμε, αδερφοί μου; Την αμαρτία; Η αμαρτία δίνει χαρά;
Πρέπει πολύ πριν ξεκινήσουμε να
βάλουμε τα θεμέλια του γάμου, θα πρέπει να έχουμε καταρτιστεί. Ξέρετε ότι ο
ναός του Σολομώντος πώς κτίστηκε; Δεν ακούστηκε καλέμι και σφυρί στον τόπο της
οικοδομής. Ούτε ένας κρότος δεν ακούστηκε, ούτε ένας θόρυβος. Ελατομούντο οι
πέτρες μακράν, στο λατομείον. Μετεφέροντο και ετοποθετούντο μόνον. Τούτο κατ’
εντολήν του Θεού. Που σημαίνει: Θέλεις
να θεμελιώσεις το σπίτι σου, την οικογένειά σου; Πρέπει κάπου μακριά να έχεις
λατομήσει τις πέτρες της υπάρξεώς σου. Δηλαδή; Στα πρώτα σου χρόνια. Όταν είσαι
νέος άνθρωπος, θα φτιάξεις τους λίθους τους θεμελίους του μελλοντικού σου
γάμου, του οικοδομήματος του μελλοντικού σου γάμου. Και τότε, ω τότε, τότε
πραγματικά αυτό το θεμέλιο που λέγεται «οικογένεια»
ορθώνεται σε ναό! Πράγματι, σε ζωντανή Εκκλησία του Θεού.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη
ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό
γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της
απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη,
φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
·
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
·
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_102.mp3